34. Η δική μου δοκιμασία

Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Τα έργα Μου είναι περισσότερα σε αριθμό από τους κόκκους της άμμου στις παραλίες, και η σοφία Μου ξεπερνά αυτήν όλων των γιων του Σολομώντα. Ωστόσο, οι άνθρωποι Με θεωρούν απλώς έναν ασήμαντο γιατρό και έναν άγνωστο δάσκαλο των ανθρώπων! Τόσο πολλοί πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο και μόνο για να τους θεραπεύσω. Τόσο πολλοί πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις Μου και να βγάλω τα ακάθαρτα πνεύματα από το σώμα τους και τόσο πολλοί πιστεύουν σ’ Εμένα απλώς και μόνο για να λάβουν ειρήνη και χαρά από Εμένα. Τόσο πολλοί πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο για να απαιτήσουν από Εμένα μεγαλύτερο υλικό πλούτο. Τόσο πολλοί πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο και μόνο για να περάσουν τη ζωή αυτή με ειρήνη και να είναι σώοι και αβλαβείς στον κόσμο που έρχεται. Τόσο πολλοί πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο για να αποφύγουν τα δεινά της κόλασης και να λάβουν τις ευλογίες του ουρανού. Τόσο πολλοί πιστεύουν σ’ Εμένα μόνο για προσωρινή άνεση, αλλά δεν αποζητούν να κερδίσουν τίποτα από τον κόσμο που έρχεται. Όταν έστρεψα το μένος Μου στον άνθρωπο και απομάκρυνα όλη τη χαρά και την ειρήνη που είχε κάποτε, ο άνθρωπος άρχισε να αμφιβάλει. Όταν έδωσα στον άνθρωπο τα δεινά της κόλασης και πήρα πίσω τις ευλογίες του ουρανού, η ντροπή του ανθρώπου μετατράπηκε σε θυμό. Όταν ο άνθρωπος μού ζήτησε να τον θεραπεύσω, αλλά Εγώ δεν του έδωσα σημασία και, επιπλέον, τον αποστράφηκα, ο άνθρωπος αναχώρησε από Εμένα για να αναζητήσει, αντ’ αυτού, την οδό της κακής ιατρικής και της μαγείας. Όταν πήρα όλα όσα ο άνθρωπος είχε απαιτήσει από Εμένα, τότε ο άνθρωπος εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος. Γι’ αυτό λέω ότι ο άνθρωπος πιστεύει σ’ Εμένα, γιατί δίνω μεγάλη χάρη και γιατί έχει πάρα πολλά να κερδίσει» («Τι γνωρίζεις περί πίστης;» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Όταν το είχα διαβάσει πιο παλιά, είπα μόνο ότι όσα λέει εδώ ο Θεός ισχύουν, αλλά δεν το είχα ποτέ καταλάβει πραγματικά. Νόμιζα ότι αφού πίστευα χρόνια στον Θεό, άφησα δουλειά και οικογένεια, δαπανούσα εαυτόν και υπέμενα πολλά για το καθήκον μου, όταν έρχονταν δοκιμασίες, δεν θα κατηγορούσα τον Θεό ούτε θα Τον πρόδιδα. Όταν όμως πέρασα μια δοκιμασία με την υγεία μου, παρεξήγησα και κατηγόρησα τον Θεό. Φανερώθηκε το κίνητρό μου που ήταν να λάβω ευλογίες Θεού και να κάνω συμφωνίες μαζί Του. Μόνο τότε πείστηκα από τα λόγια του Θεού που εκθέτουν τους ανθρώπους και οι απόψεις μου για την αναζήτηση της πίστης μου άλλαξαν.

Μία μέρα του Ιουλίου του 2018, εντόπισα ένα σκληρό ογκίδιο στον αριστερό μαστό μου. Δεν έδωσα σημασία και θεώρησα πως θα περνούσε με αντιφλεγμονώδη. Αλλά στους επόμενους δύο μήνες χειροτέρευε συνεχώς. Ίδρωνα τα βράδια, δεν είχα ενέργεια και η περιοχή γύρω από τον όγκο πονούσε πολύ. Άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήταν κάτι σοβαρό αλλά παρηγοριόμουν στη σκέψη πως δεν ήταν σοβαρό. Είχα πίστη στον Θεό και με απασχολούσε καθημερινά το καθήκον μου στην εκκλησία. Θεωρούσα ότι θα με προστάτευε ο Θεός. Ένα βράδυ με ξύπνησε ένας οξύς πόνος. Κίτρινο υγρό έτρεχε από τον μαστό μου και αναστατώθηκα. Τρέξαμε με τον άντρα μου στο νοσοκομείο για να το εξετάσουν. Βγήκαν τα αποτελέσματα: είχα καρκίνο του μαστού. Σαν να σταμάτησε η καρδιά μου όταν το είπε ο γιατρός. Σκέφτηκα: «Καρκίνο του μαστού;» «Είμαι μόλις 30 και κάτι. Πώς γίνεται;» Έλεγα διαρκώς στον εαυτό μου: «Αποκλείεται να μου συμβαίνει αυτό. Είμαι πιστή και κάνω το καθήκον μου στην εκκλησία χρόνια τώρα. Ο Θεός θα με προσέξει και θα με προστατεύσει. Κάποιο λάθος θα έκανε ο γιατρός». Πόσο έλπιζα να μην ίσχυε! Δεν θυμάμαι καν πώς επέστρεψα από το νοσοκομείο εκείνη τη μέρα. Ο άντρας μου είδε το σαστισμένο μου ύφος και για να με παρηγορήσει, είπε: «Είναι μικρό νοσοκομείο, οι γιατροί δεν είναι και τόσο έμπειροι. Ίσως κάνουν λάθος. Να πάμε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο». Ένιωσα μια αχτίδα ελπίδας όταν το είπε. Δυστυχώς, η γιατρός στο μεγάλο νοσοκομείο το επιβεβαίωσε: Ήταν καρκίνος του μαστού. Ήταν σε μεσαίο με προχωρημένο στάδιο κι έπρεπε να κάνω εισαγωγή για χημειοθεραπεία και χειρουργείο, διαφορετικά, κινδύνευε η ζωή μου. Tο μυαλό μου άδειασε και η καρδιά μου μαύρισε. Σκέφτηκα: «Πόσο θα κοστίσει όλο αυτό; Κι αν πεθάνω στα μισά της χημειοθεραπείας; Πώς θα αντέξει η οικογένειά μου τέτοιο χρέος;» Ήμουν απελπισμένη κι ένιωθα εντελώς ανήμπορη.

Μετά την πρώτη χημειοθεραπεία, οι πόνοι μάστιζαν όλο μου το σώμα. Δεν ήθελα να κάνω τίποτα κι ήμουν διαρκώς εξασθενημένη. Μόνο όταν έφυγε η επίδραση των φαρμάκων λίγες μέρες αργότερα άρχισα να ανακάμπτω. Πίστευα χρόνια στον Θεό, έκανα θυσίες και δαπάνησα τον εαυτό μου για το καθήκον μου. Έκανα πάντα το καθήκον μου, στα εύκολα και στα δύσκολα, και δεν έχασα ποτέ συγκέντρωση. Πάντα βοηθούσα αδελφούς και αδελφές στα προβλήματά τους. Μάταια είχα εργαστεί τόσο σκληρά; Γιατί δεν με προστάτευε ο Θεός; Δεν μπορούσα πλέον ν’ ασκώ κανένα καθήκον. Ήμουν στο κατώφλι του θανάτου. Ο Θεός ήθελε να με εξοντώσει; Είχα άλλες πέντε χημειοθεραπείες και μετά μια επέμβαση. Πώς θα τα έβγαζα πέρα; Πέρα από τον πόνο και τη στενοχώρια, αν πέθαινα, δεν θα σήμαινε πως τόσα χρόνια πίστης πήγαν χαμένα; Αυτή η σκέψη μ’ έκανε να κλάψω. Βασανιζόμουν στ’ αλήθεια εκείνες τις μέρες. Διάβαζα μηχανικά τα λόγια του Θεού κι έπαψα να προσεύχομαι. Η ψυχή μου είχε μαυρίσει κι απομακρυνόμουν από τον Θεό.

Μια μέρα, ήρθε να με δει η Αδελφή Λι από την εκκλησία κια ρώτησε ευγενικά για την κατάστασή μου. Είδε που πονούσα πολύ κι ένιωθα πεσμένη και με συναναστράφηκε. Είπε: «Ο Θεός επιτρέπει να μας βρει η αρρώστια κι είναι μια δοκιμασία. Χρειάζεται πιο πολλή προσευχή κι αναζήτηση κι ο Θεός σίγουρα θα μας οδηγήσει να καταλάβουμε το θέλημά Του…» Όταν άκουσα να μιλάει για «δοκιμασία», η καρδιά μου σκίρτησε. Ίσως ο Θεός δεν ήθελε να με εξοντώσει, αλλά ήθελε απλώς να υποστώ αυτή τη δοκιμασία. Αφού έφυγε, πήγα να προσευχηθώ στον Θεό, λέγοντας: «Θεέ μου, ζω μέσα στον πόνο αφότου αρρώστησα, σε παρεξηγώ και σε κατηγορώ. Σήμερα η αδελφή μου μου θύμισε ότι αυτή είναι η δοκιμασία Σου, αλλά ακόμα δεν ξέρω πώς να αντέξω αυτή την κατάσταση. Καθοδήγησέ με για να μάθω το θέλημά Σου».

Έπειτα από αυτό, προσευχόμουν έτσι στον Θεό κάθε μέρα. Μια μέρα, διάβασα αυτά τα λόγια του Θεού: «Η είσοδος στις δοκιμασίες σε αφήνει χωρίς αγάπη ή πίστη, δεν προσεύχεσαι και είσαι ανίκανος να ψάλλεις ύμνους και, χωρίς να το συνειδητοποιήσεις, στο μέσον αυτού, τελικά, γνωρίζεις τον εαυτό σου. Ο Θεός έχει πολλά μέσα για να οδηγήσει τον άνθρωπο στην τελείωση. Χρησιμοποιεί κάθε λογής περιβάλλοντα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη διεφθαρμένη διάθεση του ανθρώπου, και χρησιμοποιεί διάφορα πράγματα για να ξεγυμνώσει τον άνθρωπο· από τη μια πλευρά, αντιμετωπίζει τον άνθρωπο, από μια άλλη, τον ξεγυμνώνει και, από μια τρίτη, τον αποκαλύπτει, ξεθάβοντας και αποκαλύπτοντας τα “μυστήρια” στα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου και δείχνοντας στον άνθρωπο τη φύση του μέσω της αποκάλυψης πολλών από τις καταστάσεις του. Ο Θεός οδηγεί τον άνθρωπο στην τελείωση μέσω πολλών μεθόδων —μέσω της αποκάλυψης, της αντιμετώπισης, του εξευγενισμού και της παίδευσης του ανθρώπου— έτσι ώστε ο άνθρωπος να μάθει ότι ο Θεός είναι πρακτικός» («Μόνο όσοι επικεντρώνονται στην άσκηση μπορούν να οδηγηθούν στην τελείωση» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Καθώς συλλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, άρχισα να καταλαβαίνω το θέλημά Του. Ο Θεός εργάζεται τις έσχατες ημέρες για να μας οδηγήσει στην τελείωση, εκθέτοντας τις διεφθαρμένες μας διαθέσεις σε κάθε είδους κατάσταση και χρησιμοποιώντας την κρίση και τις αποκαλύψεις των λόγων Του για να κατανοήσουμε τις σατανικές διαθέσεις μας, ν’ αναζητήσουμε και ν’ ασκήσουμε την αλήθεια και τελικά να εξαγνιστούν και ν’ αλλάξουν οι διεφθαρμένες διαθέσεις μας. Κατάλαβα ότι ο Θεός είχε επιτρέψει να αρρωστήσω, όχι επειδή ήθελε να με εξοντώσει ή να με πληγώσει ηθελημένα, αλλά για να με εξαγνίσει και να με αλλάξει. Δεν μπορούσα άλλο να παρανοώ τον Θεό ή να κλαίγομαι. Έπρεπε να υποταχθώ, να αναζητήσω την αλήθεια στην αρρώστια μου και να κάνω ενδοσκόπηση. Μόλις συνειδητοποίησα το θέλημα του Θεού, αναθάρρησα και δεν υπέφερα τόσο.

Είπα μια προσευχή υποταγής στον Θεό και μόλις τελείωσα, μου ήρθαν κατά νου τα λόγια του Θεού: «Η επιδίωξή σου είναι μόνο να ζεις με άνεση, για να μην συμβούν ατυχήματα στην οικογένειά σου, για να σε προσπεράσουν οι άνεμοι, για να μην αγγίξουν τα χαλίκια το πρόσωπό σου, […]» Έψαξα βιαστικά στο βιβλίο μου και βρήκα το εξής εδάφιο: «Ελπίζεις ότι η πίστη σου στον Θεό δεν θα προκαλέσει καμία πρόκληση ή δοκιμασία ούτε την παραμικρή δυσκολία. Πάντα επιδιώκεις εκείνα τα πράγματα που είναι άχρηστα και δεν αποδίδεις αξία στη ζωή, αλλά βάζεις τις δικές σου εξωφρενικές σκέψεις πάνω από την αλήθεια. Είσαι τόσο άχρηστος! […] Αυτό που επιδιώκεις είναι να είσαι σε θέση να κερδίσεις την ειρήνη αφού πιστέψεις στον Θεό —για να είναι τα παιδιά σου απαλλαγμένα από ασθένειες, για να έχει ο σύζυγός σου μια καλή δουλειά, για να βρει ο γιος σου μια καλή σύζυγο, για να βρει η κόρη σου έναν αξιοπρεπή σύζυγο, για να οργώνουν τα βοοειδή και τα άλογά σου καλά τη γη, για μια χρονιά καλού καιρού για τις καλλιέργειές σου. Αυτό επιδιώκεις. Η επιδίωξή σου είναι μόνο να ζεις με άνεση, για να μην συμβούν ατυχήματα στην οικογένειά σου, για να σε προσπεράσουν οι άνεμοι, για να μην αγγίξουν τα χαλίκια το πρόσωπό σου, για να μην πλημμυρίσει η σοδειά της οικογένειάς σου, για να μην επηρεαστείς από οποιαδήποτε καταστροφή, για να ζήσεις στην αγκαλιά του Θεού, να ζήσεις σε μια άνετη φωλιά. Ένας δειλός όπως εσύ, ο οποίος πάντα επιδιώκει τα σαρκικά, έχει καρδιά, έχει πνεύμα; […] Εάν συνεχίζεις να έχεις τέτοιες εμπειρίες, θα αποκτήσεις τίποτα; Η αληθινή οδός σού έχει δοθεί, αλλά κατά πόσο μπορείς να την κερδίσεις τελικά εξαρτάται από την προσωπική σου επιδίωξη» («Οι εμπειρίες του Πέτρου: η γνώση του για την παίδευση και την κρίση» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού εξέθεσαν ακριβώς την επιθυμία μου να ευλογούμαι για την πίστη μου. Αναλογίστηκα τα χρόνια της πίστης μου, όταν όλα πήγαιναν καλά στο σπίτι, ήμουν υγιής κι όλα ήταν καλά. Ήμουν ενεργή στο καθήκον μου και έδειχνα να έχω αστείρευτη ενέργεια. Μόλις όμως έπαθα καρκίνο, έγινα αρνητική και παρανόησα, και κατηγορούσα τον Θεό που δεν με προστάτεψε. Επένδυσα στο έργο που είχα κάνει και τα έβαλα με τον Θεό. Μετάνιωνα μάλιστα για τις θυσίες μου τόσα χρόνια. Απέφευγα και πρόδιδα τον Θεό. Μόνο όταν εξευγενίστηκα και εκτέθηκα μέσα από την αρρώστια μου, είδα ότι έκανα το καθήκον μου κι έκανα θυσίες όχι για να επιδιώξω την αλήθεια ή να κάνω το καθήκον μου ως δημιούργημα, αλλά για να έχω γαλήνη κι ευλογία. Έκανα συμφωνίες με τον Θεό για να ευλογούμαι για τις θυσίες που έκανα. Ήθελα τα πάντα σ’ αυτήν τη ζωή κι αιωνιότητα στην επόμενη. Τώρα είχα καρκίνο και όταν φαινόταν πως θα πεθάνω και δεν θα ευλογηθώ, κατηγορούσα τον Θεό ότι ήταν άδικος —δεν είχα καθόλου ανθρώπινη φύση. Σκέφτηκα τα χρόνια που ήμουν πιστή. Είχα λάβει πολλή χάρη και ευλογία από τον Θεό και είχα ποτιστεί πολύ και συντηρηθεί από την αλήθεια. Ο Θεός μού ’χε δώσει πάρα πολλά, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ να ανταποδώσω την αγάπη Του. Όταν αρρώστησα, δεν υποτάχθηκα καθόλου στον Θεό. Τον παρεξήγησα και Τον κατηγορούσα. Δεν είχα διόλου συνείδηση και λογική! Τελικά κατάλαβα ότι ο Θεός είχε επιτρέψει να αρρωστήσω για να φανερώσει και να εξαγνίσει αφενός το κίνητρό μου για ευλογίες στην πίστη μου και αφετέρου τις λανθασμένες απόψεις μου για την επιδίωξη, αλλά και για να με κάνει να επιδιώκω την αλήθεια και ν’ αναζητώ αλλαγή στη διάθεσή μου. Μετάνιωσα πολύ και τα ’βαλα με τον εαυτό μου όταν κατάλαβα τις καλές προθέσεις του Θεού. Πήρα αυτή τη σιωπηρή απόφαση: «Είτε γίνω καλύτερα είτε όχι, δεν θα έχω πια παράλογες απαιτήσεις από τον Θεό. Θέλω απλώς να εναποθέσω τη ζωή και τον θάνατό μου στα χέρια Του και να υποταχθώ σ’ όσα ορίζει». Ένιωσα πολύ πιο ήρεμη μετά απ’ αυτό. Δεν ήμουν πια αγχωμένη και στεναχωρημένη. Γαληνεμένη, διάβαζα τα λόγια του Θεού, προσευχόμουν και αναζητούσα μαζί Του.

Με το που υποτάχθηκα, η χημειοθεραπεία μού φαινόταν λιγότερο επώδυνη από πριν. Αν και είχα ακόμα λίγες ναυτίες, όλα ήταν μια χαρά. Οι υπόλοιποι ασθενείς ξαφνιάστηκαν και ζήλεψαν. Ήξερα πως οφειλόταν αποκλειστικά στο έλεος και την προστασία του Θεού. Ευγνωμονούσα τον Θεό. Μετά από πολλές χημειοθεραπείες, ο όγκος, που είχε μέγεθος αυγού, είχε μικρύνει. Δεν πονούσε και τόσο και δεν έτρεχε υγρό. Η γιατρός είπε ότι πήγαινα πολύ καλά, κι ότι αν συνέχιζαν έτσι τα πράγματα, μετά από έξι χημειοθεραπείες, ίσως δεν χρειαζόμουν καν επέμβαση. Χάρηκα πολύ που το άκουσα κι ευχαριστούσα τον Θεό. Η πίστη μου στον Θεό μεγάλωνε διαρκώς και σκεφτόμουν πως αν στοχαζόμουν και προσπαθούσα να γνωρίσω εαυτόν, ίσως γινόμουν καλά χωρίς να χρειαστεί εγχείρηση.

Μία μέρα του Μαρτίου έκανα την τελευταία μου χημειοθεραπεία. Αγωνιούσα αλλά έτρεφα ελπίδες. Όταν τελείωσε, η γιατρός είπε ότι και θα χρειαζόμουν επέμβαση, δύο ακόμα χημειοθεραπείες και μετά ακτινοβολίες. Η καρδιά μου σφίχτηκε και το μυαλό μου πήρε φωτιά. Σκέφτηκα: «Πώς είναι δυνατόν; Έκανα την απαιτούμενη ενδοσκόπηση και κατάλαβα όσα έπρεπε. Γιατί δεν είμαι καλύτερα; Είναι σοβαρή επέμβαση, και πέρα από τις ουλές, η χημειοθεραπεία και οι ακτινοβολίες που θα χρειαστώ θα είναι επώδυνες. Και μπορεί και να πεθάνω κιόλας…» Η θλίψη με κατέβαλε και παράλυσα ολόκληρη. M’ έπνιξε η αδικία κι άρχισα να κλαίω. Το βράδυ έπειτα από την επέμβασή μου, αφού πέρασε η αναισθησία, πονούσα τόσο από την τομή που έκλαιγα. Δεν μπορούσα ούτε βαθιά ανάσα να πάρω. Ένιωθα ανήμπορη και αδικημένη κι άρχισα πάλι να κατηγορώ τον Θεό. Μου ήταν αβάσταχτο. Πότε θα έπαυε ο πόνος; Μες στον πόνο μου, διάβασα αυτά τα λόγια του Θεού: «Για όλους τους ανθρώπους ο εξευγενισμός είναι επώδυνος και πολύ δύσκολα γίνεται αποδεκτός —κι όμως, κατά τον εξευγενισμό ο Θεός διασαφηνίζει τη δίκαιη διάθεσή Του στον άνθρωπο, γνωστοποιεί τις απαιτήσεις Του από τον άνθρωπο, και προσφέρει μεγαλύτερη διαφώτιση και περισσότερο πραγματικό κλάδεμα και αντιμετώπιση· μέσω της σύγκρισης μεταξύ των γεγονότων και της αλήθειας, προσφέρει στον άνθρωπο μεγαλύτερη γνώση του εαυτού του και της αλήθειας, και προσφέρει στον άνθρωπο μεγαλύτερη κατανόηση του θελήματος του Θεού, επιτρέποντας έτσι στον άνθρωπο να έχει πιο αληθινή και πιο αγνή αγάπη για τον Θεό. Αυτοί είναι οι στόχοι του Θεού όταν εκτελεί τον εξευγενισμό. Όλο το έργο που πραγματοποιεί ο Θεός στον άνθρωπο έχει τους δικούς του στόχους και τη δική του σημασία· ο Θεός δεν εκτελεί έργο άνευ σημασίας, ούτε και πραγματοποιεί έργο που δεν έχει όφελος για τον άνθρωπο. Ως εξευγενισμός δεν νοείται η απομάκρυνση των ανθρώπων από τον Θεό, ούτε νοείται η καταστροφή τους στην κόλαση. Αντιθέτως, νοείται η αλλαγή της διάθεσης του ανθρώπου κατά τον εξευγενισμό, η αλλαγή των προθέσεών του, των παλαιών του απόψεων, της αγάπης του για τον Θεό και η αλλαγή ολόκληρης της ζωής του. Ο εξευγενισμός είναι μια πραγματική δοκιμή για τον άνθρωπο και μια μορφή πραγματικής εκπαίδευσης, ενώ μόνο κατά τον εξευγενισμό μπορεί η αγάπη του να εκπληρώσει τον έμφυτο σκοπό της» («Ο σκοπός του έργου του εξευγενισμού του Θεού» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Ένα προς ένα τα λόγια του Θεού με άγγιξαν βαθιά στην καρδιά. Κατάλαβα ότι, εξευγενίζοντάς με έτσι, το θέλημα του Θεού ήταν να με κάνει να αναπτύξω αληθινή αυτογνωσία, ν’ αναζητήσω την αλήθεια, να καθαρθεί και ν’ αλλάξει η διεφθαρμένη διάθεσή μου. Προηγουμένως, αν και αναγνώριζα ότι δεν έπρεπε να επιδιώκω ευλογίες στην πίστη μου, δεν είχα εγκαταλείψει πλήρως το κίνητρό μου να ευλογηθώ. Κατά βάθος, εξακολουθούσα να έχω μεγάλες απαιτήσεις από τον Θεό. Θεωρούσα ότι αφού έκανα ενδοσκόπηση και γνώρισα λίγο τον εαυτό μου, ο Θεός έπρεπε να με απαλλάξει απ’ την αρρώστια. Τα προσωπικά κίνητρα αλλοίωναν την ενδοσκόπηση και αυτογνωσία μου και απλώς κάλυπταν την επιθυμία μου να κάνω συμφωνία με τον Θεό. Δεν είχα μετανοήσει καθόλου στ’ αλήθεια! Ο Θεός είχε ελέγξει σχολαστικά τις σκέψεις μου και με εξέθεσε με την ασθένειά μου, μ’ έκανε να στοχαστώ βαθύτερα και να μετανοήσω πραγματικά. Αυτή ήταν η αγάπη του Θεού για μένα. Στη συνέχεια, προσευχήθηκα στον Θεό, λέγοντας: «Θεέ μου, τώρα καταλαβαίνω το θέλημά Σου. Θέλω να παραμερίσω προσωπικές επιλογές κι αιτήματα και ν’ αναζητήσω την αλήθεια στην κατάσταση που Εσύ όρισες. Οδήγησέ με, Σε παρακαλώ».

Λίγες μέρες αργότερα, διάβασα αυτό στα λόγια του Θεού: «Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να πιστεύουν στον Θεό, ποιος δεν έχει τους δικούς του στόχους, τα δικά του κίνητρα και φιλοδοξίες; Παρόλο που μια πλευρά τους πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού και έχει δει την ύπαρξη του Θεού, η πίστη τους στον Θεό εξακολουθεί να περιέχει αυτά τα κίνητρα, και ο απώτερος σκοπός της πίστης τους στον Θεό είναι να λάβουν τις ευλογίες Του και τα πράγματα που επιθυμούν. […] Κάθε άνθρωπος κάνει τέτοιους υπολογισμούς μέσα στην καρδιά του συνέχεια, και θέτει απαιτήσεις στον Θεό που περιλαμβάνουν τα κίνητρα, τις φιλοδοξίες και τις συμφωνίες τους. Τουτέστιν, στην καρδιά του ο άνθρωπος θέτει διαρκώς τον Θεό σε δοκιμασία, σκαρφίζεται συνεχώς σχέδια για τον Θεό και συνεχώς επιχειρηματολογεί υπέρ της κατάληξής του με τον Θεό και προσπαθεί να αντλήσει μια δήλωση από τον Θεό, κοιτώντας μήπως ο Θεός μπορεί να του δώσει ό,τι επιθυμεί. Την ίδια στιγμή που ακολουθεί τον Θεό, ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει τον Θεό ως Θεό. Ανέκαθεν προσπαθούσε να κάνει συμφωνίες με τον Θεό, θέτοντας διαρκώς απαιτήσεις σ’ Αυτόν, και μάλιστα ασκώντας Του πίεση σε κάθε βήμα, προσπαθώντας να βγάλει από τη μύγα ξύγκι. Ενώ παράλληλα προσπαθεί να κάνει συμφωνίες με τον Θεό, ο άνθρωπος συζητάει επίσης μαζί Του και υπάρχουν ακόμη και άνθρωποι που, όταν υποβάλλονται σε δοκιμασίες ή βρίσκονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, συχνά γίνονται αδύναμοι, παθητικοί και αμελείς στο έργο τους, και έχουν πολλά παράπονα από τον Θεό. Από την πρώτη στιγμή που άρχισε να πιστεύει στον Θεό, ο άνθρωπος θεωρούσε τον Θεό ως το κέρας της Αμάλθειας, έναν ελβετικό σουγιά, και θεωρεί τον εαυτό του ως τον μεγαλύτερο πιστωτή του Θεού, λες και είναι έμφυτο δικαίωμα και υποχρέωσή του να προσπαθεί να πάρει ευλογίες και υποσχέσεις από τον Θεό, ενώ η ευθύνη του Θεού είναι να προστατεύει και να φροντίζει τον άνθρωπο και να τον στηρίζει. Αυτή είναι η βασική κατανόηση της “πίστης στον Θεό” όλων όσοι πιστεύουν στον Θεό, και της βαθύτερης κατανόησης της έννοιας της πίστης στον Θεό. Από το περιεχόμενο της φύσης του ανθρώπου ως την υποκειμενική του επιδίωξη, δεν υπάρχει τίποτα που να σχετίζεται με τον σεβασμό του Θεού. Ο σκοπός που ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τη λατρεία του Θεού. Τουτέστιν, ο άνθρωπος δεν έχει ποτέ θεωρήσει ούτε κατανοήσει ότι η πίστη στον Θεό έχει ως προϋπόθεση τον σεβασμό για τον Θεό και τη λατρεία του Θεού. Υπό το πρίσμα αυτών των συνθηκών, η ουσία του ανθρώπου είναι προφανής. Και ποια είναι αυτή η ουσία; Είναι ότι η καρδιά του ανθρώπου είναι μοχθηρή, κρύβει προδοσία και απάτη, δεν αγαπάει τη δικαιοσύνη και την εντιμότητα, ή ό,τι είναι θετικό, και είναι τιποτένια και άπληστη. Η καρδιά του ανθρώπου δεν θα μπορούσε να είναι πιο κλειστή στον Θεό. Ο άνθρωπος δεν την έχει δώσει επ’ ουδενί στον Θεό. Ο Θεός δεν έχει δει ποτέ την αληθινή καρδιά του ανθρώπου, ούτε έχει γνωρίσει ποτέ την λατρεία του ανθρώπου» («Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ένιωσα μεγάλη ντροπή όταν το διάβασα. Τα λόγια του Θεού αποκάλυπταν με ακρίβεια την αληθινή μου κατάσταση. Πίστευα πολλά χρόνια στον Θεό και ήθελα πάντα να ευλογούμαι, έκανα συμφωνίες με τον Θεό. Εφόσον πίστευα στον Θεό κι έκανα πάντα το καθήκον μου και δαπανούσα τον εαυτό μου για την εκκλησία, ήθελα ο Θεός να με φροντίζει και να με προστατεύει, να με φυλάει από αρρώστια και κακό. Θεωρούσα ότι αυτό ήταν δίκαιο και σωστό. Όταν έμαθα ότι είχα καρκίνο, άρχισα αμέσως να παραπονιέμαι στον Θεό κι ήθελα να χρησιμοποιήσω τα βάσανα και τις θυσίες ετών για να Τον αντικρούσω. Όταν άρχισα να καλυτερεύω, έλεγα φωναχτά «Ευχαριστώ, Θεέ μου», αλλά, βαθιά μέσα μου, ήθελα περισσότερα. Ήθελα να με απαλλάξει από την ασθένεια ο Θεός, για να μην υποφέρω άλλο. Όταν δεν ικανοποιήθηκε η εξωφρενική επιθυμία μου, η διαβολική μου φύση ξεπρόβαλε, έψεγα πάλι τον Θεό και προσπαθούσα να Τον αντικρούσω. Τη συμπεριφορά μου αποκαλύπτει στα λόγια Του ο Θεός: «Εκείνοι που δεν έχουν ανθρώπινη φύση, είναι ανίκανοι να αγαπήσουν πραγματικά τον Θεό. Όταν το περιβάλλον είναι ασφαλές ή σταθερό, ή μπορούν να αποκομίσουν οφέλη, υπακούουν πλήρως στον Θεό, αλλά μόλις αυτό που επιθυμούν υπονομεύεται ή τελικά αντικρούεται, αμέσως επαναστατούν. Ακόμη και μέσα σε μία μόνο νύχτα, μπορούν να μεταμορφωθούν από ένα χαμογελαστό, “καλοκάγαθο” άτομο σε έναν άσχημο και άγριο δολοφόνο, αντιμετωπίζοντας ξαφνικά τον μέχρι πρότινος ευεργέτη τους ως θανάσιμο εχθρό τους, χωρίς λόγο και αιτία» («Το έργο του Θεού και οι πράξεις του ανθρώπου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ήμουν συντετριμμένη. Παρόλο που πίστευα χρόνια στον Θεό, δεν Τον λάτρευα ούτε υποτασσόμουν δεόντως σ’ Αυτόν. Αντ’ αυτού, Τον μεταχειριζόμουν σαν πανίσχυρο γιατρό, σαν καταφύγιο. Χρησιμοποιούσα τον Θεό για να πετύχω τους δικούς μου σκοπούς, θέλοντας να βρω γαλήνη σ’ αυτή τη ζωή και την ευλογία Του στο μέλλον. Είδα ότι η πίστη μου στον Θεό δεν ήταν παρά ένα απροκάλυπτο παζάρεμα και Τον χρησιμοποιούσα για να λάβω χάρη και ευλογίες από Εκείνον. Δεν εξαπατούσα τον Θεό έτσι, δεν Του αντιστεκόμουν; Είδα πόσο εγωίστρια και δόλια ήμουν, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς. Μόνο σατανικές διαθέσεις βίωνα. Πόσο πρέπει να με αποστρεφόταν και να με μισούσε ο Θεός!

Στη συνέχεια, διάβασα αυτό στα λόγια του Θεού: «Ο Ιώβ δεν μιλούσε για συναλλαγές με τον Θεό και δεν υπέβαλε αιτήματα ούτε έθετε απαιτήσεις στον Θεό. Δοξολογούσε το όνομα του Θεού εξαιτίας της μεγάλης δύναμης και της εξουσίας του Θεού να κυβερνά τα πάντα, και δεν εξαρτιόταν από το αν είχε κερδίσει ευλογίες ούτε αν είχε πληγεί από συμφορές. Πίστευε ότι, ανεξάρτητα από το αν ο Θεός ευλογεί τους ανθρώπους ή τους φέρνει συμφορές, η δύναμη και η εξουσία του Θεού δεν αλλάζουν, επομένως, ανεξάρτητα από τις συνθήκες ενός ατόμου, το όνομα του Θεού θα έπρεπε να δοξολογείται. Αυτός ο άνθρωπος είναι ευλογημένος από τον Θεό εξαιτίας της κυριαρχίας του Θεού, και όταν η συμφορά πλήττει τον άνθρωπο, και αυτό οφείλεται στην κυριαρχία του Θεού. Η δύναμη και η εξουσία του Θεού κυριαρχούν και ρυθμίζουν τα πάντα γύρω από τον άνθρωπο. Οι ιδιοτροπίες της τύχης του ανθρώπου είναι η εκδήλωση της δύναμης και της εξουσίας του Θεού και, ανεξάρτητα από την άποψη καθενός, το όνομα του Θεού θα πρέπει να δοξολογείται. Αυτά βίωσε και κατάφερε να μάθει ο Ιώβ κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όλες οι σκέψεις και οι πράξεις του Ιώβ έφτασαν στα αυτιά του Θεού και έφτασαν ενώπιον του Θεού και θεωρήθηκαν σημαντικές από τον Θεό. Ο Θεός αγάπησε αυτή τη γνώση του Ιώβ και εκτίμησε πολύ τον Ιώβ που είχε τέτοια καρδιά. Αυτή η καρδιά προσδοκούσε παντού και πάντοτε την εντολή του Θεού, και ανεξάρτητα από τον χρόνο ή τον τόπο, καλωσόριζε όποιο πλήγμα τον έβρισκε. Ο Ιώβ δεν απαιτούσε τίποτα από τον Θεό. Αυτό που απαιτούσε από τον ίδιο του τον εαυτό ήταν να περιμένει, να αποδέχεται, να αντιμετωπίζει και να υπακούει σε όλες τις ρυθμίσεις που προέρχονταν από τον Θεό. Ο Ιώβ πίστευε ότι αυτό ήταν το καθήκον του και ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο Θεός» («Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β΄» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Καθώς αναλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, με άγγιξαν βαθιά. Σκέφτηκα: «Ο Θεός είναι ο Δημιουργός. Μπορεί να μας απονέμει χάρη κι ευλογία και μπορεί να μας κρίνει, να μας παιδεύει, να μας δοκιμάζει και να μας εξευγενίζει. Δεν θα μπορούσε να μας δοκιμάζει απλώς και μόνο επειδή μας αγαπάει;» Σκέφτηκα τον Ιώβ. Ο Θεός τού έδωσε μεγάλο πλούτο κι εκείνος Τον ευχαριστούσε και Τον δόξαζε, αλλά δεν λαχταρούσε υλικό πλούτο. Όταν ο Θεός τού τα πήρε όλα, συνέχισε να εξυμνεί το όνομα του Θεού κατά τη δοκιμασία του, λέγοντας: «Τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τα κακά δεν θέλομεν δεχθή;» (Ιώβ 2:10). Ο Ιώβ ήξερε ότι όλα όσα είχε προέρχονταν από τον Θεό κι ότι ο Θεός ήταν δίκαιος, είτε του έδινε πράγματα είτε του τα έπαιρνε. Η πίστη του Ιώβ στον Θεό δεν αλλοιωνόταν από προσωπικά κίνητρα ούτε τον απασχολούσαν οι ευλογίες ή οι συμφορές. Δεν παραπονιόταν ό,τι κι αν έκανε ο Θεός. Κατάφερε να σταθεί ως δημιούργημα, ώστε να λατρεύει και να υποτάσσεται στον Θεό. Βλέποντας τον ανθρωπισμό και τη λογική του Ιώβ, ένιωσα στ’ αλήθεια ντροπή. Κοίταξα όλα όσα είχα. Όλα μού τα είχε δώσει ο Θεός, ακόμα και την ίδια μου την ανάσα. Δεν υπήρξα όμως καθόλου ευγνώμων, αντιθέτως, κατηγορούσα τον Θεό όταν αρρώστησα. Δεν είχα καμία συνείδηση ούτε λογική. Πίστευα στον Θεό, αλλά δεν Τον γνώριζα, ούτε γνώριζα ποια είναι η θέση μου απέναντί Του ούτε πως έπρεπε να υποτάσσομαι στον Δημιουργό. Με τις αντιλήψεις, τις φαντασίες και τις ιδέες περί συμφωνιών που είχα στην πίστη μου στον Θεό, στις δοκιμασίες, παραπονιόμουν και αντιστεκόμουν στον Θεό. Παρόλ’ αυτά, πάντα ήθελα τις ευλογίες και τη χάρη του Θεού κι ήθελα να εισέλθω στη βασιλεία Του. Ήμουν πραγματικά ξεδιάντροπη! Κατάλαβα ότι ακόμα κι αν πέθαινα εκείνη τη στιγμή, θα ήταν δικαιοσύνη του Θεού για την παρακοή μου και τη διαφθορά μου. Βρήκα τον δρόμο άσκησης στα βιώματα του Ιώβ. Aνεξαρτήτως πόσο θα νοσούσα, είτε καλυτέρευα είτε όχι, επιθυμούσα μόνο να υποτάσσομαι στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Αυτή τη λογική θα έπρεπε να έχω ως δημιούργημα. Η σκέψη αυτή με απελευθέρωσε.

Είχε φτάσει η ώρα για τις ακτινοβολίες προτού το καταλάβω. Οι άλλοι καρκινοπαθείς είπαν ότι οι ακτινοβολίες καταπονούν πολύ το σώμα κι ότι θα μου έψηναν τις σάρκες. Είπαν ότι θα είχα ζαλάδες και ναυτία κάθε φορά και θα έχανα τη γεύση μου. Όταν τα άκουσα όλα αυτά, άρχισα να ζητάω πάλι από τον Θεό να με βοηθήσει να γλιτώσω από αυτή την κατάσταση, αλλά σύντομα συνειδητοποίησα ότι η κατάστασή μου ήταν λανθασμένη και προσευχήθηκα στον Θεό. Μου ήρθαν στο μυαλό κάποια λόγια του Θεού: «Εφόσον δημιουργήθηκες, θα πρέπει να υπακούς στον Κύριο που σε δημιούργησε, γιατί εσύ είσαι εγγενώς χωρίς κυριαρχία πάνω στον εαυτό σου και δεν έχεις την ικανότητα να ελέγχεις το πεπρωμένο σου. Αφού είσαι άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό, πρέπει να αναζητάς την αγιοσύνη και την αλλαγή» (Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια). Ήξερα ότι αυτή η κατάσταση ήταν ο Θεός που με δοκίμαζε και δεν μπορούσα πια να ζητώ αλόγιστα διάφορα από τον Θεό ή να Τον πληγώνω. Ήξερα ότι έπρεπε να υποταχτώ σε όσα κανόνιζε. Με το που υποτάχθηκα, αν και έπρεπε να κάνω καθημερινά ακτινοβολίες και το σώμα μου πονούσε σε διάφορα σημεία, δεν ήταν όσο άσχημα το είχαν περιγράψει άλλοι ασθενείς. Ήξερα πως οφειλόταν στο έλεος και τη φροντίδα του Θεού. Όταν τελείωσαν οι ακτινοβολίες, η φυσική μου κατάσταση βελτιώθηκε γρήγορα. Έδειχνα κι ένιωθα πραγματικά καλά. Οι αδελφές κι οι αδελφοί μου στην εκκλησία είπαν ότι δεν έμοιαζα καθόλου με καρκινοπαθή. Λίγο αργότερα, επέστρεψα στο καθήκον μου. Η πίστη μου στον Θεό μεγάλωσε μέσα από αυτή την εμπειρία κι άρχισα να εκτιμώ ακόμα πιο πολύ την ευκαιρία να κάνω το καθήκον μου.

Σχεδόν δύο χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά όποτε σκέφτομαι εκείνους τους δέκα μήνες που νοσούσα, είναι σαν να ήταν μόλις χτες. Αν και η σάρκα μου υπέφερε λιγάκι, συνειδητοποίησα το κίνητρό μου για ευλογίες και τις λανθασμένες μου απόψεις για το τι να επιδιώκω. Πλέον ξέρω ότι πρέπει να επιδιώκω την αλήθεια και να θέλω να υπακούω τον Θεό στην πίστη μου. Είτε ευλογούμαι είτε με βρίσκει συμφορά, πρέπει να υποτάσσομαι στις ενορχηστρώσεις, την κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Αυτή είναι η λογική που πρέπει να έχει ένα δημιούργημα. Δεν θα τα είχα αποκομίσει αυτά αν όλα μού είχαν πάει ομαλά. Αυτός είναι ο πλούτος της ζωής που μου έδωσε ο Θεός. Δοξασμένος ο Παντοδύναμος Θεός!

Προηγούμενο: 33. Μετά τα ψέματα

Επόμενο: 35. Εγκαταλείποντας τον εγωισμό, απελευθερώθηκα

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

46. Η προστασία του Θεού

Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν τη διάθεσή τους οι ίδιοι. Πρέπει να υποστούν την κρίση και την παίδευση, τον...

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο