46. Οι μέρες που έκανα το καθήκον φιλοξενίας

Από της Νινγκ Γιου, Κίνα

Αφότου άρχισα να πιστεύω στον Θεό, υπηρέτησα ως επικεφαλής και εργάτρια στην εκκλησία, και αργότερα άρχισα να κάνω κειμενικά καθήκοντα. Μου άρεσαν και τα δύο αυτά καθήκοντα πάρα πολύ, καθώς θεωρούσα ότι ήταν καθήκοντα που τα έκαναν όσοι είχαν επίπεδο και ότι, όποτε τα ανέφερα, ακουγόταν εντυπωσιακό και αξιοσέβαστο, και οι άλλοι ζήλευαν. Ειδικά στα τέλη του 2016, όταν πήρα προαγωγή για να κάνω καθήκον στην ομάδα διόρθωσης κειμένων του οίκου του Θεού, ένιωσα ακόμη περισσότερο ότι είχα καλό επίπεδο και ταλέντο στα γράμματα, και ότι ήμουν κατάλληλη γι’ αυτό. Τον Αύγουστο του 2020, απαλλάχθηκα από τα καθήκοντά μου, επειδή δεν μπορούσα να συνεργαστώ αρμονικά με τους άλλους και ήμουν αναποτελεσματική στο καθήκον μου. Έτυχε, εκείνη την περίοδο, να υπάρχουν αρκετοί εργάτες κειμενικών καθηκόντων χωρίς κατάλληλη οικογένεια φιλοξενίας, οπότε οι επικεφαλής κανόνισαν να τους φιλοξενήσω εγώ, ενώ παράλληλα θα έκανα αυτοκριτική. Μόλις άκουσα ότι μου ζητούσαν να κάνω το καθήκον φιλοξενίας, στενοχωρήθηκα λίγο. «Η φιλοξενία είναι απλώς χειρωνακτική εργασία, ένα καθήκον που το κάνουν άτομα με χαμηλό επίπεδο και που δεν έχουν προτερήματα. Εν πάση περιπτώσει, έχω κάνει κειμενικά καθήκοντα για αρκετά χρόνια, κι έχω κάποιο επίπεδο και ικανότητες. Ακόμα κι αν μου ανατεθεί άλλο καθήκον, δεν θα μπορούσαν ποτέ να μου ζητήσουν να κάνω το καθήκον φιλοξενίας!» Προς έκπληξή μου, όμως, το καθήκον φιλοξενίας ήταν ακριβώς αυτό που μου ανέθεσαν οι επικεφαλής! Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα απρόθυμη μέσα μου, μα σκέφτηκα ότι είχα ήδη καθυστερήσει το έργο επειδή δεν είχα αποτελέσματα στο κειμενικό καθήκον που έκανα πρόσφατα. Ο οίκος του Θεού δεν μου είχε ζητήσει ευθύνες και μου είχε επιτρέψει να κάνω το καθήκον φιλοξενίας —αυτή ήταν ήδη η χάρη του Θεού. Θα ήταν παράλογο να είμαι επιλεκτική, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή από το να υποταχθώ για την ώρα. Τις πρώτες δύο εβδομάδες, ετοίμαζα τα γεύματα στην ώρα τους και καθάριζα τα δωμάτια κάθε μέρα, και μετά έκανα τις πνευματικές μου ασκήσεις και διάβαζα τα λόγια του Θεού. Ένιωθα ότι κι αυτή η εκτέλεση του καθήκοντος ήταν μια χαρά. Σταδιακά, ωστόσο, βλέποντας τις αδελφές μου να κάθονται μπροστά στους υπολογιστές τους και να κάνουν τα καθήκοντά τους κάθε μέρα, ενώ εγώ ασχολούμουν με κατσαρόλες και τηγάνια, και περνούσα τις μέρες μου με μια ποδιά, μια σφουγγαρίστρα και έναν κάδο απορριμμάτων, άρχισα να νιώθω όλο και μεγαλύτερη πικρία. Σκέφτηκα μέσα μου: «Το καθήκον φιλοξενίας είναι χειρωνακτική εργασία: Οποιοσδήποτε αδελφός ή αδελφή που ξέρει να μαγειρεύει μπορεί να το κάνει, και δεν απαιτεί κανένα επίπεδο ή προτέρημα. Από την άλλη, το κειμενικό καθήκον είναι πνευματική εργασία, και έχει ξεκάθαρη διαφορά τάξης με το χειρωνακτικό έργο της φιλοξενίας!» Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν αυτό, τόσο μεγαλύτερη αντίσταση ένιωθα στο να κάνω το καθήκον φιλοξενίας.

Μια φορά, η αδελφή Τσεν μού ζήτησε να τη βοηθήσω να πετάξει τα σκουπίδια, και αμέσως ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει, σαν να ήμουν υπηρέτρια. Ένιωσα ακόμη περισσότερο ότι το καθήκον φιλοξενίας ήταν κάτι το κατώτερο. Μερικές φορές, οι αδελφές μού ζητούσαν να συμμετέχω στις συναθροίσεις τους, αλλά επειδή ένιωθα ότι έκανα το καθήκον φιλοξενίας και ήμουν κατώτερή τους, δεν τολμούσα να ανοιχτώ για την κατάστασή μου όταν συναναστρεφόμουν στις συναθροίσεις. Βασανιζόμουν πολύ. Θυμήθηκα τα χρόνια που έκανα κειμενικά καθήκοντα, όταν οι αδελφοί και οι αδελφές με θαύμαζαν και με ζήλευαν όπου κι αν πήγαινα. Πλέον έκανα το καθήκον φιλοξενίας, και κανείς δεν με θαύμαζε πια. Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν αυτό, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι δεν είχε νόημα να κάνω το καθήκον φιλοξενίας. Σκέφτηκα μάλιστα: «Αντί να κάνω το καθήκον φιλοξενίας εδώ, θα ήταν καλύτερα να επιστρέψω στην τοπική μου εκκλησία. Ίσως θα μπορούσα ακόμα να κάνω κειμενικά καθήκοντα εκεί, και οι αδελφοί και οι αδελφές θα με θαύμαζαν και θα με ζήλευαν επίσης». Μια φορά, η επόπτρια ήρθε στο σπίτι μου, με χαιρέτησε και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο των αδελφών. Τη στιγμή που έκλεισε την πόρτα, ένιωσα ξαφνικά παραμελημένη· ένιωσα ότι δεν ανήκα στην ίδια κατηγορία με εκείνες. Οι αδελφές μου έκαναν κειμενικά καθήκοντα· είχαν ανώτερη θέση και επίπεδο από μένα, και οι άλλοι τις εκτιμούσαν, ενώ εγώ έκανα απλώς ένα ασήμαντο, χειρωνακτικό καθήκον. Ήμουν κατώτερή τους. Αυτή η έντονη αντίθεση μου ράγιζε την καρδιά και ο πόνος ήταν απερίγραπτος. Μετά τη συνάθροιση, η επόπτρια έφυγε βιαστικά, χωρίς να με ρωτήσει πώς ήταν η κατάστασή μου τον τελευταίο καιρό. Ήξερα ότι ήταν απασχολημένη με το έργο της, οπότε ήταν φυσιολογικό που δεν ρώτησε, αλλά μέσα μου ένιωθα ακόμα πολύ πεσμένη. Σκέφτηκα πως, όταν έκανα κειμενικά καθήκοντα στο παρελθόν, η επόπτρια ρωτούσε πού και πού για την κατάστασή μου, συναναστρεφόταν μαζί μας πάνω στην αλήθεια για να λύσει τα προβλήματά μας, και με συμβουλευόταν ακόμη και για ορισμένα θέματα. Τώρα, όμως, ήμουν απλώς μια οικοδέσποινα και κανείς δεν μου έδινε πια σημασία. Όσο πολλά κι αν έκανα ή όσο καλά κι αν τα έκανα, κανείς δεν θα το μάθαινε. Θα έπρεπε να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου έτσι; Μ’ αυτά στο μυαλό μου, βασανιζόμουν πολύ και ένιωθα ακόμη περισσότερο ότι το καθήκον φιλοξενίας και τα κειμενικά καθήκοντα δεν ήταν ισάξια. Ένιωθα ακόμη μεγαλύτερη αντίσταση στο να κάνω το καθήκον φιλοξενίας. Αργότερα, δεν ήμουν τόσο δραστήρια στην προετοιμασία των γευμάτων. Μαγείρευα στην ώρα μου όταν είχα όρεξη, μα όταν δεν είχα αργούσα. Ούτε καθάριζα με την ίδια επιμέλεια· όποτε μπορούσα, έκανα μόνο τα πάνω-πάνω. Ήμουν απρόσεκτη σε ό,τι έκανα και, στο τέλος της ημέρας, ένιωθα πολύ κουρασμένη και κενή μέσα μου. Επειδή ήμουν απρόσεκτη, δεν παρατήρησα καν ότι ο σωλήνας αποχέτευσης της κουζίνας είχε βγει από τον κεντρικό αγωγό λυμάτων, με αποτέλεσμα τα λύματα να τρέχουν κατευθείαν στο πάτωμα και να διαρρέουν από κάτω στο σπίτι του γείτονα. Ήρθαν στην πόρτα μας αρκετές φορές. Επειδή ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας έψαχνε παντού για πιστούς και πρόσφερε αμοιβές για την καταγγελία τους, κάθε φορά που ερχόταν κάποιος, οι αδελφές έπρεπε να κρύβουν γρήγορα τους υπολογιστές τους και να σταματούν το έργο τους, γεγονός που τις καθυστερούσε στα καθήκοντά τους. Εκείνη την περίοδο, ήμουν ζαλισμένη κάθε μέρα και η καρδιά μου βασανιζόταν πολύ.

Ένα πρωί, καθώς μαγείρευα, ένα λευκό περιστέρι πέταξε και κάθισε στο περβάζι του παραθύρου της κουζίνας. Τα φτερά του ήταν κάτασπρα, και στεκόταν με το κεφάλι ψηλά και το στήθος έξω, κοιτάζοντάς με με τα μαύρα του μάτια που έμοιαζαν με χάντρες. Μετά από μια στιγμή, πέταξε μακριά φτερουγίζοντας. Με κατέκλυσε ένα αίσθημα ερήμωσης. Δεν ζούσα ούτε καν τόσο ελεύθερα και χαρούμενα όσο ένα πουλί. Ασυναίσθητα, τα μάτια μου βούρκωσαν. Τότε ήταν που θυμήθηκα ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού: «Ευχαριστιέμαι να παρατηρώ τα πουλάκια να πετούν στον ουρανό. Παρόλο που δεν έχουν θέσει την αποφασιστικότητά τους ενώπιόν Μου και δεν έχουν λόγια να Μου “προσφέρουν”, απολαμβάνουν τον κόσμο που τους έδωσα. Ο άνθρωπος, ωστόσο, είναι ανίκανος γι’ αυτό, και το πρόσωπό του είναι γεμάτο μελαγχολία —μήπως άραγε του οφείλω κάποιο απλήρωτο χρέος; Γιατί κυλούν συνεχώς δάκρυα στο πρόσωπό του;» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν, Κεφάλαιο 34). Τα λόγια του Θεού με χτύπησαν κατάστηθα, και ένιωσα ντροπή και αμηχανία. Ένα πουλί θεωρεί τον κόσμο που του έδωσε ο Θεός παράδεισό του και ζει αμέριμνο, ικανό να φανερώσει τη δόξα του Θεού στη σύντομη ζωή του. Αν και ήμουν κι εγώ ένα δημιουργημένο ον, δεν μπορούσα να υποταχθώ στην κυριαρχία και τις διευθετήσεις του Θεού. Η επόπτρια είχε κανονίσει να κάνω το καθήκον φιλοξενίας σύμφωνα με την πραγματική μου κατάσταση και τις ανάγκες του έργου. Αυτό ήταν ωφέλιμο για μένα και για το έργο της εκκλησίας, αλλά εγώ ένιωθα αντίσταση όλον αυτόν τον καιρό, αφού πίστευα ότι κάνοντας καθήκον φιλοξενίας δεν είχα καμία ευκαιρία να ξεχωρίσω ή να με προσέξουν, και ότι δεν θα μπορούσαν να με εκτιμούν ή να με θαυμάζουν οι άλλοι. Έτσι, ήμουν επιπόλαιη και ανεύθυνη, δεν μπορούσα να διατηρήσω καλά το περιβάλλον και προκαλούσα αναστάτωση στις αδελφές στα καθήκοντά τους. Ήμουν πραγματικά πολύ επαναστατική απέναντι στον Θεό! Με δάκρυα στα μάτια, γονάτισα και προσευχήθηκα: «Αχ, Θεέ μου, Επαναστατώ εναντίον Σου όλο αυτό το διάστημα και νιώθω μεγάλη αντίσταση απέναντι στο καθήκον φιλοξενίας. Πάντα νιώθω ότι αυτό το καθήκον με κάνει κατώτερη από τους άλλους, και η καρδιά μου δεν μπορεί με τίποτα να υποταχθεί. Αχ, Θεέ μου, δεν θέλω να αντιμετωπίζω έτσι το καθήκον μου, αλλά δεν μπορώ να το αναστρέψω μόνη μου. Σε ικετεύω, καθοδήγησέ με για να κατανοήσω τις προθέσεις Σου, ώστε να μπορέσω να υποταχθώ ενώπιόν Σου».

Κατά τη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων, διάβασα ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Όποιο κι αν είναι το καθήκον σου, μην κάνεις διάκριση μεταξύ μεγαλόπνοου και πιο ταπεινού. Ας υποθέσουμε πως λες: “Παρόλο που αυτή η εργασία είναι ανάθεση από τον Θεό και το έργο του οίκου του Θεού, αν το κάνω, οι άνθρωποι μπορεί να με περιφρονήσουν. Σε κάποιους άλλους ανατίθεται έργο που τους επιτρέπει να ξεχωρίσουν. Εμένα μου ανέθεσαν αυτήν την εργασία, η οποία δεν μου επιτρέπει να ξεχωρίσω, αλλά με αναγκάζει να αγωνίζομαι στα παρασκήνια. Είναι άδικο! Δεν θα κάνω αυτό το καθήκον. Το καθήκον μου πρέπει να με κάνει να ξεχωρίζω ενώπιον των άλλων και να μου επιτρέπει να κάνω όνομα —κι ακόμα κι αν δεν κάνω όνομα ή δεν ξεχωρίσω, πρέπει να ωφεληθώ απ’ αυτό και σωματικά να είμαι άνετα”. Είναι αποδεχτή αυτή η στάση; Όταν είσαι επιλεκτικός, δεν αποδέχεσαι πράγματα από τον Θεό· κάνεις επιλογές σύμφωνα με τις προτιμήσεις σου. Έτσι δεν αποδέχεσαι το καθήκον σου· έτσι το αρνείσαι, εκδηλώνεις την επαναστατικότητά σου ενάντια στον Θεό. Αυτή η επιλεκτικότητα νοθεύεται με τις ατομικές σου προτιμήσεις και επιθυμίες. Όταν λαμβάνεις υπόψη την υπερηφάνεια και τη θέση σου, τα δικά σου συμφέροντα και άλλα τέτοια πράγματα, η στάση σου απέναντι στο καθήκον σου δεν είναι στάση υποταγής. Ποια στάση πρέπει να έχεις απέναντι στο καθήκον σου; Πρώτον, δεν πρέπει να αναλύεις ποιος ανέθεσε αυτό το έργο· αντίθετα, πρέπει να το αποδεχτείς από τον Θεό —είναι ανάθεση από τον Θεό, είναι το καθήκον σου, και πρέπει να υποταχθείς στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις του Θεού και να αποδεχτείς το καθήκον σου. Δεύτερον, μην κάνεις διακρίσεις ανάμεσα σε υψηλό και χαμηλό ούτε να ασχολείσαι με το ποια είναι η φύση του καθήκοντος, αν σου επιτρέπει να ξεχωρίσεις ή όχι, αν πρόκειται να γίνει φανερά ή παρασκηνιακά. Μην τα σκέφτεσαι αυτά τα πράγματα. Υπάρχει επίσης άλλη μια πτυχή σ’ αυτήν τη στάση: υποταγή και ενεργή συνεργασία» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Ποια είναι η εκτέλεση του καθήκοντος σύμφωνα με τα πρότυπα;). Καθώς συλλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, ήταν σαν μια αχτίδα φωτός να τρύπησε ξαφνικά την καρδιά μου, που ήταν στο σκοτάδι για τόσο καιρό. Ο Θεός απαιτεί οι άνθρωποι να έχουν τη σωστή άποψη και στάση απέναντι στο καθήκον τους, να μπορούν να το αποδέχονται από τον Θεό ό,τι καθήκον κι αν κάνουν, να μην ενεργούν σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους, και να μπορούν να το αποδεχτούν, να υποταχθούν και να αφοσιωθούν σε αυτό. Το να αντιμετωπίζεις το καθήκον σου σύμφωνα με τις προτιμήσεις σου, να το αποδέχεσαι όταν σε βάζει στο επίκεντρο και να αντιστέκεσαι σ’ αυτό όταν δεν σε βάζει —αυτό είναι άρνηση του καθήκοντός σου· είναι εξέγερση εναντίον του Θεού. Έκανα αυτοκριτική για τη στάση μου απέναντι στο καθήκον μου. Πάντα διάλεγα και επέλεγα με βάση τις προτιμήσεις μου, και δεν ήμουν καθόλου υποτακτική. Πίστευα ότι αν ήμουν επικεφαλής ή εργάτρια, ή αν έκανα κειμενικά καθήκοντα, οι άλλοι θα με εκτιμούσαν και θα με θεωρούσαν άξια, και θα είχα κύρος, οπότε το αποδεχόμουν με χαρά. Εκείνη τη στιγμή μού είχαν αναθέσει να κάνω το καθήκον φιλοξενίας. Επειδή ένιωθα ότι ήταν χειρωνακτική εργασία στην υπηρεσία των άλλων, μια κατώτερη δουλειά, και ότι όσο καλά κι αν την έκανα δεν θα ξεχώριζα ούτε θα με εκτιμούσαν και θα με θεωρούσαν άξια οι άλλοι, ένιωθα ότι ήταν εξευτελιστικό και ντροπιαστικό, και απλώς δεν μπορούσα να υποταχθώ. Όταν η αδελφή μου μου ζήτησε να τη βοηθήσω να πετάξει τα σκουπίδια, νόμιζα ότι με διέταζε. Όταν συναθροιζόμουν με τις αδελφές, ένιωθα επίσης κατώτερή τους και δεν ήθελα να συμμετέχω. Μετάνιωσα ακόμη και που έκανα το καθήκον φιλοξενίας. Σκέφτηκα πως ήμουν απλώς ένα μικροσκοπικό δημιουργημένο ον, χωρίς καμία απολύτως θέση. Η επόπτρια κανόνισε να κάνω το καθήκον φιλοξενίας, και το λογικό θα ήταν να το αποδεχτώ από τον Θεό και να υποταχθώ, αλλά εγώ διάλεγα και επέλεγα με βάση τις προτιμήσεις μου, αποφασισμένη να κάνω ένα κειμενικό καθήκον για να κερδίσω την εκτίμηση των άλλων, και αντιστεκόμουν στο καθήκον φιλοξενίας και το αντιμετώπιζα επιπόλαια. Μου έλειπε πραγματικά κάθε συνείδηση ή λογική. Πώς θα ήταν δυνατόν να μη με απεχθάνεται και να μη με αποστρέφεται ο Θεός; Είχα πέσει στο σκοτάδι και ζούσα μέσα σε αφόρητο πόνο. Όλα αυτά συνέβαιναν επειδή νοιαζόμουν υπερβολικά για την υπόληψη και τη θέση μου, και δεν υποτασσόμουν στον Θεό. Μόνο τότε κατάλαβα ότι πίσω από τη διευθέτηση της επικεφαλής να κάνω το καθήκον φιλοξενίας βρισκόταν η φιλόπονη πρόθεση του Θεού. Ήταν για να αποκαλύψει τη διεφθαρμένη μου διάθεση και να κλαδέψει την επιθυμία μου για θέση, για να με ωθήσει να κάνω αυτοκριτική και να γνωρίσω τον εαυτό μου, και να υποστώ πραγματική μετάνοια και μεταμόρφωση. Αυτό το καθήκον ήταν πράγματι αυτό που χρειαζόμουν, και ήταν ωφέλιμο για τη ζωή-είσοδό μου. Δεν μπορούσα πλέον να επαναστατώ ενάντια στον Θεό. Ευχόμουν μόνο να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις του Θεού, και να κάνω καλά το καθήκον μου για να παρηγορήσω την καρδιά του Θεού!

Εκείνη την περίοδο, συλλογιζόμουν συχνά ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού: «Όλη η ζωή των ανθρώπων είναι στα χέρια του Θεού και αν δεν ήταν η απόφασή τους ενώπιον του Θεού, ποιος θα ήταν πρόθυμος να ζήσει μάταια σε αυτόν τον κενό κόσμο του ανθρώπου; Γιατί να μπει κανείς στον κόπο; Μπαινοβγαίνοντας βιαστικά στον κόσμο, αν δεν κάνουν τίποτα για τον Θεό, δεν θα είναι άχρηστη όλη τους η ζωή; Ακόμα κι αν ο Θεός δεν θεωρεί τις πράξεις σου αξιοσημείωτες, δεν θα χαμογελάσεις από ευχαρίστηση τη στιγμή του θανάτου σου; Θα πρέπει να επιδιώξεις τη θετική πρόοδο, όχι την αρνητική οπισθοδρόμηση —δεν είναι άραγε αυτή η καλύτερη πράξη;» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Αποκαλύψεις των μυστηρίων του «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν», Κεφάλαιο 39). Καθώς συλλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, πήρα πολύ θάρρος. Το ότι μπορώ να κάνω το καθήκον μου την περίοδο που ο Θεός έχει ενσαρκωθεί για να εργαστεί τις έσχατες ημέρες είναι το πιο ουσιαστικό πράγμα απ’ όλα. Ό,τι καθήκον κι αν κάνω, το σημαντικό είναι να έχω τις σωστές προθέσεις, να στέκομαι στη σωστή μου θέση ενώπιον του Θεού, να μη διαλέγω καθήκοντα με βάση τις προτιμήσεις μου, και να μπορώ να υποτάσσομαι στον Θεό και να Τον ικανοποιώ —αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Όσο περισσότερο συλλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, τόσο περισσότερο συγκινούμουν, τόσο περισσότερο ένιωθα υπόχρεη απέναντι στον Θεό, και τόσο περισσότερο αποστρεφόμουν τη δική μου εξέγερση. Έγινα πρόθυμη να κάνω το καθήκον φιλοξενίας. Στη συνέχεια, κάθε μέρα ετοίμαζα τα γεύματα στην ώρα τους, διατηρούσα καλά το περιβάλλον και καθάριζα επίσης το σπίτι, κάνοντας τις αδελφές μου να νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Με αυτού του είδους την άσκηση, ένιωθα ότι η σχέση μου με τον Θεό γινόταν πιο στενή. Ωστόσο, επειδή δεν είχα αληθινή γνώση της δικής μου φύση-ουσίας, μετά από ένα διάστημα, ζούσα και πάλι σε μια λανθασμένη κατάσταση.

Μια μέρα, έμαθα τυχαία ότι μια αδελφή, στην οποία, όπως και σ’ εμένα, είχε ανατεθεί το καθήκον φιλοξενίας, είχε πάει να κάνει ένα καθήκον σχετικό με την τεχνολογία του διαδικτύου. Εκείνη τη στιγμή, η καρδιά μου έγινε άνω-κάτω. «Άλλες κάνουν για λίγο το καθήκον φιλοξενίας και μετά μετατίθενται. Γιατί, λοιπόν, η επόπτρια δεν τροποποιεί το δικό μου καθήκον; Ακόμα και να με άφηνε να επιστρέψω στην τοπική μου εκκλησία για να κάνω κειμενικά καθήκοντα καλό θα ήταν· τουλάχιστον θα ακουγόταν πιο αξιοσέβαστο από το να κάνω το καθήκον φιλοξενίας. Τώρα είμαι απασχολημένη εδώ όλη μέρα με χειρωνακτικές και ευτελείς δουλειές, και, όσο κόπο κι αν καταβάλλω, κανείς δεν με θαυμάζει. Δεν υπάρχει μέλλον σε αυτό. Μήπως να μιλήσω στην επόπτρια και να της ζητήσω να μου αναθέσει άλλο καθήκον;» Αλλά μετά σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο. Το σκεφτόμουν ξανά και ξανά, και ήμουν ανήσυχη ακόμη και όταν μαγείρευα. Μια φορά, ήμουν αφηρημένη και μαγείρεψα πάρα πολλά νουντλς· χρειάστηκαν τρία γεύματα για να τα τελειώσουν οι αδελφές. Ένιωσα μεγάλη ταπείνωση απ’ αυτό. Ούτε να μαγειρέψω καλά δεν μπορούσα —τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Η καρδιά μου πονούσε ακόμη περισσότερο και έγινα πιο αρνητική. Μια μέρα, πήγα στην αγορά για ψώνια και συνάντησα την αδελφή Σιάο, που έκανε καθήκον γενικών υποθέσεων. Βλέποντάς την να κάνει ποδήλατο κάτω από τον καυτό ήλιο, να ελίσσεται μέσα στο πλήθος με μια χαρούμενη έκφραση στο πρόσωπό της, ζήλεψα πολύ. Μετά κοίταξα τον εαυτό μου, με κατσουφιασμένο πρόσωπο όλη μέρα, ανίκανη να χαρώ. Δεν μπορούσα παρά να κάνω αυτοκριτική: «Αφού και οι δύο κάνουμε καθήκοντα γενικών υποθέσεων στην εκκλησία, πώς μπορεί εκείνη να υποτάσσεται; Πώς μπορεί να είναι τόσο χαρούμενη; Γιατί εγώ δεν μπορώ ποτέ να υποταχθώ αληθινά;» Εκείνη την περίοδο, συλλογιζόμουν επανειλημμένα αυτά τα ερωτήματα, και προσευχόμουν επίσης στον Θεό, ζητώντας Του να με καθοδηγήσει για να κατανοήσω την αλήθεια από αυτήν την άποψη.

Κατά τη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων, διάβασα τα λόγια του Θεού. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Στην επιδίωξή σας, έχετε υπερβολικά πολλές προσωπικές αντιλήψεις, ελπίδες και προοπτικές. Το έργο εκτελείται τώρα με αυτόν τον τρόπο για να αντιμετωπιστούν η επιθυμία σας για θέση και οι εξωφρενικές σας επιθυμίες. Όλες αυτές οι ελπίδες, αυτή η επιθυμία για θέση και αυτές οι αντιλήψεις είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα σατανικών διαθέσεων. […] Για πολλά χρόνια, οι σκέψεις στις οποίες βασίζονται οι άνθρωποι για την επιβίωσή τους, διαβρώνουν τις καρδιές τους σε τέτοιον βαθμό που έχουν γίνει ύπουλοι, δειλοί και ποταποί. Όχι μόνο δεν έχουν θέληση ούτε αποφασιστικότητα, αλλά έχουν γίνει και άπληστοι, αλαζονικοί και ισχυρογνώμονες. Δεν έχουν καθόλου την απαιτούμενη αποφασιστικότητα για να υπερβούν εαυτόν και, ακόμα περισσότερο, δεν έχουν το παραμικρό θάρρος για να σπάσουν τα δεσμά αυτών των σκοτεινών επιρροών. Οι σκέψεις και οι ζωές των ανθρώπων είναι τόσο σάπιες που οι οπτικές τους για την πίστη στον Θεό παραμένουν αβάστακτα φρικτές —είναι τελείως προσβλητικές να τις ακούει κανείς, μάλιστα. Όλοι οι άνθρωποι είναι δειλοί, ανίσχυροι, ποταποί και εύθραυστοι. Δεν απεχθάνονται τις δυνάμεις του σκότους και δεν αγαπάνε το φως και την αλήθεια· αντίθετα, κάνουν ό,τι μπορούν για να τα αποβάλουν αυτά» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Γιατί είσαι απρόθυμος να είσαι αντιθετικό στοιχείο;). «Για έναν αντίχριστο, συμφέροντα όπως η θέση, η εξουσία και το γόητρο είναι τα πιο σημαντικά, πράγματα που τα εξισώνει με την ίδια του τη ζωή. Γι’ αυτόν τον λόγο, όταν ένας αντίχριστος απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του, όταν χάνει τον τίτλο του “επικεφαλής” και δεν έχει πια θέση, συνεπώς έχει χάσει την εξουσία και το γόητρό του, και δεν απολαμβάνει πια την ειδική μεταχείριση της εκτίμησης, της υποστήριξης και του θαυμασμού, καθώς ο αντίχριστος βλέπει τη θέση και την εξουσία σαν την ίδια τη ζωή του, το θεωρεί αυτό εντελώς απαράδεκτο» («Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δωδέκατο: Θέλουν να αποσυρθούν όταν δεν έχουν καμία θέση ούτε καμία ελπίδα να κερδίσουν ευλογίες). Συγκρίνοντας τον εαυτό μου με τα λόγια του Θεού, έκανα αυτοκριτική, και μόνο τότε είδα ότι η βαθύτερη αιτία της ανικανότητάς μου να υποταχθώ αληθινά στο καθήκον φιλοξενίας ήταν ότι ζούσα με βάση σατανικά δηλητήρια όπως «Οι άνθρωποι χρειάζονται την υπερηφάνειά τους όπως ένα δέντρο χρειάζεται τον φλοιό του», «Ένας άνθρωπος αφήνει το όνομά του όπου μένει, όπως ακριβώς μια χήνα βγάζει την κραυγή της όπου πετάει», «Ο άνθρωπος αγωνίζεται να ανέβει προς τα πάνω· το νερό κυλάει προς τα κάτω» και «Όσοι μοχθούν με το μυαλό τους κυβερνούν τους άλλους και όσοι μοχθούν με τα χέρια τους κυβερνώνται από άλλους». Όλα προκαλούνταν από τη συνεχή μου επιδίωξη για υπόληψη και θέση. Επηρεασμένη και διαμορφωμένη από αυτά τα σατανικά δηλητήρια, πριν πιστέψω στον Θεό, ο στόχος ζωής που είχα θέσει ήταν να μπω σε πανεπιστήμιο και να βρω μια αξιοσέβαστη δουλειά, ώστε να με εκτιμούν και να με σέβονται οι άλλοι. Ένιωθα ότι μόνο μια τέτοια ζωή είχε αξία και νόημα, και ότι, αν περνούσα τη ζωή μου κάνοντας χειρωνακτική εργασία, με διέταζαν και με περιφρονούσαν οι άλλοι, η ζωή δεν θα είχε κανένα σκοπό. Ωστόσο, για διάφορους λόγους, δεν μπήκα σε καλή σχολή και μπορούσα μόνο να καλλιεργώ τη γη στο σπίτι. Δεν ήμουν πρόθυμη να κάνω χειρωνακτική εργασία, οπότε βρήκα μια δουλειά ως αναπληρώτρια δασκάλα σε ένα σχολείο. Αν και ο μισθός δεν ήταν υψηλός, η δουλειά ήταν αξιοσέβαστη. Αφότου πίστεψα στον Θεό, συνέχισα να ζω με βάση αυτά τα σατανικά δηλητήρια. Χώρισα τα καθήκοντα του οίκου του Θεού σε διαφορετικές βαθμίδες, και μου άρεσε μόνο να κάνω καθήκοντα που με έβαζαν στο επίκεντρο της προσοχής και προκαλούσαν τον θαυμασμό των άλλων. Πίστευα ότι το καθήκον φιλοξενίας ήταν χειρωνακτική εργασία, ότι ήταν κατώτερο, οπότε ήθελα να το αποφύγω και να το αρνηθώ. Με έλεγχαν αυτά τα σατανικά δηλητήρια. Διαστρεβλώθηκαν η οπτική μου για τη ζωή και οι αξίες μου, και η καρδιά μου ήταν αφοσιωμένη στην επιδίωξη της φήμης και της θέσης. Θεωρούσα τη δική μου περηφάνια και θέση ανώτερες από οτιδήποτε άλλο και, όταν δεν μπορούσα να τις αποκτήσω, ένιωθα ότι η ζωή δεν είχε κανένα σκοπό και πονούσα πολύ. Σκέφτηκα πως, όταν έκανα κειμενικά καθήκοντα, επειδή πάντα επεδίωκα τη φήμη και τη θέση, η κατάστασή μου ήταν πάντα κακή, δεν μπορούσα να συνεργαστώ αρμονικά με τους άλλους και ήμουν αναποτελεσματική στο καθήκον μου, με αποτέλεσμα να απαλλαγώ από τα καθήκοντά μου. Αν δεν επιλυόταν αυτή η πτυχή της διεφθαρμένης μου διάθεσης, ό,τι καθήκον κι αν έκανα, αργά ή γρήγορα θα αποτύγχανα και θα έπεφτα. Αλλά εγώ δεν έκανα αυτοκριτική και δεν έλυνα τη διαφθορά μου ούτε σκεφτόμουν πώς να κάνω καλά το καθήκον φιλοξενίας. Η καρδιά μου ήταν αφοσιωμένη στο να κάνω κειμενικά καθήκοντα για να ικανοποιήσω την επιθυμία μου για φήμη και θέση, και αντιστεκόμουν, ήμουν επιπόλαιη και μου έλειπε η αφοσίωση στον τρόπο που αντιμετώπιζα το καθήκον φιλοξενίας. Ήμουν ιδιαίτερα εγωίστρια και ποταπή, πραγματικά χωρίς ίχνος ανθρώπινης φύσης ή λογικής! Σκέφτηκα πως είχα εγκαταλείψει την οικογένεια και την καριέρα μου για να κάνω το καθήκον μου για πάνω από μια δεκαετία, και μία απλή μετάθεση είχε αποκαλύψει το πραγματικό μου ανάστημα. Μόνο τότε είδα ότι όλα όσα έλεγα συνήθως ήταν απλώς λόγια και δόγματα, χωρίς την παραμικρή αλήθεια-πραγματικότητα. Ξαφνικά, ένιωσα πολύ αξιολύπητη. Σκέφτηκα τους αντίχριστους που επιδιώκουν πεισματικά τη φήμη και τη θέση, και όσα κλαδέματα, απαλλαγές από καθήκοντα και μεταθέσεις κι αν αντιμετωπίζουν, δεν εγκαταλείπουν ποτέ τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες τους· αντίθετα, κάνουν πολλές πονηρές πράξεις και τελικά αποκλείονται από τον Θεό. Δεν ακολουθούσα κι εγώ τα βήματά τους; Το μονοπάτι που βάδιζα ήταν αυτό ενός αντίχριστου. Αν δεν άλλαζα πορεία, τελικά θα με αποστρεφόταν, θα με απέρριπτε και θα με απέκλειε ο Θεός!

Κατά τη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων, συλλογίστηκα περαιτέρω: «Δεν μπορώ να υποταχθώ αληθινά στο καθήκον φιλοξενίας. Ποιες άλλες εσφαλμένες απόψεις έχω μέσα μου;» Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Όλοι είναι ίσοι μπροστά στην αλήθεια. Αυτοί που προάγονται και καλλιεργούνται δεν είναι πολύ καλύτεροι από τους άλλους. Όλοι έχουν βιώσει το έργο του Θεού για τον ίδιο περίπου χρόνο. Όσοι δεν έχουν προαχθεί ή καλλιεργηθεί θα πρέπει επίσης να επιδιώκουν την αλήθεια ενώ κάνουν τα καθήκοντά τους. Κανείς δεν μπορεί να στερήσει από τους άλλους το δικαίωμα της επιδίωξης της αλήθειας. Μερικοί άνθρωποι είναι πιο πρόθυμοι κατά την επιδίωξη της αλήθειας και έχουν κάποιο επίπεδο, οπότε προάγονται και καλλιεργούνται. Αυτό οφείλεται στις ανάγκες του έργου του οίκου του Θεού. Γιατί, λοιπόν, ο οίκος του Θεού έχει τέτοιες αρχές για την προαγωγή και τη χρήση των ανθρώπων; Επειδή υπάρχουν διαφορές στο επίπεδο και τον χαρακτήρα των ανθρώπων και κάθε άνθρωπος επιλέγει διαφορετικό μονοπάτι· αυτό οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα ως προς την πίστη των ανθρώπων στον Θεό. Εκείνοι που επιδιώκουν την αλήθεια σώζονται και γίνονται άνθρωποι της βασιλείας, ενώ εκείνοι που δεν αποδέχονται καθόλου την αλήθεια, που δεν δείχνουν αφοσίωση ενώ κάνουν το καθήκον τους, αποκλείονται. Ο οίκος του Θεού καλλιεργεί και χρησιμοποιεί τους ανθρώπους ανάλογα με το αν επιδιώκουν την αλήθεια και αν δείχνουν αφοσίωση ενώ κάνουν το καθήκον τους. Υπάρχει διάκριση στην ιεραρχία των διαφόρων ανθρώπων στον οίκο του Θεού; Προς το παρόν, δεν υπάρχει ιεραρχία με βάση το πόστο, την αξία, τη θέση ή το κύρος των διαφόρων ανθρώπων. Τουλάχιστον κατά την περίοδο που ο Θεός εργάζεται για να σώσει και να καθοδηγήσει τους ανθρώπους, δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στον βαθμό, το πόστο, την αξία ή τη θέση των διαφόρων ανθρώπων. Τα μόνα πράγματα που διαφέρουν είναι ο καταμερισμός του έργου και οι ρόλοι των καθηκόντων που εκτελούνται. Φυσικά, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ορισμένοι άνθρωποι, κατ’ εξαίρεση, προάγονται και καλλιεργούνται για να κάνουν κάποιες ειδικές δουλειές, ενώ ορισμένοι άνθρωποι δεν λαμβάνουν τέτοιες ευκαιρίες για διάφορους λόγους, όπως προβλήματα με το επίπεδό τους ή το οικογενειακό τους περιβάλλον. Αλλά μήπως ο Θεός δεν σώζει εκείνους που δεν έχουν λάβει τέτοιες ευκαιρίες; Αυτό δεν ισχύει. Είναι η αξία και η θέση τους χαμηλότερη από εκείνη των άλλων; Όχι. Όλοι είναι ίσοι ενώπιον της αλήθειας, όλοι έχουν την ευκαιρία να επιδιώξουν και να κερδίσουν την αλήθεια, και ο Θεός αντιμετωπίζει τους πάντες δίκαια και λογικά» [«Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών», Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών (5)]. Μόλις διάβασα τα λόγια του Θεού, κατάλαβα ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, όλοι είναι δημιουργημένα όντα, και δεν υπάρχει διάκριση θέσης και βαθμίδας ανάλογα με το καθήκον που κάνει κάποιος. Το να είσαι επικεφαλής ή να κάνεις κειμενικά καθήκοντα δεν σημαίνει ότι έχεις ανώτερη θέση ή πόστο απ’ τους άλλους, και το να κάνεις καθήκον φιλοξενίας ή γενικών υποθέσεων δεν σημαίνει ότι έχεις κατώτερη θέση ή πόστο. Το καθήκον που κάνει ο καθένας κανονίζεται σύμφωνα με το επίπεδο και τις ικανότητές του, και τις ανάγκες του έργου της εκκλησίας. Τα καθήκοντα που γίνονται διαφέρουν μόνο στον καταμερισμό της εργασίας· δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ υψηλής και χαμηλής θέσης. Ό,τι καθήκον κι αν κάνει κάποιος, αυτό που εκτιμά ο Θεός είναι το αν επιδιώκει την αλήθεια και την αποκτά —αυτό είναι το πιο κρίσιμο. Συγκρίνοντας τον εαυτό μου με τα λόγια του Θεού, είδα ότι η άποψή μου ήταν απλώς εντελώς παράλογη. Πίστευα ότι στον οίκο του Θεού, όλοι όσοι υπηρετούν ως επικεφαλής και εργάτες, και κηρύττουν το ευαγγέλιο ή κάνουν κειμενικά καθήκοντα, είναι άτομα με επίπεδο και ικανότητες, που έχουν υψηλή θέση και είναι διακεκριμένοι. Αντίθετα, πίστευα ότι όσοι κάνουν καθήκον φιλοξενίας ή γενικών υποθέσεων κάνουν απλώς χειρωνακτική εργασία, έχουν κατώτερη θέση και ανήκουν σε κατώτερη τάξη. Καθώς με κυρίευε αυτή η παράλογη άποψη, μου άρεσε να κάνω κειμενικά καθήκοντα και, όταν μου ζητήθηκε να κάνω το καθήκον φιλοξενίας, ένιωθα σαν να με είχαν παραγκωνίσει. Ήμουν λυπημένη και χαμένη, και δυσκολευόμουν να υποταχθώ. Δεν έβλεπα τα πράγματα σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, αλλά αντίθετα έβλεπα τα καθήκοντα του οίκου του Θεού από την οπτική των άπιστων, τα χώριζα σε διαφορετικές βαθμίδες, και περιφρονούσα το καθήκον φιλοξενίας από τα βάθη της καρδιάς μου. Ήταν πραγματικά παράλογο. Αυτή ήταν η οπτική ενός δύσπιστου! Ό,τι καθήκον κι αν κάνουμε, ο Θεός ελπίζει να επιδιώκουμε την αλήθεια καθώς κάνουμε το καθήκον μας, και να φτάσουμε στο σημείο να βλέπουμε τους ανθρώπους και τα πράγματα, και να φερόμαστε και να ενεργούμε αποκλειστικά σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, με την αλήθεια ως κριτήριό μας. Σκέφτηκα τους ψευδο-επικεφαλής και τους αντίχριστους γύρω μου που είχαν πέσει. Αν και ήταν επικεφαλής στην εκκλησία, επειδή επεδίωκαν τυφλά τη θέση και δεν επικεντρώνονταν στην επιδίωξη της αλήθειας, έκαναν πολλά πράγματα που προκαλούσαν διατάραξη και αναστάτωση στο έργο της εκκλησίας. Παρέμειναν αμετανόητοι μέχρι το τέλος, και τελικά αποκλείστηκαν. Αντίθετα, ορισμένοι αδελφοί και αδελφές που έκαναν καθήκοντα γενικών υποθέσεων ή φιλοξενίας, παρόλο που δεν είχαν υψηλή θέση, μπορούσαν να υποταχθούν στις διευθετήσεις της εκκλησίας και να κάνουν σιωπηλά τα καθήκοντά τους. Μετά από ένα διάστημα, μπορούσαν να κάνουν κάποια πρόοδο στη ζωή-είσοδό τους, και ορισμένοι έγραψαν ακόμη και άρθρα με βιωματικές μαρτυρίες. Είδα ότι ό,τι καθήκον κι αν κάνει κάποιος, εφόσον επιδιώκει την αλήθεια και μπορεί να υποταχθεί στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις του Θεού, θα έχει τη διαφώτιση και την καθοδήγηση του Θεού. Σκέφτηκα πως πίστευα στον Θεό για τόσα χρόνια και, όταν μου ανατέθηκε άλλο καθήκον, δεν μπορούσα να δω το θέμα σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, αλλά το έκρινα με βάση τις δικές μου εσφαλμένες απόψεις. Δεν μπορούσα να κάνω καλά το καθήκον φιλοξενίας με αφοσίωση και δεν έδειχνα καμία απολύτως υποταγή στον Θεό. Αν συνέχιζα χωρίς να αλλάξω πορεία, τελικά θα αποκλειόμουν κι εγώ. Έπρεπε να επικεντρωθώ στην αναζήτηση της αλήθειας και στην άσκηση της αλήθειας στο καθήκον μου, και δεν μπορούσα πλέον να επαναστατώ ενάντια στον Θεό. Μετά από αυτό, συχνά προσευχόμουν, διάβαζα τα λόγια του Θεού και άκουγα ύμνους, και η σχέση μου με τον Θεό έγινε πολύ πιο στενή. Όποτε είχα δυσκολίες, άνοιγα την καρδιά μου και ζητούσα βοήθεια από τις αδελφές μου. Εκείνες συναναστρέφονταν μαζί μου και με βοηθούσαν, και ένιωθα ότι και η σχέση μου με τις αδελφές μου γινόταν πιο στενή. Επικεντρώθηκα επίσης στο να εκπαιδευτώ στην αναζήτηση της αλήθειας και στην άσκηση της αλήθειας σε όσα μου συνέβαιναν, ετοιμάζοντας τα γεύματα στην ώρα τους, διατηρώντας το σπίτι καθαρό, και κάνοντας καλά το έργο της ασφάλειας και της προστασίας, κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορούσα για να παρέχω στις αδελφές μου ένα ήσυχο, άνετο και ασφαλές περιβάλλον για να κάνουν τα καθήκοντά τους. Μερικές φορές, οι αδελφές μου, αφότου τελείωναν τα καθήκοντά τους, με βοηθούσαν επίσης στο καθάρισμα και, όταν έβλεπαν ότι ήμουν πολύ απασχολημένη με το μαγείρεμα, προσφέρονταν και εκείνες πρόθυμα να βοηθήσουν. Όταν άλλαξα την άποψή μου, και διόρθωσα τη στάση μου και υποτάχθηκα, ένιωθα απελευθέρωση στην καρδιά μου.

Μια μέρα, ήρθε στο σπίτι μου η νεοεκλεγείσα επόπτρια για το κειμενικό έργο. Είδα ότι ήταν η αδελφή Τσεν, με την οποία είχα συνεργαστεί πριν από δύο χρόνια. Πέρα από την έκπληξη, η καρδιά μου ταράχτηκε πάλι. «Και η αδελφή Τσεν απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά της πέρυσι και, μετά από ένα διάστημα αυτοκριτικής, άρχισε πάλι να κάνει κειμενικά καθήκοντα, και αυτήν τη φορά εξελέγη μάλιστα και επόπτρια. Κοίτα όμως εμένα: Αφού μου ανατέθηκε άλλο καθήκον, κάνω το καθήκον φιλοξενίας εδώ όλον αυτόν τον καιρό. Οι άλλες ανελίσσονται, ενώ εγώ μένω στάσιμη. Πραγματικά, δεν υπάρχει σύγκριση!» Όταν το σκέφτηκα αυτό, ένιωσα πάλι ότι το καθήκον φιλοξενίας ήταν ντροπιαστικό. Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ότι η κατάστασή μου ήταν λανθασμένη, οπότε προσευχήθηκα γρήγορα στον Θεό, ζητώντας Του να προστατεύσει την καρδιά μου. Στη συνέχεια, διάβασα τα λόγια του Θεού: «Γενικά μιλώντας, συμμετέχεις στο έργο του σχεδίου διαχείρισης του Θεού· πιο συγκεκριμένα, εργάζεσαι σύμφωνα με τις ανάγκες των διαφόρων αντικειμένων του έργου που επιτελεί ο Θεός σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Όποιο κι αν είναι το καθήκον σου, είναι μια αποστολή που σου έχει δώσει ο Θεός. Μερικές φορές μπορεί να σου ζητηθεί να φροντίσεις ή να διαφυλάξεις ένα σημαντικό αντικείμενο. Αυτό δεν αποτελεί μείζον ζήτημα —θα έλεγε κανείς ότι είναι μόνο μια ευθύνη που έχεις— αλλά είναι μια εργασία που σου έχει δώσει ο Θεός, την αποδέχτηκες από Εκείνον και αυτό είναι τώρα το καθήκον σου. […] Ό,τι και να είναι, εφόσον έχει να κάνει με το έργο του Θεού και τις ανάγκες του έργου της διάδοσης του ευαγγελίου, οι άνθρωποι θα πρέπει να το αποδέχονται ως καθήκον από τον Θεό. Το καθήκον, με ακόμα ευρύτερη έννοια, είναι η αποστολή του καθενός, μια ανάθεση που του εμπιστεύεται ο Θεός· πιο συγκεκριμένα, είναι η ευθύνη σου, η υποχρέωσή σου. Εφόσον πρόκειται για την αποστολή σου, μια ανάθεση που σου εμπιστεύεται ο Θεός, και πρόκειται για τη δική σου ευθύνη και υποχρέωση, η εκτέλεση του καθήκοντός σου δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις προσωπικές σου υποθέσεις» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Ποια είναι η εκτέλεση του καθήκοντος σύμφωνα με τα πρότυπα;). Διαβάζοντας τα λόγια του Θεού, κατάλαβα ότι η ευκαιρία που έχουν οι άνθρωποι να κάνουν το καθήκον τους είναι η χάρη και η εξύψωση του Θεού. Ο Θεός έχει έρθει στη γη για να επιτελέσει το έργο της σωτηρίας της ανθρωπότητας. Αυτό είναι ένα τεράστιο εγχείρημα, και υπάρχουν πολλά καθήκοντα που απαιτούν τη συνεργασία των ανθρώπων, όπως το να είναι κανείς επικεφαλής και εργάτης, να κηρύττει το ευαγγέλιο, να κάνει το καθήκον φιλοξενίας και ούτω καθεξής. Κάθε καθήκον είναι σημαντικό. Δεν υπάρχουν μεγάλα ή μικρά καθήκοντα, υψηλά ή χαμηλά, ούτε ευγενή ή ευτελή. Είτε κάποιος ασχολείται με πνευματική είτε με χειρωνακτική εργασία, εκπληρώνει την ευθύνη του ενώπιον του Θεού. Αν και δεν ξεχώριζα κάνοντας το καθήκον φιλοξενίας, το να δίνω τη δυνατότητα σε όλους να κάνουν τα καθήκοντά τους με την ησυχία τους είναι επίσης εκπλήρωση της ευθύνης και του καθήκοντος ενός δημιουργημένου όντος. Μέσα από την καρδιά μου, έπαψα να αντιστέκομαι στο καθήκον φιλοξενίας και δεν ένιωθα πλέον ότι αυτό το καθήκον ήταν απλώς χειρωνακτική εργασία και κάτι το κατώτερο. Ενώ έκανα το καθήκον μου, μπορούσα επίσης να αφιερώνω περισσότερο τον νου μου στην αυτοκριτική για την κατάστασή μου και στην αναζήτηση της αλήθειας. Ένιωθα μεγάλη γαλήνη στην καρδιά μου κάνοντας το καθήκον μου με αυτόν τον τρόπο.

Δεν περίμενα ποτέ ότι, μετά από λίγο καιρό, θα άρχιζα να κάνω ξανά κειμενικά καθήκοντα. Εκείνες οι μέρες που έκανα το καθήκον φιλοξενίας έχουν γίνει μια πολύτιμη ανάμνηση στην καρδιά μου. Ήταν η καθοδήγηση των λόγων του Θεού που με βοήθησε να αποκτήσω διάκριση για τις παράλογες απόψεις που βρίσκονταν πίσω από την επιδίωξή μου, και να καταλάβω ότι δεν υπάρχουν υψηλά ή χαμηλά καθήκοντα, ούτε ευγενή ή ευτελή. Ό,τι καθήκον κι αν σου τύχει, πρέπει να το αποδέχεσαι και να υποτάσσεσαι. Το να μπορείς να επιδιώκεις την αλήθεια και να προσφέρεις την αφοσίωσή σου —αυτό είναι που εκτιμά ο Θεός.

Προηγούμενο: 43. Τι αποκόμισα καλλιεργώντας άλλους

Επόμενο: 47. Στοχασμός και κατανόηση του εγωισμού μου

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

27. Ξανασμίγοντας με τον Κύριο

Από τον Ζιαντίνγκ, Ηνωμένες ΠολιτείεςΕίμαι γόνος καθολικής οικογένειας και, από νεαρή ηλικία, η μητέρα μου μου έμαθε να διαβάζω τη Βίβλο....

10. Το ξαλάφρωμα της καρδιάς

Από τη Ζενσίν, τις Ηνωμένες ΠολιτείεςΤον Οκτώβριο του 2016, ο σύζυγός μου κι εγώ αποδεχτήκαμε το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες ενώ...

Η εμφάνιση και το έργο του Θεού Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Εκθέτοντας τους αντίχριστους Οι ευθύνες των επικεφαλής και των εργατών Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας Η Κρίση ξεκινά από τον Οίκο του Θεού Ουσιώδη Λόγια του Παντοδύναμου Θεού, του Χριστού των Εσχάτων Ημερών Καθημερινά λόγια του Θεού Οι αλήθεια-πραγματικότητες στις οποίες πρέπει να εισέλθουν οι πιστοί στον Θεό Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια Οδηγίες για τη διάδοση του ευαγγελίου της βασιλείας Τα πρόβατα του Θεού ακούν τη φωνή του Θεού Άκου τη Φωνή του Θεού  Ιδού ο Θεός Εμφανίστηκε Κλασικές Ερωτήσεις και Απαντήσεις για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Α΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Β΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Γ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Δ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ε΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος ΣΤ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Ζ΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Η΄) Βιωματικές Μαρτυρίες Ενώπιον του Βήματος της Κρίσης του Χριστού (Τόμος Θ΄) Πώς Στράφηκα στον Παντοδύναμο Θεό

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο