91. Δεν είμαι πια βυθισμένος στις παρανοήσεις εξαιτίας της παράβασής μου

Το 2001, αποδέχθηκα τον Παντοδύναμο Θεό μαζί με τη μητέρα μου. Τότε πήγαινα ακόμα σχολείο, οπότε συμμετείχα στις συναθροίσεις μόνο τις Κυριακές. Το 2016, όταν τελείωσα το λύκειο, ήρθα στην εκκλησία για να κάνω τα καθήκοντά μου. Τον Αύγουστο του 2018, ήμουν είκοσι δύο ετών. Επειδή το ΚΚΚ πάντα καταδίωκε και συνελάμβανε τους χριστιανούς, σχεδίαζα να πάω σε κάποια ελεύθερη και δημοκρατική χώρα για να πιστεύω στον Θεό. Δεν περίμενα, όμως, ότι θα με συλλάμβαναν στο αεροδρόμιο. Οι αστυνομικοί, για να με αναγκάσουν να ξεπουλήσω πληροφορίες για την εκκλησία, μ’ έβαζαν να στέκομαι με τα πόδια ενωμένα κάθε μέρα από τις 6 το πρωί ως τις 12 τα μεσάνυχτα, έξι ή εφτά μέρες στη σειρά. Από την ορθοστασία, μ’ έπιανε ζαλάδα, τα πόδια μου πονούσαν και μούδιαζαν, και λαχάνιαζα. Επιπλέον, οι αστυνομικοί με απειλούσαν, λέγοντας: «Αν δεν μιλήσεις, θα σε δέσουμε ψηλά και θα σου δώσουμε μια γεύση από τις “δίδυμες φωτιές του πάγου και της φωτιάς”. Πρώτα θα σε καίμε με ένα πυρωμένο μηχάνημα και μετά θα σου ρίχνουμε στον λαιμό νερό με το ζόρι. Θα το κάνουμε ξανά και ξανά και, στο τέλος, δεν θα μπορείς να μιλήσεις ακόμη κι αν το θέλεις». Σκέφτηκα τους αδελφούς και τις αδελφές μου που είχαν βασανιστεί από την αστυνομία, και ένα κύμα φόβου πλημμύρισε την καρδιά μου: «Θα το αντέξω αν με βασανίσουν;» Προσευχήθηκα σιωπηλά στον Θεό μέσα μου και Του ζήτησα να μου δώσει δύναμη και πίστη. Βλέποντας ότι δεν έλεγα τίποτα, οι αστυνομικοί μού πίεσαν το κεφάλι προς τα κάτω και κράτησαν ένα αναμμένο τσιγάρο κοντά στα ρουθούνια μου. Ο πυκνός καπνός και η ζέστη γέμισαν τα ρουθούνια μου. Ένιωθα να πνίγομαι και δυσκολευόμουν ν’ ανασάνω. Νόμιζα ότι θα σκάσω. Επίσης, έκαψαν το δέρμα κάτω από τα ρουθούνια μου, κι ένιωσα έναν διαπεραστικό πόνο. Ύστερα, μου σήκωσαν το χέρι, άναψαν έναν αναπτήρα και μου έκαψαν το μπράτσο με τη φλόγα. Ενστικτωδώς, προσπάθησα να τραβήξω το χέρι μου, αλλά οι αστυνομικοί το κρατούσαν σφιχτά και δεν μ’ άφηναν να κουνηθώ. Μου έκαψαν τα μπράτσα ξανά και ξανά, για πολλά δευτερόλεπτα, και ένιωθα σαν να μ’ έγδερναν. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και, μετά το κάψιμο, τα χέρια μου είχαν πληγές σε μέγεθος αυγού. Οι αστυνομικοί, μάλιστα, μου χαμογελούσαν και με κοιτούσαν μοχθηρά, κι ένιωθα την οργή, την πικρία και τον φόβο να με πλημμυρίζουν. Αυτοί οι διάβολοι ήταν ικανοί για τα πάντα, και δεν ήξερα τι άλλα βασανιστήρια θα μου έκαναν. Ένιωθα πολύ αδύναμος και ήθελα να φύγω από εκείνο το κολαστήριο όσο πιο γρήγορα γινόταν. Μέσα μου, όμως, ήξερα ότι δεν μπορούσα να γίνω Ιούδας και να προδώσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου για να παρατείνω την άθλια ύπαρξή μου. Έτσι, προσευχήθηκα στον Θεό μέσα μου και ορκίστηκα να μην προδώσω τα συμφέροντα του οίκου του Θεού ακόμη κι αν το πλήρωνα με τη ζωή μου, και πήρα όρκο να μη γίνω ποτέ Ιούδας. Λίγες μέρες αργότερα, οι αστυνομικοί έφεραν την οικογένειά μου για να μ’ αναγκάσουν να υπογράψω τις «Τρεις Δηλώσεις», λέγοντας ότι, αν το έκανα, θα με άφηναν να φύγω. Ο πατέρας μου, παραπλανημένος από τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα, είπε ότι θα με αποκήρυττε από γιο του αν δεν υπέγραφα. Ήξερα ότι αυτό ήταν κόλπο του Σατανά και αρνήθηκα να υπογράψω. Τότε, οι αστυνομικοί με απείλησαν, λέγοντας: «Θα σου δώσουμε μια τελευταία ευκαιρία απόψε, αλλά αν δεν υπογράψεις ούτε αύριο, θα σε πάμε κάπου και θα σε κανονίσουμε όπως σου αξίζει!» Φοβήθηκα όταν το άκουσα αυτό: «Αυτοί είναι ικανοί για τα πάντα. Είναι ακόμα πιο ανελέητοι ιδίως απέναντι σε όσους πιστεύουν στον Παντοδύναμο Θεό. Αν συνεχίσω να αρνούμαι να υπογράψω, ποιος ξέρει πώς θα με βασανίσουν!» Στη σκέψη ότι θα υπέφερα βασανιστήρια χειρότερα κι απ’ τον θάνατο, τρομοκρατήθηκα: «Κι αν δεν αντέξω τα βασανιστήρια και γίνω Ιούδας και προδώσω τον Θεό; Τότε θα προσβάλω τη διάθεση του Θεού και δεν θα ξαναέχω ποτέ την ευκαιρία να σωθώ. Αν, από σύνεση, υπογράψω τις “Τρεις Δηλώσεις”, αλλά μέσα μου δεν προδώσω τον Θεό, άραγε Εκείνος θα μου δώσει άλλη μια ευκαιρία;» Στο τέλος, δεν μπόρεσα να ξεπεράσω την εσωτερική αδυναμία μου και υπέγραψα τις «Τρεις Δηλώσεις». Αφού τις υπέγραψα, οι αστυνομικοί μ’ άφησαν να γυρίσω σπίτι μου.

Όταν γύρισα σπίτι, ένιωθα ανησυχία. Παρόλο που θεωρούσα ότι η υπογραφή των «Τριών Δηλώσεων» ήταν μια πράξη σύνεσης, δεν έπαυα να τις έχω υπογράψει. Στα μάτια του Θεού, αυτό ήταν σημάδι προδοσίας. Άραγε θα μ’ έσωζε ο Θεός παρ’ όλ’ αυτά; Αργότερα, ο πατέρας μου ήθελε να με πάρει μαζί του στη δουλειά, ενώ είχε καλέσει και συγγενείς και φίλους από κοντινές περιοχές για να με πείσουν. Είπα μέσα μου: «Δεν γίνεται να φύγω. Αν φύγω, οι αδελφοί και οι αδελφές μου δεν θα μπορούν να με βρουν. Και τότε δεν θα έχω ποτέ ξανά την ευκαιρία να επιστρέψω στον οίκο του Θεού». Ένιωθα σαν χαμένο πουλί, ότι περίμενα ολομόναχος μια άγνωστη απάντηση. Δύο βδομάδες αργότερα, οι αδελφοί και οι αδελφές μου με βρήκαν και συναναστράφηκαν μαζί μου σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων μου. Βλέποντας ότι είχα ακόμα μια ευκαιρία να επιστρέψω στον οίκο του Θεού και να κάνω τα καθήκοντά μου, κόντεψα να βάλω τα κλάματα από τη συγκίνηση, και γρήγορα έγνεψα καταφατικά. Στη συνέχεια, όποιο καθήκον κι αν μου ανέθετε η εκκλησία, έβαζα τα δυνατά μου για να το εκπληρώσω. Πού και πού, όμως, άκουγα τους αδελφούς και τις αδελφές να συζητούν το ζήτημα της υπογραφής των «Τριών Δηλώσεων». Έλεγαν: «Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπογράψουμε τις “Τρεις Δηλώσεις”. Η υπογραφή των “Τριών Δηλώσεων” είναι προδοσία του Θεού και μας μαρκάρει με το σημάδι του θηρίου». Η καρδιά μου πονούσε κάθε φορά που άκουγα αυτά τα λόγια, και ιδίως όταν διάβασα τα ακόλουθα λόγια του Θεού: «Σε όσους δεν Μου έδειξαν την παραμικρή πίστη κατά τη διάρκεια των δεινών, δεν θα είμαι πια ελεήμων, γιατί το έλεός Μου φτάνει μόνο μέχρι εκεί. Δεν Μου αρέσουν, επίσης, εκείνοι που κάποτε Με πρόδωσαν, πολύ λιγότερο δε, Μ’ αρέσει να συναναστρέφομαι όσους ξεπουλούν τα συμφέροντα των φίλων τους. Αυτή είναι η διάθεσή Μου, ανεξαρτήτως ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί. Πρέπει να σας πω το εξής: Όποιος ραγίζει την καρδιά Μου δεν θα λάβει επιείκεια από Εμένα για δεύτερη φορά και όποιος υπήρξε πιστός σ’ Εμένα θα παραμείνει για πάντα στην καρδιά Μου» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου). Είδα ότι η διάθεση του Θεού είναι δίκαιη και μεγαλοπρεπής και δεν ανέχεται την προσβολή, καθώς και ότι ο Θεός δεν θα δείχνει πια έλεος σε όσους Τον προδίδουν και πληγώνουν την καρδιά Του. Σκέφτηκα ότι είχα υπογράψει τις «Τρεις Δηλώσεις» και ότι είχα προδώσει τον Θεό: «Μήπως μ’ έχει ήδη αποκλείσει ο Θεός; Σημαίνει αυτό ότι, ακόμη κι αν πιστεύω μέχρι τέλους, δεν γίνεται ποτέ να με σώσει ο Θεός;» Συγκεκριμένα, στα βίντεο με τις βιωματικές μαρτυρίες από τον οίκο του Θεού, είδα αδελφούς και αδελφές που, αφού πιάστηκαν και αντιμετώπισαν κάθε είδους βασανιστήρια, έμειναν σταθεροί στη μαρτυρία τους και αρνήθηκαν κάθετα να υπογράψουν τις «Τρεις Δηλώσεις». Εγώ, όμως, τις υπέγραψα για να αποφύγω τα βασανιστήρια. Όχι μόνο δεν κατέθεσα μαρτυρία για τον Θεό, αλλά και άφησα πίσω μου ένα σημάδι ντροπής, επιτρέποντας στον Σατανά να με χλευάζει. Ένιωθα ότι ο Θεός έπρεπε να είναι αληθινά απογοητευμένος μαζί μου. Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο πιο αρνητικός γινόμουν. Η καρδιά μου πονούσε σαν να την τρυπούσε μαχαίρι. Ήρθε αναπόφευκτη η σκέψη: «Μακάρι να μην είχα υπογράψει τις “Τρεις Δηλώσεις”. Τώρα, ό,τι έγινε έγινε. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω». Αργότερα, ο οίκος του Θεού άρχισε να διερευνά όσους είχαν υπογράψει τις «Τρεις Δηλώσεις». Άρχισα ν’ ανησυχώ ότι μπορεί να απέπεμπαν εμένα μετά. Αν και τελικά δεν με απέπεμψαν, συνέχισα να ζω μέσα στην αρνητικότητα. Πολλές φορές, όταν έβλεπα τους αδελφούς και τις αδελφές με τους οποίους συνεργαζόμουν να συζητούν μεταξύ τους για τη συγγραφή άρθρων βιωματικής μαρτυρίας ή για τη ζωή-είσοδο, ένιωθα ότι εγώ διέφερα από εκείνους. Εκείνοι ήταν όλοι αδελφοί και αδελφές, και είχαν όλοι τους την ευκαιρία να επιδιώξουν την αλήθεια και να σωθούν. Εγώ, όμως, ήμουν διαφορετικός. Είχα προδώσει τον Θεό, και ο Θεός πρέπει να είχε αηδιάσει τελείως μαζί μου. Ένιωθα ότι άνθρωποι σαν κι εμένα δεν είχαν δικαίωμα να επιδιώκουν την αλήθεια και, ακόμη κι αν πίστευα μέχρι τέλους, θα ήταν μάταιο· ίσως να μπορούσα να είμαι ένας απλός δουλευτής, αλλά η σωτηρία θα ήταν κάτι τελείως ξένο για μένα. Ζούσα σε αρνητική κατάσταση· κάθε μέρα, έκανα τα καθήκοντά μου μηχανικά, ενώ η καρδιά μου ήταν γεμάτη ανείπωτο πόνο. Εκείνον τον καιρό, άκουγα συχνά έναν ύμνο των λόγων του Θεού που λεγόταν «Αν είσαι πάροχος υπηρεσιών». Μας ρωτάει ο Θεός: «Εάν είσαι πραγματικά πάροχος υπηρεσιών, τότε μπορείς να Μου παρέχεις υπηρεσίες πιστά, χωρίς ίχνος επιπολαιότητας ή αρνητικότητας; Εάν διαπιστώσεις ότι δεν σε εκτίμησα ποτέ, θα εξακολουθείς να είσαι σε θέση να παραμείνεις και να Μου παράσχεις δια βίου υπηρεσία;» [«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα: η προδοσία (2)]. Κάθε φορά που άκουγα αυτό το τραγούδι, ένιωθα βαθιά συγκίνηση. Είμαι δημιούργημα, και είναι απολύτως φυσικό και δικαιολογημένο να πιστεύω στον Θεό και να κάνω τα καθήκοντά μου. Ακόμη κι αν δεν με ήθελε ο Θεός, θα συνέχιζα να πιστεύω σ’ Αυτόν μέχρι τέλους. Και μία μέρα μόνο να μου είχε απομείνει για να κάνω τα καθήκοντά μου, θα έβαζα τα δυνατά μου για να τα εκπληρώσω!

Μια μέρα, βρήκα ένα χωρίο των λόγων του Θεού που αφορούσε επακριβώς την κατάστασή μου. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι άνθρωποι βυθίζονται στην αποκαρδίωση και για έναν ακόμη λόγο: τους συμβαίνουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα προτού ή αφότου ενηλικιωθούν· με άλλα λόγια, διαπράττουν κάποιες παραβάσεις ή κάνουν κάποια βλακώδη ή ανόητα πράγματα, ή κάνουν κάποια πράγματα από άγνοια. Βυθίζονται στην αποκαρδίωση εξαιτίας αυτών των παραβάσεων, εξαιτίας αυτών των πραγμάτων που έχουν κάνει από βλακεία και άγνοια. Αυτή η αποκαρδίωση είναι η αυτοκαταδίκη τους. Χαρακτηρίζει, επίσης, τι είδους άνθρωποι είναι. […] Κάποιοι μπορούν μερικές φορές να εγκαταλείψουν την αποκαρδίωση που έχουν και να το αφήσουν πίσω τους. Εκτελούν το καθήκον, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες τους με κάθε ειλικρίνεια και όλη την ενέργεια που διαθέτουν, και μπορούν, μάλιστα, να αφοσιωθούν με όλη την καρδιά και όλον τον νου τους στο να επιδιώξουν την αλήθεια και να συλλογιστούν τα λόγια του Θεού, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για τα λόγια Του. Τη στιγμή, όμως, που προκύπτει κάποια ειδική κατάσταση ή συνθήκη, η αποκαρδίωση τους κυριεύει για άλλη μια φορά και τους κάνει να ξανανιώσουν ένοχοι βαθιά μέσα στην καρδιά τους. Σκέφτονται, λοιπόν, το εξής: “Έκανες αυτό το πράγμα κάποτε· τέτοιος άνθρωπος ήσουν. Μπορείς να σωθείς; Έχει κάποιο νόημα να κάνεις πράξη την αλήθεια; Τι γνώμη έχει ο Θεός για τις πράξεις σου; Θα σε συγχωρήσει ο Θεός γι’ αυτά που έχεις κάνει; Αν τώρα πληρώσεις έτσι το τίμημα, θα επανορθώσεις για εκείνη την παράβαση;” Συχνά επιπλήττουν τον εαυτό τους και νιώθουν ένοχοι βαθιά μέσα τους, και συνεχώς αμφιβάλλουν και βομβαρδίζουν τον εαυτό τους με ερωτήσεις. Δεν μπορούν ποτέ να αποτινάξουν πίσω τους την αποκαρδίωση ούτε να την αποβάλουν, και νιώθουν μια διαρκή ανησυχία για την επαίσχυντη πράξη τους. Οπότε, παρόλο που πιστεύουν στον Θεό για τόσα χρόνια, είναι λες και δεν έχουν ακούσει και δεν έχουν κατανοήσει ούτε λέξη από όσα έχει πει ο Θεός. Είναι λες και δεν ξέρουν αν η επίτευξη της σωτηρίας τούς αφορά καθόλου, αν μπορούν να λάβουν άφεση αμαρτιών και να λυτρωθούν ή αν έχουν τα προσόντα ώστε να λάβουν την κρίση, την παίδευση και τη σωτηρία του Θεού. Δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για όλα αυτά τα πράγματα. Δεν παίρνουν καμία απάντηση και δεν φτάνουν σε κανένα ακριβές συμπέρασμα, και γι’ αυτό νιώθουν συνεχώς αποκαρδιωμένοι βαθιά μέσα τους. Μέσα στα μύχια της καρδιάς τους, σκέφτονται ξανά και ξανά αυτό που έκαναν, το αναπαράγουν ξανά και ξανά μες στο μυαλό τους, θυμούνται πώς ξεκίνησαν όλα και πώς τελείωσαν, με κάθε λεπτομέρεια από την αρχή μέχρι το τέλος. Όπως κι αν το θυμούνται, νιώθουν συνεχώς αμαρτωλοί, πράγμα που, ανά τα χρόνια, τους κάνει να αισθάνονται συνεχώς αποκαρδιωμένοι γι’ αυτό το πράγμα. Ακόμη κι όταν κάνουν το καθήκον τους, ακόμη κι όταν είναι υπεύθυνοι για μια συγκεκριμένη εργασία, και πάλι νιώθουν σαν να μην έχουν καμία ελπίδα να σωθούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζουν ποτέ ευθέως το ζήτημα της επιδίωξης της αλήθειας και να μην το βλέπουν ως κάτι άκρως σωστό και σημαντικό. Πιστεύουν απλώς πως οι περισσότεροι καταφρονούν το λάθος τους ή την πράξη που έκαναν στο παρελθόν, ή θεωρούν πως οι άλλοι τους καταδικάζουν και τους σιχαίνονται, ή πως τους καταδικάζει, μάλιστα, ο Θεός, και ότι ακόμα κι αν επιδιώξουν την αλήθεια στο μέλλον, δεν θα μπορέσουν να σωθούν. Ανεξάρτητα από το βήμα στο οποίο βρίσκεται το έργο του Θεού ή από το πόσα λόγια έχει εκφέρει ο Θεός, δεν αντιμετωπίζουν ποτέ με σωστό τρόπο το ζήτημα της επιδίωξης της αλήθειας. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή το συμπέρασμα που αντλούν αφότου βιώσουν κάτι τέτοιο είναι λανθασμένο, κι έτσι είναι ανίκανοι να αφήσουν πίσω τους την αποκαρδίωσή τους» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (2)]. Ο Θεός περιέγραφε επακριβώς την κατάστασή μου. Από τότε που είχα υπογράψει τις «Τρεις Δηλώσεις», το ζήτημα ήταν σαν αγκάθι στην καρδιά μου και συχνά μου προκαλούσε στενοχώρια και αγωνία. Πάνω από μία φορά, αναρωτήθηκα: «Αφού υπέγραψα τις “Τρεις Δηλώσεις” και έχω μαρκαριστεί με το σημάδι του θηρίου, άραγε θα σώσει ο Θεός κάποιον σαν κι εμένα; Ο Θεός θέλει ανθρώπους που μπορούν να καταθέσουν μαρτυρία για Εκείνον. Εγώ, όμως, όχι μόνο δεν κατέθεσα μαρτυρία για τον Θεό, αλλά και υπέγραψα τις “Τρεις Δηλώσεις” και πρόδωσα τον Θεό· έγινα ένα σημάδι ντροπής. Μήπως μ’ έχει ήδη αποκλείσει ο Θεός;» Όποτε σκεφτόμουν έτσι, ένιωθα λες και μου έκαναν την καρδιά κομμάτια μ’ ένα μαχαίρι. Δεν ήξερα ούτε τι να πω στις προσευχές μου πια. Παρόλο που η εκκλησία μού έδωσε ξανά την ευκαιρία να κάνω τα καθήκοντά μου, και ήμουν πολύ ευγνώμων και ήθελα να τα εκτελέσω όσο καλύτερα μπορούσα, η ανησυχία μου δεν έλεγε να φύγει. Κάθε φορά που άκουγα τους αδελφούς και τις αδελφές να συζητούν για όσους είχαν υπογράψει τις «Τρεις Δηλώσεις», η καρδιά μου πονούσε πολύ. Βλέποντας τις εμπειρίες των αδελφών που έμειναν σταθεροί στη μαρτυρία τους μετά τη σύλληψή τους, η καρδιά μου πονούσε και θλιβόταν ακόμα περισσότερο. Σκεφτόμουν ότι ο Θεός ενέκρινε εκείνους τους ανθρώπους· εγώ, όμως, είχα υπογράψει τις «Τρεις Δηλώσεις» και είχα προδώσει τον Θεό, άρα δεν ήμουν άξιος της σωτηρίας Του. Επειδή δεν μπορούσα να αποτινάξω τη βαριά σκιά της υπογραφής των «Τριών Δηλώσεων», ζούσα συχνά σε αρνητική κατάσταση και δεν μπορούσα να επιστρατεύσω καθόλου ενθουσιασμό για να επιδιώξω την αλήθεια ή να έχω ζωή-είσοδο. Ένιωθα σαν ένα άψυχο κουφάρι που ήξερε μόνο να διεκπεραιώνει εργασίες κάθε μέρα. Ένιωθα ότι μόνο διεκπεραιώνοντας καλά διάφορες εργασίες θα μπορούσα να εξιλεωθώ για τις παραβάσεις μου και μόνο τότε ανακουφιζόταν λιγάκι η καρδιά μου. Συλλογίστηκα τα λόγια του Θεού και συνειδητοποίησα ότι ο Θεός δεν μου είχε αφαιρέσει την ευκαιρία να επιδιώξω την αλήθεια. Μάλιστα, μου είχε επιτρέψει να εκπαιδευτώ στην εκτέλεση του καθήκοντος του επικεφαλής. Αν με είχε αποκλείσει ο Θεός, πώς θα μπορούσα να έχω ακόμη την ευκαιρία να κάνω το καθήκον μου; Σ’ εκείνη την περίπτωση, βέβαια, δεν θα μπορούσα ούτε να απολαμβάνω το πότισμα και την παροχή των λόγων του Θεού. Όμως εγώ όλο παρανοούσα τον Θεό και σπαταλούσα τόσο χρόνο ζώντας μέσα στην αρνητικότητα! Αν συνέχιζα να είμαι τόσο αρνητικός, δεν θα ήταν ο Θεός Αυτός που θα με απέκλειε· θα απέκλεια μόνος μου τον εαυτό μου. Έπρεπε να κάνω προσεκτική αυτοκριτική και να αναζητήσω την αλήθεια για να βγω από αυτήν την αρνητική κατάσταση.

Αργότερα, είδα ένα χωρίο των λόγων του Θεού που με βοήθησε να εντοπίσω τη ρίζα του προβλήματος. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό με σκοπό να κερδίσουν ευλογίες, ανταμοιβή, στέφανο. Αυτό δεν υπάρχει στην καρδιά καθενός; Είναι γεγονός ότι υπάρχει. Οι άνθρωποι δεν μιλούν συχνά γι’ αυτό, και μάλιστα καλύπτουν το κίνητρο και την επιθυμία τους να αποκτήσουν ευλογίες· αυτή, όμως, η επιθυμία και αυτό το κίνητρο που έχουν οι άνθρωποι στα βάθη της καρδιάς τους παρέμεναν πάντοτε ακλόνητα. Όση πνευματική θεωρία κι αν καταλαβαίνουν, όση κι αν είναι η βιωματική γνώση τους, όποιο καθήκον κι αν μπορούν να εκτελέσουν, όσα δεινά κι αν υπομένουν και όσο μεγάλο τίμημα κι αν πληρώνουν, ποτέ δεν εγκαταλείπουν το κίνητρο που κρύβεται βαθιά στην καρδιά τους για ευλογίες· μοχθούν συνεχώς σιωπηλά υπηρετώντας αυτό το κίνητρο. Αυτό δεν είναι που έχει θαφτεί πιο βαθιά μέσα στην καρδιά των ανθρώπων; Πώς θα αισθανόσασταν αν δεν είχατε αυτό το κίνητρο να λάβετε ευλογίες; Με ποια στάση θα εκτελούσατε το καθήκον σας και θα ακολουθούσατε τον Θεό; Τι θα απογίνονταν οι άνθρωποι αν απαλλάσσονταν απ’ αυτό το κίνητρο για ευλογίες που είναι κρυμμένο στην καρδιά τους; Πιθανόν πολλοί να γίνονταν αρνητικοί, ενώ κάποιοι δεν θα είχαν κίνητρο να κάνουν τα καθήκοντά τους. Θα έχαναν το ενδιαφέρον τους για την πίστη τους στον Θεό, λες και είχε εξαφανιστεί η ψυχή τους. Θα φαινόταν λες και τους είχαν αρπάξει την καρδιά. Γι’ αυτό λέω ότι το κίνητρο για ευλογίες είναι κάτι που κρύβεται βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων. Ίσως, καθώς εκτελούν το καθήκον τους ή καθώς ζουν τη ζωή της εκκλησίας, να νομίζουν ότι μπορούν να απαρνηθούν την οικογένειά τους και να δαπανήσουν ευχαρίστως τον εαυτό τους για τον Θεό, και ότι πλέον γνωρίζουν το κίνητρό τους να λάβουν ευλογίες, ότι το έχουν παραμερίσει, και έχει πάψει να τους κυβερνά και να τους περιορίζει. Τότε, εκείνοι νομίζουν ότι δεν έχουν πλέον το κίνητρο να κερδίσουν ευλογίες, αλλά ο Θεός πιστεύει το αντίθετο. Οι άνθρωποι βλέπουν τα πράγματα μόνο σε επιφανειακό επίπεδο. Όταν δεν δοκιμάζονται, νιώθουν καλά με τον εαυτό τους. Εφόσον δεν εγκαταλείπουν την εκκλησία ούτε αρνούνται το όνομα του Θεού και επιμένουν να δαπανούν γι’ Αυτόν, πιστεύουν ότι έχουν αλλάξει. Θεωρούν ότι έχει πάψει να τους καθοδηγεί ο προσωπικός ενθουσιασμός ή οι στιγμιαίες παρορμήσεις όσο εκτελούν το καθήκον τους. Αντιθέτως, πιστεύουν ότι μπορούν να επιδιώξουν την αλήθεια και ότι μπορούν να την αναζητούν και να την κάνουν συνεχώς πράξη όσο εκτελούν το καθήκον τους, έτσι ώστε να εξαγνιστούν οι διεφθαρμένες διαθέσεις τους και οι ίδιοι να πετύχουν κάποια πραγματική αλλαγή. Όταν, όμως, συμβαίνουν πράγματα που σχετίζονται άμεσα με τον προορισμό και την έκβαση των ανθρώπων, τότε πώς συμπεριφέρονται; Αποκαλύπτεται ολόκληρη η αλήθεια» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Έξι ενδείξεις ανάπτυξης στη ζωή). Ο Θεός εξέθετε την αληθινή κατάστασή μου. Η αρνητικότητα που ένιωθα ελεγχόταν από τις προθέσεις μου για ευλογίες. Αφότου βρήκα τον Θεό, ήθελα με μεγάλο ενθουσιασμό να δαπανήσω τον εαυτό μου για Εκείνον. Ήρθα στον οίκο του Θεού αμέσως μετά το λύκειο για να κάνω τα καθήκοντά μου με πλήρη απασχόληση, θεωρώντας ότι, αν συνέχιζα να επιδιώκω έτσι, σίγουρα θα εισερχόμουν στη βασιλεία και θα απολάμβανα τις ευλογίες της βασιλείας των ουρανών. Όταν με συνέλαβαν και, υπό τον φόβο των βασανιστηρίων, υπέγραψα τις «Τρεις Δηλώσεις», ένιωσα ότι δεν είχα καμία ελπίδα πια να λάβω ευλογίες, και όλες μου οι αμφιβολίες και οι παρανοήσεις για τον Θεό βγήκαν στην επιφάνεια. Αναρωτιόμουν: «Μπορεί ο Θεός να με συγχωρέσει που υπέγραψα τις “Τρεις Δηλώσεις”; Αν δεν με σώσει ο Θεός, συνεχίζω να έχω ελπίδα για ευλογίες; Αν δεν υπάρχει ελπίδα για ευλογίες, τότε ποιο το νόημα να πιστεύω μέχρι τέλους;» Έγινα πολύ αρνητικός μέσα μου. Ιδίως αργότερα, όταν οι επικεφαλής διερεύνησαν το γεγονός ότι είχα υπογράψει τις «Τρεις Δηλώσεις», άρχισα να υποψιάζομαι ότι μπορεί να με απέπεμπαν ανά πάσα στιγμή και ένιωθα ότι, παρόλο που μπορούσα ακόμα να απολαμβάνω την παροχή του λόγου του Θεού και να κάνω τα καθήκοντά μου, δεν μπορούσα να γλιτώσω από τη μοίρα του αποκλεισμού. Πίστευα ότι δεν είχα καμία ελπίδα να λάβω ευλογίες και ένιωθα σαν μια βαριά πέτρα να πλάκωνε την καρδιά μου. Ένιωθα σαν να είχα χάσει την ψυχή μου, συχνά ήμουν βυθισμένος στην αρνητικότητα και τον πόνο, και δεν μπορούσα να επιστρατεύσω την ενέργεια που χρειαζόταν για να κάνω τα καθήκοντά μου ή να επιδιώξω την αλήθεια. Είδα ότι η επιθυμία μου για ευλογίες ήταν υπερβολικά δυνατή. Όλα αυτά τα χρόνια, οι δαπάνες και οι θυσίες που είχα κάνει δεν ήταν για να ικανοποιήσω τον Θεό, αλλά για να προσπαθήσω να παζαρέψω μαζί Του. Όταν είχα κάτι να κερδίσω, είχα μεγάλο κίνητρο για να κάνω τα καθήκοντά μου· όταν, όμως, δεν μπορούσα να κερδίσω ευλογίες, γινόμουν υπερβολικά αρνητικός. Υπήρχε καμία διαφορά ανάμεσα στη δική μου επιδίωξη και εκείνη των δύσπιστων; Σκέφτομαι τώρα ότι δεν είμαι παρά ένα δημιούργημα —ούτε σκόνη δεν μου αξίζει. Ωστόσο, μπορώ να έρχομαι στον οίκο του Θεού, να κάνω τα καθήκοντά μου και να απολαμβάνω όλες τις αλήθειες που εκφράζει ο Θεός. Έχω λάβει πάρα πολλά από τον Θεό, αλλά δεν ήμουν καθόλου ευγνώμων για όλα όσα μου είχε δώσει. Έφτασα να είμαι τόσο αναίσχυντος ώστε να ζητάω από τον Θεό τις ευλογίες της βασιλείας των ουρανών και, αν δεν μπορούσα να λάβω ευλογίες, γινόμουν τόσο αρνητικός που δεν μπορούσα να συνέλθω. Πραγματικά, δεν είχα καθόλου ανθρώπινη φύση! Ένιωσα μεγάλες τύψεις όταν το συνειδητοποίησα αυτό. Έτσι, προσευχήθηκα στον Θεό, πρόθυμος να εγκαταλείψω τις προθέσεις μου για ευλογίες και να μετανοήσω.

Στη συνέχεια, διάβασα άλλα δύο χωρία των λόγων του Θεού και απέκτησα πιο σαφή κατανόηση για την πρόθεσή Του. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάνει παραβάσεις και έχουν κηλιδωθεί με συγκεκριμένους τρόπους. Για παράδειγμα, κάποιοι έχουν αντισταθεί στον Θεό και έχουν πει βλάσφημα πράγματα. Κάποιοι έχουν απορρίψει την ανάθεση από τον Θεό και δεν έκαναν το καθήκον τους· έτσι, ο Θεός τούς αποστράφηκε και τους απέρριψε. Κάποιοι πρόδωσαν τον Θεό όταν βρέθηκαν σε πειρασμούς. Κάποιοι πρόδωσαν τον Θεό υπογράφοντας όταν τους συνέλαβαν τις “Τρεις Δηλώσεις”. Κάποιοι έκλεψαν προσφορές. Κάποιοι κατασπατάλησαν προσφορές. Κάποιοι έχουν διαταράξει επανειλημμένα την εκκλησιαστική ζωή και έχουν κάνει κακό στους εκλεκτούς του Θεού. Κάποιοι έφτιαξαν κλίκες και βασάνισαν άλλους, προκαλώντας χάος στην εκκλησία. Κάποιοι έχουν διαδώσει συχνά αντιλήψεις και θάνατο, κι έτσι έχουν βλάψει τους αδερφούς και τις αδερφές τους. Και κάποιοι είχαν περιστασιακές σεξουαλικές επαφές και έκαναν ακολασίες, κι έτσι έγιναν πολύ κακή επιρροή. Περιττό να πει κανείς ότι όλοι έχουν τις παραβάσεις τους και τα μελανά τους σημεία. Ωστόσο, ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να αποδεχτούν την αλήθεια και να μετανοήσουν, ενώ άλλοι δεν μπορούν, και προτού μετανοήσουν, θα πέθαιναν. Οπότε, οι άνθρωποι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τη φύση-ουσία τους και τη σταθερή συμπεριφορά τους. Όσοι μπορούν να μετανοήσουν είναι αυτοί που πιστεύουν πραγματικά στον Θεό. Από την άλλη, όσον αφορά τους πραγματικά αμετανόητους, αυτοί που θα έπρεπε να αποπεμφθούν και να αποβληθούν, θα αποπεμφθούν και θα αποβληθούν. […] Το πώς χειρίζεται ο Θεός κάθε άνθρωπο βασίζεται στην τρέχουσα κατάσταση και το υπόβαθρο αυτού του ανθρώπου τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως και στις πράξεις, τη συμπεριφορά και τη φύση-ουσία αυτού του ανθρώπου. Ο Θεός δεν πρόκειται να αδικήσει ποτέ κανέναν. Αυτή είναι μία πλευρά της δικαιοσύνης Του. Για παράδειγμα, η Εύα δελεάστηκε από το φίδι και έφαγε τον καρπό από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, αλλά ο Ιεχωβά δεν την κατηγόρησε λέγοντας: “Αφού σου είπα να μην το φας, γιατί το έκανες; Θα έπρεπε να είχες κρίνει σωστά. Έπρεπε να ξέρεις ότι το φίδι σού μίλησε μόνο και μόνο για να σε δελεάσει”. Ο Ιεχωβά δεν επέπληξε την Εύα κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επειδή οι άνθρωποι είναι δημιούργημα του Θεού, Αυτός γνωρίζει ποια είναι τα ένστικτά τους και για τι είναι ικανά τα ένστικτα αυτά. Ξέρει σε ποιον βαθμό μπορούν να ελέγξουν τον εαυτό τους και ως πού είναι ικανοί να φτάσουν. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα αυτά ξεκάθαρα. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κάποιον ο Θεός δεν είναι τόσο απλός όσο φαντάζονται οι άνθρωποι. Ο Θεός, όταν η στάση Του απέναντι σε κάποιον είναι στάση αποστροφής ή απέχθειας, ή όταν αφορά το τι λέει αυτό ο άνθρωπος σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, καταλαβαίνει καλά την κατάστασή του. Και αυτό γιατί ο Θεός εξετάζει σχολαστικά την καρδιά και την ουσία του ανθρώπου. Οι άνθρωποι πιστεύουν πάντα: “Ο Θεός έχει μόνο τη θεϊκή φύση Του. Είναι δίκαιος και δεν ανέχεται καμία προσβολή από τον άνθρωπο. Δεν σκέφτεται τις δυσκολίες του ανθρώπου και δεν μπαίνει στη θέση του. Εάν ένας άνθρωπος αντισταθεί στον Θεό, Αυτός θα τον τιμωρήσει”. Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Εάν έτσι αντιλαμβάνεται κάποιος τη δικαιοσύνη του Θεού, το έργο Του και το πώς μεταχειρίζεται τους ανθρώπους, κάνει μεγάλο λάθος. Ο Θεός δεν καθορίζει την πορεία του καθενός με βάση τις αντιλήψεις και τις φαντασιοκοπίες του ανθρώπου, αλλά με βάση τη δίκαιη διάθεσή Του. Θα ξεπληρώσει τον κάθε άνθρωπο ανάλογα με το τι έχει κάνει. Ο Θεός είναι δίκαιος, και αργά ή γρήγορα, θα φροντίσει να πειστούν όλοι οι άνθρωποι, χωρίς εξαιρέσεις» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). «Στη Βίβλο υπάρχει μια ιστορία για την επιστροφή του ασώτου υιού. Γιατί είπε αυτήν την παραβολή ο Κύριος Ιησούς; Για να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι ο Θεός έχει την ειλικρινή πρόθεση να σώσει την ανθρωπότητα και ότι δίνει στους ανθρώπους την ευκαιρία να μετανοήσουν και να αλλάξουν. Κατά τη διαδικασία αυτή, ο Θεός κατανοεί τον άνθρωπο, γνωρίζοντας καλά τις αδυναμίες του και το πόσο διεφθαρμένος είναι. Γνωρίζει ότι οι άνθρωποι θα παραπαίουν και θα αποτυγχάνουν. Όπως ένα παιδί που μαθαίνει να περπατάει, όσο δυνατό κι αν είναι, όλο και κάποιες φορές θα παραπατάει ή θα σκοντάφτει πάνω στα πράγματα και θα πέφτει. Ο Θεός καταλαβαίνει κάθε άνθρωπο όσο μια μητέρα καταλαβαίνει το παιδί της. Καταλαβαίνει τις δυσκολίες, τις αδυναμίες και τις ανάγκες του, και ακόμα περισσότερο, καταλαβαίνει ποιες δυσκολίες, αδυναμίες και αποτυχίες θα αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι κατά τη διαδικασία της εισόδου τους στην αλλαγή διάθεσης. Αυτά ο Θεός τα καταλαβαίνει καλύτερα απ’ όλα. Γι’ αυτό, λοιπόν, λέγεται ότι ο Θεός εξετάζει σχολαστικά τα βάθη της καρδιάς των ανθρώπων. Αν δεν απαρνηθείς το όνομα του Θεού και εγκαταλείψεις τον ίδιο και αυτήν την οδό, τότε, όσο αδύναμος κι αν είσαι, πάντα θα έχεις την ευκαιρία να αλλάξεις τη διάθεσή σου. Αν έχεις αυτήν την ευκαιρία, τότε υπάρχει ελπίδα να επιβιώσεις και, επομένως, να σε σώσει ο Θεός» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Το μονοπάτι άσκησης προς την αλλαγή διάθεσης). Διαβάζοντας τα λόγια του Θεού, απέκτησα κάποια γνώση για τη δίκαιη διάθεσή Του. Ο Θεός δεν κρίνει το κατά πόσον κάποιος μπορεί να σωθεί με βάση την παροδική συμπεριφορά του και δεν καταδικάζει ούτε αποκλείει κάποιον με βάση μια παράβαση που προκλήθηκε από ένα μεμονωμένο συμβάν. Ο Θεός γνωρίζει το ανάστημά μας και καταλαβαίνει αληθινά τις αδυναμίες μας. Ο Θεός μετρά τον κάθε άνθρωπο με βάση τη συνεχιζόμενη συμπεριφορά του και το κατά πόσον μπορεί να αποδεχθεί την αλήθεια. Αν συνολικά η συμπεριφορά του είναι καλή και αν, αφού κάνει κάποια παράβαση, μπορεί να αποδεχθεί την αλήθεια και να μετανοήσει αληθινά, τότε ο Θεός θα δείξει έλεος και ανοχή απέναντι σε έναν τέτοιον άνθρωπο. Έτσι ακριβώς συνέβη με τον Δαβίδ: Μετανόησε πικρά αφού πήρε τη γυναίκα του Ουρία και, στη συνέχεια, δεν διέπραξε ποτέ ξανά μοιχεία. Ακόμη και όταν είχε γεράσει, του έφεραν μια νεαρή γυναίκα για να τον ζεστάνει, αλλά εκείνος δεν την άγγιξε. Αν και ο Δαβίδ έκανε παράβαση, κατόπιν μετανόησε ειλικρινά, και ο Θεός συνέχισε να τον εγκρίνει. Κάποιοι αδελφοί και αδελφές αποβλήθηκαν επειδή βάδιζαν στο μονοπάτι των αντίχριστων κι επειδή αναστάτωσαν σοβαρά το έργο της εκκλησίας. Κατόπιν, όμως, μετανόησαν αληθινά, και ο οίκος του Θεού τούς δέχθηκε ξανά. Έγραψαν μάλιστα άρθρα βιωματικής μαρτυρίας, δίνοντας μαρτυρία στο έργο της σωτηρίας που έκανε ο Θεός σ’ εκείνους. Από εκείνους, είδα ότι η στάση του Θεού απέναντι σε όσους μετανοούν αληθινά και μπορούν να αποδεχθούν την αλήθεια είναι στάση σωτηρίας. Από την άλλη, για όσους συνεχίζουν να έχουν κακή απόδοση, δεν αποδέχονται την αλήθεια ή δεν έχουν μετανοήσει ειλικρινά, η στάση του Θεού είναι να τους καταδικάσει και να τους αποκλείσει. Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι που υπέγραψαν τις «Τρεις Δηλώσεις» στη συνέχεια ούτε κατανόησαν ούτε μετανόησαν για το γεγονός ότι είχαν προδώσει τον Θεό, ενώ έφτασαν μέχρι και να ξεπουλήσουν την εκκλησία και τους αδελφούς και τις αδελφές τους. Ο Θεός δεν δίνει σε τέτοιους ανθρώπους άλλες ευκαιρίες, καθώς αποστρέφονται την αλήθεια και δεν έχουν ούτε συνείδηση ούτε λογική. Σκέφτηκα ότι, σε μια στιγμή αδυναμίας, υπέγραψα τις «Τρεις Δηλώσεις», αλλά μετά κατέκρινα τον εαυτό μου, ένιωσα τύψεις και θέλησα να μετανοήσω και ν’ αλλάξω. Η εκκλησία αξιολόγησε ως συνολικά καλή τη συμπεριφορά μου. Θεώρησε, επίσης, ότι δεν έκανα πολύ καιρό το καθήκον μου, ότι είχα ρηχή εμπειρία και μικρό ανάστημα, καθώς και ότι, αφότου υπέγραψα τις «Τρεις Δηλώσεις», μετάνιωσα αληθινά. Έτσι, η εκκλησία μού έδωσε άλλη μια ευκαιρία. Αυτό ήταν το έλεος του Θεού. Όμως εγώ δεν κατάλαβα τη διάθεση του Θεού και συνέχισα να Τον παρεξηγώ. Νόμιζα ότι ήμουν απλώς δουλευτής και, όταν τελείωνε η δουλειά μου, θα αποκλειόμουν. Αρνιόμουν κάθετα τη δικαιοσύνη του Θεού, και αρνιόμουν και τις προθέσεις του Θεού να σώσει την ανθρωπότητα στον μέγιστο βαθμό. Συνειδητοποίησα ότι, στην πίστη μου, δεν γνώριζα καθόλου τον Θεό. Ήμουν αληθινά τυφλός! Φανταζόμουν ότι ο Θεός ήταν σαν τα διεφθαρμένα ανθρώπινα όντα. Δεν ήταν βλασφημία κατά του Θεού αυτό; Αν συνέχιζα έτσι, δεν θα λάμβανα ποτέ τη συγχώρεση του Θεού. Έπρεπε ν’ ακολουθήσω το παράδειγμα του Δαβίδ, να αντιμετωπίσω με ηρεμία τις παραβάσεις μου και να μετανοήσω αληθινά. Είτε ο Θεός τελικά με έσωζε είτε με απέκλειε, εγώ όφειλα να υποταχθώ και να το αποδεχθώ, και να μην ανησυχώ για τις δικές μου προοπτικές και τα δικά μου μονοπάτια στο μέλλον.

Στη συνέχεια, αναρωτήθηκα: «Όταν με συνέλαβαν και υπέγραψα τις “Τρεις Δηλώσεις”, ποια ήταν η αιτία γι’ αυτήν μου την αποτυχία;» Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Ελπίζεις ότι η πίστη σου στον Θεό δεν θα εμπεριέχει καμία δυσκολία ή θλίψη ούτε το παραμικρό βάσανο. Πάντα επιδιώκεις εκείνα τα πράγματα που είναι άχρηστα και δεν αποδίδεις αξία στη ζωή, αλλά βάζεις τις δικές σου εξωφρενικές σκέψεις πάνω από την αλήθεια. Είσαι τόσο άχρηστος! Ζεις σαν χοίρος —ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ εσένα και τους χοίρους και τα σκυλιά; Δεν είναι όλοι εκείνοι που δεν επιδιώκουν την αλήθεια μα αγαπούν τη σάρκα θηρία; Δεν είναι όρθια πτώματα όλοι αυτοί οι νεκροί χωρίς πνεύμα; Πόσα λόγια έχουν ειπωθεί ανάμεσά σας; Έχει γίνει μόνο λίγο έργο ανάμεσά σας; Πόσα σας έδωσα; Άρα, γιατί δεν τα κέρδισες; Τι παράπονο έχεις; Μήπως δεν έχεις κερδίσει τίποτα επειδή είσαι πολύ ερωτευμένος με τη σάρκα; Και μήπως αυτό συμβαίνει επειδή οι σκέψεις σου είναι υπερβολικές; Δεν είναι επειδή είσαι πολύ ανόητος; Εάν δεν είσαι σε θέση να κερδίσεις αυτές τις ευλογίες, μπορείς να κατηγορήσεις τον Θεό που δεν σε έσωσε; […] Σου παρέχω πραγματική ανθρώπινη ζωή, όμως δεν την επιδιώκεις. Είσαι καθόλου διαφορετικός από έναν χοίρο ή έναν σκύλο; Οι χοίροι δεν επιδιώκουν τη ζωή του ανθρώπου, δεν επιδιώκουν να εξαγνίζονται και δεν καταλαβαίνουν τι είναι η ζωή. Κάθε μέρα, μετά το φαγητό τους, απλώς κοιμούνται. Σου παραχώρησα την αληθινή οδό, όμως δεν την έχεις κερδίσει: Είσαι με άδεια χέρια. Είσαι πρόθυμος να συνεχίσεις με αυτή τη ζωή, τη ζωή ενός χοίρου; Τι σημασία έχει να μένουν ζωντανοί αυτοί οι άνθρωποι; Η ζωή σου είναι αξιοπεριφρόνητη και ποταπή, ζεις μέσα στη βρομιά και στην ανηθικότητα, και δεν έχεις κανέναν στόχο να επιδιώξεις. Η ζωή σου δεν είναι η πλέον ποταπή; Έχεις το θράσος να αντικρίσεις τον Θεό; Εάν συνεχίζεις να βιώνεις με τέτοιον τρόπο, θα αποκτήσεις τίποτα; Η αληθινή οδός σού έχει δοθεί, αλλά κατά πόσο μπορείς να την κερδίσεις τελικά εξαρτάται από την προσωπική σου επιδίωξη» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Οι εμπειρίες του Πέτρου: η γνώση του για την παίδευση και την κρίση). «Σήμερα, όλοι στον κόσμο δέχονται δοκιμασίες, ακόμη κι ο Θεός υποφέρει. Οπότε, είναι σωστό να μην υποφέρετε εσείς; […] Κάποιοι άνθρωποι έχουν τον πόνο της οικογένειας, άλλοι τον πόνο του γάμου και άλλοι διώκονται, δεν έχουν καν ένα μέρος να ζήσουν. Όπου κι αν πάνε, δεν είναι δικό τους το σπίτι και πονάνε στην καρδιά τους. Ο πόνος που βιώνετε αυτήν τη στιγμή δεν είναι ο πόνος που υπέφερε ο Θεός; Υποφέρετε μαζί με τον Θεό, κι Εκείνος βασανίζεται μαζί με τους ανθρώπους. Όλοι σήμερα παίρνετε μέρος στα δεινά του Χριστού, στη βασιλεία και στην αντοχή Του, και στο τέλος θα κερδίσετε δόξα! Αυτά τα βάσανα έχουν νόημα. Έτσι δεν είναι τα πράγματα; Δεν γίνεται να μην έχεις αυτήν τη θέληση. Πρέπει σήμερα να κατανοήσεις την έννοια του πόνου, όπως και το γιατί υποφέρεις τόσο πολύ. Πρέπει να αναζητήσεις την αλήθεια και να κατανοήσεις την πρόθεση του Θεού· αν το κάνεις, τότε θα έχεις τη θέληση να υποφέρεις» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Πώς να γνωρίσει κανείς τη φύση του ανθρώπου). Συνειδητοποίησα από τα λόγια του Θεού ότι υπέγραψα τις «Τρεις Δηλώσεις» επειδή αγαπούσα πάρα πολύ τη σάρκα μου —αυτή ήταν η βασική αιτία. Ακολουθούσα τον σατανικό νόμο της επιβίωσης που λέει «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και έβαζα τα συμφέροντα της σάρκας μου πάνω απ’ όλα. Στην πίστη μου στον Θεό, ήθελα να μην υπάρχουν ούτε κακουχίες ούτε πόνος, η σάρκα μου να μην υποφέρει και, ακόμα περισσότερο, να μην υπάρχει ανάγκη να βιώσω δοκιμασίες και δεινά. Έτσι, όταν ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας με απείλησε με βασανιστήρια, στο μυαλό μου δεν είχα το πώς να μείνω ακλόνητος στη μαρτυρία μου, αλλά τον φόβο μου για τα βασανιστήρια και την ταλαιπωρία. Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα ν’ αντέξω τα βασανιστήρια και θα γινόμουν Ιούδας, οπότε σκέφτηκα ότι ήταν καλύτερο να υπογράψω τις «Τρεις Δηλώσεις». Φαινομενικά, οι σκέψεις μου ήταν αρκετά θετικές, στην πραγματικότητα, όμως, σκεφτόμουν μόνο την αυτοσυντήρησή μου και δεν ήθελα η σάρκα μου να υποφέρει ούτε τόσο δα. Ήξερα πολύ καλά ότι η υπογραφή των «Τριών Δηλώσεων» ήταν προδοσία του Θεού, εντούτοις παρέτεινα την άθλια ύπαρξή μου, κάνοντας συμβιβασμούς και υποχωρώντας μπροστά στον διάβολο. Οι ενέργειές μου ήταν ίδιες μ’ ενός Ιούδα. Όταν ολοκληρωθεί το έργο του Θεού, αν συνεχίζω να δίνω υπερβολική αξία στη σάρκα μου και δεν καταθέτω αληθινή μαρτυρία, όχι μόνο δεν θα με σώσει ο Θεός, αλλά, ξανά και ξανά, θα Του αντιστέκομαι και θα Τον προδίδω για να ικανοποιήσω τη σάρκα μου. Στο τέλος, σίγουρα θα υποστώ απώλεια και θα χαθώ μαζί με τον Σατανά! Από τα λόγια του Θεού συνειδητοποίησα, επίσης, ότι, για να σωθεί όποιος πιστεύει, πρέπει να υποφέρει πολλά βάσανα. Μόνο μέσα από οδυνηρές καταστάσεις μπορούμε να έχουμε αληθινή πίστη στον Θεό. Έτσι ακριβώς έγινε και με τον Πέτρο, που ακολουθούσε τον Κύριο Ιησού: Σε όλη του τη ζωή βίωσε εκατοντάδες δοκιμασίες και εξευγενισμούς, μέσα από τους οποίους επιζητούσε ν’ αγαπά τον Θεό. Στο τέλος, έφτασε στην υπέρτατη αγάπη για τον Θεό και την υποταγή ως τον θάνατο. Σταυρώθηκε ανάποδα για τον Θεό και έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία που οδηγήθηκε στην τελείωση από τον Θεό. Έτσι ήταν και ο Ιώβ, που αντιμετώπισε δοκιμασίες. Έχασε την τεράστια περιουσία του και τα παιδιά του μέσα σε μια στιγμή, και το σώμα του γέμισε πληγές. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Ιώβ μπόρεσε να υποταχθεί στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού, και να μείνει σταθερός στη μαρτυρία του για τον Θεό. Έτσι, τρομοκράτησε τον Σατανά και έγινε ένας αληθινά ελεύθερος άνθρωπος. Σε σύγκριση με εκείνους, είμαι ένα τίποτα. Τρομοκρατήθηκα και έκανα συμβιβασμό με τον Σατανά, παρόλο που δεν αντιμετώπισα σοβαρά βασανιστήρια. Ήμουν σαν λουλούδι του θερμοκηπίου, που δεν μπορεί να αντέξει ούτε λίγο αέρα και βροχή. Ήμουν αληθινά εύθραυστος! Έπρεπε να επιδιώξω την αλήθεια και να μην ικανοποιώ πια τη σάρκα, και ορκίστηκα ότι, αν μια μέρα με συλλάμβαναν ξανά, ακόμη κι αν η ζωή γινόταν χειρότερη από τον θάνατο, θα έμενα σταθερός στη μαρτυρία μου.

Στα τέλη Ιουλίου του 2024, λίγο αφότου έφτασα στην Εκκλησία Ντονγκγιάνγκ, ένα κύμα συλλήψεων ευρείας κλίμακας σάρωσε τη διπλανή εκκλησία, και οι επικεφαλής μάς παρότρυναν να βοηθήσουμε να μεταφερθούν γρήγορα αλλού τα βιβλία των λόγων του Θεού. Μόλις μεταφέραμε τα βιβλία από μερικές κρυψώνες, υπήρξε η υποψία ότι ο οδηγός παρακολουθούνταν. Επιπλέον, επειδή ο αδελφός με τον οποίο συνεργαζόμουν είχε έρθει σε επαφή με τον οδηγό, είχε εκτεθεί κι αυτός σε πιθανούς κινδύνους στη συγκεκριμένη περίσταση. Όταν αντιμετώπισα αυτήν την κατάσταση, φοβήθηκα πολύ. Σκέφτηκα ότι, παλιότερα, οι αστυνομικοί με παρακολουθούσαν πολύ καιρό και κόντεψαν να με συλλάβουν, καθώς και ότι με είχε προδώσει ένας Ιούδας και ότι ήμουν βασικός στόχος σύλληψης από την αστυνομία. Επί του παρόντος, είχα καταφέρει μόνο να κρυφτώ εγώ, αλλά ο συνεργάτης μου αντιμετώπιζε κινδύνους αναφορικά με την ασφάλειά του. Ένιωθα ότι, αν είχαμε στοχοποιηθεί, δεν θα μπορούσα να γλιτώσω και ότι, αν μ’ έπιαναν οι αστυνομικοί, σε καμία περίπτωση δεν θα με άφηναν να φύγω. Όταν, όμως, σκέφτηκα την παράβαση την οποία είχα κάνει την προηγούμενη φορά που μ’ έπιασαν και υπέγραψα τις «Τρεις Δηλώσεις», είχα ένα πολύ έντονο αίσθημα μέσα μου: «Αν πράγματι με συλλάβουν, ορκίζομαι να μην αρνηθώ ποτέ τον Θεό και οπωσδήποτε να καταθέσω μαρτυρία στον Θεό!» Όταν σκέφτηκα έτσι, η καρδιά μου έπαψε να περιορίζεται από αυτήν την περίσταση. Επιπλέον, ήταν στα χέρια του Θεού το αν θα μ’ έπιαναν ή όχι, και έπρεπε να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις του Θεού. Έπρεπε να γίνουν οι κατάλληλες διευθετήσεις για τα βιβλία και να πραγματοποιηθούν επειγόντως διάφορες εργασίες, κι εγώ έπρεπε να προστατεύσω τα συμφέροντα του οίκου του Θεού. Έτσι, ενώ επικοινωνούσα με τον συνεργάτη μου για να ενημερωθώ, να διερευνήσω και να συζητήσω σχετικά με τη μεταφορά των βιβλίων, έγραψα μια επιστολή στην εκκλησία για να ενημερώσω σχετικά με την πρόοδο της μεταφοράς των βιβλίων. Με αυτόν τον τρόπο άσκησης, ένιωθα πολύ πιο ήρεμος μέσα μου. Η μεταμόρφωση και τα κέρδη που είχα αποκομίσει είναι αδιαχώριστα από την καθοδήγηση των λόγων του Θεού. Ευχαριστώ ειλικρινά τον Θεό!

Προηγούμενο: 89. Γιατί φοβόμουν να αναφέρω προβλήματα

Επόμενο: 92. Είναι η καλοσύνη των γονιών μας ένα χρέος που δεν μπορεί να ξεπληρωθεί ποτέ;

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

75. Η δική μου δοκιμασία

Από τη Ζονγκξίν, ΚίναΟ Παντοδύναμος Θεός λέει: «Τα έργα Μου είναι περισσότερα σε αριθμό από τους κόκκους της άμμου στις παραλίες και η...

Η εμφάνιση και το έργο του Θεού Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Εκθέτοντας τους αντίχριστους Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Η Κρίση ξεκινά από τον Οίκο του Θεού Ουσιώδη Λόγια του Παντοδύναμου Θεού, του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Καθημερινά λόγια του Θεού Οι αλήθεια-πραγματικότητες στις οποίες πρέπει να εισέλθουν οι πιστοί στον Θεό Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια Οδηγίες για τη διάδοση του ευαγγελίου της βασιλείας Τα πρόβατα του Θεού ακούν τη φωνή του Θεού Άκου τη Φωνή του Θεού  Ιδού ο Θεός Εμφανίστηκε Κλασικές Ερωτήσεις και Απαντήσεις για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Α΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Β΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Γ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Δ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ε΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος ΣΤ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ζ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Η΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Θ΄) Πώς Στράφηκα στον Παντοδύναμο Θεό

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο