93. Πώς εξαφανίστηκαν οι προθέσεις μου να ευλογηθώ
Το 2003, αποδέχτηκα το έργο των εσχάτων ημερών του Παντοδύναμου Θεού. Πραγματικά ενθουσιάστηκα, διότι ο Κύριος Ιησούς, που Τον περιμέναμε τόσο καιρό, είχε επιστρέψει οριστικά. Μετά, πήγα δραστήρια να κηρύξω το ευαγγέλιο, για να μοιραστώ αυτά τα σπουδαία νέα με περισσότερους ανθρώπους που ποθούν την εμφάνιση του Θεού. Όσο κι αν με παρεμπόδιζαν, με χτυπούσαν ή με καταριούνταν οι θρησκευόμενοι, όσο κι αν προσπαθούσε να με διώξει και να με συλλάβει ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας, συνέχισα να κηρύττω το ευαγγέλιο. Μετά από κάποιο διάστημα, ένας όγκος στο στήθος που είχα επί χρόνια θεραπεύτηκε σαν από θαύμα χωρίς εγχείρηση, και το εισόδημα απ’ την οικογενειακή μας επιχείρηση τριπλασιάστηκε. Από τότε, κατέβαλλα ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια στα καθήκοντά μου. Όπου κι αν πήγαινα για να κηρύξω το ευαγγέλιο, όσο μακριά κι αν ήταν ή όσο δύσκολες κι αν ήταν οι συνθήκες, ήμουν πραγματικά πρόθυμη. Το 2012, υπηρετούσα ως επικεφαλής εκκλησίας και ήμουν απασχολημένη με τα καθήκοντά μου, οπότε είχα καιρό να γυρίσω σπίτι μου. Μια μέρα, καθ’ οδόν για μια συνάθροιση, συνάντησα τυχαία τον γιο μου. Μου είπε ότι η εγγονή μου είχε εμφανίσει κακοήθη όγκο στον εγκέφαλο, ότι αν και είχαν ξοδέψει εκατοντάδες χιλιάδες γιουάν, ο όγκος ήταν μη ιάσιμος, και ότι ο γιατρός είπε πως της έμεναν δύο μήνες ζωής. Η καρδιά μου αναπήδησε, και το κεφάλι μου κουδούνισε: «Πώς γίνεται να έχει αυτήν την ασθένεια ένα τόσο μικρό κορίτσι;» Όταν πήγα στο σπίτι μου, είδα την εγγονή μου με μπανταρισμένο κεφάλι και ήδη τυφλή απ’ το ένα μάτι. Παρ’ όλα αυτά, χόρευε ακόμη μπροστά απ’ την τηλεόραση. Με χτύπησε ένα κύμα θλίψης, και δεν μπόρεσα να αποδεχτώ αυτήν την πραγματικότητα. Ξέσπασα σε κλάματα. Η εγγονή μου ήταν μόνο τριών χρονών, γεμάτη ζωή. Η σύντομη ζωή της επρόκειτο πραγματικά να τελειώσει; Η καρδιά μου γέμισε απερίγραπτο πόνο. Ρώτησα αμέσως τον άντρα μου αν θα μπορούσαμε να την πάμε στο καλύτερο νοσοκομείο για άλλον έναν έλεγχο, αλλά εκείνος είπε: «Δεν έχει νόημα. Είναι πολύ αργά. Δεν γίνεται να θεραπευτεί. Έχει μόνο δύο μήνες ζωής». Τα λόγια του άντρα μου δεν με άφησαν να κοιμηθώ καθόλου εκείνο το βράδυ. Σκέφτηκα: «Πώς γίνεται να έχει αυτήν την ασθένεια η εγγονή μου; Κάνω τα καθήκοντά μου από τότε που βρήκα τον Θεό κι έχω υποφέρει πολύ. Γιατί δεν προστάτεψε την εγγονή μου ο Θεός; Γιατί έχω υποβληθεί σε μια τόσο μεγάλη δοκιμασία;» Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο περισσότερο πονούσα. Δεν ήθελα πια να βγω για να κάνω τα καθήκοντά μου. Γνωρίζοντας ότι αυτή η κατάσταση δεν ήταν σωστή, προσευχήθηκα στον Θεό για να επαναστατήσω ενάντια στον εαυτό μου: Μέσα μου, όμως, ήλπιζα ακόμη ότι ο Θεός θα θεράπευε την εγγονή μου. Θυμήθηκα την ιστορία της Βίβλου με ένα μικρό κορίτσι που πέθανε. Ο Κύριος Ιησούς έπιασε το χέρι του και το επανέφερε στη ζωή. Προσευχήθηκα, λοιπόν, στον Θεό και Του εμπιστεύτηκα την εγγονή μου. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να σπεύσω και να συνεχίσω να κάνω τα καθήκοντά μου, πιστεύοντας ότι αν ο Θεός έβλεπε πόσο θυσιαζόμουν και δαπανούσα τον εαυτό μου, μπορεί να θεράπευε την εγγονή μου. Είπα επίσης στον γιο και τον άντρα μου να προσευχηθούν περισσότερο γι’ αυτήν.
Εκείνη την περίοδο, ήλπιζα μέσα μου να αναρρώσει η εγγονή μου και δεν μπορούσα να σταματήσω να τη σκέφτομαι την ώρα που έκανα τα καθήκοντά μου. Οι αναμνήσεις της ζωηρής κι αξιολάτρευτης εγγονής μου περνούσαν απ’ το μυαλό μου σαν ταινία. Αν και συνέχιζα να κάνω τα καθήκοντά μου, δεν είχα το ίδιο αίσθημα φορτίου όπως παλιά. Ιδίως όταν σκεφτόμουν πόσο γλυκιά ήταν η εγγονή μου κι ότι είχε μόνο δύο μήνες ζωής, η καρδιά μου πονούσε σαν να κοβόταν με μαχαίρι. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια κι έβαζα συχνά τα κλάματα χωρίς καν να το συνειδητοποιώ. Ζούσα μέσα στην αδυναμία και την αρνητικότητα, και ήμουν αναποτελεσματική στο καθήκον μου. Συνειδητοποίησα ότι η κατάστασή μου ήταν επικίνδυνη. Γνώριζα ότι αν δεν άλλαζα γρήγορα τα πράγματα, θα έχανα το έργο του Αγίου Πνεύματος. Προσήλθα, λοιπόν, ενώπιον του Θεού και προσευχήθηκα: «Θεέ μου, η εγγονή μου είναι σοβαρά άρρωστη, και πονάω πολύ. Σου ζητώ να προσέχεις την καρδιά μου και να με διαφωτίσεις για να κατανοήσω την πρόθεσή Σου». Στη συνέχεια, διάβασα ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Όταν οι άνθρωποι υποβάλλονται σε δοκιμασίες, είναι φυσιολογικό να είναι αδύναμοι, να είναι αρνητικοί μέσα τους, να μην κατανοούν τις προθέσεις του Θεού ή να στερούνται διαύγειας όσον αφορά το μονοπάτι άσκησης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να έχεις πίστη στο έργο του Θεού και, όπως και ο Ιώβ, να μην αρνείσαι τον Θεό. Παρόλο που ο Ιώβ ήταν αδύναμος και αναθεμάτισε την ημέρα που γεννήθηκε, δεν αρνήθηκε πως όλα όσα έχουν οι άνθρωποι από τότε που γεννιούνται τα παρέχει ο Ιεχωβά και πως ο Ιεχωβά είναι, επίσης, Αυτός που τα παίρνει πίσω. Σε όποιες δοκιμασίες κι αν υποβλήθηκε, διατήρησε αυτήν την πεποίθηση. Κατά τις εμπειρίες σου, σε όποιον εξευγενισμό κι αν σε υποβάλλουν τα λόγια του Θεού, αυτό που θέλει ο Θεός είναι, γενικά, η πίστη σου και η καρδιά σου που αγαπά τον Θεό. Αυτό που οδηγεί Εκείνος στην τελείωση όταν εργάζεται έτσι είναι η πίστη, η αγάπη και η αποφασιστικότητα των ανθρώπων. Ο Θεός επιτελεί το έργο της τελείωσης πάνω στους ανθρώπους και αυτοί δεν μπορούν να το δουν ή να το αγγίξουν· υπό αυτές τις συνθήκες, απαιτείται πίστη. Όταν κάτι δεν είναι ορατό δια του γυμνού οφθαλμού, απαιτείται πίστη. Όταν δεν μπορείς να εγκαταλείψεις τις αντιλήψεις σου, απαιτείται πίστη. Όταν δεν έχεις διαύγεια σχετικά με το έργο του Θεού, αυτό που απαιτείται από σένα είναι να έχεις πίστη, και να τηρείς ακλόνητη στάση και να παραμένεις σταθερός στη μαρτυρία σου. Όταν ο Ιώβ έφτασε σ’ αυτό το σημείο, ο Θεός τού εμφανίστηκε και του μίλησε. Τουτέστιν, μόνο όταν έχεις πίστη, θα είσαι σε θέση να δεις τον Θεό. Όταν έχεις πίστη, θα σε οδηγήσει ο Θεός στην τελείωση, ενώ αν δεν έχεις πίστη, δεν θα μπορεί να το κάνει αυτό» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Όσοι πρόκειται να οδηγηθούν στην τελείωση πρέπει να υποβληθούν σε εξευγενισμό). Όταν συλλογίστηκα τα λόγια του Θεού, κατάλαβα ότι η ασθένεια της εγγονής μου ήταν κάτι που είχε επιτρέψει ο Θεός και ότι ήταν μια δοκιμασία απ’ τον Θεό, με σκοπό να οδηγήσει την πίστη μου στην τελείωση. Σκέφτηκα τον Ιώβ, ο οποίος γνώριζε ότι ο Θεός τού είχε δώσει την περιουσία του κι όλα όσα είχε, και ότι ήταν απολύτως φυσικό και δικαιολογημένο να του πάρει τα πάντα. Όταν ο Θεός τον υπέβαλε σε δοκιμασίες, ο Ιώβ επέλεξε να αναθεματίσει τη μέρα που γεννήθηκε παρά να παραπονεθεί για τον Θεό. Μπόρεσε να πει: «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον» (Ιώβ 1:21). Είχε αληθινή πίστη κι έδωσε τη ζωή του στον Θεό, επιτρέποντάς Του να ενορχηστρώσει τα πάντα. Η ανθρώπινη φύση του Ιώβ ήταν τόσο έντιμη και καλή. Σκέφτηκα τον εαυτό μου. Παλιότερα, έκανα με ζήλο το καθήκον μου. Όσα δεινά κι αν υπέμενα καθώς κήρυττα το ευαγγέλιο, όσο κι αν ο θρησκευτικός κόσμος ή ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας προσπαθούσαν να με διώξουν και να με καταδικάσουν, δεν έγινα ποτέ αρνητική. Αντιθέτως, συνέχιζα απλώς και μόνο να κηρύττω το ευαγγέλιο και να κάνω θυσίες όπως πάντα. Αυτό, όμως, δεν ήταν αληθινή πίστη. Πίστευα επειδή, από τότε που βρήκα τον Θεό, η οικογενειακή επιχείρηση είχε πάρει τα πάνω της, και ο Θεός είχε θεραπεύσει την ασθένειά μου. Απολάμβανα τη χάρη και τις ευλογίες του Θεού. Όταν, όμως, η εγγονή μου είχε καρκίνο στον εγκέφαλο, είχε μόνο δύο μήνες ζωής και ο Θεός δεν την θεράπευε όπως ζήτησα, άρχισα να λογομαχώ με τον Θεό βασισμένη στις προηγούμενες θυσίες μου και να παραπονιέμαι γι’ Αυτόν επειδή δεν είχε προστατέψει την εγγονή μου. Ένιωσα μάλιστα ότι αυτό που έκανε ο Θεός δεν ήταν ευγενικό κι ότι δεν έπρεπε να με υποβάλει σε μια τόσο σοβαρή δοκιμασία. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ανθρώπινη φύση και λογική. Δεν είχα πραγματική πίστη ούτε υποταγή στον Θεό. Όταν το σκέφτηκα, ένιωσα σαν να είχα πραγματικά απογοητεύσει τον Θεό. Ο Θεός μού είχε δώσει πάρα πολλά. Δεν γινόταν να συνεχίσω να είμαι τόσο άπληστη. Έπρεπε να μιμηθώ τον Ιώβ και να υποταχτώ στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις του Θεού.
Στη συνέχεια, ενώ έκανα το καθήκον μου, κάθε φορά που έβλεπα τα παιδιά των αδελφών, σκεφτόμουν την εγγονή μου και φαντασιωνόμουν πότε θα ήταν κι αυτή υγιής ξανά, να χοροπηδάει και να τρέχει γύρω μου. Θυμήθηκα ότι είχα όγκο στο στήθος κι ότι ο γιατρός είπε πως ο όγκος είχε μεγαλώσει και πως θα γινόταν επικίνδυνος αν δεν έκανα εγχείρηση. Βασίστηκα στον Θεό και συνέχισα να κάνω το καθήκον μου, και σαν από θαύμα, ο όγκος εξαφανίστηκε. Αυτήν τη φορά, θέλοντας να κάνω ξανά το καθήκον μου επιμελώς, φόρτωσα το πρόγραμμά μου. Έκανα συχνά συναθροίσεις με τους αδελφούς και τις αδελφές και συζητούσα για το έργο. Οι αδελφοί και οι αδελφές κήρυξαν το ευαγγέλιο δραστήρια και στήριξαν τους νεοφώτιστους, και κανένα έργο δεν καθυστέρησε. Σκέφτηκα: «Μια μέρα, η ασθένεια της εγγονής μου μπορεί να θεραπευτεί ξαφνικά». Δύο μήνες αργότερα, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, ανακάλυψα ότι όχι μόνο δεν είχε βελτιωθεί η ασθένειά της, αλλά κι ότι ο καρκίνος είχε εξαπλωθεί σε όλο της το σώμα. Η εγγονή μου άφηνε την τελευταία της πνοή. Ένα μικρό φέρετρο ήταν ήδη έτοιμο. Ο γιος και η νύφη μου έκλαιγαν ασταμάτητα. Η καρδιά μου σπάραξε και δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Άρχισα να προσπαθώ να επιχειρηματολογήσω με τον Θεό, λέγοντας μέσα μου: «Δεν έχω παραμελήσει το καθήκον μου τους τελευταίους δύο μήνες που είναι άρρωστη η εγγονή μου. Από τότε που άρχισα να πιστεύω στον Θεό, έκανα πάντα θυσίες και δαπανούσα τον εαυτό μου. Σταμάτησα να δουλεύω, ο κόσμος με διαβάλλει, οι συγγενείς μου με έχουν εγκαταλείψει και ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας με κυνηγάει. Όσο σκληρό κι αν είναι αυτό το περιβάλλον, έχω συνεχίσει τα καθήκοντά μου. Πώς γίνεται να είναι αυτό το αποτέλεσμα; Δεν έχω κάνει κάτι για να αντισταθώ ανοιχτά στον Θεό! Γιατί μου συνέβη αυτό; Γιατί δεν προστάτεψε την εγγονή μου ο Θεός;» Η κατάστασή μου χειροτέρεψε. Δεν είχα δύναμη να περπατήσω και δεν ήθελα ούτε καν να φάω. Ζούσα μέσα σε μεγάλο πόνο κι αρνητικότητα, και άρχισα να σκέφτομαι ότι δεν ήθελα να κάνω τα καθήκοντά μου. Γνώριζα ότι δεν έπρεπε να παραπονιέμαι, αλλά όταν είδα την εγγονή μου στα πρόθυρα του θανάτου, δεν άντεξα. Προσευχήθηκα σιωπηλά στον Θεό: «Θεέ μου! Δεν θέλω να παραπονιέμαι για Εσένα, αλλά πραγματικά δεν μπορώ να το ξεπεράσω. Νιώθω πολύ αδύναμη κι αβοήθητη. Σε παρακαλώ, κάνε την καρδιά μου να μην παραπονιέται». Λίγο αργότερα, η εγγονή μου πέθανε. Η καρδιά μου πόνεσε πολύ. Δεν είχα καμία επιθυμία να διαβάζω τα λόγια του Θεού ή να συναναστρέφομαι σε συναθροίσεις. Ιδίως όταν έβλεπα τα συνομήλικα με την εγγονή μου παιδιά των αδελφών, δεν άντεχα να μην κλαίω. Ζούσα μέσα στην αρνητικότητα και την παρανόηση, και η κατάσταση μου δεν βελτιώθηκε για ένα διάστημα. Επίσης, δεν είχα αποτελέσματα στα καθήκοντά μου. Τότε, προσήλθα ενώπιον του Θεού για να προσευχηθώ και να αναζητήσω.
Μια μέρα, διάβασα ένα χωρίο των λόγων του Θεού, και η καρδιά μου φωτίστηκε πολύ. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Αν η γέννηση κάποιου είχε προκαθοριστεί από την προηγούμενη ζωή του, τότε ο θάνατός του σηματοδοτεί το τέλος αυτού του πεπρωμένου. Αν η γέννηση κάποιου είναι η αρχή της αποστολής του σ’ αυτήν τη ζωή, τότε ο θάνατός του σηματοδοτεί το τέλος αυτής της αποστολής. Εφόσον ο Δημιουργός έχει θέσει ένα σταθερό σύνολο συνθηκών για τη γέννηση του καθενός, είναι βέβαιο πως έχει διευθετήσει και ένα σταθερό σύνολο συνθηκών για τον θάνατό του. Με άλλα λόγια, κανείς δεν γεννιέται κατά τύχη, ο θάνατος κανενός δεν είναι ξαφνικός, ενώ τόσο η γέννηση όσο και ο θάνατος συνδέονται απαραίτητα με την προηγούμενη και την παρούσα ζωή κάποιου. Το πώς είναι οι συνθήκες της γέννησης ενός ανθρώπου και το πώς είναι οι συνθήκες του θανάτου του σχετίζονται με τα όσα έχει προκαθορίσει ο Δημιουργός· αυτό είναι το πεπρωμένο ενός ανθρώπου, είναι η μοίρα του. Εφόσον υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για τη γέννηση κάποιου, πρέπει να υπάρχουν αναγκαστικά και διάφορες ειδικές συνθήκες για τον θάνατό του. Επομένως, προέκυψαν στην ανθρωπότητα ποικίλες διάρκειες ζωής, καθώς και τρόποι και χρόνοι θανάτου των ανθρώπων. Μερικοί άνθρωποι είναι δυνατοί και υγιείς, κι όμως πεθαίνουν νέοι· άλλοι είναι αδύναμοι και ασθενικοί, κι όμως ζουν μέχρι τα βαθιά γεράματα και αποβιώνουν γαλήνια. Κάποιοι πεθαίνουν από μη φυσικά αίτια και άλλοι από φυσικά. Κάποιοι πεθαίνουν μακριά από το σπίτι τους, ενώ άλλοι κλείνουν τα μάτια τους για τελευταία φορά με τα αγαπημένα τους πρόσωπα στο πλευρό τους. Κάποιοι άνθρωποι πεθαίνουν στον αέρα, άλλοι κάτω από τη γη. Κάποιοι πνίγονται στη θάλασσα, άλλοι χάνονται σε καταστροφές. Κάποιοι πεθαίνουν το πρωί, άλλοι το βράδυ… Όλοι θέλουν μια επιφανή γέννηση, μια λαμπρή ζωή και έναν ένδοξο θάνατο, αλλά κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει το πεπρωμένο του, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την κυριαρχία του Δημιουργού. Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου. Οι άνθρωποι μπορεί να κάνουν κάθε λογής σχέδια για το μέλλον τους, αλλά κανείς δεν μπορεί να σχεδιάσει το πώς θα γεννηθεί ή το πώς και το πότε θα αναχωρήσει από τον κόσμο. Παρόλο που όλοι οι άνθρωποι κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν την έλευση του θανάτου και να αντισταθούν σ’ αυτήν, και πάλι, εν αγνοία τους ο θάνατος πλησιάζει σιωπηλά. Κανείς δεν γνωρίζει πότε ή πώς θα πεθάνει ούτε, βέβαια, πού θα συμβεί αυτό. Είναι προφανές πως δεν είναι ο ίδιος ο άνθρωπος αυτός που έχει υπέρτατη εξουσία στη ζωή και τον θάνατό του ούτε και κάποιο ζωντανό ον στον φυσικό κόσμο, μα ο Δημιουργός, ο οποίος έχει μοναδική εξουσία. Η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας δεν είναι προϊόν κάποιου νόμου του φυσικού κόσμου, αλλά αποτέλεσμα της κυριαρχίας της εξουσίας του Δημιουργού» («Ο Λόγος», τόμ. 2: «Σχετικά με το να γνωρίζει κανείς τον Θεό», Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Γ΄). Απ’ τα λόγια του Θεού, κατάλαβα ότι η ανθρώπινη μοίρα, η ζωή κι ο θάνατος είναι στα χέρια του Θεού. Ο χρόνος της γέννησης και του θανάτου ενός ανθρώπου προκαθορίζεται απ’ τον Θεό. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να το αλλάξουν αυτό. Η ασθένεια της εγγονής μου κι ο χρόνος του θανάτου της προκαθορίστηκαν επίσης απ’ τον Θεό. Αυτό δεν ήταν κάτι που μπορούσαν να αλλάξουν οι υποκειμενικές προθέσεις μου. Δεν γίνεται να αλλάξει μέσα απ’ το έργο, τα δεινά ή τις θυσίες μου. Δεν γινόταν να υποταχτώ στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις του Θεού, ελπίζοντας ταυτόχρονα ότι το έργο και η δαπάνη μου θα έκαναν τον Θεό να αλλάξει τη μοίρα της εγγονής μου. Στην ουσία, δεν εναντιωνόμουν στον Θεό; Η ζωή κι ο θάνατος της εγγονής μου συνδέονταν με την προηγούμενη και την τρέχουσα ζωή της. Αυτά τα λίγα χρόνια μόνο μπορούσε να ζήσει. Αυτή ήταν η μοίρα της. Στην πραγματικότητα, πολλά παιδιά από άπιστες οικογένειες πεθαίνουν επίσης από διάφορες ανίατες ασθένειες. Για παράδειγμα, ήξερα έναν άπιστο το παιδί του οποίου είχε επίσης όγκο στον εγκέφαλο. Στην αρχή, το παιδί θεραπεύτηκε, αλλά στα δώδεκα, υποτροπίασε και τελικά πέθανε. Απ’ αυτό, είδα ότι η διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου καθορίζεται απ’ τον Θεό και ότι δεν έχει καμία σχέση με το αν τα μέλη της οικογένειάς του πιστεύουν στον Θεό. Εγώ, όμως, νόμιζα ότι αφού πίστευα στον Θεό, η εγγονή μου δεν έπρεπε να πεθάνει απ’ την ασθένειά της. Αυτή ήταν μια παράλογη άποψη. Όταν το συνειδητοποίησα, δεν ένιωθα πια τόσο πόνο στην καρδιά μου. Κατάφερα επίσης να αποδεχτώ απ’ τον Θεό, και να υποταχτώ στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις Του σε σχέση με τον θάνατο της εγγονής μου. Μοιράστηκα αυτήν την κατανόηση με τον άντρα και τον γιο μου, για να μην παραπονιούνται ούτε αυτοί για τον Θεό.
Μια μέρα, διάβασα άλλο ένα χωρίο των λόγων του Θεού και κατανόησα κάπως τα προβλήματά μου. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Όταν μιλάει κανείς για ευλογίες και κακουχίες, υπάρχει μια αλήθεια που πρέπει να αναζητηθεί. Ποιο σοφό ρητό πρέπει να τηρούν οι άνθρωποι; Είπε ο Ιώβ: “Τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τα κακά δεν θέλομεν δεχθή;” (Ιώβ 2:10). Αυτά τα λόγια είναι η αλήθεια; Αυτά είναι λόγια ενός ανθρώπου· δεν γίνεται να εξυψωθούν στο επίπεδο της αλήθειας, όμως μ’ έναν τρόπο συμμορφώνονται με την αλήθεια. Με ποιον τρόπο συμμορφώνονται αυτά τα λόγια με την αλήθεια; Το αν οι άνθρωποι θα είναι ευλογημένοι ή θα περάσουν κακουχίες βρίσκεται απόλυτα στο χέρι του Θεού, βρίσκεται απόλυτα κάτω από την κυριαρχία του Θεού. Αυτή είναι η αλήθεια. Οι αντίχριστοι, άραγε, το πιστεύουν αυτό; Όχι, δεν το πιστεύουν. Δεν το αναγνωρίζουν αυτό. Γιατί δεν το πιστεύουν και δεν το αναγνωρίζουν; (Πιστεύουν στον Θεό προκειμένου να είναι ευλογημένοι· το μόνο που θέλουν είναι να είναι ευλογημένοι.) (Επειδή είναι υπερβολικά εγωιστές και επιδιώκουν μόνο τα συμφέροντα της σάρκας.) Οι αντίχριστοι, κατά την πίστη τους, θέλουν μόνο ευλογίες και δεν θέλουν να περάσουν κακουχίες. Όταν βλέπουν κάποιον που είναι ευλογημένος, που έχει ωφεληθεί, που έχει δεχτεί τη χάρη και έχει λάβει περισσότερες υλικές απολαβές και σπουδαία πλεονεκτήματα, τότε πιστεύουν πως αυτό το έκανε ο Θεός· κι αν εκείνοι δεν λάβουν τέτοιες υλικές ευλογίες, τότε αυτό δεν είναι πράξη του Θεού. Αυτό που υπονοούν είναι: “Αν είσαι στ’ αλήθεια θεός, τότε μπορείς μόνο να ευλογείς τους ανθρώπους· πρέπει να αποτρέπεις τις κακουχίες και να μην επιτρέπεις να τους τύχουν βάσανα. Μόνο τότε έχει αξία και νόημα να πιστεύουν οι άνθρωποι σ’ εσένα. Αν σ’ ακολουθήσουν και συνεχίσουν να βασανίζονται απ’ τις κακουχίες, αν συνεχίσουν να υποφέρουν, τότε τι νόημα έχει να πιστεύει κανείς σ’ εσένα;” Δεν παραδέχονται πως όλα τα πράγματα και τα γεγονότα είναι στο χέρι του Θεού, πως ο Θεός κυριαρχεί επί των πάντων. Και γιατί δεν το παραδέχονται αυτό; Επειδή οι αντίχριστοι φοβούνται να περάσουν κακουχίες. Θέλουν μόνο να ωφελούνται, να εκμεταλλεύονται, να απολαμβάνουν ευλογίες· δεν έχουν επιθυμία να αποδεχθούν την κυριαρχία ούτε την ενορχήστρωση του Θεού, παρά μόνο να λάβουν προνόμια από Εκείνον. Αυτή είναι η εγωιστική και ποταπή οπτική των αντίχριστων. Πρόκειται για μια σειρά εκδηλώσεων που εμφανίζουν οι αντίχριστοι όσον αφορά λόγια του Θεού όπως οι υποσχέσεις και οι ευλογίες Του. Συνολικά, αυτές οι εκδηλώσεις αφορούν κυρίως την οπτική που κρύβεται πίσω από την επιδίωξη των αντίχριστων, καθώς και τις απόψεις, τις αξιολογήσεις και την κατανόηση που έχουν σχετικά με όσα κάνει ο Θεός για τους ανθρώπους» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δέκατο: Περιφρονούν την αλήθεια, παραβιάζουν απροκάλυπτα τις αρχές και αψηφούν τις διευθετήσεις του οίκου του Θεού (Μέρος έκτο)]. Τα λόγια του Θεού έχουν ξεσκεπάσει τις ποταπές προθέσεις πίσω απ’ την πίστη των αντίχριστων στον Θεό. Οι αντίχριστοι πιστεύουν στον Θεό μόνο και μόνο για να αποκομίζουν ευλογίες κι οφέλη. Μόλις, όμως, τους βρει κάποια κακοτυχία, παραπονιούνται για τον Θεό και Τον προδίδουν. Ό,τι κάνουν βασίζεται στην προσδοκία για ευλογίες κι οφέλη. Στην ουσία, προσπαθούν να παζαρέψουν με τον Θεό. Αναλογίστηκα τις προθέσεις και τους στόχους μου στην πίστη μου στον Θεό, και συνειδητοποίησα ότι δεν διέφεραν από ενός αντίχριστου. Αναζητούσα κι εγώ ευλογίες. Θυμήθηκα τότε που πρωτοπίστεψα στον Θεό. Ο όγκος στο στήθος μου είχε θεραπευτεί χωρίς καν να το συνειδητοποιήσω, και η επιχείρηση της οικογένειάς μου άκμαζε. Ο Θεός μού έδωσε πολλές ευλογίες και χάρες, και ήμουν τόσο χαρούμενη, που δεν μπορούσα να σταματήσω να χαμογελώ, και τραγουδούσα μάλιστα καθώς περπατούσα. Η οικογένειά μας ήταν γεμάτη γέλια. Ο άντρας και τα παιδιά μου έλεγαν μάλιστα ότι ο Θεός είναι στ’ αλήθεια καλός. Είχα ατελείωτη ενέργεια καθώς έκανα τα καθήκοντά μου κι ένιωθα ότι άξιζαν οι θυσίες, οι δαπάνες και τα δεινά μου. Αινούσα κι ευχαριστούσα τον Θεό απ’ τα βάθη της καρδιάς μου. Όταν, όμως, είδα την εγγονή μου να παθαίνει όγκο στον εγκέφαλο και να έχει μόνο δύο μήνες ζωής, παραπονέθηκα για τον Θεό που δεν την προστάτεψε. Προσευχόμουν στον Θεό και Τον εκλιπαρούσα κάθε μέρα, ελπίζοντας να θεραπευτεί η εγγονή μου. Ευχόμουν να τη θεραπεύσει ο Θεός. Εργαζόμουν επίσης σκληρά για να κάνω τα καθήκοντά μου, ελπίζοντας ότι ο Θεός, βασισμένος στην αφοσίωσή μου στην εκτέλεση του καθήκοντός μου, θα έκανε θαύμα για να γίνει πάλι καλά η εγγονή μου. Όταν, όμως, πέθανε η εγγονή μου, έγινα αρνητική κι άρχισα να παραπονιέμαι ξανά, και δεν ήθελα πια να κάνω τα καθήκοντά μου. Ανέφερα μάλιστα τις παλιές μου θυσίες και δαπάνες για να προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω με τον Θεό. Ήμουν σε καμία περίπτωση πιστή στον Θεό; Σκέφτηκα ότι ο Παύλος αφιέρωσε τη ζωή του στον Θεό, ιδρύοντας εκκλησίες παντού και υπομένοντας ακόμη και φυλακίσεις, με την ελπίδα να λάβει τις ανταμοιβές και τις ευλογίες του Θεού. Έβλεπε όλες του τις δαπάνες ως διαπραγματευτικά χαρτιά για έναν στέφανο δικαιοσύνης. Τα χρησιμοποίησε όλα αυτά για να εξαναγκάσει τον Θεό. Προσέβαλε σοβαρά τη διάθεση του Θεού, και γνώρισε τελικά την τιμωρία και τους αναθεματισμούς του Θεού. Η αντίληψή μου για την επιδίωξη ήταν ίδια με του Παύλου. Σκεφτόμουν ότι όσο περισσότερο θυσιαζόμουν και δαπανούσα τον εαυτό μου για τον Θεό, τόσο περισσότερα έπρεπε να μου δώσει ως αντάλλαγμα. Όταν δεν με ευλόγησε, παραπονέθηκα ότι ήταν άδικος. Είδα πόσο εγωίστρια και ποταπή ήμουν αληθινά, καθώς αναζητούσα μόνο το κέρδος, σαν να δούλευα έξω στον κόσμο. Σκεφτόμουν ότι όσο περισσότερο έργο έκανα, τόσο μεγαλύτερη πληρωμή έπρεπε να λάβω. Αν δεν την έπαιρνα, δεν θα εργαζόμουν. Είναι απολύτως φυσικό και δικαιολογημένο να κάνει το καθήκον του κάποιος. Εγώ, όμως, έκανα το καθήκον μου μόνο και μόνο για να αποκομίσω ευλογίες και χάρη απ’ τον Θεό. Έκανα τα καθήκοντά μου μόνο και μόνο για χάρη των δικών μου συμφερόντων. Δεν είχα καμία ειλικρίνεια και ήθελα μόνο να κάνω συναλλαγές. Οι ποταπές προθέσεις μου είχαν στ’ αλήθεια κάνει τον Θεό να με απεχθάνεται.
Στη συνέχεια, διάβασα ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Ανεξάρτητα από το πόσα του συμβαίνουν, ο τύπος του ανθρώπου που είναι αντίχριστος δεν προσπαθεί ποτέ να τα αντιμετωπίσει αναζητώντας την αλήθεια στα λόγια του Θεού, πόσο μάλλον προσπαθεί να δει τα πράγματα μέσα από τα λόγια του Θεού —κάτι που οφείλεται εξ ολοκλήρου στο ότι δεν πιστεύει ότι κάθε γραμμή των λόγων του Θεού είναι η αλήθεια. Με όποιον τρόπο κι αν συναναστρέφεται ο οίκος του Θεού όσον αφορά την αλήθεια, οι αντίχριστοι παραμένουν μη δεκτικοί και, κατά συνέπεια, δεν έχουν τη σωστή στάση, ανεξάρτητα από την κατάσταση που αντιμετωπίζουν. Ειδικότερα στο θέμα της προσέγγισης του Θεού και της αλήθειας, οι αντίχριστοι αρνούνται πεισματικά να παραμερίσουν τις αντιλήψεις τους. Ο θεός στον οποίο πιστεύουν είναι ένας θεός που κάνει σημεία και τέρατα, ένας υπερφυσικός θεός. Όποιους μπορούν να κάνουν σημεία και τέρατα —είτε είναι η Μποντισάτβα Γκουάνγιν, ο Βούδας ή ο Ματσού— τους αποκαλούν θεούς. Πιστεύουν πως μόνο όσοι μπορούν να κάνουν σημεία και τέρατα είναι θεοί που διαθέτουν ταυτότητα θεών· όσοι δεν μπορούν, από την άλλη, δεν είναι απαραίτητα θεοί, όσες αλήθειες κι αν εκφράζουν. Δεν καταλαβαίνουν πως η έκφραση της αλήθειας είναι η σπουδαία δύναμη και παντοδυναμία του Θεού, αλλά θεωρούν πως η μόνη σπουδαία δύναμη και παντοδυναμία των θεών είναι να κάνουν σημεία και τέρατα. Έτσι, λοιπόν, οι αντίχριστοι θεωρούν πως το πρακτικό έργο που κάνει ο ενσαρκωμένος Θεός με την έκφραση της αλήθειας για να κατακτήσει και να σώσει τους ανθρώπους, με το πότισμα, την ποίμανση και την καθοδήγηση των εκλεκτών του Θεού ώστε να βιώσουν πραγματικά την κρίση, την παίδευση, τις δοκιμασίες και τον εξευγενισμό Του, να κατανοήσουν την αλήθεια, να αποτινάξουν τις διεφθαρμένες τους διαθέσεις, να γίνουν άνθρωποι που υποτάσσονται στον Θεό, Τον λατρεύουν και ούτω καθεξής είναι έργο ανθρώπου, όχι του Θεού. Στο μυαλό των αντίχριστων, οι θεοί θα πρέπει να κρύβονται πίσω από έναν βωμό και να βάζουν άλλους να τους κάνουν προσφορές, να τρώνε τα φαγητά που προσφέρουν οι άνθρωποι, να εισπνέουν τον καπνό από το θυμίαμα που καίνε, να απλώνουν μια χείρα βοηθείας όταν βρίσκονται σε δύσκολη θέση, να παρουσιάζονται ως ιδιαίτερα δυνατοί και να τους παρέχουν άμεση βοήθεια μέσα στα όρια αυτού που τους είναι κατανοητό και να ικανοποιούν τις ανάγκες τους όταν οι άνθρωποι ζητούν βοήθεια και είναι ειλικρινείς στις παρακλήσεις τους. Για τους αντίχριστους, μόνο ένας θεός όπως αυτός είναι αληθινός θεός. Ό,τι κάνει ο Θεός σήμερα, εν τω μεταξύ, αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση από τους αντίχριστους. Γιατί συμβαίνει αυτό; Κρίνοντας από τη φύση-ουσία των αντίχριστων, αυτό που απαιτούν δεν είναι το έργο του ποτίσματος, της ποίμανσης και της σωτηρίας που επιτελεί ο Δημιουργός στα δημιουργήματα, αλλά ευημερία σε όλα και εκπλήρωση κάθε φιλοδοξίας τους, να μην τιμωρηθούν σε αυτήν τη ζωή και να πάνε στον ουρανό στον ερχόμενο κόσμο. Η άποψη και οι ανάγκες τους επιβεβαιώνουν την ουσία του μίσους τους για την αλήθεια» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δέκατο πέμπτο: Δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού και αρνούνται την ουσία του Χριστού (Μέρος πρώτο)]. Μέσα απ’ την έκθεση των λόγων του Θεού, συνειδητοποίησα ότι αν και ακολουθούσα τον Θεό επί χρόνια, πίστευα ακόμη σε έναν αόριστο θεό. Εκλάμβανα τον Θεό ως Μποντισάτβα. Τον έβλεπα μόνο ως αντικείμενο που χαρίζει ευλογίες. Νόμιζα ότι απ’ τη στιγμή που πίστευα ειλικρινά στον Θεό κι έκανα τα καθήκοντά μου, Εκείνος θα με ευλογούσε και θα διασφάλιζε τη γαλήνη της οικογένειάς μου, κρατώντας τη μακριά από ασθένειες και καταστροφές. Όταν η εγγονή μου διαγνώστηκε με ανίατη ασθένεια, σκέφτηκα ότι κάνοντας τα καθήκοντά μου περισσότερο, μπορούσα να απαιτήσω απ’ τον Θεό να κάνει θαύματα και να τη θεραπεύσει. Εξέλαβα τον Θεό ως αντικείμενο που χαρίζει μεγάλες ευλογίες και σκέφτηκα ότι ο Θεός έπρεπε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις μου με βάση τις «ειλικρινείς» θυσίες μου. Αυτό ήταν αληθινή πίστη στον Θεό; Το έργο των εσχάτων ημερών του Θεού δεν είναι να κάνει θαύματα ούτε να θεραπεύει ανθρώπους και να εξοβελίζει δαίμονες, αλλά να εκφράσει την αλήθεια για να κάνει το έργο της κρίσης και της παίδευσης, να εξαγνίσει τους ανθρώπους και να τους σώσει απ’ τη διεφθαρμένη τους διάθεση προκειμένου να μπορέσουν να σωθούν. Εγώ, όμως, δεν γνώριζα το έργο του Θεού, και δεν αναλογιζόμουν τις απόψεις μου για την επιδίωξη όλα αυτά τα χρόνια που πίστευα και το μονοπάτι που είχα πάρει. Δεν έδινα σημασία στις αλήθειες που εξέφραζε ο Θεός. Δεν βίωνα πρακτικά τα λόγια του Θεού ούτε επιδίωκα αλλαγή διάθεσης μέσα στα περιβάλλοντα που ενορχήστρωνε ο Θεός. Αντιθέτως, προσπαθούσα μόνο να παζαρέψω με τον Θεό, απαιτώντας χάρη κι ευλογίες. Ποια διαφορά είχε η στάση μου στην πίστη μου στον Θεό απ’ αυτήν των ειδωλολατρών; Δεν ήταν βλάσφημη απέναντι στον Θεό; Δεν επικεντρωνόμουν στην επιδίωξη της αλήθειας στην πίστη μου στον Θεό, αλλά στο ν’ αποκτήσω τη χάρη και τις ευλογίες Του. Αντιστάθηκα μάλιστα και παραπονέθηκα μέσα μου λόγω του θανάτου της εγγονής μου, και σκέφτηκα ότι ο Θεός ήταν άδικος. Δεν ήθελα καν να κάνω τα καθήκοντά μου πια. Εναντιώθηκα πλήρως στον Θεό. Αν δεν μετανοούσα, όσο κι αν θυσιαζόμουν και δαπανούσα τον εαυτό μου, δεν θα κέρδιζα την έγκριση του Θεού.
Στη συνέχεια, διάβασα κι άλλα λόγια του Θεού και κατανόησα πιο καθαρά ποια πρέπει να είναι η επιδίωξή μου στην πίστη μου στον Θεό. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Μπορεί να νομίζεις πως το να πιστεύεις στον Θεό έχει να κάνει μόνο με το να υποφέρεις, ή να κάνεις πολλά πράγματα γι’ Αυτόν, ή να είναι γαλήνια η σάρκα σου, ή να κυλούν όλα ομαλά για σένα, και να είσαι άνετος και ήρεμος παντού. Κανένα απ’ αυτά δεν αποτελεί σκοπό που θα πρέπει να έχουν οι άνθρωποι κατά την πίστη τους στον Θεό. Αν πιστεύεις για χάρη αυτών των σκοπών, τότε η οπτική σου είναι εσφαλμένη και, απλούστατα, είναι αδύνατον να τελειωθείς. Οι πράξεις του Θεού, η δίκαιη διάθεσή Του, η σοφία Του, ο λόγος Του, το ότι είναι θαυμαστός και ασύλληπτος είναι όλα πράγματα που οφείλουν να κατανοήσουν οι άνθρωποι. Μέσα από αυτήν την κατανόηση, θα πρέπει να καταφέρεις να απαλλαγείς από τις προσωπικές απαιτήσεις, ελπίδες και αντιλήψεις που έχεις μέσα σου. Μόνο εξαλείφοντας τα παραπάνω μπορείς να πληροίς τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο Θεός. Μόνο μέσα απ’ αυτό μπορείς να αποκτήσεις ζωή και να ικανοποιείς τον Θεό. Η πίστη στον Θεό αποσκοπεί στο να Τον ικανοποιεί κανείς και να βιώνει τη διάθεση που Αυτός απαιτεί, έτσι ώστε οι πράξεις και η δόξα Του να εκδηλωθούν μέσω αυτής της ομάδας ανάξιων ανθρώπων. Αυτή είναι η σωστή οπτική για να πιστεύει κανείς στον Θεό, καθώς και ο στόχος που θα πρέπει να επιδιώκεις» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Όσοι πρόκειται να οδηγηθούν στην τελείωση πρέπει να υποβληθούν σε εξευγενισμό). «Δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του καθήκοντος του ανθρώπου και του αν αυτός λαμβάνει ευλογίες ή έρθει αντιμέτωπος με δεινά. Καθήκον είναι αυτό που ο άνθρωπος οφείλει να εκπληρώσει· είναι η αποστολή που του στάλθηκε από τον ουρανό και πρέπει να το κάνει χωρίς να επιζητά ανταμοιβή και χωρίς όρους ή δικαιολογίες. Μόνο αυτό ονομάζεται εκτέλεση του καθήκοντος. Το να λαμβάνει κανείς ευλογίες αναφέρεται στις ευλογίες που απολαμβάνει ένας άνθρωπος όταν οδηγείται στην τελείωση αφότου βιώσει την κρίση. Το να έρχεται αντιμέτωπος με δεινά αναφέρεται στην τιμωρία που λαμβάνει ένας άνθρωπος όταν δεν αλλάζει η διάθεσή του αφότου υποβληθεί σε παίδευση και κρίση —όταν, με άλλα λόγια, δεν οδηγείται στην τελείωση. Όμως, ανεξάρτητα από το αν λαμβάνουν ευλογίες ή έρχονται αντιμέτωπα με δεινά, τα δημιουργημένα όντα οφείλουν να εκπληρώνουν το καθήκον τους, κάνοντας αυτά που οφείλουν να κάνουν και κάνοντας αυτά που μπορούν να κάνουν· αυτό είναι το ελάχιστο που οφείλει να κάνει ένας άνθρωπος που αναζητά τον Θεό. Δεν θα έπρεπε να εκτελείς το καθήκον σου για χάρη του να λάβεις ευλογίες και δεν θα έπρεπε να αρνείσαι να εκτελέσεις το καθήκον σου από φόβο μην έρθεις αντιμέτωπος με δεινά» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Η διαφορά μεταξύ της διακονίας του ενσαρκωμένου Θεού και του καθήκοντος του ανθρώπου). Απ’ τα λόγια του Θεού, κατάλαβα ότι η πίστη στον Θεό δεν πρέπει να αφορά την αναζήτηση ευλογιών ούτε το να χρησιμοποιώ τα καθήκοντά μου για να πετύχω τους στόχους μου. Αντιθέτως, πρέπει να επικεντρώνομαι στην αναζήτηση της αλήθειας μέσα στα περιβάλλοντα που έχει ρυθμίσει ο Θεός προκειμένου να διορθώσω τη διεφθαρμένη μου διάθεση, χρησιμοποιώντας τις πραγματικές μου εμπειρίες για να δώσω μαρτυρία στον Θεό και να εκπληρώσω το καθήκον μου ως δημιούργημα. Αυτή είναι η σωστή άποψη για την επιδίωξη στην πίστη στον Θεό. Ταυτόχρονα, συνειδητοποίησα ότι η εκτέλεση των καθηκόντων μου κατά την πίστη μου δεν έχει σχέση με το αν θα λάβω ευλογίες ή αν θα υποφέρω κακοτυχίες, καθώς, ως δημιουργήματα, έχουμε την ευθύνη να εκπληρώσουμε τα καθήκοντά μας. Είτε έχουμε ευλογίες είτε υπομένουμε κακοτυχίες, πρέπει να κάνουμε τα καθήκοντά μας αφοσιωμένα και να μην τα αποφεύγουμε. Προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, δεν πρέπει να παραπονιέμαι για Εσένα ούτε να απαιτώ χάρη κι ευλογίες από Εσένα. Ό,τι κάνεις είναι καλό. Ήμουν τυφλή και δεν επιδίωξα την αλήθεια ούτε κατανόησα το έργο Σου, αλλά προσπάθησα να παζαρέψω μαζί Σου. Είμαι πλέον πρόθυμη να εγκαταλείψω τη λανθασμένη μου αντίληψη για την επιδίωξη, και να υποταχτώ στην κυριαρχία και τις ενορχηστρώσεις Σου».
Αφότου βίωσα αυτήν τη δοκιμασία και τον εξευγενισμό, κατανόησα κάπως την ακάθαρτη πρόθεση της επιδίωξης των ευλογιών στην πίστη μου στον Θεό. Η οπτική μου για την πίστη στον Θεό έχει αλλάξει λίγο, και έχω κατανοήσει κάπως την παντοδυναμία και την κυριαρχία του Θεού. Κατάλαβα επίσης ότι είναι καλό να βιώνω δοκιμασίες κι εξευγενισμό, και ότι αυτό είναι η αγάπη του Θεού για εμένα. Δόξα τω Θεώ για τη σωτηρία Του!