13. Ποια πρέπει να είναι η άποψή μας για το καθήκον μας

Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του καθήκοντος του ανθρώπου και του αν αυτός είναι ευλογημένος ή καταραμένος. Καθήκον είναι αυτό που ο άνθρωπος οφείλει να εκπληρώσει. Είναι δεσμευτικό καθήκον του και δεν πρέπει να εξαρτάται από την ανταμοιβή, τους όρους ή την αιτία. Μόνο τότε κάνει το καθήκον του. Ένας άνθρωπος που είναι ευλογημένος, απολαμβάνει την ευεργεσία τού να οδηγηθεί στην τελείωση αφότου κριθεί. Ένας άνθρωπος που είναι καταραμένος, δέχεται τιμωρία όταν η διάθεσή του παραμένει αμετάβλητη αφότου παιδευτεί και κριθεί, δηλαδή δεν έχει τελειωθεί. Ως δημιουργημένο ον, ο άνθρωπος θα ’πρεπε να εκπληρώνει το καθήκον του, να κάνει αυτό που οφείλει να κάνει και να κάνει αυτό που είναι ικανός να κάνει, ανεξαρτήτως απ’ το αν θα είναι ευλογημένος ή καταραμένος. Αυτή είναι η πιο βασική προϋπόθεση για τον άνθρωπο που αναζητά τον Θεό. Δεν θα έπρεπε να κάνεις το καθήκον σου μόνο για να είσαι ευλογημένος, και δεν θα έπρεπε να αρνείσαι να ενεργήσεις από φόβο μην γίνεις καταραμένος. Επιτρέψτε Μου να σας πω το εξής: Αν ο άνθρωπος είναι σε θέση να κάνει το καθήκον του, αυτό σημαίνει ότι εκτελεί αυτό που οφείλει να κάνει. Αν ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να κάνει το καθήκον του, αυτό δείχνει την επαναστατικότητα του ανθρώπου» («Η διαφορά μεταξύ της διακονίας του Θεού ενσαρκωμένου και του καθήκοντος του ανθρώπου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Θα ήθελα να μιλήσω για τη δική μου εμπειρία όσον αφορά τον λόγο του Θεού.

Λίγο καιρό αφότου πίστεψα, παρατήρησα αδελφούς και αδελφές που ήταν επικεφαλής να διοργανώνουν συχνά συγκεντρώσεις και να συναναστρέφονται για την αλήθεια, ενώ ορισμένοι είχαν καθήκοντα που απαιτούσαν δεξιότητες, όπως η δημιουργία βίντεο ή το τραγούδι κι ο χορός. Πραγματικά τους εκτιμούσα και θεωρούσα ότι αυτό ήταν αξιοθαύμαστο. Όσον αφορά εκείνους που φιλοξενούσαν ή χειρίζονταν εκκλησιαστικές υποθέσεις, δεν θα διακρίνονταν ποτέ, γιατί τα καθήκοντα αυτά ήταν ανάξια λόγου και δεν απαιτούσαν ειδίκευση. Σκεφτόμουν ότι στο μέλλον θα ήθελα ένα καθήκον που να με κάνει να ξεχωρίζω. Δύο χρόνια αργότερα, μου δόθηκε το καθήκον της συγγραφής. Ήμουν πολύ χαρούμενος, ειδικά όταν, κάθε φορά που πήγαινα στην εκκλησία για να καθοδηγήσω το συγγραφικό έργο, όλοι οι αδελφοί κι οι αδελφές ήταν πολύ θερμοί μαζί μου και με κοίταζαν με θαυμασμό. Ήμουν πραγματικά ικανοποιημένος με τον εαυτό μου και ένιωθα ότι το καθήκον μου έχαιρε μεγαλύτερου θαυμασμού από ό,τι άλλα. Το 2018, με έστειλαν σε άλλη περιοχή να εκτελέσω το καθήκον μου. Ενόσω ήμουν εκεί, μια φορά ένας αδελφός ανακάλυψε ποιο ήταν το καθήκον μου, κι άρχισε να μου μιλάει για αυτό. Βλέποντας το πώς με θαύμαζε, χαιρόμουν πραγματικά και ένιωθα ότι η εκτέλεση αυτού του καθήκοντος ήταν πραγματικά τιμή.

Ήμουν σε μια συνεχή κατάσταση αυταρέσκειας και αυτοθαυμασμού εκείνη την περίοδο. Ανταγωνιζόμουν για την υπόληψη και το κέρδος και δεν έπαιρνα το καθήκον μου στα σοβαρά. Μερικούς μήνες αργότερα με αντικατέστησαν επειδή δεν πετύχαινα τίποτα. Αυτό μου δημιούργησε αισθήματα μεγάλης αναστάτωσης και κάποιας αρνητικότητας, έτσι ο επικεφαλής συναναστράφηκε μαζί μου για το θέλημα του Θεού και είπε: «Ο οίκος του Θεού χρειάζεται ανθρώπους να εργάζονται ως μηχανικοί σκηνής για τις ταινίες μας. Θα μπορούσες εσύ να το κάνεις αυτό. Όποιο κι αν είναι το καθήκον σου, πρέπει να επιδιώκεις την αλήθεια και να κάνεις το παν ώστε να το επιτελείς καλά». Δεν ήξερα πραγματικά τι συνεπάγεται αυτό το καθήκον, όμως φαντάστηκα ότι θα πρέπει απλώς να υποταχθώ, επειδή αυτό είχε κανονίσει ο επικεφαλής. Αφού εργάστηκα ως μηχανικός σκηνής για λίγο, συνειδητοποίησα ότι χρειαζόταν σκληρή σωματική εργασία, έπρεπε να μετακινώ διάφορα σκηνικά εδώ κι εκεί. Δεν απαιτούσε καμία δεξιότητα. Ήταν απλώς πολύ χαμαλίκι και δουλειές του ποδαριού. Σκέφτηκα: «Προηγουμένως, το συγγραφικό μου καθήκον απαιτούσε να χρησιμοποιώ τον εγκέφαλό μου. Ήταν αξιοπρεπές κι έχαιρε εκτίμησης. Το να μετακινώ όλα αυτά τα σκηνικά είναι σωματική εργασία, βρώμικη και κουραστική. Άραγε θα με περιφρονούν οι αδελφοί κι οι αδελφές;» Η καρδιά μου βούλιαξε σε αυτήν τη σκέψη κι ένιωσα κάποια απροθυμία στο να ασκώ αυτό το καθήκον. Έκτοτε, δούλευα με μισή καρδιά και λούφαρα όταν μπορούσα. Μερικές φορές όταν μας έλειπε κάποιο σκηνικό κι έπρεπε να το δανειστούμε από κάποιον αδελφό ή αδελφή, έστελνα κάποιον άλλο να πάει να το ζητήσει, φοβούμενος ότι αν το έκανα εγώ οι αδελφοί κι οι αδελφές που με γνώριζαν θα ανακάλυπταν ότι είχα απομακρυνθεί από τα προηγούμενα καθήκοντά μου κι ότι τώρα έκανα μια ασήμαντη δουλειά στα γυρίσματα. Τι θα σκέφτονταν τότε για μένα; Δεν ήθελα ούτε και να δουλέψω τις σχετικές δεξιότητες, φοβούμενος ότι εάν μάθαινα περισσότερα, θα εκτελούσα αυτό το καθήκον για πάντα και δεν θα ερχόταν ποτέ η μέρα να ξεχωρίσω. Μερικές φορές στα γυρίσματα ο σκηνοθέτης μού ζητούσε να στήσω τα σκηνικά με συγκεκριμένους τρόπους. Αυτό με έκανε πάντοτε να νιώθω πραγματικά άβολα, σαν να ήταν ντροπή για μένα. Σκεφτόμουν το πώς προηγουμένως, στο συγγραφικό μου καθήκον, οι άλλοι με σέβονταν και ακολουθούσαν τις οδηγίες μου, τώρα όμως άλλοι μού έλεγαν τι πρέπει να κάνω. Πραγματικός υποβιβασμός. Μια φορά, ένας αδελφός μ’ έστειλε έξω να μαζέψω λίγα άχυρα ρυζιού για το γύρισμα. Πραγματικά δεν ήθελα να το κάνω. Σκεφτόμουν: «Είναι εξευτελιστικό να βγω έξω γι’ αυτό. Εάν το δουν οι αδελφοί κι οι αδελφές, σίγουρα θα σκεφτούν ότι είμαι χαμένη υπόθεση με το να κάνω κάτι τέτοιο σε τόσο μικρή ηλικία». Επειδή όμως έπρεπε να γίνει για το καθήκον μου, περίμενα απλώς έως ότου να μην είναι κανείς εκεί κοντά και ετοιμάστηκα να πάω να το κάνω. Είδα έναν αδελφό να πλησιάζει ενόσω μάζευα τα άχυρα ρυζιού. Φορούσε δερμάτινα παπούτσια και λευκές κάλτσες —φαινόταν πραγματικά καθαρός. Εγώ, από την άλλη, ήμουν βρώμικος από την κορφή μέχρι τα νύχια. Ξαφνικά ένιωσα απογοήτευση και αναστάτωση, σκεπτόμενος: «Είμαστε στην ίδια ηλικία, όμως αυτός κάνει ένα ωραίο, καθαρό καθήκον, ενώ εγώ αναλαμβάνω μόνο βρώμικες εργασίες, όπως να μαζεύω άχυρα ρυζιού. Τι τεράστιο χάσμα! Τι ντροπή! Θα γυρίσω πίσω και θα πω στον επικεφαλής ότι δεν θέλω να επιτελώ πια αυτό το καθήκον και θα του ζητήσω να μου αναθέσει κάτι άλλο».

Όταν επέστρεψα, είχα πραγματικά αντικρουόμενα αισθήματα και αναρωτιόμουν εάν θα έπρεπε να πω κάτι στον επικεφαλής. Εάν δεν το έκανα, θα έπρεπε να συνεχίσω να ασκώ αυτό το καθήκον, εάν όμως μιλούσα και έλεγα ότι δεν θέλω να το κάνω, αυτό θα σήμαινε ότι εγκαταλείπω το καθήκον μου. Σε αυτήν τη σκέψη, καταπίεσα τα συναισθήματά μου και δεν είπα τίποτα. Λίγο καιρό μετά από αυτό, ο επικεφαλής κανόνισε οι μηχανικοί σκηνής κι οι ερμηνευτές να παρευρίσκονται μαζί στις συγκεντρώσεις. Δεν ήμουν καθόλου ευχαριστημένος με αυτό. Εκείνοι μπορούσαν να είναι πασίγνωστοι και να απολαμβάνουν το προσκήνιο, ενώ εγώ έκανα χειρωνακτική εργασία. Απλώς δεν ήμαστε στο ίδιο επίπεδο. Οι από κοινού συναντήσεις δεν θα υπογράμμιζαν απλώς την κατωτερότητά μου; Όλοι συμμετείχαν ενεργά στη συναναστροφή κατά τις συγκεντρώσεις, εγώ όμως δεν ήθελα να μοιραστώ τίποτα. Στις συναθροίσεις με τους ερμηνευτές, ένιωθα λες και η μόνη μου χρησιμότητα ήταν να τους κάνω να φαίνονται καλύτεροι. Ήταν καταθλιπτικό. Με την πάροδο του χρόνου, το σκοτάδι στο πνεύμα μου μεγάλωνε και δεν ήθελα καν να πηγαίνω σε συγκεντρώσεις πια. Θυμόμουν συχνά την εποχή που ασκούσα το συγγραφικό μου καθήκον, όταν με υποδέχονταν με ενθουσιασμό οι αδελφοί κι οι αδελφές και με εκτιμούσε ο επικεφαλής. Από τότε που απομακρύνθηκα από αυτό το καθήκον, έκανα απλώς δουλειές του ποδαριού και κανείς δεν με θαύμαζε πλέον. Ήμουν απογοητευμένος και δυστυχής, νιώθοντας όλο και περισσότερο κατώτερος και αντικοινωνικός. Ήμουν διαρκώς μελαγχολικός και μετά βίας ένιωθα να είμαι ο εαυτός μου. Γρήγορα έχασα πολύ βάρος. Ένα απόγευμα, καθώς έκανα βόλτα μόνος μου, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω άλλο τη δυστυχία μέσα μου. Κλαίγοντας, προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου! Στο παρελθόν, ήμουν αποφασισμένος να επιδιώκω την αλήθεια και να πράττω το καθήκον μου ώστε να Σε ικανοποιώ, τώρα όμως που δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να κάνω επίδειξη στα καθήκοντά μου νιώθω συνεχώς κατώτερος από τους άλλους. Είμαι πραγματικά αρνητικός και αδύναμος και αισθάνομαι ότι είμαι στα πρόθυρα να Σε προδώσω ανά πάσα στιγμή. Θεέ μου, δεν θέλω να συνεχίσω να είμαι τόσο αρνητικός, δεν ξέρω όμως τι να κάνω. Σε παρακαλώ, καθοδήγησέ με να ξεφύγω από αυτήν την κατάσταση».

Μετά από αυτό, διάβασα το εξής στον λόγο του Θεού: «Πώς προκύπτει το καθήκον; Σε γενικές γραμμές, προκύπτει ως αποτέλεσμα του έργου διαχείρισης του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας· πιο συγκεκριμένα, καθώς το έργο διαχείρισης του Θεού ξεδιπλώνεται ανάμεσα στους ανθρώπους, προκύπτουν διάφορες εργασίες που χρειάζεται να πραγματοποιηθούν, και απαιτείται από τους ανθρώπους να συνεργαστούν και να τις ολοκληρώσουν. Αυτό έχει οδηγήσει στη δημιουργία υποχρεώσεων και αποστολών που πρέπει να εκπληρώσουν οι άνθρωποι, και αυτές οι υποχρεώσεις και οι αποστολές είναι τα καθήκοντα που παραχωρεί ο Θεός στους ανθρώπους» (Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού). «Όποιο κι αν είναι το καθήκον σου, μην κάνεις διάκριση μεταξύ υψηλού και χαμηλού. Ας υποθέσουμε πως λες: “Παρόλο που αυτή η ανάθεση αποτελεί αποστολή από τον Θεό και το έργο του οίκου του Θεού, αν το κάνω, οι άνθρωποι μπορεί να με περιφρονήσουν. Σε κάποιους άλλους ανατίθεται έργο που τους επιτρέπει να ξεχωρίσουν. Πώς είναι δυνατόν αυτή η εργασία που μου έχει ανατεθεί, η οποία δεν μου επιτρέπει να ξεχωρίσω, αλλά με κάνει να αγωνίζομαι στα παρασκήνια, να αποκαλείται καθήκον; Αυτό το καθήκον δεν μπορώ να το αποδεχθώ· δεν είναι αυτό το καθήκον μου. Το καθήκον μου πρέπει να με κάνει να ξεχωρίζω ενώπιον των άλλων και να μου επιτρέπει να κάνω όνομα —κι ακόμα κι αν δεν κάνω όνομα ή δεν ξεχωρίσω, πρέπει σε κάθε περίπτωση να ωφεληθώ από αυτό και να νιώθω σωματική άνεση”. Είναι αυτή η στάση αποδεχτή; Με το να είσαι επιλεκτικός, δεν αποδέχεσαι αυτό που προέρχεται από τον Θεό· κάνεις επιλογές σύμφωνα με τις προτιμήσεις σου. Έτσι δεν αποδέχεσαι το καθήκον σου· έτσι αρνείσαι το καθήκον σου. Αμέσως μόλις προσπαθήσεις να επιλέξεις, δεν είσαι πια ικανός για πραγματική αποδοχή. Αυτή η επιλεκτικότητα νοθεύεται με τις ατομικές σου προτιμήσεις και επιθυμίες· όταν λαμβάνεις υπόψη το δικό σου όφελος, τη δική σου υπόληψη και ούτω καθεξής, η στάση σου προς το καθήκον σου δεν είναι υποτακτική. Να η στάση προς το καθήκον: Πρώτον, δεν πρέπει να το αναλύεις, ούτε να σκέφτεσαι ποιος σου το έχει αναθέσει· αντίθετα, θα πρέπει να το αποδέχεσαι από τον Θεό, ως καθήκον σου και ως αυτό που θα πρέπει να κάνεις. Δεύτερον, μην κάνεις διάκριση μεταξύ υψηλού και χαμηλού και μη σε απασχολεί η φύση του —αν γίνεται ενώπιον των ανθρώπων ή χωρίς να το βλέπουν, αν σου επιτρέπει να ξεχωρίσεις ή όχι. Μη σκέφτεσαι αυτά τα πράγματα. Αυτά είναι τα δύο χαρακτηριστικά της στάσης με την οποία θα πρέπει οι άνθρωποι να προσεγγίζουν το καθήκον τους» (Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού). Διαβάζοντάς το αυτό διαπίστωσα ότι είχα λανθασμένη άποψη και στάση απέναντι στο καθήκον μου. Ο Θεός απαιτεί να εκτελούμε το καθήκον μας, κι είναι σωστό και πρέπον να το κάνουμε. Υποτίθεται πως αυτό δεν είναι δική μας επιλογή. Εγώ όμως άφησα τις προτιμήσεις μου να υπεισέλθουν, θέλοντας μόνο ένα καθήκον άξιο θαυμασμού και εκτίμησης. Ήμουν αντίθετος σε ό,τι συνέβαινε στο παρασκήνιο ή δεν ήταν αξιοσημείωτο και το απέρριπτα. Δεν υποτασσόμουν στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού, και μάλιστα ήμουν τσαπατσούλης, αρνητικός και αρνούμουν να δουλέψω και αντιτασσόμουν σε Αυτόν. Θυμήθηκα την εποχή που ήμουν νέος στην πίστη. Ζήλευα τους επικεφαλής, αλλά και τους αδελφούς και τις αδελφές που έδιναν παραστάσεις. Νόμιζα πως αυτά τα καθήκοντα είχαν βαρύνουσα σημασία και πως οι άλλοι τα θαύμαζαν, και ότι οι άνθρωποι που κάνουν μια λιγότερο ξεχωριστή, σωματική εργασία δεν έχουν αξιόλογες πραγματικές δεξιότητες. Αυτού του είδους το καθήκον είναι ασήμαντο και ο κόσμος το περιφρονεί, σκεφτόμουν. Έχοντας παραπλανηθεί όσον αφορά τον τρόπο σκέψης μου, είχα κατηγοριοποιήσει τα καθήκοντα σε διαφορετικές βαθμίδες, έτσι όταν ξεκίνησα ως μηχανικός σκηνής πίστευα ότι έκανα απλώς δουλειές του ποδαριού κι ότι αυτό θα έβλαπτε τη φήμη και την εικόνα μου. Ήμουν πραγματικά απρόθυμος και δεν ήθελα να υποταχθώ. Δεν ήμουν υπεύθυνος στα καθήκοντά μου και δεν ήθελα να μάθω τις δεξιότητες που έπρεπε. Σκεφτόμουν ακόμη και να τα παρατήσω και να προδώσω τον Θεό. Διαπίστωσα ότι νοιαζόμουν μόνο για τις προσωπικές μου προτιμήσεις στα καθήκοντά μου κι ότι σκεφτόμουν μόνο τη ματαιοδοξία και το κύρος μου, καθώς και τα δικά μου συμφέροντα. Δεν είχα καθόλου αληθινή υπακοή, και πολύ περισσότερο δεν έδινα καμία σημασία στο θέλημα του Θεού, ούτε επιτελούσα καλά το καθήκον μου. Η στάση μου ήταν πολύ αηδιαστική κι απεχθής για τον Θεό! Αυτή η συνειδητοποίηση με αναστάτωσε και κατηγόρησα τον εαυτό μου.

Αργότερα διάβασα τα εξής λόγια του Θεού: «Οι άνθρωποι είναι δημιουργήματα. Ποιες είναι οι λειτουργίες των δημιουργημάτων; Αυτό αφορά την άσκηση και τα καθήκοντα των ανθρώπων. Είσαι ένα δημιούργημα· ο Θεός σού έχει δώσει το χάρισμα του τραγουδιού. Όταν σε χρησιμοποιεί για να τραγουδάς, τι θα πρέπει να κάνεις; Θα πρέπει να αποδέχεσαι αυτήν την ανάθεση που σου έχει εμπιστευτεί ο Θεός και να τραγουδάς καλά. Όταν ο Θεός σε χρησιμοποιεί για να διαδώσεις το ευαγγέλιο, τι γίνεσαι εσύ, ως δημιούργημα; Γίνεσαι ευαγγελιστής. Όταν σε χρειάζεται ώστε να καθοδηγήσεις, θα πρέπει να αναλάβεις αυτήν την αποστολή· αν μπορέσεις να εκπληρώσεις αυτό το καθήκον σύμφωνα με τις αρχές της αλήθειας, τότε αυτή θα είναι μια ακόμα λειτουργία που θα επιτελείς. Ορισμένοι άνθρωποι ούτε κατανοούν την αλήθεια ούτε την επιδιώκουν· μπορούν απλώς να καταβάλλουν προσπάθεια. Συνεπώς, ποια είναι η λειτουργία αυτών των δημιουργημάτων; Είναι να καταβάλλουν προσπάθεια και να παρέχουν υπηρεσία» («Μόνο μέσω της αναζήτησης της αλήθειας μπορείς να γνωρίσεις τις πράξεις του Θεού» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»). Από τον λόγο του Θεού, έμαθα ότι όποιο καθήκον κι αν επιτελεί κάποιος στον οίκο Του, είτε φαίνεται αξιοσημείωτο είτε όχι, υπάρχουν απλώς διαφορετικές ονομασίες και λειτουργίες του καθήκοντος, όμως η προσωπική του ευθύνη παραμένει η ίδια. Η εγγενής ταυτότητα και ουσία ενός ατόμου δεν αλλάζουν —θα είναι πάντοτε ένα δημιούργημα. Δημιούργημα ήμουν στο συγγραφικό μου καθήκον, δημιούργημα ήμουν και πάλι στο καθήκον μου ως μηχανικός σκηνής. Δεν υπάρχει ιεραρχία στα καθήκοντα εντός του οίκου του Θεού, και όλα διευθετούνται με βάση το τι χρειάζεται και σύμφωνα με το ανάστημα, το επίπεδο και τα δυνατά σημεία κάθε ατόμου. Ανεξάρτητα από το τι καθήκον είναι, το θέλημα του Θεού είναι να κάνουμε πραγματικά ό,τι είναι δυνατόν στα καθήκοντά μας και να είμαστε ακλόνητοι στην επιδίωξη της αλήθειας, διορθώνοντας τη διεφθαρμένη διάθεσή μας και εκτελώντας τα καθήκοντά μας καλά. Όπως ακριβώς λέει και στον λόγο του Θεού: «Οι λειτουργίες δεν είναι οι ίδιες. Υπάρχει ένα σώμα. Ο καθένας εκτελεί το καθήκον του, ο καθένας είναι στη θέση του κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορεί —για κάθε σπίθα υπάρχει μία λάμψη φωτός— και αναζητώντας την ωριμότητα στη ζωή. Έτσι θα Είμαι ικανοποιημένος» («Κεφάλαιο 21» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ο επικεφαλής της εκκλησίας κανόνισε να ασκώ καθήκοντα μηχανικού σκηνής, αφού αυτό ήταν που χρειαζόταν για το έργο, και δεν θα έπρεπε να είμαι εκλεκτικός ή ιδιότροπος με βάση τις δικές μου προτιμήσεις, αλλά να υποταχθώ στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Έπρεπε να στήνω τα σκηνικά όπως απαιτείται για τα προγράμματα και να βάζω το λιθαράκι μου σε κάθε παραγωγή, δίνοντας μαρτυρία στον Θεό. Αυτή ήταν η λειτουργία μου. Αφού κατανόησα το θέλημα του Θεού, άλλαξα κάπως την οπτική μου και άφησα πίσω μου όσα με βάραιναν τόσο καιρό. Ήμουν επίσης σε θέση να προσεγγίσω σωστά το καθήκον μου. Έκτοτε, αναζητούσα επιμελώς υλικό και πληροφορίες αναφοράς για να δουλέψω τις δεξιότητες και στις συγκεντρώσεις με τους ερμηνευτές δεν έκανα πλέον συγκρίσεις μεταξύ των καθηκόντων μας, αντιθέτως ανοίχτηκα σχετικά με την παρακοή και τη διαφθορά μου. Συναναστρεφόμουν για όλη την κατανόηση που είχα. Στα μετέπειτα καθήκοντά μου, μερικές φορές φοβόμουν μήπως με υποτιμήσουν και συνειδητοποιούσα ότι κατέτασσα και πάλι τα καθήκοντα σε υψηλή ή χαμηλή θέση, οπότε γρήγορα προσευχόμουν στον Θεό και απαρνιόμουν τη λανθασμένη σκέψη μου, επικεντρωνόμουν στο καθήκον μου κι έθετα ως προτεραιότητα την ικανοποίηση του Θεού. Ένιωσα πολύ χαλαρός κι ανακουφισμένος αφού ασκήθηκα για λίγο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν ένιωθα πλέον ότι το να δουλεύω στα γυρίσματα και να μετακινώ εδώ κι εκεί σκηνικά ήταν ασήμαντο καθήκον. Αντίθετα, ένιωθα ότι ο Θεός μού είχε εμπιστευτεί μια ευθύνη. Αισθανόμουν τιμή και υπερηφάνεια που μπορούσα να επιτελώ αυτό το καθήκον και να συμβάλλω στις κινηματογραφικές παραγωγές του οίκου του Θεού.

Πίστεψα ότι είχα κερδίσει κάποιο ανάστημα αφού εκτέθηκα κατ’ αυτόν τον τρόπο, ότι θα μπορούσα να υποταχθώ στις διευθετήσεις του Θεού στο καθήκον μου και δεν θα ήμουν πλέον αρνητικός και ανυπότακτος επειδή το καθήκον μου δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Όμως την επόμενη φορά που αντιμετώπισα μια κατάσταση που δεν μου άρεσε, το παλιό αυτό ζήτημα ανέκυψε και πάλι.

Λίγους μήνες αργότερα, όταν έπεσε πραγματικά πολλή δουλειά για τους αγρότες, υπήρχαν μερικοί αδελφοί και αδελφές που έλειπαν διαδίδοντας το ευαγγέλιο και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν εγκαίρως για τη συγκομιδή. Ο επικεφαλής με ρώτησε εάν μπορούσα να τους βοηθήσω στην αγροτική τους εργασία. Σκέφτηκα: «Έτσι μπορούν να είναι ήσυχοι οι εν λόγω αδελφοί και αδελφές ώστε να μπορέσουν να επικεντρωθούν στο έργο του ευαγγελίου, αλλά και είναι επωφελές για το έργο του οίκου του Θεού. Πρέπει να το αναλάβω». Όταν όμως βρέθηκα στα χωράφια, είδα ότι οι άλλοι αδελφοί εκεί ήταν 40άρηδες ή 50άρηδες. Δεν υπήρχε ούτε ένας εικοσάρης, όπως εγώ. Δεν μου άρεσε και πολύ αυτό. Τότε ακριβώς, ένας αδελφός ήλθε και ρώτησε, έκπληκτος: «Αδελφέ, πώς έχεις χρόνο κι έρχεσαι να δουλέψεις στα χωράφια; Δεν εκτελείς το συγγραφικό σου καθήκον;» Το πρόσωπό μου άρχισε αμέσως να καίει και απάντησα γρήγορα: «Έρχομαι απλώς να βοηθήσω προσωρινά». Αφού απομακρύνθηκε, σκέφτηκα: «Τι θα λέει τώρα για μένα; Θα σκεφτεί ότι το να έρχομαι να κάνω τέτοιου είδους δουλειά στην ηλικία μου σημαίνει ότι δεν έχω πραγματικό επίπεδο ή ταλέντο κι ότι είμαι εδώ μόνο και μόνο επειδή δεν μπορώ να αναλάβω κάποιο σημαντικό καθήκον; Αυτό είναι πραγματική υποβάθμιση!» Ένιωθα όλο και πιο θιγμένος. Αν και σωματικά εκτελούσα το έργο, το μυαλό μου ήταν γεμάτο σκέψεις για το τι σκέφτονταν για μένα οι αδελφοί εκεί και αν θα με περιφρονούσαν. Τελείωσα τη δουλειά όπως-όπως. Όταν έφτασα σπίτι, είδα κάποιους άλλους αδελφούς μπροστά σε υπολογιστές να ασκούν τα καθήκοντά τους και ξαφνικά ένιωσα ότι ήμουν ένα σκαλί παρακάτω. Σκεφτόμουν: «Τα καθήκοντα των άλλων είναι καλύτερα από τα δικά μου. Γιατί πρέπει να δουλεύω στα χωράφια; Στο κάτω κάτω, έχω πάει τουλάχιστον πανεπιστήμιο και δούλεψα σκληρά στις σπουδές μου. Δεν το έκανα για να ξεφύγω από τη μοίρα του αγρότη που εργάζεται στα χωράφια όλη μέρα; Δεν πάω αύριο». Ήξερα ότι δεν έπρεπε να σκέφτομαι έτσι, όμως ένιωθα πολύ αδικημένος επειδή σκεφτόμουν ότι δουλεύοντας στα χωράφια πήγαινε χαμένο το ταλέντο μου και ντροπιαζόμουν. Απελπίστηκα περισσότερο όταν το σκέφτηκα αυτό, οπότε προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, αισθάνομαι ότι το να δουλεύω και να ιδρώνω κάνοντας αγροτικές εργασίες είναι ένα κατώτερο καθήκον που οι άλλοι περιφρονούν. Δεν θέλω να το κάνω πια. Ξέρω ότι το σκεπτικό μου για αυτό δεν είναι σωστό, όμως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είμαι πραγματικά δυστυχής. Σε παρακαλώ, διαφώτισέ με και καθοδήγησέ με για να καταλάβω το θέλημά Σου και να υπακούσω». Μετά την προσευχή μου, διάβασα το εξής στον λόγο του Θεού: «Τι είναι η αληθινή υποταγή; Όποτε ο Θεός κάνει κάτι που είναι ευνοϊκό για σένα, και νοιώθεις ότι τα πάντα είναι ικανοποιητικά και σωστά και ότι σου έχει επιτραπεί να ξεχωρίσεις, νοιώθεις πως πρόκειται για κάτι πολύ ένδοξο και λες “δόξα τω Θεώ” και μπορείς να υποταχθείς στην ενορχήστρωση και τις διευθετήσεις Του. Ωστόσο, κάθε φορά που τοποθετείσαι σε κάποιον συνηθισμένο τόπο, όπου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποτέ και στον οποίο κανείς δεν σε αναγνωρίζει ποτέ, τότε παύεις να αισθάνεσαι ευτυχής και το βρίσκεις δύσκολο να υποταχθείς. […] Η υποταγή υπό ευνοϊκές συνθήκες είναι συνήθως εύκολη. Αν μπορείς να υποτάσσεσαι και υπό δυσμενείς συνθήκες —εκείνες κατά τις οποίες τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως θέλεις και τα αισθήματά σου πληγώνονται, που σε καθιστούν αδύναμο, σε κάνουν να υποφέρεις σωματικά και καταφέρνουν πλήγματα στη φήμη σου, που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία και την υπερηφάνεια σου και σε κάνουν να υποφέρεις ψυχολογικά —τότε πραγματικά έχεις ανάστημα. Αυτός δεν είναι ο στόχος που πρέπει να επιδιώκετε; Αν έχετε τέτοια αποφασιστικότητα, έναν τέτοιο στόχο, τότε υπάρχει ελπίδα» (Η συναναστροφή του Θεού).

Ένιωσα ντροπή καθώς αναλογίστηκα τον λόγο του Θεού. Είχε αποκαλύψει επακριβώς την κατάστασή μου. Όταν νόμιζα ότι μπορούσα να κάνω επίδειξη ασκώντας το συγγραφικό μου καθήκον, με μεγάλη μου χαρά το αποδεχόμουν και υποτασσόμουν, και ασκούσα τα καθήκοντά μου με ενθουσιασμό. Όταν όμως βοηθούσα έξω στα χωράφια και θίγονταν η ματαιοδοξία και η υπόληψή μου, αναστατώθηκα κι ήμουν απρόθυμος να το κάνω. Ειδικά όταν είδα άλλους αδελφούς να δουλεύουν στους υπολογιστές τους, ένιωσα σαν να μην είμαι τόσο καλός όσο αυτοί. Έχασα την ισορροπία μου, νομίζοντας ότι εφόσον είμαι μορφωμένος θα έπρεπε να ασκώ ένα αξιοπρεπές καθήκον που απαιτεί δεξιότητες. Αντιστάθηκα και παραπονέθηκα και δεν ήθελα να συνεχίσω να κάνω αγροτικές εργασίες. Στα καθήκοντά μου, δεν αναλογιζόμουν τι θα ωφελούσε τον οίκο του Θεού, ούτε λάμβανα υπόψη το θέλημά Του. Αντίθετα, σκεφτόμουν τη ματαιοδοξία μου σε κάθε μου βήμα. Ήμουν πολύ εγωιστής και ποταπός. Δεν έβλεπα καθόλου τον εαυτό μου ως μέλος του οίκου του Θεού. Ο γνήσιος πιστός που υπολογίζει το θέλημα του Θεού θεωρεί την εκτέλεση του καθήκοντός του προσωπική του ευθύνη, συνεισφέροντας οπουδήποτε χρειάζεται, ακόμη κι αν είναι δύσκολο, κουραστικό ή θέτει σε κίνδυνο τη φήμη ή τα συμφέροντά του. Εφόσον είναι καλό για το έργο της εκκλησίας, παίρνει την πρωτοβουλία να το κάνει καλά. Μόνο τέτοιου είδους άτομα κατέχουν ανθρώπινη φύση και στέκονται στο πλάι του οίκου του Θεού. Σκέφτηκα την πρόσφατη δουλειά μου για τη συγκομιδή του φθινοπώρου. Μερικοί αδελφοί και αδελφές χρειάζονταν βοήθεια, και θα μπορούσαν να την έχουν προσφέρει και πολλοί άλλοι, γιατί λοιπόν ο Θεός να επιφορτίσει εμένα με αυτό το καθήκον; Δεν προσέθετα και ιδιαίτερη αξία σε αυτό το έργο. Όμως ο Θεός εξέθετε τη στάση μου απέναντι στο καθήκον μου βάζοντάς με να κάνω κάποια βρώμικη, κουραστική δουλειά ώστε να μπορέσω να αναγνωρίσω τη διαφθορά και τις ακαθαρσίες μου κατά την άσκηση αυτού του καθήκοντος κι έπειτα να αναζητήσω την αλήθεια για να διορθώσω τη διεφθαρμένη μου διάθεση. Εγώ όμως δεν κατανόησα τις αγαθές προθέσεις του Θεού. Εξακολουθούσα να είμαι αδιάφορος στα καθήκοντά μου και είχα πάντοτε τις δικές μου προτιμήσεις και απαιτήσεις. Δεν μπορούσα να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις του Θεού, αντίθετα ήμουν ανυπότακτος και Του αντιστεκόμουν. Πραγματικά Τον πλήγωνα! Κατάλαβα ότι το θέλημα του Θεού ήταν να εκθέσει και να καθάρει τη διεφθαρμένη μου διάθεση μέσω αυτής της κατάστασης και να διορθώσει τη στάση μου απέναντι στο καθήκον μου. Αυτή ήταν η αγάπη του Θεού. Δεν έχει σημασία εάν μου ανατίθεται βρώμικη, κουραστική ή συμβατική δουλειά. Εφόσον ωφελεί το έργο της εκκλησίας, πρέπει να την αποδέχομαι άνευ όρων, να υποτάσσομαι και να καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια. Μόνον έτσι είναι κανείς άτομο με συνείδηση και λογική. Κατανοώντας το αυτό, κέρδισα σταδιακά μια αίσθηση ηρεμίας.

Άθελά μου έκανα την αυτοκριτική μου: Γιατί ήμουν τόσο απρόθυμος και αναστατωνόμουν τόσο όταν έπρεπε να επιτελέσω κάποιο συμβατικό καθήκον; Γιατί δεν μπορούσα να το αποδεχτώ πραγματικά και να υποταχτώ; Στην αναζήτησή μου, διάβασα τα εξής λόγια από τον Θεό: «Ο Σατανάς διαφθείρει τους ανθρώπους μέσα από την εκπαίδευση και την επιρροή των εθνικών κυβερνήσεων και των διασήμων και σπουδαίων. Οι ανοησίες τους έχουν γίνει η ζωή και η φύση του ανθρώπου. Το “ο σώζων εαυτόν σωθήτω” είναι ένα γνωστό σατανικό ρητό που έχει ενσταλαχθεί σε όλους και έχει καταστεί ζωή των ανθρώπων. Υπάρχουν και άλλα λόγια φιλοσοφίας για τη ζωή που είναι έτσι. Ο Σατανάς χρησιμοποιεί τον περίτεχνο παραδοσιακό πολιτισμό κάθε έθνους για να εκπαιδεύσει τους ανθρώπους, σπρώχνοντας την ανθρωπότητα να πέσει μέσα σε μια απέραντη άβυσσο καταστροφής που την καταπίνει και, τελικά, ο Θεός καταστρέφει τους ανθρώπους, επειδή υπηρετούν τον Σατανά και αντιστέκονται στον Θεό. […] Υπάρχουν πολλά ακόμα σατανικά δηλητήρια στη ζωή των ανθρώπων, στη συμπεριφορά τους και στις δοσοληψίες τους με τους άλλους· ουσιαστικά, δεν κατέχουν ούτε ίχνος της αλήθειας. Για παράδειγμα, οι φιλοσοφίες τους για τη ζωή, ο τρόπος με τον οποίο ενεργούν και τα αξιώματά τους είναι όλα γεμάτα με τα δηλητήρια του μεγάλου κόκκινου δράκοντα, και όλα αυτά προέρχονται από τον Σατανά. Συνεπώς, όλα τα πράγματα που ρέουν μέσα στα οστά και στο αίμα των ανθρώπων είναι όλα τους πράγματα του Σατανά» («Πώς να γνωρίσουμε τη φύση του ανθρώπου» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»). Ο λόγος του Θεού με βοήθησε να καταλάβω ότι η ανυπακοή κι η επιλεκτικότητα στα καθήκοντά μου οφείλονταν στο ότι είχα κατηχηθεί και διαφθαρεί από τα δηλητήρια του Σατανά, όπως «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω», «Εκείνοι που έχουν μυαλό κυβερνούν εκείνους που έχουν σωματική δύναμη» και «Μόνο οι σοφότεροι ή οι πιο ανόητοι δεν αλλάζουν ποτέ», αλλά και στο ότι αναζητούσα να ξεχωρίζω, να είμαι καλύτερος από τους άλλους. Θυμήθηκα την εποχή που πήγαινα σχολείο. Οι δάσκαλοι κι οι γονείς μου πάντα μου έλεγαν να δουλεύω σκληρά ώστε να μπορέσω να μπω σ’ ένα καλό πανεπιστήμιο και να ξεφύγω από τη ζωή του αγρότη, ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να πάει κανείς μπροστά. Γι’ αυτό μελετούσα σκληρά από τότε που ήμουν μικρός, ελπίζοντας ότι θα πάρω ένα καλό πτυχίο και θα βρω μια αξιοσέβαστη δουλειά ως επόπτης ή διευθυντής —κάτι αξιοθαύμαστο που οι άλλοι θα εκτιμούσαν. Αφότου πίστεψα, εξακολουθούσα να αξιολογώ τα καθήκοντα στον οίκο του Θεού με τα μάτια ενός απίστου, κατατάσσοντάς τα σε υψηλή ή χαμηλή θέση. Νόμιζα ότι το να είσαι επικεφαλής ή να κάνεις κάτι βάσει δεξιοτήτων είναι αξιοσέβαστο κι ότι οι αδελφοί κι οι αδελφές θα εκτιμούσαν τέτοιου είδους καθήκοντα, ενώ τα σκληρά σωματικά καθήκοντα στο παρασκήνιο ήταν ασήμαντα και θα τα περιφρονούσαν. Διαπίστωσα ότι αυτά τα σατανικά δηλητήρια είχαν γίνει η ίδια μου η φύση, κυριαρχούσαν στις σκέψεις μου, με έκαναν να επιδιώκω με πείσμα την υπόληψη και το κύρος και να θέλω πάντα να είμαι ξεχωριστός. Όταν κάτι απειλούσε το γόητρο και το κύρος μου, ήμουν αρνητικός κι απρόθυμος. Απλώς δεν μπορούσα να αποδεχτώ τη θέση μου και να επιτελέσω το καθήκον μου ως δημιούργημα. Δεν είχα καθόλου συνείδηση και λογική. Ήξερα ότι εάν συνέχιζα να ζω με βάση αυτές τις σατανικές τοξίνες, μην αναζητώντας την αλήθεια και μην πράττοντας το καθήκον μου όπως απαιτεί ο Θεός, όχι μόνο δεν θα μπορούσα να κερδίσω την αλήθεια και τη ζωή, αλλά και θα αηδίαζα τον Θεό και θα με εξάλειφε. Αφού τα συνειδητοποίησα όλα αυτά, αποφάσισα να απαρνηθώ τη σάρκα μου και να ικανοποιήσω τον Θεό. Δεν ήθελα πλέον να ζω με τα δηλητήρια του Σατανά. Την επόμενη μέρα πήγα να δουλέψω ξανά στα χωράφια.

Αργότερα διάβασα κάποια λόγια από τον Θεό. «Εγώ αποφασίζω τον προορισμό του κάθε ανθρώπου όχι με βάση την ηλικία, την ιεραρχία, τον βαθμό στον οποίο κάποιος υπέφερε και λιγότερο απ’ όλα, τον βαθμό στον οποίο προκαλούν τον οίκτο, αλλά σύμφωνα με το αν κατέχουν την αλήθεια. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή, μόνο αυτή» («Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Ουσιαστικά, το αν οι άνθρωποι μπορούν ή όχι να αποκτήσουν σωτηρία δεν εξαρτάται από το τι καθήκον εκπληρώνουν, μα από το αν έχουν κατανοήσει και κερδίσει την αλήθεια και από το αν μπορούν ή όχι να υποταχθούν στις ενορχηστρώσεις του Θεού και να είναι αληθινά δημιουργήματα. Ο Θεός είναι δίκαιος, και αυτή είναι η αρχή με την οποία μετρά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτή η αρχή είναι αμετάβλητη και πρέπει να τη θυμάσαι. Μη σκεφτείς, συνεπώς, να βρεις κάποιο άλλο μονοπάτι, και μην προσπαθήσεις να προσαρμόσεις αυτήν την αρχή σύμφωνα με τις συνθήκες. Τη στιγμή που θα το κάνεις, θα έχεις διαπράξει μια ανόητη, αδαή πράξη. Ο Θεός δεν είναι ελαστικός ως προς αυτό το θέμα και τα πρότυπα που απαιτεί από όλους όσοι αποκτούν σωτηρία είναι αμετάβλητα· παραμένουν τα ίδια όποιος κι αν είσαι» (Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού). Μπορούσα να δω τη δίκαιη διάθεση του Θεού μέσα στον λόγο Του. Ο Θεός δεν καθορίζει την έκβαση και τον προορισμό ενός ατόμου βάσει του καθήκοντος που επιτελεί, του πόση δουλειά έχει κάνει ή πόσο έχει συνεισφέρει. Εξετάζει εάν μπορεί να υποταχθεί στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις Του και να πράξει το καθήκον ενός δημιουργήματος κι αν είναι τελικά σε θέση να κερδίσει την αλήθεια και να αλλάξει τη διάθεση της ζωής του. Εάν δεν επιδιώκω την αλήθεια στην πίστη μου, τότε, ανεξάρτητα από το πόσο καταπληκτικό ή εντυπωσιακό μπορεί να φαίνεται το καθήκον μου στους άλλους, ποτέ δεν θα μπορέσω να κερδίσω την αλήθεια, πόσω μάλλον την έγκριση του Θεού και την πλήρη σωτηρία Του. Σκέφτηκα κάποια αντίχριστη που είχε εκδιώξει η εκκλησία μας. Είχε ασκήσει κάποια σημαντικά καθήκοντα και είχε εργαστεί ως επικεφαλής και μερικά νέα μέλη της εκκλησίας την είχαν περί πολλού. Όμως δεν επιδίωκε την αλήθεια ή την αλλαγή διάθεσης στο καθήκον της, αντίθετα ανταγωνιζόταν για την υπόληψη και το κύρος και προσκολλήθηκε στο μονοπάτι του αντίχριστου. Έκανε κάθε είδους κακό και διατάρασσε το έργο του οίκου του Θεού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τελικά εκδιώχθηκε. Είδα επίσης ότι υπήρχαν μερικοί αδελφοί και αδελφές που ασκούσαν συνήθη καθήκοντα, τα οποία δεν φαίνονταν κάτι ξεχωριστό, απλώς όμως τα εκτελούσαν ήσυχα χωρίς παράπονα. Όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα, αναζητούσαν την αλήθεια και το θέλημα του Θεού. Είχαν τη διαφώτιση και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος στα καθήκοντά τους και τα πήγαιναν όλο και καλύτερα στο έργο τους. Βίωναν όλο και περισσότερο την ανθρώπινη ομοιότητα. Αυτό μου έδειξε ότι στην πίστη, η απόκτηση της αλήθειας δεν έχει καμία σχέση με το ποιο είναι το καθήκον κάποιου. Ανεξάρτητα από το καθήκον που επιτελεί κάποιος, η επιδίωξη της αλήθειας και η αλλαγή της διάθεσης είναι κομβικής σημασίας. Αυτό είναι το μόνο σωστό μονοπάτι να ακολουθεί κανείς. Τώρα, είτε ο επικεφαλής με βάζει να δουλέψω ως μηχανικός σκηνής είτε ως βοηθός σε αγρόκτημα, αυτό συνιστά την κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού και αυτό χρειάζομαι για την είσοδό μου στη ζωή. Θα πρέπει πάντοτε να το ενστερνίζομαι και να υποτάσσομαι σ’ αυτό. Στο καθήκον μου, θα πρέπει να αναζητώ την αλήθεια, να κάνω πράξη τον λόγο του Θεού και να ενεργώ σύμφωνα με τις αρχές της αλήθειας. Μόνο αυτό συνάδει με το θέλημα του Θεού. Η συνειδητοποίηση όλων αυτών με άφησε με μια αίσθηση ελευθερίας. Ο επικεφαλής μού ανέθεσε αργότερα περισσότερα συνηθισμένα καθήκοντα, τα οποία αποδέχτηκα ήρεμα. Προσφέρθηκα μάλιστα και να βοηθήσω αδελφούς και αδελφές με τις δουλειές του σπιτιού στον ελεύθερο χρόνο μου. Όταν ασκήθηκα κατ’ αυτόν τον τρόπο διαπίστωσα ότι είτε βοηθούσα στον καθαρισμό, τη δενδροφύτευση ή το σκάψιμο ενός χαντακιού, πάντα υπήρχε κάτι να μάθω. Ο Θεός δεν μεροληπτούσε εναντίον μου επειδή έκανα σωματική εργασία. Εφόσον το έκανα με την καρδιά μου, αναζητούσα την αλήθεια και έκανα πράξη τον λόγο του Θεού, μπορούσα να δρέψω κάθε είδους καρπούς.

Αφού το βίωσα αυτό, συνειδητοποίησα πραγματικά ότι, ανεξάρτητα από το καθήκον μου, ήταν αυτό που είχε κανονίσει ο Θεός και αυτό που χρειαζόμουν για την είσοδό μου στη ζωή. Θα πρέπει πάντοτε να το αποδέχομαι και να υπακούω, να αντεπεξέρχομαι στο καθήκον και τις ευθύνες μου και να αναζητώ την αλήθεια και την αλλαγή διάθεσης καθ’ όλη αυτήν τη διαδικασία. Μολονότι κατέτασσα πάντοτε τα διάφορα καθήκοντα και είχα αντισταθεί όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα καθήκον που δεν μου άρεσε, γεμάτος ανυπακοή και αντίθεση προς τον Θεό, και πάλι Εκείνος δεν με μεταχειρίστηκε σύμφωνα με τις παραβάσεις μου. Αντίθετα, με καθοδήγησε βήμα-βήμα με τον λόγο Του, επιτρέποντάς μου να κατανοήσω την αλήθεια και να γνωρίσω τις ευθύνες και την αποστολή ενός δημιουργήματος. Μετέστρεψε τη λανθασμένη μου οπτική ώστε να μπορέσω να προσεγγίσω το καθήκον μου σωστά και να αρχίσω να Τον υπακούω. Δόξα τω Θεώ!

Προηγούμενο: 10. Το καθήκον κάποιου μπορεί να εκτελείται σωστά μόνο μετά την αντιμετώπιση της επιπολαιότητας

Επόμενο: 14. Πώς πρέπει να βλέπετε το καθήκον σας

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

19. Η μετάνοια ενός αξιωματικού

Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι σήμερα, όλα όσα έχει κάνει ο Θεός στο έργο Του είναι αγάπη, χωρίς κανένα...

9. Το ξαλάφρωμα της καρδιάς

Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Το έργο του Θεού κατά τη διάρκεια τούτης της εποχής είναι κυρίως η παροχή των λόγων σχετικά με τη ζωή του...

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο