81. Το δίδαγμα που άντλησα όταν αποπέμφθηκαν οι συγγενείς μου
Οι γονείς μου κι εγώ αρχίσαμε να πιστεύουμε στον Κύριο όταν ήμουν 17 ετών. Το 2001, ολόκληρη η οικογένειά μου αποδέχθηκε το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες και μετά αρχίσαμε όλοι να κάνουμε τα καθήκοντά μας. Σκεφτόμουν ότι, εφόσον συνεχίζαμε να δαπανούμε εαυτόν και να κάνουμε τα καθήκοντά μας για τον Θεό, και ακολουθούσαμε τον Παντοδύναμο Θεό μέχρι το τέλος, αφού ο Θεός είναι δίκαιος, όταν ολοκληρωνόταν το έργο Του, όλη η οικογένειά μας θα σωζόταν και θα εισερχόταν στη βασιλεία του Θεού.
Στα τέλη του 2012, ενώ κήρυττα το ευαγγέλιο, με συνέλαβε το ΚΚΚ. Όταν με άφησαν ελεύθερη, έφυγα από το σπίτι μου για να κάνω αλλού το καθήκον μου, ώστε να μη συλληφθώ ξανά. Το 2014, συνάντησα τον πατέρα μου στο μέρος όπου έκανα το καθήκον μου. Όταν τον είδα να κάνει ενεργά το καθήκον του και έμαθα ότι και η αδελφή μου έκανε το καθήκον της στην εκκλησία, χάρηκα πάρα πολύ. Σκέφτηκα ότι, εδώ και πάνω από μια δεκαετία, όλα τα μέλη της οικογένειάς μας έκαναν καθένας τα καθήκοντά του, και θεωρούσα ότι, εφόσον συνεχίσουμε να κάνουμε τα καθήκοντά μας και ακολουθήσουμε μέχρι το τέλος, όταν ολοκληρωνόταν το έργο του Θεού, όλη η οικογένειά μας θα σωζόταν και θα εισερχόταν στη βασιλεία του Θεού. Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, μια μέρα το 2015, οι επικεφαλής της περιφέρειας ήρθαν να μας μιλήσουν για το έργο και ανέφεραν μια επιστολή από την εκκλησία της ιδιαίτερης πατρίδας μου, λέγοντας ότι ο πατέρας μου στις συναθροίσεις όλο μιλούσε για τα ελαττώματα του επικεφαλής και, με όποιον τρόπο κι αν είχε γίνει συναναστροφή μαζί του, δεν άλλαζε τακτική. Έλεγε, μάλιστα, ότι ο επικεφαλής δεν κατανοούσε τίποτα και πρότεινε να βρεθεί κάποιος ειδικός για να συναναστραφεί μαζί του. Αυτό αναστάτωνε τους αδελφούς και τις αδελφές, και τους εμπόδιζε να συναθροιστούν με ηρεμία. Οι επικεφαλής της περιφέρειας είπαν ότι σχεδίαζαν να εξετάσουν τις λεπτομέρειες της κατάστασης και κατόπιν να συναναστραφούν όπως έπρεπε με τον πατέρα μου. Έκανα πως τάχα ήμουν ήρεμη και είπα: «Πώς είναι δυνατόν η κατάσταση του πατέρα μου να είναι τόσο άσχημη;» Μέσα μου, όμως, ήμουν θυμωμένη και στενοχωρημένη, και σκεφτόμουν: «Τι έχει πάθει; Πιστεύει πάνω από δέκα χρόνια στον Θεό, αλλά δεν κάνει σωστά τα καθήκοντά του και προκαλεί αναστάτωση;» Εκείνη τη στιγμή, ήθελα απελπισμένα να δω τον πατέρα μου το συντομότερο δυνατόν, για να του μιλήσω και να προσπαθήσω να τον πείσω να σταματήσει να προκαλεί αναστάτωση. Ήξερα, όμως, ότι είχε αλαζονική διάθεση, ότι δεν έκανε πίσω όταν θεωρούσε ότι είχε δίκιο και ότι οι απόπειρές μου να τον πείσω δεν θα είχαν αποτέλεσμα. Αν συνέχιζε να προκαλεί αναστάτωση χωρίς να μετανοεί, η φύση αυτού του πράγματος θα ήταν πολύ σοβαρή και θα βρισκόταν αντιμέτωπος με αποπομπή. Απ’ όταν βρήκε τον Κύριο μέχρι που αποδέχθηκε αυτό το στάδιο του έργου του Θεού, ο πατέρας μου πίστευε σχεδόν είκοσι χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα, είχε υποφέρει πολύ, συνεχίζοντας, μάλιστα, να κάνει τα καθήκοντά του σε επικίνδυνες συνθήκες. Αν τον απέπεμπαν, δεν θα πήγαιναν στράφι όλα αυτά τα χρόνια που υπέφερε; Η ζωή του μέσα στην πίστη θα έφτανε οριστικά στο τέλος της. Όταν τα σκέφτηκα όλα αυτά, είπα στους επικεφαλής: «Αν μπορέσω να δω τον πατέρα μου και προσπαθήσω να τον λογικέψω, ίσως μεταστραφεί η κατάστασή του». Είπε ένας από εκείνους: «Είσαι πολύ φορτισμένη τώρα, οπότε αν δεις τον πατέρα σου, θα ενεργήσεις είτε παρορμητικά είτε συναισθηματικά. Έχεις να κάνεις το καθήκον σου· θα πάμε εμείς να συναναστραφούμε με τον πατέρα σου. Εσύ προς το παρόν επικεντρώσου στο καθήκον σου». Σκέφτηκα ότι ήταν σωστό αυτό που έλεγε ο επικεφαλής και ότι καλύτερα να συναναστρέφονταν εκείνοι μαζί του. Τις επόμενες μέρες, είχα αναστατωθεί τόσο πολύ από την ιστορία με τον πατέρα μου που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, μου είχε κοπεί η όρεξη, οι σκέψεις μου ήταν ένα χάος και δεν μπορούσα να εστιάσω στο καθήκον μου. Ήλπιζα ότι, μέσα από τη συναναστροφή τους, ο πατέρας μου θα μεταστρεφόταν και, τουλάχιστον, δεν θα αποπεμπόταν. Ένιωθα ότι, εφόσον μπορούσε να μείνει στον οίκο του Θεού έστω και ως απλός δουλευτής, θα είχε ακόμη ελπίδα να σωθεί. Κάθε μέρα, λοιπόν, περίμενα με ανυπομονησία κάποια καλή είδηση για τον πατέρα μου.
Πριν περάσει πολύς καιρός, έλαβα μια επιστολή από τους αδελφούς και τις αδελφές που ήταν υπεύθυνοι για το έργο της εκκαθάρισης. Μου ζητούσαν να παρουσιάσω τη συνεχιζόμενη συμπεριφορά του πατέρα μου και να τον αξιολογήσω. Όταν διάβασα την επιστολή, ένιωσα έναν απερίγραπτο πόνο στην καρδιά μου και βούρκωσα. Δυσκολευόμουν πολύ ν’ αποδεχθώ αυτό το γεγονός και σκέφτηκα: «Φαίνεται ότι το πρόβλημα του πατέρα μου είναι σοβαρό. Αν έχει κακή συμπεριφορά, θ’ αποπεμφθεί και τότε θα αποκοπεί για πάντα από τον οίκο του Θεού. Τότε η ζωή του μέσα στην πίστη θα λάβει οριστικά τέλος. Δεν θα έχει καμία ελπίδα να σωθεί». Επιφανειακά, έλεγα ότι ο πατέρας μου δεν είχε πολύ καλή ανθρώπινη φύση και ότι, αν αποπεμπόταν, αυτό θα ήταν η δικαιοσύνη του Θεού. Βαθιά μέσα μου, όμως, συνεχώς ανησυχούσα: «Αν στ’ αλήθεια αποπεμφθεί ο πατέρας μου, θα το αντέξει, άραγε; Έχει πατήσει τα εξήντα —πώς θα συνεχίσει να ζει αν αποπεμφθεί;» Αμέσως γονάτισα και προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, πονάω πολύ βλέποντας ότι ο πατέρας μου απειλείται με αποπομπή. Σε παρακαλώ, προστάτεψε την καρδιά μου, ώστε να μην παραπονεθώ, να μην Σε παρεξηγήσω και να μπορέσω να υποταχθώ». Προσευχήθηκα ξανά και ξανά. Ενώ έγραφα την αξιολόγηση του πατέρα μου, σκεφτόμουν ότι η ανθρώπινη φύση του δεν ήταν καλή και ότι, ενώ ήταν έξω στον κόσμο, παραλίγο να κάνει ακραία πράγματα. Αν έγραφα γι’ αυτές τις πτυχές της συμπεριφοράς του πατέρα μου και η εκκλησία αξιολογούσε τη συνεχιζόμενη διαγωγή του, δεν θ’ αποφάσιζαν να τον αποπέμψουν; Από όταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου πάντα μου φερόταν πολύ καλά. Όταν ήμουν μικρή, είχα αδύναμη κράση και συνέχεια κρυολογούσα. Όταν μου έκαναν ενέσεις, δεν ήθελα να περπατήσω κι εκείνος με κουβαλούσε μέχρι το σπίτι. Τα χρόνια που έλειπα από το σπίτι για να κάνω το καθήκον μου, οι γονείς μου έκαναν αιματηρές οικονομίες για να μαζεύουν χρήματα για μένα και με είχαν βοηθήσει πολύ. Αρκετές φορές, τα πεθερικά μου είχαν προκαλέσει φασαρίες στο σπίτι μας, και ο πατέρας μου συχνά ανησυχούσε για τα προβλήματά μου. Ένιωθα, λοιπόν, ότι ίσως να μην έπρεπε να γράψω για την κακή ανθρώπινη φύση του και, αντ’ αυτού, να έγραφα ότι δαπανούσε τον εαυτό του με ενθουσιασμό. Έτσι, όταν οι αδελφοί και οι αδελφές έβλεπαν ότι η συμπεριφορά του στο παρελθόν ήταν καλή, ίσως να του έδιναν μια ευκαιρία να μετανοήσει και να τον άφηναν να παραμείνει ως απλός δουλευτής, οπότε θα είχε ακόμα ελπίδες να σωθεί. Τις επόμενες μέρες, ανησυχούσα τόσο γι’ αυτό το ζήτημα που δεν μπορούσα να επικεντρωθώ στο καθήκον μου. Μέσα στον πόνο μου, θυμήθηκα μια φράση του λόγου του Θεού: «Αν οποιοσδήποτε κάνει κάτι που βλάπτει την εκκλησία, ακόμη κι αν είναι οι γονείς σου, αυτό είναι απαράδεκτο!» Έτσι, έψαξα το χωρίο στο οποίο περιλαμβανόταν αυτή η φράση. Ο Θεός λέει: «Πρέπει να επιδεικνύεις δύναμη και κότσια, και να παραμένεις ακλόνητος στη μαρτυρία σου για Μένα· ύψωσε το ανάστημά σου και μίλα για λογαριασμό Μου και μη φοβάσαι τι θα πουν ενδεχομένως οι άλλοι άνθρωποι. Απλώς ικανοποίησε τις προθέσεις Μου και μην αφήνεις κανέναν να σε περιορίζει. […] Εγώ είμαι το στήριγμά σου και η ασπίδα σου και τα πάντα βρίσκονται στα χέρια Μου. Άρα, τι φοβάσαι; Δεν γίνεσαι υπερβολικά συναισθηματικός; Πρέπει να παραμερίσεις τα συναισθήματά σου όσο το δυνατόν νωρίτερα· δεν ενεργώ με βάση τα συναισθήματά μου, αλλά αντ’ αυτού ασκώ δικαιοσύνη. Αν οποιοσδήποτε κάνει κάτι που βλάπτει την εκκλησία, ακόμη κι αν είναι οι γονείς σου, αυτό είναι απαράδεκτο!» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ομιλίες του Χριστού στην αρχή, Κεφάλαιο 9). Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού, ένιωσα βαθιά αγωνία και στενοχώρια. Η πρόθεση του Θεού για μένα ήταν, όταν αντιμετωπίζω διάφορα πράγματα, να τάσσομαι με το μέρος της αλήθειας και όχι να ενεργώ με βάση τα συναισθήματα· να τηρώ τις αλήθεια-αρχές· και να προασπίζομαι τα συμφέροντα του οίκου του Θεού. Όταν, όμως, έμαθα ότι έπρεπε να δώσω λεπτομέρειες για τη συνεχιζόμενη συμπεριφορά του πατέρα μου, δεν είδα τα πράγματα σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές· αντ’ αυτού, αναπολούσα το πόσο καλά μου φερόταν ο πατέρας μου από τότε που ήμουν μικρή, και έχασα τη θέση και τις αρχές μου. Έφτασα μέχρι και να σκεφτώ να τον συναντήσω αυτοπροσώπως για να επιχειρήσω να του μιλήσω, ώστε να σταματήσει να προκαλεί κι άλλη αναστάτωση. Έτσι, δεν θα τον απέπεμπαν και θα μπορούσε να παραμείνει ως απλός δουλευτής και θα είχε μια ευκαιρία να σωθεί. Αν είχα μια σταλιά συνείδηση και λογική, θα έπρεπε να είχα σταθεί στο πλευρό του Θεού, να είχα προασπίσει το έργο της εκκλησίας και να είχα γράψει με ειλικρίνεια όσα ήξερα για τη συμπεριφορά του. Όμως εγώ έδειξα ευνοιοκρατία στον πατέρα μου με βάση τα συναισθήματά μου και ήθελα να αναδείξω την καλή συμπεριφορά του, ενώ ταυτόχρονα θα ωραιοποιούσα την κακή συμπεριφορά του ή δεν θα την ανέφερα καθόλου. Είχα καθόλου θεοφοβούμενη καρδιά; Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, έγραψα με ειλικρίνεια για όλες τις πτυχές της συμπεριφοράς του πατέρα μου που γνώριζα και κατόπιν έδωσα την αναφορά στους αδελφούς και τις αδελφές.
Λίγο αργότερα, είδα την ανακοίνωση για την αποπομπή του. Ο πατέρας μου όχι μόνο μιλούσε για τα ελαττώματα του επικεφαλής, αλλά και δεν αποδεχόταν καθόλου την αλήθεια. Επιπλέον, χρησιμοποιούσε τα λόγια του Θεού εκτός του πλαισίου τους, καταδικάζοντας και κατηγορώντας όποιον συναναστρεφόταν μαζί του. Είχε αναστατώσει ξανά και ξανά την εκκλησιαστική ζωή, είχε αρνηθεί κάθετα να μετανοήσει κι έτσι, τελικά, αποπέμφθηκε. Ο πατέρας μου, όπως έδειχνε η συνεχιζόμενη συμπεριφορά του, ήταν αληθινά παράλογος, δεν διέθετε πνευματική κατανόηση, και η φύση του απεχθανόταν και μισούσε στο έπακρο την αλήθεια. Το γεγονός ότι αποπέμφθηκε ήταν όντως η δικαιοσύνη του Θεού. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, εγκατέλειψα τα συναισθήματα που είχα για κείνον.
Μια μέρα του Μαρτίου του 2022, πήρα ένα γράμμα από τους επικεφαλής της εκκλησίας της αδελφής μου στο οποίο μου έλεγαν ότι η τελευταία είχε να πατήσει σε συνάθροιση από τον Αύγουστο του 2021. Σύμφωνα με την αρχή της εκκλησίας, όσοι, για μεγάλα διαστήματα, δεν συναθροίζονται, δεν επιδιώκουν την αλήθεια και δεν κάνουν τα καθήκοντά τους πρέπει να αποπέμπονται. Μου ζητούσαν, λοιπόν, να παρουσιάσω γραπτώς τη συνεχιζόμενη συμπεριφορά της αδελφής μου το συντομότερο. Όταν το διάβασα αυτό, ένιωσα έναν τρομερό πόνο να μου ξεσχίζει την καρδιά· δεν μπορούσα με τίποτα να αποδεχθώ αυτό το γεγονός. Ήμουν ανάστατη και δεν μπορούσα να επικεντρωθώ στην επικοινωνία με τις αδελφές σχετικά με το έργο. Έτσι, κουλουριάστηκα κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς, κρατώντας το κεφάλι μου. Όταν με είδαν έτσι οι αδελφές, έτρεξαν να με βοηθήσουν με τη συναναστροφή τους, όμως τα λόγια τους δεν μ’ άγγιζαν. Σκέφτηκα: «Πώς είναι δυνατόν; Πριν λίγο καιρό, η αδελφή μου μου έστειλε ένα γράμμα, μαζί με λίγα χρήματα για τα έξοδά μου. Πώς είναι δυνατόν να έκοψε κάθε επαφή με την εκκλησία μέσα σε μόλις λίγους μήνες; Μήπως συνέβη κάτι στο σπίτι; Θυμάμαι ότι η αδελφή μου πάντοτε δαπανούσε με ενθουσιασμό τον εαυτό της στην πίστη της και ήταν ενεργή στα καθήκοντά της. Γιατί δεν είναι σε επαφή με την εκκλησία τελευταία; Κάτι πολύ σοβαρό πρέπει να συνέβη στο σπίτι. Μήπως η εκκλησία πρέπει να της δώσει άλλη μια ευκαιρία να μετανοήσει;» Την ίδια μέρα, έμαθα και ότι η εκκλησία απλώς συγκέντρωνε πληροφορίες για τη συνεχιζόμενη συμπεριφορά της και ότι, αν μετανοούσε ειλικρινά και ήταν πρόθυμη να πιστεύει με αφοσίωση στον Θεό, θα είχε ακόμη μια ευκαιρία να μετανοήσει. Εγώ, όμως, συνέχισα ν’ ανησυχώ: «Κι αν η αδελφή μου δεν επιστρέψει σύντομα στις συναθροίσεις;» Εκείνο το βράδυ, στριφογύριζα στο κρεβάτι και δεν μ’ έπιανε ύπνος. Οι όμορφες αναμνήσεις από τότε που όλοι στην οικογένεια πιστεύαμε στον Θεό και κάναμε τα καθήκοντά μας περνούσαν σαν ταινία από το μυαλό μου. Η αδελφή μου ανέκαθεν με φρόντιζε απ’ όταν ήμασταν μικρές. Όταν ήμουν σε κακή κατάσταση, με στήριζε και, όταν έκανα το καθήκον μου αλλού, συχνά μου έστελνε χρήματα για τα έξοδά μου. Λίγα χρόνια πριν, είχε αποπεμφθεί ο πατέρας μου· αν τώρα αποπεμπόταν κι αδερφή μου, θα πήγαιναν στράφι όλα τα χρόνια της πίστης τους και δεν θα είχαν καμία ελπίδα να σωθούν. Καθώς τα σκεφτόμουν αυτά, μ’ έπνιγε η θλίψη, κι ένα αίσθημα αγωνίας έσφιγγε την καρδιά μου. Τις επόμενες μέρες, βίωσα βαθύ εξευγενισμό εξαιτίας της αδελφής μου, η κατάστασή μου ήταν πολύ κακή και δεν μπορούσα να γαληνέψω την καρδιά μου στα καθήκοντά μου. Σκεφτόμουν: «Πρέπει να γυρίσω σπίτι και να κάνω μια σοβαρή συζήτηση με την αδελφή μου. Εφόσον επιστρέψει στην εκκλησία και κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί στα καθήκοντά της, δεν θα αποπεμφθεί». Ύστερα, όμως, σκέφτηκα το εξής: «Με κυνηγούν επειδή πιστεύω στον Θεό. Έχω φάκελο στην αστυνομία και, αν φανώ απερίσκεπτη, γυρίσω σπίτι και με πιάσουν, δεν θα μπορώ να κάνω τα καθήκοντά μου και θα βάλω σε κίνδυνο τους αδελφούς και τις αδελφές. Οι συνέπειες θα ήταν αδιανόητες». Στο μυαλό μου επικρατούσε χάος και δεν ήξερα τι να κάνω. Τρεις μέρες αργότερα, άρχισα να ζαλίζομαι, είχα ταχυπαλμία, ένιωθα ένα σφίξιμο στο στήθος και δυσκολευόμουν ν’ ανασάνω. Στην αρχή νόμισα ότι είχα κρυολογήσει και θεωρούσα ότι θα γινόμουν καλά με ανάπαυση και φάρμακα. Αφού, όμως, πήρα κάποια φάρμακα, η κατάστασή μου όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλά και χειροτέρευε συνεχώς. Ένιωθα ότι, ενώ περπατούσα, θα σωριαζόμουν ανά πάσα στιγμή. Μόνο τότε προσήλθα ενώπιον του Θεού και προσευχήθηκα: «Θεέ μου, τι μου συμβαίνει; Μήπως έκανα κάτι που δεν συμβαδίζει με τις προθέσεις Σου, πράγμα που θα Σε κάνει να με πειθαρχήσεις; Θεέ μου, προσεύχομαι να με διαφωτίσεις και να με καθοδηγήσεις, ώστε να κατανοήσω την πρόθεσή Σου σ’ αυτήν την αρρώστια». Αργότερα, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι, στο ζήτημα που προέκυψε πρόσφατα αναφορικά με την αδελφή μου, ζούσα μέσα στα συναισθήματά μου και ήθελα συνέχεια να παραμερίσω τα καθήκοντά μου για να τη στηρίξω, καθώς και ότι, στο συγκεκριμένο ζήτημα, δεν αναζήτησα ποτέ την πρόθεση του Θεού.
Στη συνέχεια, προσευχήθηκα στον Θεό κι έψαξα κάποια από τα λόγια Του για να αντιμετωπίσω τις ανησυχίες μου. Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Γιατί ένας σύζυγος αγαπά τη γυναίκα του; Γιατί μια σύζυγος αγαπά τον άντρα της; Γιατί δείχνουν τα παιδιά ευσέβεια απέναντι στους γονείς τους; Γιατί οι γονείς λατρεύουν τα παιδιά τους; Τι λογής προθέσεις τρέφουν στην πραγματικότητα οι άνθρωποι; Δεν έχουν πρόθεση να ικανοποιήσουν τα δικά τους σχέδια και τις εγωιστικές τους επιθυμίες; Έχουν πράγματι πρόθεση να ενεργήσουν για χάρη του σχεδίου διαχείρισης του Θεού; Ενεργούν πραγματικά για χάρη του έργου του Θεού;» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ο Θεός και ο άνθρωπος θα εισέλθουν στην ανάπαυση μαζί). Καθεμιά από τις ερωτήσεις του Θεού με γέμισαν ντροπή. Αναρωτήθηκα: «Ήθελα να παραμερίσω τα καθήκοντά μου και να γυρίσω σπίτι, μπας και λογικέψω την αδελφή μου. Όμως ήταν αυτό σε συμφωνία με τις προθέσεις του Θεού; Υπολόγιζα τις προθέσεις του Θεού εδώ; Όχι, αυτές οι επιθυμίες ήταν νοθευμένες από συναισθήματα». Ένιωσα ευγνωμοσύνη για την καθοδήγηση των λόγων του Θεού, που απέτρεψαν τις παρορμητικές, ανόητες ενέργειές μου. Αλλιώς, υπό την επιρροή των συναισθημάτων μου, θα είχα παραμερίσει τα καθήκοντά μου και θα είχα γυρίσει σπίτι. Αν είχα συλληφθεί, οι συνέπειες θα ήταν αδιανόητες.
Πριν περάσει πολύς καιρός, έλαβα μια επιστολή από τους αδελφούς και τις αδελφές που επέβλεπαν το έργο της εκκαθάρισης. Μου ζητούσαν να παρουσιάσω τη μόνιμη συμπεριφορά της αδελφής μου. Ένιωθα κάποια θλίψη στη σκέψη ότι η αδελφή μου μπορεί να αποπεμπόταν. Μίλησα για την κατάστασή μου στην αδελφή με την οποία συγκατοικούσαμε, κι εκείνη μου διάβασε αρκετά χωρία των λόγων του Θεού. Μέσα από τη συναναστροφή με την αδελφή, κατάλαβα ότι στον οίκο του Θεού κυριαρχεί η αλήθεια και η δικαιοσύνη, και ότι ο οίκος του Θεού δεν θα αδικήσει ποτέ έναν καλό άνθρωπο, αλλά ούτε θ’ αφήσει ατιμώρητο έναν κακοποιό. Εφόσον η εκκλησία συνέτασσε μητρώο για τη συμπεριφορά της αδελφής μου, αυτό συνέβαινε με την άδεια του Θεού και, παρόλο που εγώ δεν μπορούσα να το διακρίνω, έπρεπε κατ’ αρχάς να υποταχθώ και να παράσχω όσες πληροφορίες είχα για τη συμπεριφορά της. Όποια κι αν ήταν η κατάληξη, θα την αποδεχόμουν από τον Θεό. Αργότερα, είδα το μητρώο της συμπεριφοράς της αδελφής μου που είχαν συγκροτήσει οι αδελφοί και οι αδελφές, και ανέφερε ότι τα τελευταία χρόνια επικεντρωνόταν μόνο στο να βγάλει λεφτά για να στηρίξει την προετοιμασία του γιου της για το πανεπιστήμιο και ότι δεν είχε κανένα αίσθημα φορτίου για τα καθήκοντά της. Στα καθήκοντά της, ήταν πάντοτε επιπόλαιη, ενεργούσε κατά το δοκούν, κωλυσιεργούσε, ήταν ανεύθυνη και προκαλούσε μεγάλες καθυστερήσεις στο έργο της εκκλησίας. Ακόμη και αφότου οι αδελφοί και οι αδελφές επισήμαναν επανειλημμένα τα προβλήματά της και της πρόσφεραν βοήθεια, εκείνη δεν άλλαξε, δεν ένιωσε ενοχές ούτε μεταμελήθηκε. Στο σπίτι, σπανίως έτρωγε κι έπινε τα λόγια του Θεού ή έβλεπε τα βίντεο που έβγαζε ο οίκος του Θεού. Επικεντρωνόταν μόνο στο να δουλεύει για να βγάλει λεφτά και, στο τέλος, δεν πήγαινε καν στις συναθροίσεις. Μια αδελφή πήγε για να τη στηρίξει, αλλά εκείνη είπε: «Όταν είχε αρρωστήσει η μητέρα μου, καλυτέρευσε αφότου άρχισε να πιστεύει στον Θεό. Έτσι, την ακολούθησα και πίστεψα κι εγώ. Τώρα, όμως, που η αρρώστια της υποτροπίασε, γιατί δεν νιώθω την ύπαρξη του Θεού;» Και μ’ αυτά τα λόγια, έφυγε. Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια πίστης στον Θεό, η οπτική της για τα πράγματα παρέμενε η ίδια με των απίστων. Εστίαζε μόνο στο ν’ ακολουθεί τις πονηρές τάσεις και δεν ήταν πρόθυμη να συμμετέχει στις συναθροίσεις ή να κάνει τα καθήκοντά της. Θύμωσα πολύ όταν είδα αυτές τις συμπεριφορές και, ταυτόχρονα, διέκρινα ότι η αδελφή μου είχε την ουσία των δύσπιστων. Τα πρώτα χρόνια της πίστης της, φαινόταν να δαπανά εαυτόν με πάθος, οπότε θεωρούσα ότι η πίστη της στον Θεό ήταν γνήσια. Πλέον, συνειδητοποιούσα ότι, ευθύς εξαρχής, είχε λάθος προθέσεις και σκοπό στην πίστη της. Άρχισε να πιστεύει στον Θεό μόνο όταν έγινε μάρτυρας της χάρης και των ευλογιών του Θεού, βλέποντας τη θαυματουργή ανάρρωση της μητέρας μου από τη μακροχρόνια ασθένειά της μέσα από την πίστη στον Θεό, καθώς και το πώς βελτιώθηκε η ζωή της οικογένειάς μας σιγά σιγά. Αργότερα, όταν η μητέρα μου αρρώστησε πάλι, η αδελφή μου είδε ότι δεν αποκόμιζε τα οφέλη που ήθελε από την πίστη στον Θεό και η επιθυμία της για ευλογίες έγινε κομμάτια. Έτσι, στράφηκε εναντίον του Θεού, Τον αρνήθηκε και παραπονέθηκε γι’ Αυτόν. Ήταν τελείως ανεύθυνη στα καθήκοντά της και τα έβλαψε, αλλά δεν έδειξε ούτε τύψεις ούτε ενοχές. Από τη συμπεριφορά της ήταν προφανές ότι δεν επιδίωκε καθόλου την αλήθεια και η πίστη της στον Θεό δεν ήταν γνήσια. Είχε την ουσία των δύσπιστων.
Αργότερα, στοχάστηκα το εξής: Πάντα θεωρούσα ότι, εφόσον ολόκληρη η οικογένειά μας πίστευε στον Θεό, αν κάναμε θυσίες, δαπανούσαμε εαυτόν για τον Θεό και Τον ακολουθούσαμε μέχρι το τέλος, τελικά θα σωζόμασταν. Όμως ήταν στ’ αλήθεια σωστή αυτή η άποψη; Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Οι άνθρωποι λένε ότι ο Θεός είναι ένας δίκαιος Θεός και ότι όσο ο άνθρωπος Τον ακολουθεί μέχρι το τέλος, θα είναι σίγουρα αμερόληπτος απέναντι στον άνθρωπο, γιατί είναι και πολύ δίκαιος. Αν ο άνθρωπος Τον ακολουθήσει μέχρι το τέλος, θα μπορούσε να βάλει στην άκρη τον άνθρωπο; Είμαι αμερόληπτος απέναντι σε όλους τους ανθρώπους και κρίνω όλους τους ανθρώπους με τη δίκαιη διάθεσή Μου, όμως υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες για τις απαιτήσεις που θέτω στον άνθρωπο και αυτό που απαιτώ πρέπει να επιτευχθεί από όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι. Δεν Με νοιάζει ποια είναι τα προσόντα σου ή πόσο καιρό τα έχεις· το μόνο που Με ενδιαφέρει είναι το εάν ακολουθείς την οδό Μου και αν αγαπάς την αλήθεια και διψάς γι’ αυτήν. Αν δεν έχεις την αλήθεια και, αντ’ αυτού, ντροπιάζεις το όνομά Μου και δεν ενεργείς σύμφωνα με την οδό Μου, κι απλώς με ακολουθείς ανέμελα ή χωρίς να νοιάζεσαι, τότε, εκείνη τη στιγμή, θα σε χτυπήσω και θα σε τιμωρήσω για την κακία σου και τι θα έχεις να πεις τότε; Θα μπορέσεις να πεις ότι ο Θεός δεν είναι δίκαιος; Αν έχεις συμμορφωθεί με τα λόγια που είπα σήμερα, τότε είσαι το είδος του ανθρώπου που εγκρίνω. Λες ότι πάντα υποφέρεις ακολουθώντας τον Θεό, ότι Τον ακολούθησες στις φουρτούνες, και έχεις μοιραστεί μαζί Του τους καλούς και τους κακούς καιρούς, αλλά δεν έχεις βιώσει τα λόγια του Θεού· επιθυμείς να τρέχεις μόνο για τον Θεό και να δαπανάς τον εαυτό σου για τον Θεό κάθε μέρα και ποτέ δεν έχεις σκεφτεί να βιώσεις μια ζωή με νόημα. Λες, επίσης: “Όπως και να ’χει, πιστεύω ότι ο Θεός είναι δίκαιος. Υποφέρω γι’ Αυτόν, τρέχω γι’ Αυτόν, κι αφιερώνω τον εαυτό μου σ’ Αυτόν και, ακόμα κι αν δεν πετύχω τίποτα, εργάζομαι σκληρά· σίγουρα θα με θυμηθεί”. Είναι αλήθεια ότι ο Θεός είναι δίκαιος, όμως αυτή η δικαιοσύνη δεν έχει μολυνθεί από καμία ακαθαρσία: Δεν περιέχει ανθρώπινη βούληση και δεν είναι μολυσμένη από τη σάρκα ή τις ανθρώπινες συναλλαγές. Όλοι όσοι επαναστατούν και αντιτίθενται, όλοι όσοι δεν συμμορφώνονται με την οδό Του, θα τιμωρηθούν· κανένας δεν συγχωρείται και κανένας δεν θα απαλλαχθεί! Κάποιοι λένε: “Σήμερα τρέχω για Σένα· όταν έρθει το τέλος, μπορείς να μου δώσεις μια μικρή ευλογία;” Έτσι, σε ρωτώ: “Έχεις συμμορφωθεί με τα λόγια Μου;” Η δικαιοσύνη για την οποία μιλάς βασίζεται σε μια συναλλαγή. Νομίζεις μόνο ότι είμαι δίκαιος και αμερόληπτος απέναντι σε όλους τους ανθρώπους και ότι όλοι εκείνοι που Με ακολουθούν μέχρι το τέλος σίγουρα θα σωθούν και θα κερδίσουν τις ευλογίες Μου. Υπάρχει εσωτερική σημασία στα λόγια Μου ότι “όλοι εκείνοι που Με ακολουθούν μέχρι το τέλος σίγουρα θα σωθούν”: Αυτοί που Με ακολουθούν μέχρι το τέλος είναι εκείνοι που θα κερδηθούν πλήρως από Μένα, είναι εκείνοι που αφού κατακτηθούν από Μένα, αναζητούν την αλήθεια και οδηγούνται στην τελείωση. Ποιες συνθήκες έχεις επιτύχει; Έχεις πετύχει μόνο να ακολουθείς Εμένα μέχρι το τέλος, αλλά τι άλλο; Έχεις συμμορφωθεί με τα λόγια Μου; Έχεις ολοκληρώσει μία από τις πέντε απαιτήσεις Μου, αλλά δεν έχεις καμία πρόθεση να ολοκληρώσεις τις υπόλοιπες τέσσερις. Απλώς βρήκες το απλούστερο, ευκολότερο μονοπάτι και το ακολούθησες ελπίζοντας απλώς να σταθείς τυχερός. Απέναντι σ’ ένα άτομο όπως εσύ, η δίκαιη διάθεσή Μου είναι αυτή της παίδευσης και της κρίσης, είναι μια δίκαιη ανταπόδοση και είναι η δίκαιη τιμωρία όλων των αμαρτωλών· όλοι εκείνοι που δεν ακολουθούν την οδό Μου θα τιμωρηθούν σίγουρα, ακόμα κι αν με ακολουθήσουν μέχρι το τέλος. Αυτή είναι η δικαιοσύνη του Θεού» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Οι εμπειρίες του Πέτρου: η γνώση του για την παίδευση και την κρίση). Ντράπηκα όταν διάβασα τα λόγια του Θεού. Οι άνθρωποι κρίνουν τους άλλους με βάση το φαίνεσθαι, αλλά ο Θεός κοιτάζει την ουσία του κάθε ανθρώπου. Ο Θεός δεν κοιτάζει πόσες θυσίες έχει κάνει κάποιος, πόσο έχει υποφέρει ή πόσον καιρό πιστεύει. Το κλειδί είναι το αν κάποιος ακολουθεί την οδό του Θεού, αν κάνει πράξη την αλήθεια και αν έχει αλλάξει η διάθεσή του. Με βάση αυτά καθορίζεται η έκβασή του. Εγώ, όμως, πίστευα ότι ο Θεός καθορίζει την έκβαση και τον προορισμό του κάθε ανθρώπου με βάση το αν μπορεί ν’ ακολουθεί μέχρι το τέλος, πόσον καιρό πιστεύει και πόσο έχει υποφέρει ή έχει δαπανήσει τον εαυτό του. Θεωρούσα ότι, αν όλοι μας ως οικογένεια πιστεύαμε στον Θεό, εφόσον κάναμε θυσίες και δαπανούσαμε εαυτόν και ακολουθούσαμε τον Θεό μέχρι το τέλος, όταν ολοκληρωνόταν το έργο του Θεού, όλη η οικογένειά μας θα είχε ελπίδα να σωθεί από τον Αυτόν και να οδηγηθεί στη βασιλεία Του για ν’ απολαύσει τις ευλογίες Του. Όλα αυτά, όμως, δεν ήταν παρά οι αντιλήψεις και οι φαντασιοκοπίες μου. Κατανόησα επίσης ότι, για να σωθεί κάποιος αφού έχει ακολουθήσει μέχρι το τέλος, πρέπει να μπορεί να επιδιώκει την αλήθεια και την αλλαγή διάθεσης, καθώς και να ασκείται στα πάντα σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, ώστε τελικά να καθαρθεί η διεφθαρμένη διάθεσή του. Επιπλέον, όταν αντιμετωπίζει δοκιμασίες και εξευγενισμό, πρέπει να μην προδίδει ούτε ν’ αρνείται τον Θεό, καθώς και να μπορεί ν’ ακολουθεί τον Θεό και να υποτάσσεται σ’ Αυτόν. Μόνο τέτοιοι άνθρωποι θα σωθούν τελικά από τον Θεό και θα οδηγηθούν στη βασιλεία Του. Εκείνοι που δεν επιδιώκουν την αλήθεια, που η διεφθαρμένη διάθεσή τους δεν αλλάζει και που συνεχίζουν να επαναστατούν ενάντια στον Θεό και να Του αντιστέκονται είναι εκείνοι τους οποίους απεχθάνεται ο Θεός. Αναλογίστηκα τις δύο φορές που αντιμετώπισα το θέμα της αποπομπής των συγγενών μου· δεν διέκρινα τότε την ουσία τους. Δεν ήξερα τι είδους ανθρώπους σώζει ή αποκλείει ο Θεός και τάχθηκα με το μέρος των σαρκικών συναισθημάτων· ήθελα να γυρίσω τρέχοντας σπίτι για να τους δω και να προσπαθήσω να τους λογικέψω. Θεωρούσα ότι, αν συναναστρεφόμουν μαζί τους και στην συνέχεια δεν προκαλούσαν αναστάτωση, δεν θα αποπέμπονταν. Θεωρούσα ότι, αν έμεναν στον οίκο του Θεού έστω και ως απλοί δουλευτές, θα είχαν ελπίδα να σωθούν. Όμως το σκεπτικό μου δεν συμφωνούσε στο παραμικρό με τα λόγια του Θεού. Σκέφτηκα αυτό που είχε πει ο Κύριος Ιησούς: «Δεν θέλει εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών πας ο λέγων προς εμέ, Κύριε, Κύριε, αλλ’ όστις ακολουθεί το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς. Πολλοί θέλουσιν ειπεί προς εμέ εν εκείνη τη ημέρα, Κύριε, Κύριε, δεν προεφητεύσαμεν εν τω ονόματί σου, και εν τω ονόματί σου εξεβάλομεν δαιμόνια, και εν τω ονόματί σου εκάμομεν θαύματα πολλά; Και τότε θέλω ομολογήσει προς αυτούς ότι ποτέ δεν σας εγνώρισα· φεύγετε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Κατά Ματθαίον 7:21-23). Συλλογίστηκα το εξής: «Γιατί εκείνοι που θυσιάστηκαν και δαπάνησαν εαυτόν για τον Κύριο δεν έλαβαν την έγκριση του Κυρίου Ιησού, αλλά, αντίθετα, ο Κύριος τους τιμώρησε και τους αναθεμάτισε;» Σύμφωνα με την οπτική μου, όποιος επιφανειακά θυσιάζεται και δαπανά, κι υποφέρει πολύ και ακολουθεί πολλά χρόνια τον Θεό, σίγουρα σώζεται. Γιατί, τότε, οι Φαρισαίοι, που υπηρετούσαν πολλά χρόνια τον Ιεχωβά στον ναό, όχι μόνο δεν σώθηκαν από τον Θεό, αλλά, αντίθετα, αναθεματίστηκαν και καταδικάστηκαν από τον Θεό, χαρακτηρίστηκαν υποκριτές και γεννήματα εχιδνών, και άκουσαν το «ουαί εις αυτούς»; Ο λόγος ήταν ότι μπορεί επιφανειακά να πίστευαν στον Θεό, αλλά δεν είχαν θεοφοβούμενη καρδιά, δεν ακολουθούσαν ποτέ την οδό του Θεού, ενώ έφτασαν μέχρι και να αρνηθούν τον Κύριο Ιησού, να Του αντισταθούν και να Τον σταυρώσουν. Προσέβαλαν σοβαρά τη διάθεση του Θεού, με αποτέλεσμα ο Θεός να τους τιμωρήσει και να τους αναθεματίσει. Παλιά, θεωρούσα ότι, αν η οικογένειά μας πίστευε στον Θεό, θυσιαζόταν και δαπανούσε για Εκείνον, και Τον ακολουθούσε μέχρι το τέλος, θα σωζόμασταν και θα εισερχόμασταν στη βασιλεία των ουρανών. Όμως όλα αυτά δεν ήταν παρά οι ευσεβείς πόθοι, οι αντιλήψεις και οι φαντασιοκοπίες μου. Ήταν παράλογα και ανόητα, και δεν είχαν καμία βάση στην πραγματικότητα! Έκανα αξιολογήσεις με βάση τις αντιλήψεις και τις φαντασιοκοπίες μου. Ήθελα, μάλιστα, να κρατήσω τους συγγενείς μου στην εκκλησία ως απλούς δουλευτές, θεωρώντας ότι, στο τέλος, ο Θεός θα τους χάριζε μια καλή έκβαση κι έναν καλό προορισμό. Ήμουν αληθινά ανόητη και τυφλή! Με βάση την ουσία τους και το μονοπάτι που ακολουθούσαν, ήταν ακριβώς η ήρα που αποκαλύπτει το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες. Δεν είχαν καμία αγάπη για την αλήθεια και δεν την αποδέχονταν. Ακόμη κι αν παρέμεναν απρόθυμα στον οίκο του Θεού, δεν γινόταν να σωθούν, και ο Θεός και πάλι θα τους απέκλειε.
Συνέχισα να στοχάζομαι: «Όταν αντιμετώπισα την αποπομπή των μελών της οικογένειάς μου, δεν μπόρεσα ποτέ να σταθώ στο πλευρό του Θεού. Όσον αφορά τη ρίζα αυτού του πράγματος, τι ήταν αυτό που με έλεγχε;» Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Ποια είναι η ουσία των συναισθημάτων; Είναι να βάζει κανείς σε προτεραιότητα τα σαρκικά συναισθήματα και να παραμερίζει τις αλήθεια-αρχές. Οι εκδηλώσεις των συναισθημάτων μπορούν να περιγραφούν χρησιμοποιώντας διάφορες λέξεις και φράσεις: ευνοιοκρατία, προστασία των άλλων χωρίς αρχές, διατήρηση σαρκικών σχέσεων και έλλειψη αμεροληψίας. Αυτά είναι τα συναισθήματα. Ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες του να έχουν οι άνθρωποι συναισθήματα και να ζουν με βάση αυτά; Γιατί απεχθάνεται ο Θεός περισσότερο απ’ όλα τα συναισθήματα των ανθρώπων; Κάποιοι άνθρωποι περιορίζονται διαρκώς από τα συναισθήματά τους, δεν μπορούν να κάνουν πράξη την αλήθεια και, ενώ θέλουν να υποταχθούν στον Θεό, δεν μπορούν· έτσι, νιώθουν να τους βασανίζουν τα συναισθήματά τους. Πολλοί άνθρωποι κατανοούν την αλήθεια, αλλά δεν μπορούν να την κάνουν πράξη· κι αυτό οφείλεται στο ότι τους περιορίζουν τα συναισθήματα» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Ποια είναι η αλήθεια-πραγματικότητα;). «Κάποιοι είναι εξαιρετικά συναισθηματικοί. Κάθε μέρα, τόσο στα λόγια τους, όσο και στον τρόπο με τον οποίο φέρονται και χειρίζονται ζητήματα, ζουν με βάση τα αισθήματά τους. Νιώθουν διάφορα πράγματα για τον έναν και τον άλλον, και όλη την ώρα ασχολούνται με ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις και τα αισθήματα. Ζουν σε ό,τι κι αν τους συμβεί στη σφαίρα του αισθήματος. Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν χάσει έναν άπιστο συγγενή του, κλαίει για τρεις μέρες και δεν επιτρέπει την ταφή του νεκρού. Έχει ακόμη αισθήματα για τον αποθανόντα, και μάλιστα ακατανίκητα. Θα μπορούσατε να πείτε ότι τα αισθήματα είναι το μοιραίο ελάττωμα αυτού του ανθρώπου. Τα αισθήματά του τον περιορίζουν σε όλα τα ζητήματα, δεν μπορεί να κάνει πράξη την αλήθεια ούτε να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές και συχνά είναι επιρρεπής στο να επαναστατεί εναντίον του Θεού. Τα αισθήματα είναι η μεγαλύτερη αδυναμία του, το μοιραίο ελάττωμά του· είναι σίγουρο ότι μπορούν να τον καταστρέψουν. Όσοι είναι υπερβολικά συναισθηματικοί δεν μπορούν να κάνουν πράξη την αλήθεια ούτε να υποταχθούν στον Θεό. Τους απασχολεί η σάρκα, και είναι ανόητοι και μπερδεμένοι. Είναι στη φύση ενός τέτοιου ανθρώπου να είναι πολύ συναισθηματικός, και ζει σύμφωνα με τα συναισθήματά του» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Πώς να γνωρίσει κανείς τη φύση του ανθρώπου). Από τα λόγια του Θεού είδα επιτέλους ότι, όταν βρέθηκα αντιμέτωπη με την αποπομπή του πατέρα και της αδελφής μου, ήθελα να τρέξω να τους στηρίξω. Η βασική αιτία γι’ αυτό ήταν ότι με περιόριζαν τα συναισθήματα. Έβαζα τα συναισθήματά μου για τους δικούς μου πάνω απ’ όλα —ακόμη και πάνω από τις αλήθεια-αρχές. Ζούσα σύμφωνα με τις σατανικές αρχές που λένε «Το αίμα νερό δεν γίνεται», «Οι συγγενείς στηρίζουν ο ένας τον άλλον» και «Ο άνθρωπος δεν είναι άψυχος· πώς θα μπορούσε να μην έχει συναισθήματα;» Δεν ξεχώριζα το σωστό από το λάθος, κι έχασα τη θέση και τις αρχές μου. Στην πραγματικότητα, αν δεν καταλάβαινα τη συμπεριφορά τους, θα μπορούσα να την είχα διευκρινίσει επικοινωνώντας γραπτώς με την εκκλησία. Θα μπορούσα, επίσης, να είχα διακρίνει την ουσία τους σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές, για να δω αν έπρεπε στ’ αλήθεια να λάβουν στοργική βοήθεια. Αν, όμως, δεν έπρεπε να λάβουν βοήθεια, τότε ακόμη κι αν ήταν συγγενείς μου, δεν έπρεπε να τους δείξω τυφλά καλοσύνη με βάση τα συναισθήματα. Εγώ, όμως, δεν σκέφτηκα έτσι, και αρχικά τάχθηκα με το μέρος των συναισθημάτων· ένιωθα θλίψη κι έκλαιγα γι’ αυτούς, και δεν επικεντρωνόμουν στο καθήκον μου. Σκέφτηκα, μάλιστα, να γυρίσω πίσω για να τους στηρίξω, αψηφώντας τον κίνδυνο. Όταν η εκκλησία μού ζήτησε να καταγράψω τη συμπεριφορά τους, υπολόγισα μόνο τον σαρκικό δεσμό της οικογένειας και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η καλοσύνη που μου είχαν δείξει. Με είχαν τυφλώσει τα συναισθήματα και δεν προστάτεψα τα συμφέροντα του οίκου του Θεού. Ήθελα, μάλιστα, να χρησιμοποιήσω τεχνάσματα και εξαπάτηση για να προστατέψω τα μέλη της οικογένειάς μου, χωρίς να λαμβάνω υπόψη μου πόση ζημιά θα πάθαινε το έργο της εκκλησίας αν παρέμεναν στον οίκο του Θεού. Είδα ότι τα συναισθήματα ήταν η αχίλλειος πτέρνα μου, και ότι είχαν γίνει για μένα εμπόδιο και κώλυμα στην άσκηση της αλήθειας. Με βάση τα σαρκικά συναισθήματά μου, αντιμετώπιζα τον πατέρα και την αδελφή μου με συνείδηση και αγάπη, χωρίς να αναζητώ καθόλου την πρόθεση του Θεού. Δεν γνώριζα τις συμπεριφορές τους, αλλά ήθελα τυφλά να τρέξω και να τους στηρίξω. Δεν ήταν ανόητη αγάπη αυτό; Αν γύριζα σπίτι, όχι μόνο θα υπέκυπτα στον πειρασμό των συναισθημάτων, αλλά και θα αναστατωνόταν η κατάστασή μου και θα καθυστερούσε το έργο μου. Και το σημαντικότερο ήταν το εξής: Καθώς είχα μητρώο στην αστυνομία, αν μ’ έπιανε ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας, θα επηρεαζόταν το έργο. Δεν θα προκαλούνταν διατάραξη και αναστάτωση έτσι; Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, άρχισα να φοβάμαι και ευχαρίστησα τον Θεό που με είχε αποκαλύψει. Αλλιώς, δεν θα είχα δει ξεκάθαρα τη ζημιά που προκαλείται και τις συνέπειες που έχει όταν κάποιος ζει με βάση τα συναισθήματά του· θα με είχαν καταστρέψει τα συναισθήματα χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Έπρεπε να εγκαταλείψω τα συναισθήματα και να φερθώ στην οικογένειά μου σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές. Δεν μπορούσα πλέον να θλίβομαι για την αποπομπή του πατέρα και της αδελφής μου από την εκκλησία, μια που αυτό ήταν πέρα ως πέρα η δικαιοσύνη του Θεού. Το μονοπάτι που ακολουθούσαν έφταιγε για τις φουσκάλες στα πόδια τους· μόνο οι ίδιοι έφταιγαν και κανένας άλλος.
Αργότερα, διάβασα κι άλλα από τα λόγια του Θεού: «Κάποια μέρα, όταν κατανοήσεις μέρος της αλήθειας, δεν θα πιστεύεις πλέον ότι η μητέρα σου είναι το καλύτερο άτομο ή ότι οι γονείς σου είναι οι καλύτεροι άνθρωποι. Θα συνειδητοποιήσεις ότι και αυτοί είναι μέλη του διεφθαρμένου ανθρώπινου γένους και ότι οι διεφθαρμένες διαθέσεις τους είναι όλες ίδιες. Το μόνο που τους ξεχωρίζει είναι η εξ αίματος συγγένεια μαζί σου. Αν δεν πιστεύουν στον Θεό, τότε είναι ίδιοι με τους άπιστους. Δεν θα τους βλέπεις πλέον από την οπτική ενός μέλους της οικογένειας ή από την οπτική της σαρκικής σχέσης σας, αλλά από την πλευρά της αλήθειας. Ποιες είναι οι κύριες πτυχές που θα πρέπει να εξετάσεις; Θα πρέπει να εξετάσεις τις απόψεις τους σχετικά με την πίστη στον Θεό, τις απόψεις τους για τον κόσμο, τις απόψεις τους σχετικά με τον χειρισμό των ζητημάτων και, κυρίως, τη στάση τους απέναντι στον Θεό. Αν αξιολογήσεις με ακρίβεια αυτές τις πτυχές, θα μπορέσεις να δεις ξεκάθαρα αν είναι καλοί ή κακοί άνθρωποι. […] Μόλις απομακρυνθείς πραγματικά απ’ αυτά τα συναισθήματα, ίσως να συνεχίζεις να σκέφτεσαι αυτούς τους ανθρώπους κατά καιρούς, όμως θα σου λείπουν με όλη σου την καρδιά, θα τους έχεις τόσο πολύ στον νου σου και θα τους νοσταλγείς όπως και τώρα; Όχι. Δεν θα λες: “Εκείνη που πραγματικά δεν κάνω μακριά της είναι η μητέρα μου· αυτή με αγαπάει, με φροντίζει και με νοιάζεται περισσότερο απ’ όλους”. Όταν φτάσει η αντίληψή σου σ’ αυτό το επίπεδο, θα συνεχίσεις να κλαις όταν τους σκέφτεσαι; Όχι. Το πρόβλημα θα έχει λυθεί. Σχετικά, λοιπόν, με τα προβλήματα ή τα ζητήματα που σου προκαλούν δυσκολίες, αν δεν έχεις κερδίσει αυτήν την πτυχή της αλήθειας και αν δεν έχεις εισέλθει σ’ αυτήν την πτυχή της αλήθεια-πραγματικότητας, θα βρεθείς παγιδευμένος σε τέτοιες δυσκολίες και καταστάσεις, χωρίς να μπορείς ποτέ να βγεις από αυτές. Αν θεωρήσεις αυτού του είδους τις δυσκολίες και προβλήματα ως τα βασικά προβλήματα της ζωή-εισόδου και στη συνέχεια αναζητήσεις την αλήθεια για να τα λύσεις, τότε θα μπορείς να εισέλθεις σ’ αυτήν την πτυχή της αλήθεια-πραγµατικότητας· χωρίς να το αντιληφθείς, θα πάρεις το μάθημά σου απ’ αυτές τις δυσκολίες κι αυτά τα προβλήµατα. Όταν λυθούν τα προβλήματα, δεν θα νιώθεις πια τόσο κοντά στους γονείς και στην οικογένειά σου, θα διακρίνεις πιο καθαρά τη φύση-ουσία τους και θα δεις τι άνθρωποι είναι πραγματικά. Όταν διακρίνεις καθαρά τα αγαπημένα σου πρόσωπα, θα πεις: “Η μητέρα μου δεν αποδέχεται καθόλου την αλήθεια· εδώ που τα λέμε, την αποστρέφεται και τη μισεί. Στην ουσία της, είναι κακιά, είναι ένας διάβολος. Ο πατέρας, που στέκεται στο πλευρό της μητέρας μου, είναι ένας ανθρωπάρεσκος. Ούτε αποδέχεται ούτε κάνει καθόλου πράξη την αλήθεια· δεν είναι άνθρωπος που επιδιώκει την αλήθεια. Αν κρίνω απ’ τη συμπεριφορά τους, και ο πατέρας μου και η μητέρα μου είναι δύσπιστοι· είναι και οι δύο διάβολοι. Πρέπει να επαναστατήσω μια και καλή εναντίον τους και να θέσω σαφή όρια ανάμεσά μας”. Αν το κάνεις αυτό, θα σταθείς στην πλευρά της αλήθειας και θα μπορέσεις να τους αποκηρύξεις. Όταν μπορέσεις να διακρίνεις ποιοι είναι, τι άνθρωποι είναι, θα συνεχίσεις να νιώθεις πράγματα γι’ αυτούς; Θα συνεχίσεις να τους αγαπάς; Θα συνεχίσεις να έχεις σαρκική σχέση μαζί τους; Όχι. Θα συνεχίσεις να έχεις ανάγκη να συγκρατήσεις τα συναισθήματά σου; (Όχι.) Σε τι βασίζεσαι, λοιπόν, στην πραγματικότητα για να επιλύσεις αυτές τις δυσκολίες; Βασίζεσαι στην κατανόηση της αλήθειας, καθώς και στο ότι στηρίζεσαι στον Θεό και Τον θαυμάζεις» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μόνο η διάλυση των διεφθαρμένων διαθέσεων μπορεί να επιφέρει αληθινή μεταμόρφωση). Από τα λόγια του Θεού βρήκα τον τρόπο για να εγκαταλείψω τα συναισθήματα. Όσον αφορά τους συγγενείς, πρέπει πρώτα να διακρίνουμε σε βάθος ποιοι είναι, σύμφωνα με τα λόγια του Θεού. Μόλις διακρίνουμε τη φύση-ουσία τους, θα ξέρουμε και πώς να τους φερθούμε σύμφωνα με τις αλήθεια-αρχές. Αν οι συγγενείς μας επιδιώκουν και αγαπούν την αλήθεια, στην περίπτωση που δεν κατανοούν την αλήθεια και αποκαλύπτουν διαφθορά, ή αν δεν μπορούν να διακρίνουν τις πονηρές τάσεις του κόσμου και στιγμιαία παραστρατούν, μπορούμε να ακολουθούμε τις αλήθεια-αρχές και να τους βοηθάμε με αγάπη όποτε χρειάζεται, και να τους εκθέτουμε και να τους κλαδεύουμε όποτε χρειάζεται. Αν, όμως, αποστρέφονται την αλήθεια, τη μισούν και δεν την επιδιώκουν καθόλου, τότε με βάση τα λόγια του Θεού, μόλις διακρίνουμε ότι έχουν ουσία δύσπιστων, παράλογων τύπων και κακών ανθρώπων, δεν μπορούμε να τους αγαπάμε μπερδεμένα, ούτε μπορούμε τυφλά να τους προσφέρουμε βοήθεια και στήριξη με βάση την αγάπη. Πρέπει να ξεχωρίζουμε την αγάπη από το μίσος, να τους μισήσουμε και να τους απορρίψουμε μέσα μας, και να τραβήξουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εκείνους. Ταυτόχρονα, κατάλαβα επίσης ότι, ενώ επιφανειακά με τον πατέρα και την αδελφή μου είμαστε συγγενείς εξ αίματος και είναι η οικογένειά μου, έχουν ουσία διαβόλου, είναι δύσπιστοι, δεν ανήκουν σε όσους θέλει να σώσει ο Θεός και δεν βαδίζουν στο ίδιο μονοπάτι μ’ εμένα. Μόλις κατάλαβα αυτήν την πτυχή της αλήθειας, δεν με περιόριζαν πια τα συναισθήματα.
Αφότου βίωσα το ζήτημα της αποπομπής των μελών της οικογένειάς μου, απέκτησα διάκριση για την ουσία του πατέρα και της αδελφής μου, και διέκρινα σε βάθος τους κινδύνους τού να ζει κανείς σύμφωνα με τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα δεν αναστατώνουν ούτε περιορίζουν πια την καρδιά μου και μπορώ να γαληνεύω μέσα μου στο καθήκον μου. Το ότι μπόρεσα να αποκτήσω αυτήν την κατανόηση και είσοδο ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα των λόγων του Θεού που έκαναν έργο σ’ εμένα. Δόξα τω Θεώ!