Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Γ'

Οι τελευταίες συναναστροφές μας είχαν μεγάλο αντίκτυπο στον καθένα από εσάς. Πλέον, οι άνθρωποι μπορούν επιτέλους να νιώσουν πραγματικά την αληθινή ύπαρξη του Θεού και πως ο Θεός βρίσκεται πράγματι πολύ κοντά στον άνθρωπο. Παρόλο που οι άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν στον Θεό εδώ και πολλά χρόνια, ποτέ τους δεν έχουν καταλάβει πραγματικά τις σκέψεις και τις ιδέες Του όπως τώρα, ούτε κι έχουν βιώσει τις πρακτικές Του πράξεις όπως τώρα. Είτε πρόκειται για γνώση είτε για πραγματική άσκηση, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μάθει κάτι νέο, έχουν αποκτήσει υψηλότερο επίπεδο κατανόησης, έχουν συνειδητοποιήσει το λάθος στις προηγούμενες επιδιώξεις τους, έχουν συνειδητοποιήσει τη ρηχότητα της εμπειρίας τους και το γεγονός πως πολύ μεγάλο μέρος της εμπειρίας τους δε συνάδει με το θέλημα του Θεού, όπως κι έχουν συνειδητοποιήσει πως αυτό που στερείται περισσότερο ο άνθρωπος είναι η γνώση του για τη διάθεση του Θεού. Η γνώση αυτή από πλευράς του ανθρώπου είναι ένα είδος γνώσης που βασίζεται στην αντίληψη· το να φτάσει κανείς στο επίπεδο της ορθολογικής γνώσης απαιτεί σταδιακή εμβάθυνση και ενδυνάμωση μέσω των εμπειριών του. Πριν οι άνθρωποι καταλάβουν πραγματικά τον Θεό, μπορεί να ειπωθεί, υποκειμενικά, πως πράγματι πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού στις καρδιές τους, αλλά δεν έχουν πραγματική κατανόηση για συγκεκριμένα ερωτήματα, όπως τι είδους Θεός είναι στην πραγματικότητα, ποιο είναι το θέλημά Του, ποια είναι η διάθεσή Του και ποια είναι η πραγματική Του στάση προς την ανθρωπότητα. Αυτό διακυβεύει σοβαρά την πίστη των ανθρώπων στον Θεό, εμποδίζοντας την πίστη τους να επιτύχει ποτέ αγνότητα ή τελείωση. Ακόμη κι αν βρίσκεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον λόγο του Θεού ή νιώθεις πως έχεις συναντήσει τον Θεό μέσα από τις εμπειρίες σου, και πάλι δεν μπορεί να ειπωθεί πως Τον καταλαβαίνεις ολοκληρωτικά. Επειδή δε γνωρίζεις τις σκέψεις του Θεού ή τι αγαπά και μισεί, τι Τον εξαγριώνει και τι Του φέρνει χαρά, δεν έχεις άρα πραγματική κατανόηση γι’ Αυτόν. Η πίστη σου έχει οικοδομηθεί σε θεμέλιο ασάφειας και φαντασίας, βασιζόμενη στις υποκειμενικές σου επιθυμίες. Εξακολουθεί να απέχει πολύ από μια αυθεντική πίστη κι εσύ εξακολουθείς να απέχεις πολύ από το να γίνεις πραγματικός ακόλουθος. Επεξηγήσεις των παραδειγμάτων από τις Βιβλικές αυτές ιστορίες, έχουν επιτρέψει στους ανθρώπους να γνωρίσουν την καρδιά του Θεού, καθώς και να γνωρίσουν τι σκεφτόταν σε κάθε βήμα του έργου Του και γιατί εκτέλεσε το έργο αυτό, ποια ήταν η αρχική Του πρόθεση και ποιο το σχέδιο Του όταν το εκτέλεσε, πώς υλοποίησε τις ιδέες Του, πώς προετοιμάστηκε για το σχέδιό Του και πώς το εκπόνησε. Μέσα απ’ αυτές τις ιστορίες, μπορούμε να αποκτήσουμε εμπεριστατωμένη και συγκεκριμένη κατανόηση της κάθε επιμέρους πρόθεσης και της κάθε αληθινής σκέψης του Θεού κατά τα έξι χιλιάδες χρόνια του έργου της διαχείρισής Του, καθώς και της στάσης Του προς τους ανθρώπους σε διαφορετικούς καιρούς και εποχές. Αν οι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν τι σκεφτόταν ο Θεός, τη στάση Του και τη διάθεση που Αυτός αποκάλυπτε καθώς αντιμετώπιζε την κάθε κατάσταση, αυτό μπορεί να βοηθήσει κάθε άνθρωπο να συνειδητοποιήσει βαθύτερα την πραγματική ύπαρξη του Θεού και να νιώσει βαθύτερα την πρακτικότητα και την αυθεντικότητά Του. Ο στόχος μου όταν εξιστορώ τις ιστορίες αυτές δεν είναι να κατανοήσουν οι άνθρωποι τη Βιβλική ιστορία ούτε να τους βοηθήσω να εξοικειωθούν με τα εδάφια και τα πρόσωπα της Βίβλου, ενώ σίγουρα δεν είναι να βοηθήσω τους ανθρώπους να κατανοήσουν το υπόβαθρο αυτών που έκανε ο Θεός κατά την Εποχή του Νόμου. Αντιθέτως, είναι να βοηθήσω τους ανθρώπους να κατανοήσουν το θέλημα του Θεού, τη διάθεσή Του και το κάθε κομματάκι Του, καθώς και να αποκτήσουν μια πιο αυθεντική και πιο ακριβή κατανόηση και γνώση του Θεού. Με τον τρόπο αυτό, οι άνθρωποι μπορούν λίγο-λίγο να ανοίξουν τις καρδιές τους στον Θεό, να έρθουν κοντά στον Θεό, να αποκτήσουν καλύτερη γνώση γι’ Αυτόν, τη διάθεσή Του και την ουσία Του, και να γνωρίσουν καλύτερα τον ίδιο τον πραγματικό Θεό.

Η γνώση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι μπορεί να έχουν θετικό αντίκτυπο στους ανθρώπους. Μπορεί να τους βοηθήσει να έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στον Θεό και να τους βοηθήσει να επιτύχουν πραγματική υπακοή και σεβασμό προς Αυτόν. Τότε, δεν θα Τον ακολουθούν πια ούτε θα Τον λατρεύουν στα τυφλά. Ο Θεός δε θέλει κορόιδα ή εκείνους που ακολουθούν στα τυφλά κάποιο πλήθος, αλλά αντιθέτως μια ομάδα ανθρώπων που έχουν σαφή κατανόηση και γνώση της διάθεσης του Θεού στις καρδιές τους και μπορούν να ενεργήσουν ως μάρτυρες του Θεού, ανθρώπους που, λόγω της ομορφιάς Του, λόγω αυτού που Αυτός έχει και είναι και λόγω της δίκαιης διάθεσής Του, δε θα εγκατέλειπαν ποτέ τον Θεό. Σαν ακόλουθος του Θεού, αν στην καρδιά σου εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη διαύγειας ή υπάρχει ασάφεια και σύγχυση σχετικά με την πραγματική ύπαρξη του Θεού, με τη διάθεσή Του, με αυτό που Αυτός έχει και είναι και με το σχέδιό Του για τη σωτηρία την ανθρωπότητας, τότε η πίστη σου δεν μπορεί να λάβει τον έπαινο του Θεού. Ο Θεός δε θέλει να Τον ακολουθεί αυτό το είδος ανθρώπου, όπως και δεν Του αρέσει να εμφανίζεται ενώπιόν Του αυτό το είδος ανθρώπου. Επειδή αυτού του είδους άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τον Θεό, είναι ανίκανοι να δώσουν την καρδιά τους στον Θεό —η καρδιά τους παραμένει κλειστή σε Αυτόν κι έτσι η πίστη τους στον Θεό είναι γεμάτη ακαθαρσίες. Είναι ακόλουθοι του Θεού που δεν μπορούν παρά να λέγονται τυφλοί. Οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν πραγματική πίστη και να γίνουν πραγματικοί ακόλουθοι, μόνο αν έχουν πραγματική κατανόηση και γνώση του Θεού, τα οποία γεννούν μέσα τους πραγματική υπακοή και σεβασμό προς τον Θεό. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να δώσουν την καρδιά τους στον Θεό και να την ανοίξουν σ’ Αυτόν. Αυτό θέλει ο Θεός, επειδή όλα όσα κάνουν και σκέφτονται μπορούν να αντέξουν στη δοκιμή του Θεού και να καταθέσουν μαρτυρία για τον Θεό. Όλα όσα επικοινωνώ σ’ εσάς σχετικά με τη διάθεση του Θεού ή με αυτό που Αυτός έχει και είναι ή με το θέλημα και τις σκέψεις Του σε ό,τι κι αν κάνει, από οποιαδήποτε σκοπιά και από οποιαδήποτε οπτική μιλήσω γι’ αυτό, είναι όλα για να σας βοηθήσω να βεβαιωθείτε περισσότερο για την πραγματική ύπαρξη του Θεού, να κατανοήσετε και να εκτιμήσετε πιο αληθινά την αγάπη Του για την ανθρωπότητα, να κατανοήσετε και να εκτιμήσετε πιο αληθινά το ενδιαφέρον του Θεού για τους ανθρώπους, καθώς και την ειλικρινή Του επιθυμία να διαχειριστεί και να σώσει την ανθρωπότητα.

Σήμερα, θα συνοψίσουμε πρώτα τις σκέψεις, τις ιδέες και την καθεμιά κίνηση του Θεού από τότε που δημιούργησε την ανθρωπότητα. Θα ρίξουμε μια ματιά στο έργο που έχει εκτελέσει, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την επίσημη αρχή της Εποχής της Χάριτος. Μπορούμε τότε να ανακαλύψουμε ποιες σκέψεις και ιδέες του Θεού είναι άγνωστες στον άνθρωπο και, από εκεί, μπορούμε να αποσαφηνίσουμε τη σειρά του σχεδίου διαχείρισης του Θεού και να κατανοήσουμε απόλυτα το πλαίσιο στο οποίο ο Θεός δημιούργησε το έργο της διαχείρισής Του, την πηγή και τη διαδικασία της ανάπτυξής του, καθώς επίσης και να κατανοήσουμε απόλυτα τα αποτελέσματα που επιδιώκει από το έργο της διαχείρισής Του, δηλαδή, τον πυρήνα και τον σκοπό του έργου της διαχείρισής Του. Για να κατανοήσουμε τα πράγματα αυτά, πρέπει να επιστρέψουμε σε μια μακρινή, ήρεμη και ήσυχη εποχή, όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι…

Όταν ο Θεός σηκώθηκε από το κρεβάτι Του, η πρώτη σκέψη που έκανε ήταν η εξής: να δημιουργήσει ένα ζωντανό άτομο —έναν πραγματικό, ζωντανό άνθρωπο— κάποιον με τον οποίο θα ζει μαζί και ο οποίος θα είναι η μόνιμη συντροφιά Του· το άτομο αυτό θα μπορούσε να Τον ακούει και Εκείνος θα μπορούσε να του εκμυστηρεύεται πράγματα και να μιλάει μαζί του. Τότε, για πρώτη φορά, ο Θεός σήκωσε μια χούφτα χώμα και την χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει τον πρώτο ζωντανό άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα που είχε φανταστεί στο μυαλό Του και, στη συνέχεια, έδωσε στο ζωντανό αυτό πλάσμα ένα όνομα: Αδάμ. Μόλις ο Θεός απέκτησε αυτό το άτομο που ζούσε και ανέπνεε, πώς αισθάνθηκε; Για πρώτη φορά, αισθάνθηκε τη χαρά του να έχεις κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, μια συντροφιά. Επίσης, αισθάνθηκε για πρώτη φορά την ευθύνη του να είσαι πατέρας και το ενδιαφέρον που τη συνοδεύει. Το άτομο αυτό, που ζούσε και ανέπνεε, έφερε στον Θεό ευτυχία και χαρά· για πρώτη φορά αισθάνθηκε παρηγορημένος. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πραγματοποίησε ποτέ ο Θεός, όχι με τις σκέψεις ή τον λόγο Του, αλλά με τα ίδια Του τα χέρια. Όταν το είδος του όντος αυτού —ένα άτομο που ζούσε και ανέπνεε— στάθηκε μπροστά στον Θεό, φτιαγμένο από σάρκα και αίμα, με σώμα και μορφή, και ικανό να μιλήσει με τον Θεό, αυτός βίωσε ένα είδος χαράς που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Ο Θεός ένιωσε πραγματικά την ευθύνη Του, ενώ το ζωντανό αυτό ον δεν άγγιξε μόνο την καρδιά Του, αλλά ζέστανε και συγκίνησε την καρδιά Του με την κάθε μικρή κίνηση που έκανε. Όταν το ζωντανό αυτό ον στάθηκε ενώπιον του Θεού, ήταν η πρώτη φορά που Αυτός έκανε τη σκέψη να κερδίσει κι άλλους τέτοιους ανθρώπους. Αυτή ήταν η σειρά των γεγονότων που ξεκίνησε με την πρώτη αυτή σκέψη που έκανε ο Θεός. Για τον Θεό, όλα αυτά τα γεγονότα συνέβαιναν για πρώτη φορά, αλλά, κατά τα πρώτα γεγονότα αυτά, ό,τι κι αν αισθανόταν εκείνη τη στιγμή —χαρά, ευθύνη, ενδιαφέρον— δεν είχε με ποιον να το μοιραστεί. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο Θεός αισθάνθηκε πραγματικά μια μοναξιά και μια θλίψη, που δεν είχε ποτέ Του βιώσει στο παρελθόν. Ένιωσε πως ο άνθρωπος δεν μπορούσε να δεχτεί ή να κατανοήσει την αγάπη και το ενδιαφέρον Του, ούτε τις προθέσεις Του για τον άνθρωπο, κι έτσι αισθανόταν ακόμα λύπη και πόνο στην καρδιά Του. Παρόλο που είχε κάνει τα πράγματα αυτά για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν το γνώριζε και δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πέρα από την ευτυχία, η χαρά και η παρηγοριά που Του έφερε ο άνθρωπος, γρήγορα Του γέννησε και τα πρώτα αισθήματα λύπης και μοναξιάς. Αυτές ήταν οι σκέψεις και τα συναισθήματα του Θεού εκείνη τη στιγμή. Όσο ο Θεός έκανε όλα αυτά τα πράγματα, στην καρδιά Του περνούσε από τη χαρά στη λύπη και από τη λύπη στον πόνο και αυτά τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα με άγχος. Το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να βιαστεί να αφήσει αυτό το άτομο, το ανθρώπινο αυτό γένος να γνωρίσει αυτό που υπήρχε στην καρδιά Του και να κατανοήσει τις προθέσεις Του νωρίτερα. Τότε, θα μπορούσαν να γίνουν οι ακόλουθοί Του και να μοιραστούν τις σκέψεις Του και να συμμορφωθούν με το θέλημά Του. Δεν θα άκουγαν πλέον απλώς τον Θεό να μιλά και θα παρέμεναν άφωνοι· δεν θα αγνοούσαν πλέον τον τρόπο που θα συμμετείχαν στο έργο του Θεού και, πάνω απ’ όλα, δεν θα ήταν πλέον άνθρωποι αδιάφοροι προς τις απαιτήσεις του Θεού. Τα πρώτα αυτά πράγματα που έκανε ο Θεός έχουν μεγάλη σημασία και μεγάλη αξία για το σχέδιο της διαχείρισής Του και για τα ανθρώπινα όντα σήμερα.

Αφού δημιούργησε τα πάντα και την ανθρωπότητα, ο Θεός δεν αναπαύτηκε. Ήταν ανυπόμονος και πρόθυμος να εκτελέσει τη διαχείρισή Του και να κερδίσει μέσα από την ανθρωπότητα τους ανθρώπους που τόσο αγαπούσε.

Στη συνέχεια, λίγο αφότου ο Θεός δημιούργησε τα ανθρώπινα όντα, βλέπουμε από τη Βίβλο πως ένας φοβερός κατακλυσμός έπληξε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Νώε αναφέρεται στα πρακτικά του κατακλυσμού και μπορεί να ειπωθεί πως ο Νώε ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έλαβε το κάλεσμα του Θεού για να εργαστεί μαζί Του και να ολοκληρώσει μια αποστολή για τον Θεό. Φυσικά, αυτή ήταν και η πρώτη φορά που ο Θεός κάλεσε κάποιον άνθρωπο από τη γη να κάνει κάτι σύμφωνα με την εντολή Του. Μόλις ο Νώε ολοκλήρωσε την κατασκευή της κιβωτού, ο Θεός πλημμύρισε τη γη για πρώτη φορά. Όταν ο Θεός κατέστρεψε τη γη με τον κατακλυσμό, ήταν η πρώτη φορά, από τότε που δημιούργησε τα ανθρώπινα όντα, που αισθάνθηκε να τον κατακλύζει αηδία απέναντί τους· αυτό ήταν που ανάγκασε τον Θεό να πάρει την οδυνηρή απόφαση να καταστρέψει την ανθρώπινη αυτή φυλή με τον κατακλυσμό. Αφού ο κατακλυσμός κατέστρεψε τη γη, ο Θεός έκανε την πρώτη Του συμφωνία με τους ανθρώπους, μια συμφωνία για να δείξει πως δε θα κατέστρεφε ποτέ ξανά τον κόσμο με κατακλυσμούς. Το σημείο της συμφωνίας αυτής ήταν το ουράνιο τόξο. Αυτή ήταν η πρώτη συμφωνία του Θεού με την ανθρωπότητα, επομένως το ουράνιο τόξο ήταν το πρώτο σημείο μιας συμφωνίας που δόθηκε από τον Θεό· το ουράνιο τόξο είναι κάτι πραγματικό, φυσικό και υπαρκτό. Είναι η ίδια η ύπαρξη του ουράνιου τόξου που κάνει τον Θεό να νιώθει συχνά θλίψη για την προηγούμενη ανθρώπινη φυλή την οποία έχασε και αποτελεί γι’ Αυτόν διαρκή υπενθύμιση αυτού που της συνέβη… Ο Θεός δεν μπορούσε να επιβραδύνει τον ρυθμό Του· ήταν ανυπόμονος και πρόθυμος να κάνει το επόμενο βήμα στη διαχείρισή Του. Στη συνέχεια, ο Θεός επέλεξε τον Αβραάμ ως την πρώτη Του επιλογή για το έργο Του σε όλο το Ισραήλ. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Θεός επέλεξε έναν τέτοιο υποψήφιο. Ο Θεός αποφάσισε να ξεκινήσει την εκτέλεση του έργου Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας μέσω του ανθρώπου αυτού, καθώς και να συνεχίσει το έργο Του μέσα από τους απογόνους του ανθρώπου αυτού. Μπορούμε να δούμε στη Βίβλο πως αυτό έκανε ο Θεός με τον Αβραάμ. Τότε, ο Θεός όρισε το Ισραήλ ως τον πρώτο εκλεκτό Του τόπο και ξεκίνησε το έργο της Εποχής του Νόμου μέσω του εκλεκτού Του λαού, τους Ισραηλίτες. Και πάλι για πρώτη φορά, ο Θεός παρέδωσε στους Ισραηλίτες τους ρητούς κανόνες και τους νόμους που θα πρέπει να ακολουθεί η ανθρωπότητα και τους επεξήγησε λεπτομερώς. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός παρέδιδε στα ανθρώπινα όντα τέτοιους σαφείς, τυποποιημένους κανόνες σχετικά με το πώς θα πρέπει να προσφέρουν θυσίες, πώς θα πρέπει να ζουν, τι θα πρέπει να κάνουν και τι όχι, ποιες εορτές και ημέρες θα πρέπει να τηρούν και ποιες αρχές θα πρέπει να ακολουθούν σε ό,τι κι αν κάνουν. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός παρείχε στην ανθρωπότητα τόσο λεπτομερείς, τυποποιημένους κανονισμούς και αρχές για το πώς να διάγουν τις ζωές τους.

Κάθε φορά που λέω «η πρώτη φορά», αυτό αναφέρεται σε ένα είδος έργου που ο Θεός δεν είχε αναλάβει ποτέ στο παρελθόν. Αναφέρεται σε έργο που δεν υφίστατο προηγουμένως και, παρόλο που ο Θεός είχε δημιουργήσει την ανθρωπότητα και κάθε είδους πλάσμα και ζωντανό οργανισμό, αυτό είναι το είδος έργου που δεν είχε κάνει ποτέ πριν. Όλο αυτό το έργο περιλάμβανε τη διαχείριση της ανθρωπότητας από τον Θεό· είχε να κάνει στο σύνολο του με τους ανθρώπους και με τη σωτηρία και τη διαχείρισή τους απ’ Αυτόν. Μετά τον Αβραάμ, ο Θεός έκανε ξανά άλλη μια πρωτιά —επέλεξε τον Ιώβ ως εκείνον που θα ζούσε υπό τον νόμο και που θα μπορούσε να υπομείνει τους πειρασμούς του Σατανά, ενώ θα συνέχιζε να σέβεται τον Θεό, να αποφεύγει το κακό και να μένει σταθερός στη μαρτυρία του για τον Θεό. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Θεός επέτρεψε στον Σατανά να βάλει σε πειρασμό κάποιον άνθρωπο, όπως και η πρώτη φορά που Αυτός έβαλε στοίχημα με τον Σατανά. Στο τέλος, για πρώτη φορά, κέρδισε κάποιον που ήταν ικανός να μείνει σταθερός στη μαρτυρία και να καταθέσει μαρτυρία γι’ Αυτόν ενώ αντιμετώπιζε τον Σατανά, και κάποιον που μπορούσε να ντροπιάσει εντελώς τον Σατανά. Από τότε που ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, αυτός ήταν ο πρώτος άνθρωπος που απέκτησε και που ήταν ικανός να γίνει μάρτυρας γι’ Αυτόν. Αφού κέρδισε τον άνθρωπο αυτό, ο Θεός ανυπομονούσε ακόμη περισσότερο να συνεχίσει τη διαχείρισή Του και να εκτελέσει το επόμενο στάδιο του έργου Του, προετοιμάζοντας την τοποθεσία και τους ανθρώπους που θα επέλεγε για το επόμενο βήμα του έργου Του.

Αφού συναναστραφήκαμε σχετικά με όλα αυτά, έχετε πραγματική κατανόηση του θελήματος του Θεού; Ο Θεός θεωρεί αυτήν την περίπτωση διαχείρισης της ανθρωπότητας από Αυτόν, της σωτηρίας της ανθρωπότητας από Αυτόν, ως πιο σημαντική απ’ οτιδήποτε άλλο. Κάνει τα πράγματα αυτά, όχι μόνο με το μυαλό Του, όχι μόνο με τον λόγο Του, και σίγουρα όχι με αδιάφορη στάση· τα κάνει όλα αυτά με σχέδιο, με στόχο, με πρότυπα και με το θέλημά Του. Είναι ξεκάθαρο πως το έργο της σωτηρίας της ανθρωπότητας έχει μεγάλη σημασία και για τον Θεό και για τον άνθρωπο. Όσο δύσκολο κι αν είναι το έργο, όσο μεγάλα κι αν είναι τα εμπόδια, όσο αδύναμοι κι αν είναι οι άνθρωποι ή όσο βαθιά κι αν είναι η επαναστατικότητα της ανθρωπότητας, τίποτε από αυτά δεν είναι δύσκολο για τον Θεό. Ο Θεός κρατάει τον εαυτό Του απασχολημένο, καταβάλλοντας Τις επίμοχθες προσπάθειές Του και διαχειριζόμενος το έργο που Αυτός ο ίδιος θέλει να επιτελέσει. Επίσης, κανονίζει τα πάντα και ασκεί την κυριαρχία Του πάνω σε όλους εκείνους τους ανθρώπους στους οποίους θα εργαστεί και σε όλο το έργο που θέλει να ολοκληρώσει· τίποτε από αυτά δεν έχει ξαναγίνει ποτέ στο παρελθόν. Αυτή είναι η πρώτη φορά που ο Θεός έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις μεθόδους και έχει πληρώσει ένα τέτοιο μεγάλο τίμημα για το τεράστιο αυτό έργο της διαχείρισης και της σωτηρίας της ανθρωπότητας. Όσο ο Θεός εκτελεί αυτό το έργο, εκφράζει και ανακοινώνει στην ανθρωπότητα, λίγο-λίγο και χωρίς επιφύλαξη, την επίμοχθη προσπάθειά Του, αυτό που Αυτός έχει και είναι, τη σοφία και την παντοδυναμία Του, καθώς και την κάθε πτυχή της διάθεσής Του. Ανακοινώνει και εκφράζει τα πράγματα αυτά όπως δεν έχει ξανακάνει ποτέ Του. Επομένως, σ’ ολόκληρο το σύμπαν, πέρα από τους ανθρώπους που ο Θεός σκοπεύει να διαχειριστεί και να σώσει, δεν έχουν υπάρξει ποτέ πλάσματα τόσο κοντά με τον Θεό, που να είχαν τόσο στενή σχέση μ’ Αυτόν. Στην καρδιά Του, η ανθρωπότητα, την οποία Αυτός θέλει να διαχειριστεί και να σώσει, είναι ό,τι πιο σημαντικό· εκτιμά την ανθρωπότητα αυτή περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο· παρόλο που έχει πληρώσει μεγάλο τίμημα για τους ανθρώπους και παρόλο που Τον πληγώνουν και Τον παρακούν συνεχώς, Αυτός δεν τους εγκαταλείπει ποτέ και συνεχίζει το έργο Του ακούραστα, δίχως παράπονα ή μετάνοια. Αυτό συμβαίνει γιατί γνωρίζει πως, αργά ή γρήγορα, οι άνθρωποι θα αφυπνιστούν από το κάλεσμά Του, θα συγκινηθούν από τον λόγο Του, θα αναγνωρίσουν πως Αυτός είναι ο Κύριος της κτίσης και θα επιστρέψουν στο πλευρό Του…

Αφού τα ακούσατε όλα αυτά σήμερα, μπορεί να αισθάνεστε πως όλα όσα κάνει ο Θεός είναι πολύ φυσιολογικά. Φαίνεται πως οι άνθρωποι ανέκαθεν αισθάνονταν κάποιες από τις προθέσεις που έχει ο Θεός γι’ αυτούς μέσα από τον λόγο και το έργο Του, αλλά πάντα υπάρχει κάποια απόσταση ανάμεσα στα αισθήματα ή τη γνώση τους και σε αυτό που σκέφτεται ο Θεός. Γι’ αυτό, πιστεύω πως είναι αναγκαίο να επικοινωνήσω με όλους τους ανθρώπους τον λόγο για τον οποίο ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, καθώς και το υπόβαθρο πίσω από την επιθυμία Του να κερδίσει την ανθρωπότητα για την οποία ήλπιζε. Είναι απαραίτητο να το μοιραστώ αυτό με τους πάντες, έτσι ώστε όλοι να είναι ξεκάθαροι στις καρδιές τους. Επειδή η κάθε σκέψη και ιδέα του Θεού και η κάθε φάση και περίοδος του έργου Του σχετίζονται και συνδέονται στενά με ολόκληρο το έργο της διαχείρισής Του, όταν άρα καταλάβεις τις σκέψεις, τις ιδέες και το θέλημά Του σε κάθε βήμα του έργου Του, είναι ακριβώς σαν να καταλαβαίνεις πώς προέκυψε το έργο του σχεδίου διαχείρισής Του. Πάνω σε αυτό το θεμέλιο είναι που γίνεται βαθύτερη η κατανόησή σου για τον Θεό. Παρόλο που όλα όσα έκανε ο Θεός όταν δημιούργησε για πρώτη φορά τον κόσμο, τα οποία ανέφερα προηγουμένως, φαίνονται προς το παρόν απλώς «πληροφορίες» που δεν έχουν σχέση με την επιδίωξη της αλήθειας, κατά τη διάρκεια της εμπειρίας σου, θα έρθει ωστόσο η μέρα που δεν θα πιστεύεις πως αυτό είναι κάτι τόσο απλό όπως μερικές πληροφορίες ούτε ότι αποτελεί απλώς κάποιο είδος μυστηρίου. Όσο θα προοδεύει η ζωή σου, μόλις ο Θεός έχει κάποια θέση στην καρδιά σου ή μόλις κατανοήσεις το θέλημά Του καλύτερα και βαθύτερα, τότε θα καταλάβεις πραγματικά τη σημασία και την αναγκαιότητα των όσων λέω σήμερα. Ανεξάρτητα από τον βαθμό στον οποίο το αποδέχεστε αυτό τώρα, εξακολουθεί να είναι αναγκαίο να κατανοείτε και να γνωρίζετε αυτά τα πράγματα. Όταν ο Θεός κάνει κάτι, όταν εκτελεί το έργο Του, ανεξάρτητα από το εάν το εκτελεί με τις ιδέες Του ή με τα ίδια Του τα χέρια, και ανεξάρτητα από το εάν είναι η πρώτη φορά που το κάνει ή η τελευταία, στο τέλος, ο Θεός έχει σχέδιο, και οι σκοποί και οι σκέψεις Του βρίσκονται σε ό,τι κι αν κάνει. Αυτοί οι σκοποί και οι σκέψεις εκπροσωπούν τη διάθεση του Θεού και εκφράζουν αυτό που Αυτός έχει και είναι. Τα δύο αυτά πράγματα —η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι— πρέπει να γίνουν κατανοητά σε κάθε άνθρωπο. Όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, μπορούν σταδιακά να κατανοήσουν γιατί ο Θεός κάνει όσα κάνει και λέει όσα λέει. Απ’ αυτό, μπορούν τότε να έχουν μεγαλύτερη πίστη για ν’ ακολουθούν τον Θεό, να επιδιώκουν την αλήθεια και μια αλλαγή στη διάθεσή τους. Δηλαδή, η κατανόηση του Θεού από τον άνθρωπο και η πίστη του ανθρώπου στον Θεό είναι αδιαχώριστα.

Αν αυτό για το οποίο αποκτούν γνώση οι άνθρωποι και το οποίο καταφέρνουν να κατανοήσουν είναι η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, τότε αυτό που αποκτούν θα είναι η ζωή που πηγάζει από τον Θεό. Μόλις η ζωή αυτή σφυρηλατηθεί μέσα σου, ο σεβασμός σου για τον Θεό θα γίνεται ολοένα μεγαλύτερος. Πρόκειται για κέρδος που λαμβάνει χώρα πολύ φυσιολογικά. Αν δεν θέλεις να κατανοήσεις ή να μάθεις για τη διάθεση του Θεού ή την ουσία Του, αν δεν θέλεις καν να στοχαστείς ή να επικεντρωθείς σε αυτά τα πράγματα, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα πως ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεις την πίστη σου στον Θεό, επί του παρόντος, δεν θα σου επιτρέψει ποτέ να ικανοποιήσεις το θέλημά Του ή να λάβεις τον έπαινό Του. Επιπλέον, δεν θα μπορέσεις ποτέ να επιτύχεις πραγματικά τη σωτηρία —αυτές είναι οι τελικές συνέπειες. Όταν οι άνθρωποι δεν κατανοούν τον Θεό και δεν γνωρίζουν τη διάθεσή Του, οι καρδιές τους δεν μπορούν ποτέ ν’ ανοίξουν πραγματικά σ’ Αυτόν. Μόλις κατανοήσουν τον Θεό, θα αρχίσουν να εκτιμούν και να γεύονται αυτό που υπάρχει μέσα στην καρδιά Του με ενδιαφέρον και πίστη. Όταν εκτιμήσεις και γευτείς αυτό που υπάρχει μέσα στην καρδιά του Θεού, η καρδιά σου θα ανοίξει σ’ Αυτόν σταδιακά και βαθμιαία. Όταν η καρδιά σου ανοίξει σ’ Αυτόν, θα νιώσεις πόσο επαίσχυντες και αξιοκαταφρόνητες ήταν οι ανταλλαγές σου με τον Θεό, οι απαιτήσεις σου από τον Θεό και οι ίδιες σου οι υπερβολικές επιθυμίες. Όταν η καρδιά σου ανοίξει πραγματικά στον Θεό, θα δεις πως η καρδιά Του είναι ένας τόσο απέραντος κόσμος και θα εισέλθεις σε ένα βασίλειο που δεν έχεις βιώσει ποτέ ξανά. Στο βασίλειο αυτό δεν υπάρχει εξαπάτηση, δεν υπάρχει δόλος, δεν υπάρχει σκότος και κακό. Υπάρχει μόνο ειλικρίνεια και αφοσίωση· μόνο φως και εντιμότητα· μόνο δικαιοσύνη και καλοσύνη. Είναι γεμάτο αγάπη και φροντίδα, γεμάτο συμπόνια και μακροθυμία και, μέσα από αυτό, νιώθεις την ευτυχία και τη χαρά του να είσαι ζωντανός. Αυτά είναι τα πράγματα που θα σου αποκαλύψει ο Θεός όταν Του ανοίξεις την καρδιά σου. Ο απέραντος αυτός κόσμος είναι γεμάτος με τη σοφία του Θεού και την παντοδυναμία Του· είναι επίσης γεμάτος με την αγάπη και την εξουσία Του. Εδώ, μπορείς να δεις κάθε πτυχή αυτού που έχει και είναι ο Θεός, τι Του δίνει χαρά, γιατί Αυτός ανησυχεί και γιατί θλίβεται, γιατί οργίζεται… Αυτά μπορεί να δει ο κάθε άνθρωπος που ανοίγει την καρδιά του στον Θεό και Του επιτρέπει να εισέλθει. Ο Θεός μπορεί να εισέλθει στην καρδιά σου, μόνο αν την ανοίξεις σ’ Αυτόν. Μπορείς να δεις αυτό που έχει και είναι ο Θεός και τις προθέσεις Του για εσένα, μόνο αν Αυτός έχει εισέλθει στην καρδιά σου. Εκείνη τη στιγμή, θα ανακαλύψεις πως τα πάντα στον Θεό είναι τόσο πολύτιμα και πως αυτό που έχει και είναι Αυτός είναι υπεράξιο να εκτιμάται. Σε σύγκριση μ’ αυτό, οι άνθρωποι που σε περιβάλλουν, τα αντικείμενα και τα γεγονότα στη ζωή σου, ακόμη και τα αγαπημένα σου πρόσωπα, ο σύντροφός σου και τα πράγματα που αγαπάς, δεν είναι καν άξια αναφοράς. Είναι τόσο μικρά και τόσο ασήμαντα· θα νιώσεις πως κανένα υλικό αντικείμενο δεν θα μπορέσει ποτέ να σε προσελκύσει ξανά ή πως κανένα υλικό αντικείμενο δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να σε παρασύρει να πληρώσεις οποιοδήποτε τίμημα γι’ αυτό. Στην ταπεινότητα του Θεού θα δεις το μεγαλείο και την υπεροχή Του. Επιπλέον, θα δεις σε κάποια πράξη του Θεού που παλιά πίστευες ότι ήταν αρκετά μικρή την απέραντη σοφία και τη μακροθυμία Του, όπως και την υπομονή Του, την ανοχή Του και την κατανόησή Του προς εσένα. Αυτό θα γεννήσει μέσα σου λατρεία γι’ Αυτόν. Τη μέρα εκείνη, θα νιώσεις πως η ανθρωπότητα ζει σε έναν τόσο βρόμικο κόσμο, πως η αγάπη, η υποτιθέμενη προστασία ή το ενδιαφέρον που παίρνεις από τους ανθρώπους στο πλευρό σου, από τα όσα συμβαίνουν στη ζωή σου, ακόμη και από αυτούς που αγαπάς, δεν είναι καν άξια αναφοράς· μόνο ο Θεός είναι ο αγαπημένος σου και μόνο τον Θεό εκτιμάς περισσότερο. Όταν έλθει εκείνη η μέρα, πιστεύω πως μερικοί θα πουν: Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη και η ουσία Του είναι τόσο αγία· στον Θεό δεν υπάρχει δόλος, κακό, φθόνος και έριδα, αλλά μόνο δικαιοσύνη και αυθεντικότητα, και οι άνθρωποι πρέπει να λαχταρούν όλα όσα έχει και είναι ο Θεός. Οι άνθρωποι πρέπει να αγωνίζονται και να πασχίζουν γι’ αυτά. Πάνω σε τι έχει οικοδομηθεί η ικανότητα της ανθρωπότητας να το επιτύχει αυτό; Έχει οικοδομηθεί πάνω στην κατανόησή τους για τη διάθεση του Θεού και στην κατανόησή τους για την ουσία του Θεού. Επομένως, η κατανόηση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι, αποτελεί δια βίου μάθημα για κάθε άνθρωπο· είναι ένας ισόβιος στόχος που επιδιώκει κάθε άνθρωπος που αγωνίζεται για να αλλάξει τη διάθεσή του και να γνωρίσει τον Θεό.

Μόλις μιλήσαμε για όλο το έργο που έκανε ο Θεός, τη σειρά πρωτοφανών έργων που επιτέλεσε. Κάθε ένα από τα πράγματα αυτά σχετίζεται με το σχέδιο διαχείρισης του Θεού και με το θέλημα του Θεού. Σχετίζονται επίσης με τη διάθεση του ίδιου του Θεού και με την ουσία Του. Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε περισσότερα από αυτά που έχει και είναι ο Θεός, δεν μπορούμε να σταματήσουμε στην Παλαιά Διαθήκη ή στην Εποχή του Νόμου· πρέπει να συνεχίσουμε εμπρός, ακολουθώντας τα βήματα που έκανε ο Θεός στο έργο Του. Έτσι, όπως ο Θεός τελείωσε την Εποχή του Νόμου και ξεκίνησε την Εποχή της Χάριτος, είθε τα δικά μας βήματα να ακολουθήσουν κατά πόδας, μέσα στην Εποχή της Χάριτος —μια εποχή γεμάτη χάρη και λύτρωση. Κατά την εποχή αυτή, ο Θεός έκανε και πάλι κάτι πολύ σημαντικό που δεν είχε κάνει ποτέ πριν. Το έργο κατά τη νέα αυτή εποχή αποτέλεσε μια νέα αφετηρία για τον Θεό και την ανθρωπότητα —μια αφετηρία που αποτελείτο από ένα ακόμη νέο έργο που έγινε από τον Θεό και που δεν είχε γίνει ποτέ πριν. Το νέο αυτό έργο ήταν πρωτοφανές, κάτι που ξεπερνά τις δυνατότητες της φαντασίας των ανθρώπων και όλων των πλασμάτων. Είναι κάτι πλέον ευρέως γνωστό σε όλους τους ανθρώπους —για πρώτη φορά, ο Θεός έγινε ανθρώπινο ον, και για πρώτη φορά ξεκίνησε νέο έργο με τη μορφή ενός ανθρώπου, με την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Το νέο αυτό έργο σήμαινε πως ο Θεός είχε ολοκληρώσει το έργο Του στην Εποχή του Νόμου και πως δε θα έκανε ούτε θα έλεγε πια τίποτε υπό τον νόμο. Επιπλέον, δε θα έλεγε ούτε θα έκανε οτιδήποτε με τη μορφή του νόμου ή σύμφωνα με τις αρχές ή τους κανόνες του νόμου. Με άλλα λόγια, το σύνολο του έργου Του που βασιζόταν στον νόμο ανακόπηκε δια παντός και δε θα συνεχιζόταν, επειδή ο Θεός ήθελε να ξεκινήσει νέο έργο και να κάνει νέα πράγματα. Το σχέδιό Του είχε και πάλι μια νέα αφετηρία, κι έτσι, ο Θεός έπρεπε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην επόμενη εποχή.

Το εάν τα νέα αυτά ήταν χαρμόσυνα ή δυσοίωνα για τους ανθρώπους εξαρτιόταν από την ουσία του κάθε ατόμου ξεχωριστά. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως για κάποιους ανθρώπους τα νέα αυτά δεν ήταν χαρμόσυνα, αλλά δυσοίωνα, γιατί, όταν ο Θεός ξεκίνησε το νέο Του έργο, οι άνθρωποι εκείνοι που απλώς τηρούσαν τους νόμους και τους κανόνες, που απλώς ακολουθούσαν τα δόγματα αλλά δε σέβονταν τον Θεό, έτειναν να χρησιμοποιούν το παλιό έργο του Θεού για να καταδικάσουν το νέο Του έργο. Για τους ανθρώπους αυτούς, τα νέα αυτά ήταν δυσοίωνα· ωστόσο, για κάθε άνθρωπο που ήταν αθώος και ανοιχτός, που ήταν ειλικρινής με τον Θεό και πρόθυμος να δεχτεί τη λύτρωσή Του, τα νέα της πρώτης ενσάρκωσης του Θεού ήταν ιδιαίτερα χαρμόσυνα. Διότι, από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν οι άνθρωποι, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός είχε εμφανιστεί και είχε ζήσει ανάμεσα στην ανθρωπότητα σε μια μορφή που δεν ήταν το Πνεύμα· αυτήν την φορά, Αυτός γεννήθηκε από άνθρωπο, έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους ως ο Υιός του ανθρώπου και εργάστηκε ανάμεσά τους. Αυτή η «πρωτιά» γκρέμισε τις αντιλήψεις των ανθρώπων· ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Επιπλέον, όλοι οι ακόλουθοι του Θεού απέκτησαν ένα υλικό όφελος. Ο Θεός, όχι μόνο έβαλε τέλος στην παλαιά εποχή, αλλά, επιπλέον, έβαλε τέλος στις παλιές μεθόδους εργασίας Του και στον τρόπο εργασίας Του. Δεν ζητούσε πια στους αγγελιαφόρους Του να μεταφέρουν το θέλημά Του, δε βρισκόταν πια κρυμμένος στα σύννεφα, και δεν εμφανιζόταν και δε μιλούσε πλέον προστακτικά στους ανθρώπους μέσω βροντής. Σε αντίθεση με οτιδήποτε στο παρελθόν, μέσω μιας μεθόδου που δεν μπορούσαν να φανταστούν οι άνθρωποι και που δυσκολεύονταν να κατανοήσουν ή να δεχτούν —της ενσάρκωσης— Αυτός έγινε ο Υιός του ανθρώπου προκειμένου να ξεκινήσει το έργο της εποχής εκείνης. Αυτή η ενέργεια του Θεού βρήκε εντελώς απροετοίμαστη την ανθρωπότητα· έκανε τους ανθρώπους να νιώσουν αμηχανία, επειδή ο Θεός είχε ξεκινήσει και πάλι νέο έργο που δεν είχε κάνει ποτέ Του στο παρελθόν. Σήμερα, θα ρίξουμε μια ματιά στο νέο έργο που επιτέλεσε ο Θεός στη νέα εποχή και θα εξετάσουμε τι μπορούμε να μάθουμε από αυτό το νέο έργο όσον αφορά τη διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι.

Τα ακόλουθα είναι λόγια καταγεγραμμένα στην Καινή Διαθήκη της Βίβλου:

1. Ματθ. 12:1 Εν εκείνω τω καιρώ επορεύετο ο Ιησούς διά των σπαρτών εν σαββάτω· οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν και ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν.

2. Ματθ. 12:6-8 Σας λέγω δε ότι εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού. Εάν όμως εγνωρίζετε τι είναι Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν, δεν ηθέλετε καταδικάσει τους αθώους. Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου.

Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην περικοπή αυτή: «Εν εκείνω τω καιρώ επορεύετο ο Ιησούς διά των σπαρτών εν σαββάτω· οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν και ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν».

Γιατί επέλεξα την περικοπή αυτή; Πώς συνδέεται με τη διάθεση του Θεού; Στο κείμενο αυτό, το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε είναι πως ήταν ημέρα Σάββατο, ωστόσο, ο Κύριος Ιησούς βγήκε έξω και οδήγησε τους μαθητές Του μέσα από τα σπαρτά. Αυτό που είναι ακόμα πιο «προδοτικό» είναι πως επιπλέον «ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν». Στην Εποχή του Νόμου, ο νόμος του Ιεχωβά Θεού όριζε πως οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να βγαίνουν έξω ξέγνοιαστα και να συμμετέχουν σε δραστηριότητες το Σάββατο· υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν μπορούσαν να γίνουν το Σάββατο. Η ενέργεια αυτή, από πλευράς του Κυρίου Ιησού, προβλημάτισε εκείνους που είχαν ζήσει υπό τον νόμο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ προκάλεσε ακόμα και επικρίσεις. Όσο για τη σύγχυσή τους και τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαν γι’ αυτό που έκανε ο Ιησούς, θα τα αφήσουμε προς το παρόν κατά μέρος και θα συζητήσουμε πρώτα για τον λόγο που ο Χριστός επέλεξε από όλες τις μέρες να το κάνει αυτό το Σάββατο, καθώς και γι’ αυτό που ήθελε να επικοινωνήσει μέσω της ενέργειας αυτής στους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο. Αυτή είναι η σύνδεση μεταξύ της περικοπής αυτής και της διάθεσης του Θεού για την οποία θέλω να μιλήσω.

Όταν ήλθε ο Κύριος Ιησούς, χρησιμοποίησε τις πρακτικές Του ενέργειες για να πει στους ανθρώπους ότι Ο Θεός είχε αναχωρήσει από την Εποχή του Νόμου, είχε ξεκινήσει νέο έργο, και ότι το νέο αυτό έργο δεν απαιτούσε την τήρηση του Σαββάτου. Το γεγονός ότι ο Θεός εξήλθε από τους περιορισμούς της μέρας του Σαββάτου αποτελούσε μονάχα μια πρόγευση του νέου Του έργου· το πραγματικό και σπουδαίο έργο δεν είχε καταφτάσει ακόμα. Όταν ο Κύριος Ιησούς ξεκίνησε το έργο Του, είχε ήδη αφήσει πίσω Του τα «δεσμά» της Εποχής του Νόμου και είχε καταρρίψει τους κανονισμούς και τις αρχές της εποχής εκείνης. Μέσα Του, δεν υπήρχε ίχνος από οτιδήποτε σχετιζόταν με τον νόμο· είχε απαλλαγεί απ’ αυτόν εξ ολοκλήρου, δεν τον τηρούσε πια και ούτε απαιτούσε από την ανθρωπότητα να τον τηρεί. Επομένως, εδώ βλέπεις πως ο Κύριος Ιησούς διέσχισε τα σπαρτά το Σάββατο και πως ο Κύριος δεν αναπαυόταν· ήταν έξω και εργαζόταν, δεν αναπαυόταν. Η ενέργειά Του αυτή συντάραξε τις αντιλήψεις των ανθρώπων και τους επικοινώνησε πως Αυτός δε ζούσε πια υπό τον νόμο, πως είχε αφήσει τους περιορισμούς του Σαββάτου και εμφανιζόταν ενώπιον της ανθρωπότητας και εν μέσω αυτής με νέα εικόνα, με νέο τρόπο εργασίας. Η ενέργειά Του αυτή έδειξε στους ανθρώπους πως είχε φέρει μαζί Του νέο έργο, έργο που ξεκίνησε με την αποχώρηση από την υπαγωγή στον νόμο και την αναχώρηση από το Σάββατο. Όταν ο Θεός εκτελούσε το νέο Του έργο, δεν ήταν πια προσκολλημένος στο παρελθόν και δεν Τον απασχολούσαν πια οι κανονισμοί της Εποχής του Νόμου. Επιπλέον, δεν επηρεαζόταν από το έργο Του στην προηγούμενη εποχή, αλλά αντιθέτως εργαζόταν το Σάββατο όπως ακριβώς έκανε και οποιαδήποτε άλλη ημέρα, και όταν οι μαθητές Του πεινούσαν το Σάββατο, μπορούσαν να κόψουν μερικά στάχυα και να φάνε. Όλα αυτά ήταν πολύ φυσιολογικά στα μάτια του Θεού. Για τον Θεό επιτρέπεται να έχει μια νέα αρχή για πολύ από το νέο έργο που θέλει να κάνει και τα νέα λόγια που θέλει να πει. Όταν ξεκινά κάτι νέο, μήτε αναφέρει το προηγούμενο έργο Του ξανά μήτε συνεχίζει να το επιτελεί. Διότι ο Θεός έχει τις αρχές Του στο έργο Του, όταν θέλει να ξεκινήσει νέο έργο, τότε είναι που θέλει να φέρει την ανθρωπότητα σε ένα νέο στάδιο του έργου Του και τότε είναι που το έργο Του θα εισέλθει σε κάποια ανώτερη φάση. Αν οι άνθρωποι συνεχίσουν να ενεργούν σύμφωνα με τα παλιά ρητά και τους κανονισμούς ή συνεχίσουν να είναι προσηλωμένοι σ’ αυτά, ο Θεός δε θα το θυμάται ούτε θα το εγκρίνει. Αυτό συμβαίνει επειδή έχει ήδη φέρει νέο έργο κι έχει εισέλθει σε μια νέα φάση του έργου Του. Όταν Αυτός ξεκινά νέο έργο, εμφανίζεται στην ανθρωπότητα με μια εντελώς νέα εικόνα, από μια εντελώς νέα σκοπιά και μ’ έναν εντελώς νέο τρόπο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να δουν διαφορετικές πτυχές της διάθεσής Του και αυτού που Αυτός έχει και είναι. Αυτός είναι ένας από τους στόχους Του στο νέο Του έργο. Ο Θεός δεν προσκολλάται σε παλιά πράγματά ούτε βαδίζει στην πεπατημένη· όταν εργάζεται και μιλά, δεν είναι τόσο απαγορευτικός όσο φαντάζονται οι άνθρωποι. Στον Θεό, τα πάντα είναι ελεύθερα και απελευθερωμένα και δεν υπάρχει καμία απαγόρευση, καθόλου περιορισμοί —αυτό που φέρνει στην ανθρωπότητα είναι ελευθερία και απελευθέρωση. Είναι ένας ζωντανός Θεός, ένας Θεός που υπάρχει πραγματικά και αληθινά. Δεν είναι κάποια μαριονέτα ή κάποια πήλινη φιγούρα και είναι τελείως διαφορετικός από τα είδωλα που φυλάσσουν σαν ιερά και λατρεύουν οι άνθρωποι. Είναι ζωντανός και φωτεινός, και αυτό που φέρνουν ο λόγος Του και το έργο Του στην ανθρωπότητα είναι όλο ζωή και φως, όλο ελευθερία και απελευθέρωση, επειδή Αυτός κρατά την αλήθεια, τη ζωή και την οδό —δεν Τον περιορίζει τίποτα σε κανένα μέρος του έργου Του. Ό,τι κι αν λένε οι άνθρωποι και όπως κι αν βλέπουν ή αξιολογούν το νέο Του έργο, Αυτός θα εκτελεί το έργο Του δίχως ενδοιασμούς. Δε θα ανησυχεί για τις αντιλήψεις ή τις κατηγορίες οποιουδήποτε σχετικά με το έργο και τα λόγια Του, ούτε και για την έντονη αντίδραση και την αντίστασή τους στο νέο Του έργο. Ουδείς σε ολόκληρη την πλάση δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ανθρώπινη λογική ή την ανθρώπινη φαντασία, γνώση και ηθική, για να μετρήσει ή να προσδιορίσει αυτό που κάνει ο Θεός και για να δυσφημίσει, να διαταράξει ή να υπονομεύσει το έργο Του. Δεν υπάρχει καμία απαγόρευση στο έργο Του και σε ό,τι κάνει· αυτό δε θα περιορίζεται από κανέναν άνθρωπο, γεγονός ή πράγμα, ούτε και θα διαταράσσεται από καμιά εχθρική δύναμη. Όσον αφορά το νέο Του έργο, είναι ένας παντοτινά νικηφόρος Βασιλιάς, ενώ όλες οι εχθρικές δυνάμεις και όλες οι αιρέσεις και οι πλάνες της ανθρωπότητας ποδοπατούνται κάτω από το υποπόδιό Του. Όποιο νέο στάδιο του έργου Του κι αν εκτελεί, σίγουρα θα αναπτύσσεται και θα επεκτείνεται μέσα από την ανθρωπότητα και σίγουρα θα εκτελείται ανεμπόδιστα σε ολόκληρο το σύμπαν, έως ότου ολοκληρωθεί το μέγα Του έργο. Αυτή είναι η παντοδυναμία και η σοφία του Θεού, η εξουσία και η δύναμή Του. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς μπορούσε να βγει έξω στα φανερά και να εργαστεί το Σάββατο, επειδή στην καρδιά Του δεν υπήρχαν κανόνες, δεν υπήρχε καμιά γνώση ή δόγμα που να προήλθε από την ανθρωπότητα. Αυτό που Αυτός είχε ήταν το νέο έργο του Θεού και η οδός Του. Το έργο Του ήταν η οδός να ελευθερώσει την ανθρωπότητα, να αποδεσμεύσει τους ανθρώπους, να τους επιτρέψει να υπάρξουν στο φως και να ζήσουν. Εν τω μεταξύ, εκείνοι που λατρεύουν είδωλα ή ψεύτικους θεούς ζουν την κάθε μέρα δεσμευμένοι από τον Σατανά, περιορισμένοι από κάθε λογής κανόνες και ταμπού —σήμερα απαγορεύεται αυτό, αύριο κάτι άλλο— δεν έχουν καμία ελευθερία στις ζωές τους. Είναι σαν αλυσοδεμένοι φυλακισμένοι, που ζουν μια ζωή δίχως καμία χαρά. Τι αντιπροσωπεύει η «απαγόρευση»; Αντιπροσωπεύει περιορισμούς, δεσμά και κακό. Όταν ένας άνθρωπος λατρεύει κάποιο είδωλο, λατρεύει έναν ψεύτικο θεό, ένα κακό πνεύμα. Η απαγόρευση εμφανίζεται όταν ασκούνται τέτοιες δραστηριότητες. Δεν μπορείς να φας αυτό ή εκείνο, δεν μπορείς να βγεις έξω σήμερα, αύριο δεν μπορείς να μαγειρέψεις, την επομένη δεν μπορείς να μετακομίσεις σε νέο σπίτι, πρέπει να επιλέγονται συγκεκριμένες ημέρες για γάμους και κηδείες, ακόμη και για τη γέννηση ενός παιδιού. Πώς ονομάζεται αυτό; Αυτό ονομάζεται απαγόρευση· είναι η σκλαβιά της ανθρωπότητας, ενώ τα δεσμά του Σατανά και των κακών πνευμάτων ελέγχουν τους ανθρώπους και περιορίζουν τις καρδιές και τα σώματά τους. Υπάρχουν αυτές οι απαγορεύσεις με τον Θεό; Όταν μιλάς για την αγιοσύνη του Θεού, πρέπει πρώτα να σκεφτείς αυτό: Με τον Θεό, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις. Ο Θεός έχει αρχές στον λόγο και στο έργο Του, αλλά όχι απαγορεύσεις, επειδή ο Θεός ο ίδιος είναι η αλήθεια, η οδός και η ζωή.

Τώρα, ας εξετάσουμε την επόμενη περικοπή από τις Γραφές: «Σας λέγω δε ότι εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού. Εάν όμως εγνωρίζετε τι είναι Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν, δεν ηθέλετε καταδικάσει τους αθώους. Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου» (Ματθ. 12:6-8). Σε τι αναφέρεται η λέξη «ιερό» εδώ; Για να το θέσουμε απλά, αναφέρεται σε ένα μεγαλοπρεπές, ψηλό κτίριο και, κατά την Εποχή του Νόμου, το ιερό ήταν μέρος για να λατρεύουν οι ιερείς τον Θεό. Όταν ο Κύριος Ιησούς είπε «εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού», σε ποιον αναφερόταν το «κάποιος»; Προφανώς, το «κάποιος» είναι ο Κύριος Ιησούς στη σάρκα, γιατί μόνο Αυτός ήταν μεγαλύτερος του ιερού. Τι έλεγαν τα λόγια αυτά στους ανθρώπους; Έλεγαν στους ανθρώπους να βγουν από το ιερό —ο Θεός είχε ήδη εγκαταλείψει το ιερό και δεν εργαζόταν πια μέσα σ’ αυτό, επομένως οι άνθρωποι έπρεπε να αναζητήσουν τ’ αχνάρια του Θεού έξω από το ιερό και να ακολουθήσουν τα βήματά Του στο νέο Του έργο. Όταν ο Κύριος Ιησούς το είπε αυτό, υπήρχε μια λογική βάση πίσω από τα λόγια Του, η οποία ήταν ότι υπό τον νόμο, οι άνθρωποι είχαν καταλήξει να βλέπουν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο από τον Θεό τον ίδιο. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι λάτρευαν το ιερό αντί να λατρεύουν τον Θεό, έτσι, ο Κύριος Ιησούς τους προειδοποίησε να μη λατρεύουν είδωλα, αλλά αντιθέτως να λατρεύουν τον Θεό, διότι είναι υπέρτατος. Έτσι, είπε: «Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν». Είναι εμφανές πως, στα μάτια του Κυρίου Ιησού, οι περισσότεροι άνθρωποι που ζούσαν υπό τον νόμο δε λάτρευαν πια τον Ιεχωβά, αλλά εκτελούσαν απλώς τη διαδικασία της θυσίας τυπικά, και ο Κύριος Ιησούς προσδιόρισε πως η διαδικασία αυτή συνιστούσε ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες αυτοί, έβλεπαν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο και ανώτερο από τον Θεό. Στις καρδιές τους υπήρχε μόνο το ιερό, όχι ο Θεός, επομένως, αν επρόκειτο να χάσουν το ιερό, τότε θα έχαναν τον τόπο της κατοίκησής τους. Χωρίς το ιερό, δεν είχαν πού να λατρεύουν και δεν μπορούσαν να προσφέρουν τις θυσίες τους. Ο υποτιθέμενος «τόπος κατοίκησής» τους είναι ο τόπος όπου χρησιμοποιούσαν την ψεύτικη πρόφαση ότι λατρεύουν τον Ιεχωβά Θεό προκειμένου να παραμένουν στο ιερό και να εκτελέσουν τις δικές τους υποθέσεις. Η υποτιθέμενη «προσφορά θυσιών» ήταν απλώς η εκτέλεση των προσωπικών τους επαίσχυντων δοσοληψιών υπό το πρόσχημα της τέλεσης της υπηρεσίας τους στο ιερό. Αυτός ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι της εποχής έβλεπαν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο από τον Θεό. Ο Κύριος Ιησούς είπε αυτά τα λόγια ως προειδοποίηση προς τους ανθρώπους, επειδή χρησιμοποιούσαν το ιερό σαν βιτρίνα και τις θυσίες σαν κάλυψη για να εξαπατούν τους ανθρώπους και τον Θεό. Αν εφαρμόσετε τα λόγια αυτά στο παρόν, παραμένουν εξίσου έγκυρα και εξίσου σχετικά. Παρόλο που οι άνθρωποι σήμερα έχουν βιώσει διαφορετικό έργο του Θεού από αυτό που βίωσαν οι άνθρωποι στην Εποχή του Νόμου, η φύση και η ουσία τους είναι οι ίδιες. Στο πλαίσιο του έργου σήμερα, οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να κάνουν πράγματα του ίδιου τύπου όπως παρουσιάζονται στα λόγια «το ιερό είναι μεγαλύτερο από τον Θεό». Για παράδειγμα, οι άνθρωποι βλέπουν την εκπλήρωση των καθηκόντων τους ως τη δουλειά τους· θεωρούν το να γίνεις μάρτυρας για τον Θεό και να πολεμήσεις τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα ως πολιτικά κινήματα για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τη δημοκρατία και την ελευθερία· μετατρέπουν το καθήκον τους σε καριέρα για να αξιοποιήσουν τις ικανότητές τους, αλλά αντιμετωπίζουν τον σεβασμό στον Θεό και την αποφυγή του κακού ως τίποτα περισσότερο από μια θρησκευτική διδαχή προς τήρηση, και ούτω καθεξής. Αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι ουσιαστικά το ίδιο όπως «το ιερό είναι μεγαλύτερο από τον Θεό»; Η διαφορά είναι ότι, πριν δύο χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι εκτελούσαν τις προσωπικές τους δραστηριότητες μέσα στο φυσικό ιερό, ενώ σήμερα, οι άνθρωποι εκτελούν τις προσωπικές τους δραστηριότητες σε άυλα ιερά. Οι άνθρωποι εκείνοι που εκτιμούν τους κανόνες θεωρούν τους κανόνες μεγαλύτερους από τον Θεό· οι άνθρωποι εκείνοι που αγαπούν το κύρος θεωρούν το κύρος μεγαλύτερο από τον Θεό· εκείνοι που αγαπούν την καριέρα τους θεωρούν τις καριέρες μεγαλύτερες από τον Θεό και ούτω καθεξής. Όλες οι εκφράσεις τους Με οδηγούν να πω: «Οι άνθρωποι, μέσα από τα λόγια τους, δοξάζουν τον Θεό ως τον μεγαλύτερο, ωστόσο, στα μάτια τους, τα πάντα είναι μεγαλύτερα από τον Θεό». Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι, ενόσω βρίσκονται στο μονοπάτι απ’ το οποίο ακολουθούν τον Θεό, μόλις βρουν την ευκαιρία να επιδείξουν τα δικά τους ταλέντα ή να ασκήσουν τις δικές τους δραστηριότητες ή να επιτύχουν στις δικές τους καριέρες, απομακρύνονται από τον Θεό και ρίχνονται στη λατρεμένη καριέρα τους. Όσο γι’ αυτό που τους έχει εμπιστευτεί ο Θεός και το θέλημά Του, τα πράγματα αυτά έχουν απορριφθεί εδώ και καιρό. Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της κατάστασης αυτών των ανθρώπων και εκείνων που εκτελούσαν τις δραστηριότητες τους στο ιερό πριν δύο χιλιάδες χρόνια;

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στο τελευταίο εδάφιο αυτής της περικοπής: «Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου». Υπάρχει πρακτική πλευρά σ’ αυτό το εδάφιο; Μπορείτε να δείτε την πρακτική πλευρά; Όλα όσα λέει ο Θεός πηγάζουν από την καρδιά Του, επομένως, γιατί το είπε αυτό; Πώς το καταλαβαίνετε; Μπορεί να κατανοείτε το νόημα του εδαφίου τώρα, ωστόσο, την εποχή κατά την οποία ειπώθηκε, λίγοι άνθρωποι το κατανοούσαν, γιατί η ανθρωπότητα είχε μόλις βγει από την Εποχή του Νόμου. Για εκείνους, η αναχώρηση από το Σάββατο ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο, πόσο μάλλον η κατανόηση του τι είναι ένα αληθινό Σάββατο.

Το εδάφιο «ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου» δείχνει στους ανθρώπους πως όλα όσα αφορούν τον Θεό δεν έχουν υλική φύση και πως, ενώ ο Θεός μπορεί να φροντίσει όλες τις υλικές σου ανάγκες, όταν έχουν καλυφθεί όλες οι υλικές σου ανάγκες, μπορεί η ικανοποίηση από τέτοια πράγματα να αντικαταστήσει την επιδίωξή σου για την αλήθεια; Αυτό είναι προφανώς αδύνατον! Η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, σχετικά με τα οποία συναναστραφήκαμε, αποτελούν και τα δύο την αλήθεια. Η αξία της δεν μπορεί να μετρηθεί απέναντι σε οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο, όσο πολύτιμο κι αν είναι αυτό, ούτε μπορεί η αξία της να υπολογισθεί σε χρήματα, γιατί δεν είναι υλικό αντικείμενο, και καλύπτει τις ανάγκες της καρδιάς του κάθε ανθρώπου. Για κάθε άνθρωπο, η αξία των άυλων αυτών αληθειών θα ’πρεπε να ’ναι μεγαλύτερη από την αξία οποιουδήποτε υλικού πράγματος που μπορεί να εκτιμάς, έτσι δεν είναι; Η δήλωση αυτή είναι κάτι στο οποίο πρέπει να σταθείτε. Το σημείο κλειδί σ’ αυτό που μόλις είπα είναι πως αυτό που έχει και είναι ο Θεός και τα πάντα σχετικά με τον Θεό είναι τα πιο σημαντικά πράγματα για κάθε άνθρωπο και δεν μπορούν να αντικατασταθούν από οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα: Όταν πεινάς, χρειάζεσαι φαγητό. Το φαγητό αυτό μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο καλό ή περισσότερο ή λιγότερο απογοητευτικό, αλλά, εφόσον χορτάσεις, το δυσάρεστο αίσθημα της πείνας δε θα υπάρχει πια —θα εξαφανιστεί. Μπορείς να καθίσεις ήσυχα και να ξεκουράσεις το σώμα σου. Η πείνα των ανθρώπων μπορεί να εξαλειφθεί με το φαγητό, ωστόσο, όταν ακολουθείς τον Θεό και νιώθεις πως δεν Τον κατανοείς καθόλου, πώς μπορείς να εξαλείψεις το κενό στην καρδιά σου; Μπορεί να εξαλειφθεί με φαγητό; Ή όταν ακολουθείς τον Θεό, αλλά δεν κατανοείς το θέλημά Του, τι μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να αντισταθμίσεις αυτήν την πείνα στην καρδιά σου; Κατά τη διαδικασία της εμπειρίας της σωτηρίας σου μέσα από τον Θεό, ενώ επιδιώκεις μια αλλαγή στη διάθεσή σου, αν δεν κατανοείς το θέλημά Του ή δε γνωρίζεις ποια είναι η αλήθεια κι αν δε γνωρίζεις τη διάθεση του Θεού, τότε δεν θα αισθάνεσαι ιδιαίτερα άβολα; Δεν θα αισθάνεσαι μεγάλη πείνα και δίψα στην καρδιά σου; Τα αισθήματα αυτά δεν θα σε αποτρέπουν απ’ το να βρεις ανάπαυση στην καρδιά σου; Επομένως, πώς μπορείς να αντισταθμίσεις αυτήν την πείνα στην καρδιά σου; Υπάρχει τρόπος να την εξαλείψεις; Μερικοί άνθρωποι πηγαίνουν για ψώνια, μερικοί αναζητούν τους φίλους τους για να εκμυστηρευτούν σ’ αυτούς, μερικοί απολαμβάνουν έναν ύπνο μεγάλης διάρκειας, ενώ άλλοι διαβάζουν τον λόγο του Θεού ή εργάζονται πιο σκληρά και καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους. Μπορούν τα πράγματα αυτά να εξαλείψουν τις πραγματικές σου δυσκολίες; Όλοι σας κατανοείτε πλήρως αυτά τα είδη πρακτικών. Όταν νιώθεις ανήμπορος, όταν νιώθεις την έντονη επιθυμία να λάβεις διαφώτιση από τον Θεό για να σου επιτρέψει να γνωρίσεις την πραγματικότητα της αλήθειας και το θέλημά Του, τι χρειάζεσαι πιο πολύ; Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι κάποιο πλήρες γεύμα ούτε μερικά ευγενικά λόγια, πόσο μάλλον οι εφήμερες ανέσεις και η ικανοποίηση της σάρκας. Αυτό που χρειάζεσαι είναι να σου πει ο Θεός ευθέως και ξεκάθαρα τι θα πρέπει να κάνεις και πώς θα πρέπει να το κάνεις· να σου πει ξεκάθαρα ποια είναι η αλήθεια. Αφού το έχεις κατανοήσεις αυτό, ακόμη κι αν αποκτάς ελάχιστη μόνο κατανόηση, δεν θα νιώθεις περισσότερο ικανοποιημένος στην καρδιά σου από όσο θα ένιωθες μετά από ένα καλό γεύμα; Όταν η καρδιά σου είναι ικανοποιημένη, δεν αποκτά η καρδιά σου και ολόκληρο το είναι σου πραγματική ανάπαυση; Μέσω της αναλογίας και της ανάλυσης αυτής, καταλαβαίνετε πλέον γιατί ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το εδάφιο «ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου»; Το νόημά του είναι πως αυτό που εκπορεύεται από τον Θεό, αυτό που Αυτός έχει και είναι, και τα πάντα σχετικά μ’ Αυτόν είναι μεγαλύτερα από καθετί άλλο, συμπεριλαμβανομένου και του πράγματος ή του ατόμου που κάποτε πίστευες ότι ήταν ό,τι πιο πολύτιμο για σένα. Δηλαδή, αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αποκτήσει λόγο από το στόμα του Θεού ή δεν κατανοεί το θέλημά Του, τότε δεν μπορεί να βρει ανάπαυση. Στις μελλοντικές σας εμπειρίες, θα καταλάβετε γιατί ήθελα να δείτε αυτήν την περικοπή σήμερα· είναι κάτι πολύ σημαντικό. Όλα όσα κάνει ο Θεός είναι αλήθεια και ζωή. Η αλήθεια είναι κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν να στερούνται στη ζωή τους και είναι κάτι που ποτέ δεν μπορεί να τους λείπει· μπορείς ακόμα να πεις πως είναι το σημαντικότερο πράγμα. Παρόλο που δεν μπορείς να τη δεις ή να την αγγίξεις, η σημασία της για εσένα δεν μπορεί να αγνοηθεί· είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να φέρει ανάπαυση στην καρδιά σου.

Είναι η κατανόηση σας για την αλήθεια ενσωματωμένη στις δικές σας καταστάσεις; Στην πραγματική ζωή, πρέπει πρώτα να σκεφτείς ποιες αλήθειες σχετίζονται με τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα που έχεις συναντήσει· είναι ανάμεσα σ’ αυτές τις αλήθειες που μπορείς να βρεις το θέλημα του Θεού και να συνδέσεις αυτά που έχεις συναντήσει με το θέλημά Του. Εάν δε γνωρίζεις ποιες πτυχές της αλήθειας σχετίζονται με τα πράγματα που έχεις συναντήσει αλλά αντιθέτως πας κατευθείαν να αναζητήσεις το θέλημα του Θεού, αυτό αποτελεί μια τυφλή προσέγγιση η οποία δεν μπορεί να αποφέρει αποτελέσματα. Εάν θέλεις να αναζητήσεις την αλήθεια και να κατανοήσεις το θέλημα του Θεού, πρέπει πρώτα να εξετάσεις τι είδους πράγματα σου έχουν συμβεί, με ποιες πτυχές της αλήθειας σχετίζονται και να αναζητήσεις τη συγκεκριμένη αλήθεια στον λόγο του Θεού που σχετίζεται μ’ αυτά που έχεις βιώσει. Στη συνέχεια, να αναζητήσεις το μονοπάτι άσκησης που είναι σωστό για εσένα στην αλήθεια εκείνη· με τον τρόπο αυτό, μπορείς να αποκτήσεις έμμεση κατανόηση του θελήματος του Θεού. Το να αναζητάς και να κάνεις πράξη την αλήθεια δεν είναι να εφαρμόζεις μηχανικά κάποια διδαχή ή να ακολουθείς κάποιον τύπο. Η αλήθεια δεν είναι τυποποιημένη ούτε και είναι νόμος. Δεν είναι νεκρή —είναι η ίδια η ζωή, είναι κάτι ζωντανό και είναι ο κανόνας που πρέπει να ακολουθούν τα δημιουργημένα όντα στη ζωή και ο κανόνας που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι στη ζωή. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να καταλάβεις, όσο το δυνατόν περισσότερο, εμπειρικά. Σε όποιο στάδιο κι αν έχεις φτάσει στην εμπειρία σου, είσαι αναπόσπαστος από τον λόγο του Θεού ή από την αλήθεια, ενώ αυτό που κατανοείς για τη διάθεση του Θεού και αυτό που γνωρίζεις γι’ αυτό που έχει και είναι ο Θεός, εκφράζονται όλα μέσα από τον λόγο του Θεού· είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αλήθεια. Η διάθεση του Θεού και αυτό που έχει και είναι Αυτός είναι, από μόνα τους, η αλήθεια· η αλήθεια είναι μια αυθεντική εκδήλωση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι. Κάνει απτό αυτό που έχει και είναι Εκείνος και κάνει μια σαφή δήλωση του τι έχει και είναι Εκείνος· σου λέει πιο ευθέως τι αρέσει στον Θεό, τι δεν Του αρέσει, τι θέλει Αυτός να κάνεις και τι δε σου επιτρέπει να κάνεις, ποιους ανθρώπους σιχαίνεσαι και σε ποιους ανθρώπους βρίσκει ευχαρίστηση. Πίσω από τις αλήθειες που εκφράζει ο Θεός, οι άνθρωποι μπορούν να δουν την ευχαρίστηση, τον θυμό, τη λύπη και την ευτυχία Του, όπως και την ουσία Του —αυτή είναι η αποκάλυψη της διάθεσής Του. Πέρα του να γνωρίζεις αυτό που έχει και είναι ο Θεός και να κατανοείς τη διάθεσή Του από τον λόγο Του, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ανάγκη να επιτύχεις αυτήν την κατανόηση μέσα από πρακτική εμπειρία. Αν ένας άνθρωπος απομακρύνει τον εαυτό του από την πραγματική ζωή ώστε να γνωρίσει τον Θεό, τότε δε θα μπορέσει να το επιτύχει αυτό. Ακόμη κι αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να αποκτήσουν κάποια κατανόηση από τον λόγο του Θεού, η κατανόησή τους περιορίζεται σε θεωρίες και λέξεις, και προκύπτει μια απόκλιση από το πώς είναι πραγματικά ο ίδιος ο Θεός.

Αυτό που επικοινωνούμε τώρα, έγκειται όλο μέσα στο πλαίσιο των ιστοριών που καταγράφονται στη Βίβλο. Μέσω των ιστοριών αυτών και μέσω της ανάλυσης αυτών των πραγμάτων που συνέβησαν, οι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός εξέφρασε πως έχει και είναι, επιτρέποντας τους να γνωρίσουν την κάθε πτυχή του Θεού πιο ευρέως, πιο βαθιά, πιο εκτενώς και πιο πλήρως. Επομένως, ο μόνος τρόπος για να γνωρίσεις την κάθε πτυχή του Θεού είναι μέσα από αυτές τις ιστορίες; Όχι, δεν είναι ο μόνος τρόπος! Γιατί αυτό που λέει ο Θεός και το έργο που εκτελεί στην Εποχή της Βασιλείας, μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να γνωρίσουν τη διάθεσή Του και να την κατανοήσουν πιο πλήρως. Ωστόσο, πιστεύω πως είναι λίγο πιο εύκολο να γνωρίσεις τη διάθεση του Θεού και να κατανοήσεις αυτό που Αυτός έχει και είναι, μέσα από κάποια παραδείγματα ή κάποιες ιστορίες που καταγράφονται στη Βίβλο και τις οποίες γνωρίζουν οι άνθρωποι. Αν χρησιμοποιήσω τον λόγο της κρίσης και της παίδευσης και τις αλήθειες που εκφράζει ο Θεός σήμερα, λέξη προς λέξη, για να σου δώσω τη δυνατότητα να Τον γνωρίσεις με αυτόν τον τρόπο, θα νιώσεις πως είναι πολύ ανιαρό και κουραστικό, ενώ μερικοί άνθρωποι θα νιώσουν ακόμη πως ο λόγος του Θεού φαίνεται πολύ τυποποιημένος. Ωστόσο, αν πάρω αυτές τις ιστορίες της Βίβλου σαν παράδειγμα για να γνωρίσουν οι άνθρωποι τη διάθεση του Θεού, τότε δε θα το βρουν βαρετό. Μπορείς να πεις πως ενόσω επεξηγούνται τα παραδείγματα αυτά, οι λεπτομέρειες σχετικά με αυτό που υπήρχε στην καρδιά του Θεού εκείνη την εποχή —η διάθεση ή το συναίσθημά Του, οι σκέψεις και οι ιδέες Του— έχουν ειπωθεί στους ανθρώπους στη γλώσσα των ανθρώπων, και ο στόχος όλων αυτών είναι να τους επιτραπεί να εκτιμήσουν, να νιώσουν πως αυτό που έχει και είναι ο Θεός δεν είναι τυποποιημένο. Δεν είναι κάποιος θρύλος ή κάτι που δεν μπορούν να δουν ή να αγγίξουν οι άνθρωποι. Είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά, που οι άνθρωποι μπορούν να νιώσουν και να εκτιμήσουν. Αυτός είναι ο απώτερος στόχος. Μπορείς να πεις πως οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτήν την εποχή είναι ευλογημένοι. Από τις ιστορίες της Βίβλου, μπορούν να αντλήσουν ευρύτερη κατανόηση του προηγούμενου έργου του Θεού· μπορούν να δουν τη διάθεσή Του μέσα από το έργο που έχει κάνει· μπορούν να κατανοήσουν το θέλημα του Θεού για την ανθρωπότητα μέσα από τις διαθέσεις αυτές που έχει εκφράσει, όπως και να κατανοήσουν τις απτές εκδηλώσεις της αγιοσύνης και της φροντίδας Του για τους ανθρώπους, και με αυτόν τον τρόπο μπορούν να επιτύχουν μια πιο εμπεριστατωμένη και πιο βαθιά γνώση της διάθεσης του Θεού. Πιστεύω πως όλοι σας μπορείτε τώρα να το νιώσετε αυτό!

Μέσα στο πλαίσιο του έργου που ολοκλήρωσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος, μπορείς να δεις ακόμα μια πτυχή αυτού που έχει και είναι ο Θεός. Αυτή η πτυχή εκφράστηκε μέσω της σάρκας Του και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να το δουν και να το εκτιμήσουν λόγω της ανθρώπινης φύσης Του. Στον Υιό του ανθρώπου, οι άνθρωποι είδαν τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός στη σάρκα βίωσε την ανθρώπινη φύση Του, όπως και είδαν τη θεϊκή φύση του Θεού να εκφράζεται μέσω της σάρκας. Οι δύο αυτοί τύποι έκφρασης επέτρεψαν στους ανθρώπους να δουν έναν ιδιαίτερα αληθινό Θεό, όπως και επέτρεψαν στους ανθρώπους να σχηματίσουν μια διαφορετική ιδέα για τον Θεό. Ωστόσο, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία του κόσμου έως το τέλος της Εποχής του Νόμου, δηλαδή πριν την Εποχή της Χάριτος, οι μόνες πτυχές του Θεού που έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν οι άνθρωποι ήταν μονάχα η θεϊκή φύση του Θεού, τα πράγματα που έκανε και έλεγε ο Θεός σε ένα άυλο βασίλειο και τα πράγματα που εξέφραζε από την αληθινή Του υπόσταση, τα οποία δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Συχνά, τα πράγματα αυτά έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται πως ο Θεός ήταν τόσο επιβλητικός στο μεγαλείο Του που δεν μπορούσαν να Τον πλησιάσουν. Η εντύπωση που έδινε συνήθως ο Θεός στους ανθρώπους ήταν πως τρεμόπαιζε στην ικανότητά τους να Τον αντιληφθούν, ενώ οι άνθρωποι αισθάνονταν, επιπλέον, πως όλες οι σκέψεις και οι ιδέες Του ήταν τόσο μυστηριώδεις και τόσο ασύλληπτες, που δεν υπήρχε τρόπος να τις φτάσουν, πόσο μάλλον να επιχειρήσουν να τις κατανοήσουν και να την εκτιμήσουν. Για τους ανθρώπους, τα πάντα στον Θεό ήταν πολύ μακρινά, τόσο μακρινά που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα δουν, δεν μπορούσαν να τ’ αγγίξουν. Φαινόταν να βρίσκεται ψηλά στον ουρανό, όπως και φαινόταν να μην υπάρχει καθόλου. Επομένως, για τους ανθρώπους, η κατανόηση της καρδιάς και του νου του Θεού ή οποιουδήποτε σκεπτικού Του ήταν ανεπίτευκτη ή ακόμα και πέρα από τις δυνατότητές τους. Παρόλο που ο Θεός εκτέλεσε κάποιο απτό έργο κατά την Εποχή του Νόμου και διατύπωσε κάποιον συγκεκριμένο λόγο και εξέφρασε κάποιες συγκεκριμένες διαθέσεις για να επιτρέψει στους ανθρώπους να εκτιμήσουν και να αντιληφθούν κάποια αληθινή γνώση σχετικά με Αυτόν, στο τέλος όμως, αυτές οι εκφράσεις του τι έχει και είναι ο Θεός προήλθαν από ένα άυλο βασίλειο, ενώ αυτό που κατάλαβαν οι άνθρωποι και αυτό που γνώρισαν αφορούσε ακόμη τη θεϊκή πτυχή αυτού που Αυτός έχει και είναι. Η ανθρωπότητα δεν μπορούσε να αποκτήσει σαφή ιδέα από αυτήν την έκφραση αυτού που Αυτός έχει και είναι, και η εντύπωσή τους για τον Θεό παρέμενε κολλημένη στο πλαίσιο του «ένα πνευματικό σώμα στο οποίο είναι δύσκολο να έρθεις κοντά, το οποίο τη μια δύναται κανείς να αντιληφθεί, και την άλλη όχι». Επειδή ο Θεός δε χρησιμοποίησε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο ή κάποια εικόνα που ανήκε στο υλικό βασίλειο για να εμφανιστεί ενώπιον των ανθρώπων, αυτοί παρέμειναν ανίκανοι να Τον ορίσουν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων. Στην καρδιά και στο μυαλό τους, οι άνθρωποι πάντοτε ήθελαν να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα για να καθιερώσουν ένα πρότυπο για τον Θεό, να Τον κάνουν υλικό και να Τον εξανθρωπίσουν, όπως πόσο ψηλός είναι, πόσο μεγάλος είναι, πώς μοιάζει, τι ακριβώς Του αρέσει και ποια είναι η προσωπικότητά Του. Στην πραγματικότητα, ο Θεός γνώριζε στην καρδιά Του πως οι άνθρωποι σκέφτονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήταν ξεκάθαρος με τις ανάγκες των ανθρώπων και, φυσικά, γνώριζε τι έπρεπε να κάνει Αυτός, έτσι εκτέλεσε το έργο Του με διαφορετικό τρόπο στην Εποχή της Χάριτος. Ο νέος αυτός τρόπος ήταν και θεϊκός και εξανθρωπισμένος. Κατά το διάστημα που εργαζόταν ο Κύριος Ιησούς, οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν πως ο Θεός είχε πολλές ανθρώπινες εκφράσεις. Για παράδειγμα, μπορούσε να χορέψει, να παραστεί σε γάμους, να κοινωνεί με τους ανθρώπους, να μιλά μαζί τους και να συζητά πράγματα μαζί τους. Πέρα από αυτό, ο Κύριος Ιησούς ολοκλήρωσε και πολύ έργο που αντιπροσώπευε τη θεϊκή Του φύση και, φυσικά, όλο αυτό το έργο ήταν μια έκφραση και μια αποκάλυψη της διάθεσης του Θεού. Κατά το διάστημα αυτό, όταν η θεϊκή φύση του Θεού υλοποιήθηκε σε συνηθισμένη σάρκα με τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι μπορούσαν να τη δουν και να την αγγίξουν, δεν ένιωθαν πια πως Αυτός τρεμόπαιζε στην αντίληψή τους ή πως δεν μπορούσαν να Τον πλησιάσουν. Αντιθέτως, μπορούσαν να προσπαθήσουν να κατανοήσουν το θέλημα του Θεού ή να καταλάβουν τη θεϊκή Του φύση μέσα από κάθε κίνηση, μέσα από τον λόγο και μέσα από το έργο του Υιού του ανθρώπου. Ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου εξέφρασε τη θεϊκή φύση του Θεού μέσω της ανθρώπινης φύσης Του και μετέφερε το θέλημα του Θεού στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, μέσα από τη δική Του έκφραση του θελήματος και της διάθεσης του Θεού, αποκάλυψε, επίσης, στους ανθρώπους τον Θεό που δεν μπορούν να δουν ή να αγγίξουν, ο οποίος κατοικεί στο πνευματικό βασίλειο. Αυτό που είδαν οι άνθρωποι ήταν ο Θεός ο ίδιος σε απτή μορφή, φτιαγμένος από σάρκα και αίμα. Επομένως, ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου έκανε απτά και εξανθρωπισμένα κάποια πράγματα, όπως την ταυτότητα του ίδιου του Θεού, το κύρος, την εικόνα, τη διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Παρόλο που η εξωτερική εμφάνιση του Υιού του ανθρώπου είχε μερικούς περιορισμούς όσον αφορά την εικόνα του Θεού, η ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, ήταν πλήρως ικανά να εκπροσωπούν την ταυτότητα και το κύρος του ίδιου του Θεού· απλώς υπήρχαν μερικές διαφορές στη μορφή της έκφρασης. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως ο Υιός του ανθρώπου εκπροσωπούσε την ταυτότητα και το κύρος του ίδιου του Θεού, τόσο στη μορφή της ανθρώπινης φύσης Του όσο και στη θεϊκή Του φύση. Κατά το διάστημα αυτό, ωστόσο, ο Θεός εργαζόταν μέσω της σάρκας, μιλούσε από την οπτική της σάρκας και στεκόταν ενώπιον της ανθρωπότητας με την ταυτότητα και το κύρος του Υιού του ανθρώπου. Αυτό έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία να συναντήσουν και να βιώσουν τον πραγματικό λόγο και το έργο του Θεού ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, επέτρεψε στους ανθρώπους να αποκτήσουν μια εικόνα της θεϊκής Του φύσης και του μεγαλείου Του εν μέσω ταπεινότητας, όπως και να αποκτήσουν μια πρώτη κατανόηση και έναν πρώτο ορισμό της αυθεντικότητας και της πραγματικότητας του Θεού. Αν και το έργο που ολοκληρώθηκε από τον Κύριο Ιησού, οι μέθοδοι εργασίας Του και η οπτική από την οποία Αυτός μιλούσε διέφεραν από την αληθινή υπόσταση του Θεού στο πνευματικό βασίλειο, τα πάντα γύρω από Αυτόν αντιπροσώπευαν πραγματικά τον ίδιο τον Θεό, τον οποίο η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί —αυτό είναι αδιαμφισβήτητο! Αυτό σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία εμφανίζεται ο Θεός, ανεξάρτητα από την οπτική από την οποία μιλά ή από την εικόνα με την οποία αντικρίζει την ανθρωπότητα, ο Θεός δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό Του. Δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει κανέναν άνθρωπο ούτε κανέναν από τη διεφθαρμένη ανθρωπότητα. Ο Θεός είναι ο Θεός ο ίδιος, κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.

Στη συνέχεια, θα ρίξουμε μια ματιά σε μια παραβολή που διηγήθηκε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος.

3. Η παραβολή του απολωλότος προβάτου

Ματθ. 18:12-14 Τι σας φαίνεται; εάν άνθρωπός τις έχη εκατόν πρόβατα και πλανηθή εν εξ αυτών, δεν αφίνει τα ενενήκοντα εννέα και υπάγων επί τα όρη, ζητεί το πλανώμενον; Και εάν συμβή να εύρη αυτό, αληθώς σας λέγω ότι χαίρει δι’ αυτό μάλλον παρά διά τα ενενήκοντα εννέα τα μη πεπλανημένα. Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων.

Αυτή η περικοπή είναι μια παραβολή —τι είδους συναίσθημα γεννά στους ανθρώπους; Ο τρόπος έκφρασης που χρησιμοποιεί εδώ —η παραβολή— είναι ένα σχήμα λόγου στη γλώσσα των ανθρώπων και, ως εκ τούτου, είναι κάτι που ανήκει στο φάσμα της ανθρώπινης γνώσης. Αν ο Θεός είχε πει κάτι ανάλογο κατά την Εποχή του Νόμου, οι άνθρωποι θα είχαν νιώσει πως τέτοια λόγια δεν ήταν πραγματικά συμβατά με αυτό που ήταν ο Θεός, ωστόσο, όταν ο Υιός του ανθρώπου μετέφερε αυτά τα λόγια κατά την Εποχή της Χάριτος, ήταν κάτι το παρήγορο, το ζεστό και το οικείο στους ανθρώπους. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, όταν εμφανίστηκε με τη μορφή ενός ανθρώπου, χρησιμοποίησε μια ιδιαίτερα ταιριαστή παραβολή η οποία προήλθε από τη δική Του ανθρώπινη φύση, για να εκφράσει τη φωνή της καρδιάς Του. Η φωνή αυτή αντιπροσώπευε την ίδια τη φωνή του Θεού και το έργο που Αυτός ήθελε να εκτελέσει την εποχή εκείνη. Αντιπροσώπευε επίσης μια στάση που είχε ο Θεός απέναντι στους ανθρώπους κατά την Εποχή της Χάριτος. Βλέποντάς το από την οπτική της στάσης του Θεού προς τους ανθρώπους, Αυτός σύγκρινε τον κάθε άνθρωπο με ένα πρόβατο. Αν ένα πρόβατο χανόταν, τότε Αυτός θα έκανε ό,τι χρειαζόταν για να το βρει. Αυτό αντιπροσώπευε μια αρχή του έργου του Θεού την εποχή εκείνη ανάμεσα στην ανθρωπότητα, όταν ήταν ενσαρκωμένος. Ο Θεός χρησιμοποίησε την παραβολή αυτή για να περιγράψει τη βούληση και τη στάση Του στο έργο εκείνο. Αυτό ήταν το πλεονέκτημα της ενσάρκωσης του Θεού: μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη γνώση της ανθρωπότητας και να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα των ανθρώπων για να μιλήσει με τους ανθρώπους και να εκφράσει το θέλημά Του. Εξήγησε ή «μετέφρασε» στον άνθρωπο τη βαρυσήμαντη, θεϊκή Του γλώσσα, την οποία οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να καταλάβουν, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων, τον ανθρώπινο τρόπο. Αυτό βοήθησε τους ανθρώπους να κατανοήσουν το θέλημά Του και να γνωρίσουν αυτό που Αυτός ήθελε να κάνει. Μπορούσε επίσης να κάνει συζητήσεις με τους ανθρώπους από την ανθρώπινη οπτική, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων, όπως και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους με τρόπο που καταλάβαιναν. Μπορούσε ακόμα και να μιλήσει και να εργαστεί χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τη γνώση των ανθρώπων, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούσαν να νιώσουν την καλοσύνη και την εγγύτητα του Θεού, έτσι ώστε να μπορούσαν να δουν την καρδιά Του. Τι βλέπετε σε αυτό; Υπάρχει καμία απαγόρευση στον λόγο και τις ενέργειες του Θεού; Όπως το βλέπουν οι άνθρωποι, αποκλείεται ο Θεός να μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη γνώση, τη γλώσσα ή τον τρόπο ομιλίας των ανθρώπων, για να μιλήσει γι’ αυτά που ο Θεός ο ίδιος ήθελε να πει, το έργο που Αυτός ήθελε να εκτελέσει ή για να εκφράσει το ίδιο Του το θέλημα. Μα αυτό είναι λανθασμένο σκεπτικό. Ο Θεός χρησιμοποίησε αυτού του είδους την παραβολή, ώστε οι άνθρωποι να νιώσουν την πραγματικότητα και την ειλικρίνεια του Θεού, και να δουν τη στάση Του προς τους ανθρώπους κατά την περίοδο εκείνη. Η παραβολή αυτή αφύπνισε τους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο για μεγάλο διάστημα από κάποιο όνειρο, καθώς και ενέπνευσε γενιές και γενιές ανθρώπων που ζούσαν στην Εποχή της Χάριτος. Διαβάζοντας την περικοπή της παραβολής αυτής, οι άνθρωποι γνωρίζουν την ειλικρίνεια του Θεού σχετικά με τη σωτηρία της ανθρωπότητας και κατανοούν το βάρος και τη σημασία που αποδίδεται στην ανθρωπότητα στην καρδιά του Θεού.

Ας ρίξουμε μια ματιά στο τελευταίο εδάφιο της περικοπής: «Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων». Αυτός ήταν ο λόγος του ίδιου του Κυρίου Ιησού ή ο λόγος του Πατέρα στον ουρανό; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως αυτός που μιλά είναι ο Κύριος Ιησούς, ωστόσο, το θέλημά Του αντιπροσωπεύει το θέλημα του Θεού του ίδιου, γι’ αυτό και είπε: «Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων». Οι άνθρωποι, την εποχή εκείνη, αναγνώριζαν μόνο τον Πατέρα στον ουρανό σαν Θεό, και πίστευαν πως το άτομο που έβλεπαν μπροστά τους ήταν απλώς απεσταλμένος Του και δεν μπορούσε να εκπροσωπεί τον Πατέρα στον ουρανό. Γι’ αυτό έπρεπε να προσθέσει αυτό το εδάφιο ο Κύριος Ιησούς στο τέλος αυτής της παραβολής, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορέσουν να νιώσουν πραγματικά το θέλημα του Θεού για την ανθρωπότητα, όπως και να νιώσουν την αυθεντικότητα και την ακρίβεια των όσων Αυτός έλεγε. Παρόλο που αυτό το εδάφιο ήταν κάτι το απλό να πει κανείς, ειπώθηκε με ενδιαφέρον και αγάπη και αποκάλυψε την ταπεινότητα και την απόκρυψη του Κυρίου Ιησού. Ανεξάρτητα από το εάν ο Θεός ενσαρκώθηκε ή εάν εργαζόταν στο πνευματικό βασίλειο, Αυτός γνώριζε την καρδιά του ανθρώπου καλύτερα, κατανοούσε καλύτερα αυτό που χρειάζονταν οι άνθρωποι, γνώριζε για τι ανησυχούσαν και τι τους προκαλούσε σύγχυση, κι γι’ αυτό πρόσθεσε αυτό το εδάφιο. Το εδάφιο αυτό επισήμανε ένα πρόβλημα κρυμμένο στην ανθρωπότητα: Οι άνθρωποι ήταν επιφυλακτικοί προς αυτά που έλεγε ο Υιός του ανθρώπου, επομένως, όταν μιλούσε ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να προσθέσει: «Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων» και μόνο με την προϋπόθεση αυτή μπορούσε ο λόγος Του να αποφέρει καρπούς, να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν στην ακρίβειά του και να βελτιωθεί η αξιοπιστία του. Αυτό δείχνει πως, όταν ο Θεός έγινε ένας κανονικός Υιός του ανθρώπου, ο Θεός και η ανθρωπότητα μοιράζονταν μια ιδιαίτερα περίεργη σχέση και πως η κατάσταση του Υιού του ανθρώπου ήταν ιδιαίτερα αμήχανη. Δείχνει επίσης πόσο ασήμαντο ήταν το κύρος του Κυρίου Ιησού ανάμεσα στους ανθρώπους κατά την εποχή εκείνη. Όταν το είπε αυτό, στην πραγματικότητα έλεγε στους ανθρώπους: Μείνετε ήσυχοι —αυτά τα λόγια δεν αντιπροσωπεύουν αυτό που βρίσκεται στη δική Μου καρδιά, αλλά είναι το θέλημα του Θεού που βρίσκεται στις καρδιές σας. Για την ανθρωπότητα, δεν ήταν αυτό κάτι το ειρωνικό; Παρόλο που το γεγονός πως ο Θεός εργαζόταν στη σάρκα παρείχε πολλά οφέλη τα οποία Αυτός δεν είχε στο άτομό Του, έπρεπε να ανέχεται τις αμφιβολίες και την απόρριψή τους, όπως και την απάθεια και την ανία τους. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η διαδικασία του έργου του Υιού του ανθρώπου ήταν η διαδικασία της βίωσης της απόρριψης από την ανθρωπότητα και της βίωσης του ανταγωνισμού της απέναντί Του. Επιπλέον, ήταν η διαδικασία του να εργάζεται για να κερδίζει συνεχώς την εμπιστοσύνη της ανθρωπότητας και να κατακτά την ανθρωπότητα μέσα από αυτό που Αυτός έχει και είναι, μέσα από την ίδια την ουσία Του. Δεν ήταν τόσο ότι ο Θεός ενσαρκωμένος είχε κηρύξει πόλεμο επί γης κατά του Σατανά· ήταν περισσότερο ότι ο Θεός είχε γίνει ένας κοινός άνθρωπος, είχε ξεκινήσει έναν αγώνα μαζί μ’ αυτούς που Τον ακολουθούσαν και, στον αγώνα αυτό, ο Υιός του ανθρώπου ολοκλήρωσε το έργο Του με την ταπεινότητά Του, με αυτό που Αυτός έχει και είναι, και με την αγάπη και τη σοφία Του. Απέκτησε τους ανθρώπους που Αυτός ήθελε, κέρδισε την ταυτότητα και το κύρος που Του άξιζαν και «επέστρεψε» στον θρόνο Του.

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στις δύο ακόλουθες Γραφικές περικοπές.

4. Να συγχωρείς εβδομήντα φορές το επτά

Ματθ. 18:21-22 Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε· Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση εις εμέ ο αδελφός μου και θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις; Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Δεν σοι λέγω έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά.

5. Η αγάπη του Κυρίου

Ματθ. 22:37-39 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.

Από τις δύο αυτές περικοπές, η μία μιλά για συγχώρεση και η άλλη για αγάπη. Τα δύο αυτά θέματα τονίζουν πραγματικά το έργο που ο Κύριος Ιησούς ήθελε να φέρει εις πέρας στην Εποχή της Χάριτος.

Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, έφερε μαζί Του ένα στάδιο του έργου Του, το οποίο ήταν οι συγκεκριμένες αναθέσεις έργου και η διάθεση που ήθελε να εκφράσει κατά την εποχή εκείνη. Κατά την περίοδο εκείνη, όλα όσα έκανε ο Υιός του ανθρώπου περιστρέφονταν γύρω από το έργο που ήθελε να εκτελέσει ο Θεός την εποχή εκείνη. Δε θα έκανε ούτε περισσότερα, ούτε λιγότερα. Καθετί που Αυτός έκανε και κάθε είδους έργο που εκτελούσε σχετιζόταν με την εποχή αυτή. Είτε το εξέφραζε με τρόπο ανθρώπινο, στη γλώσσα των ανθρώπων είτε μέσω θεϊκής γλώσσας, και ανεξαρτήτως του τρόπου ή της οπτικής με τα οποία το έκανε, ο στόχος Του ήταν να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν τι ήθελε να κάνει Αυτός, ποιο ήταν το θέλημά Του και ποιες οι απαιτήσεις Του από τους ανθρώπους. Μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορα μέσα και διαφορετικές οπτικές για να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν και να γνωρίσουν το θέλημά Του, και να κατανοήσουν το έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Έτσι, στην Εποχή της Χάριτος, βλέπουμε τον Κύριο Ιησού να χρησιμοποιεί, ως επί το πλείστον, τη γλώσσα των ανθρώπων για να εκφράσει αυτό που Αυτός ήθελε να επικοινωνήσει με την ανθρωπότητα. Επιπλέον, Τον βλέπουμε από τη σκοπιά ενός κοινού καθοδηγητή να μιλά με τους ανθρώπους, φροντίζοντας τις ανάγκες τους και βοηθώντας τους με αυτά που είχαν ζητήσει. Αυτός ο τρόπος εργασίας δεν υπήρχε στην Εποχή του Νόμου που προηγήθηκε της Εποχής της Χάριτος. Έγινε πιο οικείος και πιο συμπονετικός προς την ανθρωπότητα, όπως και πιο ικανός να επιτυγχάνει πρακτικά αποτελέσματα σε μορφή και τρόπο. Η μεταφορά σχετικά με το να συγχωρείς τους ανθρώπους εβδομήντα φορές το επτά, πράγματι διευκρινίζει αυτό το σημείο. Ο σκοπός που επιτυγχάνεται από τον αριθμό στη μεταφορά αυτή είναι πως επιτρέπει στους ανθρώπους να κατανοήσουν την πρόθεση του Κυρίου Ιησού τη στιγμή που το είπε. Η πρόθεση Του ήταν πως οι άνθρωποι πρέπει να συγχωρούν τους άλλους, όχι μια και δυο φορές, ούτε καν επτά φορές, αλλά εβδομήντα φορές το επτά. Τι είδους ιδέα περιλαμβάνεται μέσα στην ιδέα του «εβδομήντα φορές το επτά»; Είναι για να οδηγήσει τους ανθρώπους στο να εκλάβουν τη συγχώρεση ως δική τους ευθύνη, ως κάτι που πρέπει να μάθουν και ως μια «οδό» την οποία πρέπει να τηρούν. Αν και ήταν μόνο μια μεταφορά, χρησίμευσε για να επισημάνει ένα κρίσιμο σημείο. Βοήθησε τους ανθρώπους να εκτιμήσουν εις βάθος αυτό που Αυτός εννοούσε και να βρουν τους κατάλληλους τρόπους άσκησης και τις αρχές και τα πρότυπα άσκησης. Η μεταφορά αυτή βοήθησε τους ανθρώπους να καταλάβουν ξεκάθαρα και τους έδωσε μια ακριβή αντίληψη —πως έπρεπε να διδαχθούν τη συγχώρεση και να συγχωρούν αμέτρητες φορές άνευ όρων, με μια στάση μακροθυμίας και κατανόησης προς τους άλλους. Όταν το είπε αυτό ο Κύριος Ιησούς, τι υπήρχε μέσα στην καρδιά Του; Στ’ αλήθεια σκεφτόταν τον αριθμό «εβδομήντα φορές το επτά»; Όχι, δεν τον σκεφτόταν. Υπάρχει αριθμός φορών που ο Θεός συγχωρεί τον άνθρωπο; Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον «αριθμό των φορών» που αναφέρεται εδώ, που θέλουν πραγματικά να κατανοήσουν την προέλευση και τη σημασία του αριθμού αυτού. Θέλουν να κατανοήσουν τον λόγο για τον οποίο ο αριθμός αυτός βγήκε από το στόμα του Κυρίου Ιησού· πιστεύουν πως υπάρχει κάποιος βαθύτερος υπαινιγμός πίσω από τον αριθμό αυτό. Αλλά στην πραγματικότητα, αυτό ήταν απλώς ένα σχήμα του ανθρώπινου λόγου που χρησιμοποίησε ο Θεός. Κάθε υπαινιγμός και σημασία πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τις απαιτήσεις που έχει ο Κύριος Ιησούς από την ανθρωπότητα. Όταν ο Θεός δεν είχε ενσαρκωθεί ακόμα, οι άνθρωποι δεν κατανοούσαν πολλά από αυτά που έλεγε, γιατί τα λόγια Του προέρχονταν από την ολοκληρωμένη θεϊκή φύση. Η οπτική και το συγκείμενο αυτών που Αυτός έλεγε ήταν αόρατα και ανέφικτα για την ανθρωπότητα· είχαν εκφραστεί από ένα πνευματικό βασίλειο που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν. Γιατί οι άνθρωποι που ζούσαν στη σάρκα, δεν μπορούσαν να διέλθουν στο πνευματικό βασίλειο. Ωστόσο, αφότου ο Θεός ενσαρκώθηκε, μίλησε στην ανθρωπότητα από την οπτική της ανθρώπινης φύσης, και εξήλθε και υπερέβη τη σφαίρα του πνευματικού βασιλείου. Μπορούσε να εκφράσει τη θεϊκή Του διάθεση, το θέλημα και τη στάση Του, μέσα από πράγματα που οι άνθρωποι μπορούσαν να φανταστούν, πράγματα που έβλεπαν και συναντούσαν στις ζωές τους, χρησιμοποιώντας μεθόδους που οι άνθρωποι μπορούσαν να δεχθούν, σε μια γλώσσα που μπορούσαν να καταλάβουν και με μια γνώση που μπορούσαν να συλλάβουν, έτσι ώστε να επιτρέψει στην ανθρωπότητα να κατανοήσει και να γνωρίσει τον Θεό, να κατανοήσει την πρόθεσή Του και τα απαιτούμενά Του πρότυπα εντός του πλαισίου των δυνατοτήτων τους και μέχρι τον βαθμό που ήταν ικανοί. Αυτή ήταν η μέθοδος και η αρχή του έργου του Θεού στην ανθρώπινη φύση. Αν και οι τρόποι και οι αρχές εργασίας του Θεού στη σάρκα επιτυγχάνονταν κυρίως με τη βοήθεια ή μέσω της ανθρώπινης φύσης, επέτυχε πράγματι αποτελέσματα που δε θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί με εργασία απευθείας στη θεϊκή φύση. Το έργο του Θεού στην ανθρώπινη φύση ήταν πιο απτό, αυθεντικό και στοχευμένο, οι μέθοδοι ήταν πολύ πιο ελαστικές, ενώ σε μορφή υπερέβαινε το έργο που επιτελέστηκε κατά την Εποχή του Νόμου.

Στη συνέχεια, ας μιλήσουμε για την αγάπη προς τον Κύριο και την αγάπη του πλησίον ως σεαυτόν. Αυτό είναι κάτι που εκφράζεται απευθείας στη θεϊκή φύση; Όχι, προφανώς και όχι! Όλα αυτά ήταν πράγματα για τα οποία μίλησε ο Υιός του ανθρώπου στην ανθρώπινη φύση· μόνο τα ανθρώπινα όντα θα έλεγαν κάτι του τύπου «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπα τους άλλους όπως εκτιμάς την ίδια σου τη ζωή». Αυτός ο τρόπος ομιλίας είναι αποκλειστικά ανθρώπινος. Ο Θεός δεν έχει μιλήσει ποτέ κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αν μη τι άλλο, ο Θεός δεν έχει τέτοιου είδους γλώσσα στη θεϊκή Του φύση, επειδή δεν έχει ανάγκη από τέτοιου είδους αρχή, όπως το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», προκειμένου να ρυθμίσει την αγάπη Του για την ανθρωπότητα, επειδή η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα είναι μια φυσική αποκάλυψη αυτού που Αυτός έχει και είναι. Πότε έχετε ακούσει τον Θεό να λέει κάτι του τύπου: «Αγαπώ την ανθρωπότητα όπως αγαπώ τον εαυτό Μου»; Δεν Τον έχετε ακούσει, επειδή η αγάπη βρίσκεται στην ουσία του Θεού και σε αυτό που Αυτός έχει και είναι. Η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα και η στάση Του, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται τους ανθρώπους αποτελούν φυσική έκφραση και αποκάλυψη της διάθεσής Του. Δε χρειάζεται να το κάνει αυτό σκόπιμα με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο ή να ακολουθεί σκόπιμα μια συγκεκριμένη μέθοδο ή έναν κώδικα ηθικής για να επιτύχει να αγαπά τον πλησίον Του όπως τον εαυτό Του —ήδη κατέχει αυτού του είδους την ουσία. Τι βλέπεις σε αυτό; Όταν ο Θεός εργαζόταν στην ανθρώπινη φύση, πολλές μέθοδοι, πολύς λόγος και πολλές αλήθειες Του εκφράζονταν με ανθρώπινο τρόπο. Ωστόσο, την ίδια ώρα, η διάθεση του Θεού, αυτό που Αυτός έχει και είναι και το θέλημά Του εκφράζονταν για να τα γνωρίσουν και να τα κατανοήσουν οι άνθρωποι. Αυτό που κατάφεραν να γνωρίσουν και να κατανοήσουν ήταν ακριβώς η ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, που αντιπροσωπεύουν την έμφυτη ταυτότητα και το κύρος του Θεού του ίδιου. Με άλλα λόγια, ο Υιός του ανθρώπου στη σάρκα εξέφρασε την έμφυτη διάθεση και την ουσία του Θεού του ίδιου στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και όσο το δυνατόν ακριβέστερα. Η ανθρώπινη φύση του Υιού του ανθρώπου, όχι μόνο δεν ήταν κάποιο εμπόδιο ή κάποιος φραγμός στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον Θεό στον ουρανό, αλλά στην πραγματικότητα ήταν το μόνο κανάλι και η μόνη γέφυρα που είχε η ανθρωπότητα για να συνδεθεί με τον Κύριο της κτίσης. Τώρα, στο σημείο αυτό, δεν πιστεύετε πως υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της φύσης και των μεθόδων του έργου που εκτέλεσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος και του τρέχοντος σταδίου του έργου; Το τρέχον στάδιο του έργου χρησιμοποιεί επίσης πολλή από τη γλώσσα των ανθρώπων για να εκφράσει τη διάθεση του Θεού, όπως και πολλή από τη γλώσσα και πολλές από τις μεθόδους της καθημερινότητας της ανθρωπότητας και της ανθρώπινης γνώσης για να εκφράσει το θέλημα του ίδιου του Θεού. Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, είτε μιλάει από ανθρώπινη είτε από θεϊκή οπτική, πολλή από τη γλώσσα και πολλές από τις μεθόδους έκφρασής Του περνούν από το μέσο της γλώσσας και των μεθόδων των ανθρώπων. Δηλαδή, όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, αυτή είναι η καλύτερη ευκαιρία που έχεις για να δεις την παντοδυναμία και τη σοφία του Θεού, και να γνωρίσεις την κάθε αληθινή πτυχή του Θεού. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, ενώ μεγάλωνε, κατάφερε να κατανοήσει, να μάθει και να συλλάβει μερική από τη γνώση, την κοινή λογική, τη γλώσσα και τις μεθόδους έκφρασης της ανθρωπότητας στην ανθρώπινη φύση. Ο ενσαρκωμένος Θεός κατείχε τα πράγματα αυτά που προήλθαν από τους ανθρώπους τους οποίους Αυτός είχε δημιουργήσει. Έγιναν εργαλεία του Θεού στη σάρκα για να εκφράζει τη διάθεση και τη θεϊκή Του φύση, και Του επέτρεψαν να κάνει το έργο Του πιο συναφές, πιο αυθεντικό και πιο ακριβές όταν εργαζόταν μέσα από την ανθρωπότητα, από ανθρώπινη οπτική, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων. Αυτό έκανε το έργο Του πιο προσιτό και πιο εύκολα κατανοητό στους ανθρώπους, επιτυγχάνοντας, έτσι, τα αποτελέσματα που ήθελε ο Θεός. Δεν είναι πιο πρακτικό για τον Θεό να εργάζεται στη σάρκα μ’ αυτόν τον τρόπο; Δεν είναι αυτή η σοφία του Θεού; Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, όταν η σάρκα του Θεού ήταν ικανή να αναλάβει το έργο που Αυτός ήθελε να επιτελέσει, τότε ήταν που Αυτός θα εξέφραζε πρακτικά τη διάθεση και το έργο Του και τότε ήταν, επίσης, η στιγμή κατά την οποία Αυτός μπορούσε να ξεκινήσει επίσημα τη διακονία Του ως ο Υιός του ανθρώπου. Αυτό σήμαινε πως δεν υπήρχε πια «χάσμα γενεών» ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, πως ο Θεός σύντομα θα έπαυε το έργο της επικοινωνίας μέσω αγγέλων και πως ο Θεός ο ίδιος μπορούσε να εκφράσει προσωπικά όλο τον λόγο και το έργο που Αυτός ήθελε στη σάρκα. Σήμαινε επίσης πως οι άνθρωποι που σώζει ο Θεός ήταν πιο κοντά σ’ Αυτόν, πως το έργο της διαχείρισής Του είχε εισέλθει σε νέα εδάφη και πως ολόκληρη η ανθρωπότητα επρόκειτο να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα εποχή.

Όλοι όσοι έχουν διαβάσει τη Βίβλο γνωρίζουν πως πολλά γεγονότα συνέβησαν όταν γεννήθηκε ο Κύριος Ιησούς. Το σημαντικότερο από αυτά τα γεγονότα ήταν η καταδίωξή Του από τον βασιλιά των διαβόλων, ένα τόσο ακραίο γεγονός που όλα τα παιδιά της πόλης που ήταν από δύο χρονών και κάτω σφαγιάστηκαν. Είναι εμφανές πως ο Θεός πήρε μεγάλο ρίσκο με την ενσάρκωσή Του ανάμεσα στους ανθρώπους· είναι επίσης εμφανές το μεγάλο τίμημα που πλήρωσε για την ολοκλήρωση της διαχείρισής Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Οι μεγάλες ελπίδες που είχε ο Θεός για το έργο Του στη σάρκα ανάμεσα στην ανθρωπότητα είναι επίσης εμφανείς. Όταν η σάρκα του Θεού ήταν ικανή να αναλάβει το έργο ανάμεσα στην ανθρωπότητα, πώς αισθανόταν Αυτός; Οι άνθρωποι θα έπρεπε να μπορούν να το καταλάβουν αυτό σε κάποιον βαθμό, έτσι δεν είναι; Αν μη τι άλλο, ο Θεός ήταν ευτυχισμένος, επειδή μπορούσε να ξεκινήσει να επιτελεί το νέο Του έργο ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Όταν βαπτίστηκε ο Κύριος Ιησούς και ξεκίνησε επίσημα το έργο Του για να εκπληρώσει τη διακονία Του, η καρδιά του Θεού ήταν πλημμυρισμένη από χαρά, επειδή, μετά από τόσα χρόνια αναμονής και προετοιμασίας, μπορούσε επιτέλους να ενδυθεί τη σάρκα ενός κανονικού ανθρώπου και να ξεκινήσει το νέο Του έργο με τη μορφή ενός ανθρώπου από σάρκα και αίμα, τον οποίο οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν και να αγγίξουν. Μπορούσε επιτέλους να μιλήσει πρόσωπο με πρόσωπο και καρδιά με καρδιά με τους ανθρώπους, μέσω της ταυτότητας ενός ανθρώπου. Ο Θεός μπορούσε επιτέλους να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την ανθρωπότητα, μέσω των ανθρώπινων τρόπων και της ανθρώπινης γλώσσας· μπορούσε να φροντίζει την ανθρωπότητα, να τους διαφωτίζει και να τους βοηθά, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων· μπορούσε να τρώει στο ίδιο τραπέζι και να ζει στον ίδιο χώρο μ’ αυτούς. Μπορούσε επίσης να δει τα ανθρώπινα όντα, να δει τα πράγματα και να δει τα πάντα, με τον τρόπο που τα έβλεπαν οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα από τα ίδια τους τα μάτια. Για τον Θεό, αυτή ήταν ήδη η πρώτη Του νίκη του έργου Του στη σάρκα. Μπορεί επίσης να ειπωθεί πως ήταν το κατόρθωμα ενός σπουδαίου έργου και αυτό ήταν, βέβαια, αυτό για το οποίο χαιρόταν περισσότερο ο Θεός. Αρχής γενομένης από τότε, ο Θεός αισθάνθηκε, για πρώτη φορά, μια κάποια παρηγοριά από το έργο Του ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Όλα τα γεγονότα που πραγματοποιηθήκαν ήταν τόσο πρακτικά και τόσο φυσικά, ενώ η παρηγοριά που αισθανόταν ο Θεός ήταν τόσο αληθινή. Για την ανθρωπότητα, κάθε φορά που περατώνεται ένα νέο στάδιο του έργου του Θεού και κάθε φορά που ο Θεός νιώθει ικανοποιημένος, τότε είναι που μπορεί η ανθρωπότητα να έρθει πιο κοντά στον Θεό και στη σωτηρία. Για τον Θεό, αυτό είναι επίσης το ξεκίνημα του νέου Του έργου, προχωρώντας στο σχέδιο διαχείρισής Του, και, επιπλέον, αυτές είναι οι στιγμές που οι προθέσεις Του πλησιάζουν στην πλήρη εκπλήρωση. Για την ανθρωπότητα, το ότι παρουσιάστηκε μια τέτοια ευκαιρία είναι μεγάλη τύχη και πολύ θετικό· για όλους όσοι προσμένουν τη σωτηρία του Θεού, τα νέα είναι σπουδαία και χαρμόσυνα. Όταν ο Θεός εκτελεί ένα νέο στάδιο έργου, αποκτά τότε μια νέα αρχή, κι όταν το νέο αυτό έργο και η νέα αυτή αρχή ξεκινούν και όταν παρουσιάζονται στην ανθρωπότητα, τότε το αποτέλεσμα αυτού του σταδίου του έργου έχει ήδη αποφασιστεί και περατωθεί, και ο Θεός έχει ήδη δει το τελικό αποτέλεσμα και τους καρπούς του. Τότε είναι επίσης που τα αποτελέσματα αυτά κάνουν τον Θεό να νιώθει ικανοποιημένος και, φυσικά, τότε είναι που η καρδιά Του νιώθει ευτυχία. Ο Θεός αισθάνεται καθησυχασμένος επειδή, στα μάτια Του, έχει ήδη δει και καθορίσει τους ανθρώπους που Αυτός αναζητά και έχει ήδη κερδίσει αυτήν την ομάδα ανθρώπων, μια ομάδα ικανή να κάνει το έργο Του επιτυχημένο και να Του φέρει ικανοποίηση. Συνεπώς, αφήνει κατά μέρος τις ανησυχίες Του και νιώθει ευτυχισμένος. Με άλλα λόγια, όταν η σάρκα του Θεού είναι έτοιμη να ξεκινήσει νέο έργο ανάμεσα στους ανθρώπους, όταν Αυτός ξεκινά, δίχως παρεμπόδιση, να κάνει το έργο που πρέπει να κάνει και όταν νιώθει πως όλα έχουν επιτευχθεί, τότε, για Εκείνον, το τέλος φαίνεται ήδη. Λόγω αυτού, είναι ικανοποιημένος και η καρδιά Του είναι ευτυχισμένη. Πώς εκφράζεται η ευτυχία του Θεού; Μπορείτε να φανταστείτε ποια μπορεί να είναι η απάντηση; Ενδεχομένως να κλάψει ο Θεός; Μπορεί να κλάψει ο Θεός; Μπορεί να χειροκροτήσει; Μπορεί να χορέψει; Μπορεί να τραγουδήσει; Αν ναι, τι θα τραγουδούσε; Φυσικά, ο Θεός θα μπορούσε να τραγουδήσει ένα όμορφο, συγκινητικό τραγούδι, ένα τραγούδι που θα εξέφραζε τη χαρά και την ευτυχία στην καρδιά Του. Θα το τραγουδούσε για την ανθρωπότητα, για τον εαυτό Του και για τα όλα τα πράγματα. Η ευτυχία του Θεού μπορεί να εκφραστεί με οποιονδήποτε τρόπο —όλα αυτά είναι φυσιολογικά, γιατί ο Θεός έχει χαρές και λύπες, ενώ τα διάφορα συναισθήματά Του μπορούν να εκφραστούν με διάφορους τρόπους. Αυτό είναι το δικαίωμά Του και τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο φυσιολογικό και ενδεδειγμένο. Οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να σκέφτονται τίποτε άλλο γι’ αυτό. Δεν θα πρέπει να προσπαθείτε να χρησιμοποιήσετε το «ξόρκι περίσφιξης του κρίκου»[α] στον Θεό, λέγοντάς Του πως δεν πρέπει να κάνει αυτό ή το άλλο, πως δεν πρέπει να ενεργεί κατ’ αυτόν ή τον άλλο τρόπο και, έτσι, να περιορίζετε την ευτυχία Του ή όποιο άλλο συναίσθημα μπορεί Εκείνος να έχει. Στις καρδιές των ανθρώπων, ο Θεός δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, δεν μπορεί να δακρύσει, δεν μπορεί να κλάψει —δεν μπορεί να εκφράσει κανένα συναίσθημα. Μέσα από αυτά που έχουμε επικοινωνήσει κατά τις δυο αυτές συναναστροφές, πιστεύω πως δε θα βλέπετε πια τον Θεό κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά θα Του επιτρέψετε να έχει μια κάποια ελευθερία και απελευθέρωση. Αυτό είναι κάτι πολύ καλό. Στο μέλλον, αν είστε ικανοί να νιώθετε πραγματικά τη θλίψη του Θεού όταν ακούτε πως είναι θλιμμένος και αν είστε ικανοί να νιώθετε πραγματικά την ευτυχία Του όταν ακούτε πως είναι ευτυχισμένος, τότε θα είστε τουλάχιστον σε θέση να κατανοείτε ξεκάθαρα τι κάνει τον Θεό ευτυχισμένο και τι Τον κάνει θλιμμένο. Όταν είσαι ικανός να νιώθεις θλίψη επειδή ο Θεός είναι θλιμμένος και να νιώθεις ευτυχία επειδή είναι ευτυχισμένος, τότε Αυτός θα έχει κερδίσει πλήρως την καρδιά σου και δε θα υπάρχει πια κάποιος φραγμός ανάμεσα σ' εσένα και Αυτόν. Δε θα προσπαθείς πια να περιορίσεις τον Θεό με ανθρώπινες φαντασιώσεις, αντιλήψεις και γνώση. Εκείνη τη στιγμή, ο Θεός θα είναι ζωντανός και έντονος στην καρδιά σου. Θα είναι ο Θεός της ζωής σου και ο Κύριος των πάντων σχετικά μ’ εσένα. Έχετε αυτήν τη φιλοδοξία; Είστε πεπεισμένοι πως μπορείτε να το επιτύχετε αυτό;

Στη συνέχεια, ας διαβάσουμε τις ακόλουθες περικοπές από τις Γραφές:

6. Η επί του όρους ομιλία

Οι μακαρισμοί (Ματθ. 5:3-12)

Άλας και φως (Ματθ. 5:13-16)

Νόμος (Ματθ. 5:17-20)

Θυμός (Ματθ. 5:21-26)

Μοιχεία (Ματθ. 5:27-30)

Διαζύγιο (Ματθ. 5:31-32)

Όρκοι (Ματθ. 5:33-37)

Οφθαλμόν αντί οφθαλμού (Ματθ. 5:38-42)

Αγάπα τους εχθρούς σου (Ματθ. 5:43-48)

Διδαχή για την ελεημοσύνη (Ματθ. 6:1-4)

Προσευχή (Ματθ. 6:5-8)

7. Οι παραβολές του Κυρίου Ιησού

Η παραβολή του σπορέα (Ματθ. 13:1-9)

Η παραβολή των ζιζανίων (Ματθ. 13:24-30)

Η παραβολή του κόκκου του σιναπιού (Ματθ. 13:31-32)

Η παραβολή για το προζύμι (Ματθ. 13:33)

Η παραβολή των ζιζανίων επεξηγημένη (Ματθ. 13:36-43)

Η παραβολή του θησαυρού (Ματθ. 13:44)

Η παραβολή του μαργαριταριού (Ματθ. 13:45-46)

Η παραβολή του διχτυού (Ματθ. 13:47-50)

8. Οι εντολές

Ματθ. 22:37-39 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.

Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στα διάφορα μέρη της «Επί του όρους ομιλίας». Τι θίγουν όλα αυτά τα διαφορετικά μέρη; Μπορεί να ειπωθεί, με βεβαιότητα, πως το περιεχόμενων αυτών των διάφορων μερών είναι πιο εξυψωμένα, πιο απτά και πιο κοντά στις ζωές των ανθρώπων απ’ ό,τι οι κανονισμοί της Εποχής του Νόμου. Για να το θέσουμε με σύγχρονους όρους, αυτά τα πράγματα είναι πιο σχετικά με την πραγματική άσκηση των ανθρώπων.

Ας διαβάσουμε για το ακόλουθο συγκεκριμένο περιεχόμενο: Πώς πρέπει να κατανοείς τους μακαρισμούς; Τι πρέπει να γνωρίζεις για τον νόμο; Πώς πρέπει να προσδιορίζεται ο θυμός; Πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι μοιχοί; Πώς πρέπει να μιλά κανείς για το διαζύγιο και τι είδους κανόνες υπάρχουν γι’ αυτό; Ποιος μπορεί να διαζευχθεί και ποιος όχι; Για τους όρκους, το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», το «αγάπα τους εχθρούς σου», και το να είσαι ελεήμων; Και ούτω καθεξής. Όλα αυτά σχετίζονται με την κάθε πτυχή της ανθρωπότητας που κάνει πράξη την πίστη της στον Θεό και που ακολουθεί τον Θεό. Κάποιες απ’ αυτές τις πράξεις παραμένουν εφαρμόσιμες σήμερα, όμως είναι πιο ρηχές από αυτό που απαιτείται τώρα από τους ανθρώπους —είναι σχετικά στοιχειώδεις αλήθειες τις οποίες συναντούν οι άνθρωποι στην πίστη τους στον Θεό. Από τότε που άρχισε να εργάζεται ο Κύριος Ιησούς, είχε ήδη ξεκινήσει να επιτελεί το έργο στη διάθεση της ζωής των ανθρώπων, αλλά αυτές οι πτυχές του έργου Του βασιζόταν στο θεμέλιο του νόμου. Είχαν οι κανόνες και οι τρόποι ομιλίας γι’ αυτά τα θέματα καμιά σχέση με την αλήθεια; Φυσικά και είχαν! Όλοι οι προηγούμενοι κανονισμοί και οι αρχές, καθώς επίσης και τα κηρύγματα στην Εποχή της Χάριτος, σχετίζονταν με τη διάθεση του Θεού, με αυτό που Αυτός έχει και είναι και, φυσικά, με την αλήθεια. Ό,τι κι αν εκφράζει ο Θεός και όποιον τρόπο έκφρασης ή γλώσσα κι αν χρησιμοποιεί, τα πράγματα που εκφράζει έχουν όλα το δικό τους θεμέλιο, την προέλευση και την αφετηρία τους στις αρχές της διάθεσής Του και σε αυτό που Αυτός έχει και είναι. Αυτό είναι απολύτως αληθές. Επομένως, ακόμα κι αν τα πράγματα που Αυτός είπε φαίνονται πλέον λίγο ρηχά, και πάλι δεν μπορείς να πεις πως δεν είναι η αλήθεια, γιατί ήταν πράγματα που ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους την Εποχή της Χάριτος, ώστε να ικανοποιήσουν το θέλημα του Θεού και να επιτύχουν μια αλλαγή στη διάθεση της ζωής τους. Μπορείς να πεις πως κάποιο από αυτά τα κηρύγματα δε συνάδει με την αλήθεια; Όχι, δεν μπορείς! Κάθε ένα από αυτά είναι η αλήθεια επειδή ήταν όλα τους οι απαιτήσεις του Θεού από την ανθρωπότητα· ήταν όλα τους οι αρχές και το πλαίσιο που δόθηκε από τον Θεό τα οποία έδειχναν πώς θα πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς, και αντιπροσωπεύουν τη διάθεση του Θεού. Ωστόσο, βάσει του επιπέδου της ανάπτυξής τους στη ζωή την εποχή εκείνη, αυτά ήταν τα μόνα πράγματα που ήταν ικανοί να δεχθούν και να κατανοήσουν. Επειδή το αμάρτημα της ανθρωπότητας δεν είχε επιλυθεί ακόμα, αυτά ήταν τα μόνα λόγια που μπορούσε να διατυπώσει ο Κύριος Ιησούς και μπορούσε να αξιοποιήσει μόνο τις απλές διδαχές που εμπεριέχονταν μέσα σ’ αυτού του είδους το πλαίσιο, για να πει στους ανθρώπους της εποχής πώς πρέπει να ενεργούν, τι πρέπει να κάνουν, εντός ποιων αρχών και ποιου πλαισίου πρέπει να κάνουν πράγματα και πώς πρέπει να πιστεύουν στον Θεό και να πληρούν τις απαιτήσεις Του. Όλα αυτά καθορίστηκαν βάσει του αναστήματος της ανθρωπότητας την εποχή εκείνη. Δεν ήταν εύκολο για τους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο να δεχθούν τις διδαχές αυτές, επομένως, αυτά που δίδασκε ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να παραμένουν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στα διάφορα περιεχόμενα των «Παραβολών του Κυρίου Ιησού».

Η πρώτη είναι η παραβολή του σπορέα. Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παραβολή· η σπορά είναι κάτι το συνηθισμένο στις ζωές των ανθρώπων. Η δεύτερη είναι η παραβολή των ζιζανίων. Κάθε άνθρωπος που έχει ασχοληθεί με καλλιέργειες και σίγουρα κάθε ενήλικας θα γνωρίζει τι είναι τα «ζιζάνια». Η τρίτη είναι η παραβολή του κόκκου του σιναπιού. Όλοι σας γνωρίζετε τι είναι το σινάπι, έτσι δεν είναι; Αν δε γνωρίζετε, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στη Βίβλο. Η τέταρτη παραβολή είναι η παραβολή για το προζύμι. Τώρα, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν πως το προζύμι χρησιμοποιείται στη ζύμωση και ότι είναι κάτι που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους. Οι υπόλοιπες παραβολές, συμπεριλαμβανομένων της έκτης —της παραβολής του θησαυρού· της έβδομης —της παραβολής του μαργαριταριού· και της όγδοης —της παραβολής του διχτυού, όλες αντλήθηκαν και προήλθαν από τις αληθινές ζωές των ανθρώπων. Τι είδους εικόνα σχηματίζουν οι παραβολές αυτές; Την εικόνα του Θεού να γίνεται κανονικό άτομο και να ζει μαζί με την ανθρωπότητα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της ζωής, τη γλώσσα των ανθρώπων, για να επικοινωνεί με τους ανθρώπους και να τους παρέχει αυτά που χρειάζονται. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε και έζησε ανάμεσα στην ανθρωπότητα για μεγάλο διάστημα, αφού βίωσε και είδε τους διάφορους τρόπους ζωής των ανθρώπων, οι εμπειρίες αυτές έγιναν το διδακτικό Του υλικό μέσω του οποίου μετέτρεψε τη θεϊκή Του γλώσσα στη γλώσσα των ανθρώπων. Φυσικά, τα πράγματα αυτά που είδε και άκουσε στη ζωή εμπλούτισαν επίσης την ανθρώπινη εμπειρία του Υιού του ανθρώπου. Όταν ήθελε οι άνθρωποι να κατανοήσουν κάποιες αλήθειες, να κατανοήσουν κάποιο από το θέλημα του Θεού, τότε μπορούσε να χρησιμοποιήσει παραβολές παρόμοιες με τις παραπάνω για να μιλήσει στους ανθρώπους για το θέλημα του Θεού και τις απαιτήσεις Του από την ανθρωπότητα. Οι παραβολές αυτές σχετίζονταν όλες με τις ζωές των ανθρώπων· καμιά τους δεν ήταν άσχετη με τις ανθρώπινες ζωές. Όταν ο Κύριος Ιησούς έζησε με την ανθρωπότητα, είδε αγρότες να φροντίζουν τα χωράφια τους και ήξερε τι ήταν τα ζιζάνια και το προζύμι· καταλάβαινε πως οι άνθρωποι αγαπούν τους θησαυρούς, έτσι χρησιμοποίησε τις μεταφορές του θησαυρού και του μαργαριταριού. Στη ζωή, συχνά έβλεπε ψαράδες να ρίχνουν τα δίχτυα τους· ο Κύριος Ιησούς είδε αυτή και άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την ανθρώπινη ζωή, όπως και βίωσε αυτού του είδους τη ζωή. Ακριβώς όπως κάθε άλλο κανονικό ανθρώπινο ον, βίωσε την ανθρώπινη καθημερινότητα και την κατανάλωση τριών γευμάτων τη μέρα. Βίωσε προσωπικά τη ζωή ενός μέσου ανθρώπου και παρατήρησε τις ζωές των άλλων. Όταν παρατήρησε και βίωσε προσωπικά όλα αυτά, αυτό που σκέφτηκε δεν ήταν το πώς θα έχει μια καλή ζωή ή πώς θα μπορούσε να ζήσει πιο ελεύθερα και πιο άνετα. Αντιθέτως, κατά τις εμπειρίες του στην αυθεντική ανθρώπινη ζωή, ο Κύριος Ιησούς είδε τις κακουχίες στις ζωές των ανθρώπων. Είδε τις κακουχίες, την εξαθλίωση και τη θλίψη των ανθρώπων που ζούσαν υπό τη σφαίρα επιρροής του Σατανά και που ζούσαν μια αμαρτωλή ζωή υπό τη διαφθορά του Σατανά. Ενώ βίωνε προσωπικά την ανθρώπινη ζωή, βίωσε επίσης πόσο ανήμποροι ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν εν μέσω της διαφθοράς, όπως και είδε και βίωσε τις άθλιες καταστάσεις των ανθρώπων που ζούσαν στην αμαρτία, οι οποίοι έχασαν πάσα κατεύθυνση εν μέσω των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκαν από τον Σατανά και από το κακό. Όταν τα είδε αυτά ο Κύριος Ιησούς, τα είδε με τη θεϊκή ή με την ανθρώπινη φύση Του; Η ανθρώπινη φύση Του υπήρχε πραγματικά και ήταν ολοζώντανη· Αυτός μπορούσε να τα βιώνει και να τα βλέπει όλα αυτά. Αλλά, φυσικά, έβλεπε αυτά τα πράγματα στην ουσία Του, η οποία είναι η θεϊκή Του φύση. Δηλαδή, αυτά τα είδε ο Χριστός ο ίδιος, ο Κύριος Ιησούς ο οποίος ήταν άνθρωπος, και όλα όσα είδε Τον έκαναν να νιώσει τη σημασία και την αναγκαιότητα του έργου που είχε αναλάβει κατά τη διάρκεια αυτής της φοράς που ζούσε στη σάρκα. Παρόλο που ο ίδιος γνώριζε πόσο τεράστια ήταν η ευθύνη που έπρεπε να επωμιστεί στη σάρκα, όπως και γνώριζε πόσο τρομερός θα ήταν ο πόνος τον οποίο θα αντιμετώπιζε, όταν έβλεπε την ανθρωπότητα αβοήθητη μέσα στην αμαρτία, όταν έβλεπε την εξαθλίωση των ζωών τους και τους αδύναμους αγώνες τους υπό τον νόμο, αισθανόταν όλο και πιο θλιμμένος και αγωνιούσε όλο και περισσότερο να σώσει την ανθρωπότητα από την αμαρτία. Ανεξαρτήτου του είδους των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε ή του πόνου που θα υφίστατο, Αυτός γινόταν όλο και πιο αποφασισμένος να λυτρώσει την ανθρωπότητα, η οποία ζούσε στην αμαρτία. Κατά τη διαδικασία αυτή, μπορείς να πεις πως ο Κύριος Ιησούς ξεκίνησε να κατανοεί όλο και πιο ξεκάθαρα το έργο που έπρεπε να εκτελέσει κι αυτό που Του είχε ανατεθεί. Γινόταν επίσης όλο και πιο ανυπόμονος να ολοκληρώσει το έργο που Αυτός έπρεπε να αναλάβει —να επωμιστεί όλες τις αμαρτίες της ανθρωπότητας, να εξιλεωθεί για την ανθρωπότητα, ώστε αυτή να μη ζει πια στην αμαρτία και, παράλληλα, ώστε ο Θεός να μπορούσε να συγχωρέσει τις αμαρτίες των ανθρώπων χάρη στην προσφορά περί αμαρτίας, επιτρέποντάς Του να συνεχίσει να προχωρά με το έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Μπορεί να ειπωθεί πως, στην καρδιά Του, ο Κύριος Ιησούς ήταν πρόθυμος να προσφέρει τον εαυτό Του για την ανθρωπότητα, να θυσιάσει τον εαυτό Του. Ήταν επίσης πρόθυμος να ενεργήσει ως προσφορά περί αμαρτίας και να καρφωθεί στον σταυρό, και ήταν πράγματι ανυπόμονος να ολοκληρώσει το έργο αυτό. Όταν είδε τις άθλιες συνθήκες της ανθρώπινης ζωής, ήθελε ακόμη περισσότερο να εκπληρώσει την αποστολή Του όσο το δυνατόν γρηγορότερα, δίχως την καθυστέρηση ενός λεπτού ή ούτε καν ενός δευτερολέπτου. Αισθανόμενος τέτοια επείγουσα ανάγκη, δεν αναλώθηκε σε καμιά σκέψη για το πόσο μεγάλος θα ήταν ο δικός Του ο πόνος ούτε έτρεφε περαιτέρω ανησυχίες για το πόση ταπείνωση θα έπρεπε να υποστεί. Είχε μονάχα μια πεποίθηση στην καρδιά Του: Εφόσον πρόσφερε τον εαυτό Του και εφόσον καρφωνόταν στον σταυρό σαν προσφορά περί αμαρτίας, τότε το θέλημα του Θεού θα επιτελούταν και ο Θεός θα μπορούσε να ξεκινήσει νέο έργο. Η ζωή της ανθρωπότητας και η κατάσταση της ύπαρξής της στην αμαρτία θα μεταμορφώνονταν ολοκληρωτικά. Η πεποίθησή Του κι αυτό που ήταν αποφασισμένος να κάνει σχετίζονταν με τη σωτηρία του ανθρώπου κι Αυτός είχε μονάχα έναν στόχο, ο οποίος ήταν να κάνει το θέλημα του Θεού, ώστε να μπορέσει ο Θεός να ξεκινήσει επιτυχώς το επόμενο στάδιο του έργου Του. Αυτά σκεφτόταν ο Κύριος Ιησούς την περίοδο εκείνη.

Ζώντας στη σάρκα, ο ενσαρκωμένος Θεός κατείχε κανονική ανθρώπινη φύση· είχε τα συναισθήματα και τον ορθολογισμό ενός κανονικού ανθρώπου. Γνώριζε τι ήταν η ευτυχία και τι ήταν ο πόνος, και όταν είδε την ανθρωπότητα να ζει μια τέτοιου είδους ζωή, ένιωσε βαθιά μέσα Του πως το να δώσει απλώς στους ανθρώπους μερικές διδαχές, παρέχοντάς τους κάτι ή διδάσκοντάς τους κάτι, δε θα ήταν αρκετό για να τους απομακρύνει από την αμαρτία. Ούτε κάνοντάς τους να υπακούν απλώς στις εντολές δε θα τους λύτρωνε από την αμαρτία· μόνο όταν Αυτός επωμίστηκε την αμαρτία της ανθρωπότητας και έγινε το ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας, μπορούσε να κερδίσει την ελευθερία της ανθρωπότητας και τη συγχώρεση της ανθρωπότητας από τον Θεό ως αντάλλαγμα. Έτσι, αφού ο Κύριος Ιησούς είχε βιώσει και δει τις ζωές των ανθρώπων στην αμαρτία, μια έντονη επιθυμία εκδηλώθηκε στην καρδιά Του —να επιτρέψει στους ανθρώπους να απελευθερωθούν από τις ζωές κατά τις οποίες αγωνίζονταν στην αμαρτία. Η επιθυμία αυτή, Τον έκανε να νιώθει όλο και περισσότερο πως έπρεπε να πάει στον σταυρό και να επωμιστεί τις αμαρτίες της ανθρωπότητας όσο το δυνατόν συντομότερα και γρηγορότερα. Αυτές ήταν οι σκέψεις του Κυρίου Ιησού την περίοδο εκείνη, αφού είχε ζήσει με τους ανθρώπους και είχε δει, ακούσει και νιώσει την αθλιότητα των ζωών τους στην αμαρτία. Το ότι ο ενσαρκωμένος Θεός μπορούσε να έχει τέτοιου είδους θέλημα για την ανθρωπότητα, ότι μπορούσε να εκφράζει και να αποκαλύπτει αυτού του είδους τη διάθεση —είναι αυτό κάτι που θα μπορούσε να έχει ένας μέσος άνθρωπος; Τι θα έβλεπε ένας μέσος άνθρωπος, ζώντας σε ένα τέτοιου είδους περιβάλλον; Τι θα σκεφτόταν; Αν τ’ αντιμετώπιζε όλα αυτά ένας μέσος άνθρωπος, θα έβλεπε τα προβλήματα από κάποια εξυψωμένη οπτική; Σίγουρα όχι! Παρόλο που η εξωτερική εμφάνιση του ενσαρκωμένου Θεού είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή του ανθρώπου, και παρόλο που Αυτός μαθαίνει ανθρώπινη γνώση και μιλά τη γλώσσα των ανθρώπων, ενώ, μερικές φορές, εκφράζει ακόμα και τις ιδέες Του μέσω των μεθόδων ή των τρόπων ομιλίας της ανθρωπότητας, παρ’ όλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο Αυτός βλέπει τους ανθρώπους και βλέπει την ουσία των πραγμάτων δεν είναι σε καμία περίπτωση ο ίδιος με τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι διεφθαρμένοι άνθρωποι την ανθρωπότητα και την ουσία των πραγμάτων. Η οπτική Του και το ύψωμα στο οποίο Αυτός στέκεται είναι κάτι το απλησίαστο για έναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός είναι η αλήθεια, γιατί η σάρκα που φορά κατέχει επίσης την ουσία του Θεού, και οι σκέψεις και αυτό που εκφράζεται από την ανθρώπινη φύση Του είναι επίσης η αλήθεια. Για τους διεφθαρμένους ανθρώπους, αυτά που Αυτός εκφράζει στη σάρκα είναι παροχές της αλήθειας και της ζωής. Οι παροχές αυτές δεν είναι μόνο για έναν άνθρωπο, αλλά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Στην καρδιά κάθε διεφθαρμένου ανθρώπου, υπάρχουν μόνο οι λίγοι εκείνοι άνθρωποι που σχετίζονται μ’ αυτόν. Νοιάζεται και ενδιαφέρεται μόνο για αυτή τη χούφτα ανθρώπων. Όταν η καταστροφή είναι εν όψει, σκέφτεται πρώτα τα παιδιά του, τον ή τη σύζυγό του και τους γονείς του. Το πολύ, ένας πιο συμπονετικός άνθρωπος θα αναλωνόταν σε κάποια σκέψη για κάποιον συγγενή ή καλό φίλο, αλλά επεκτείνονται οι σκέψεις ακόμη και ενός τόσο συμπονετικού ατόμου πέρα από αυτό; Όχι, ποτέ! Επειδή οι άνθρωποι, εν τέλει, είναι άνθρωποι και μπορούν να βλέπουν τα πάντα μονάχα από το ύψωμα και την οπτική ενός ανθρώπινου όντος. Ωστόσο, ο ενσαρκωμένος Θεός είναι τελείως διαφορετικός από έναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Όσο συνηθισμένη, κανονική και ασήμαντη κι αν είναι η σάρκα του ενσαρκωμένου Θεού ή ακόμα και με όση περιφρόνηση κι αν Τον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, οι σκέψεις και η στάση Του προς την ανθρωπότητα είναι πράγματα που δεν μπορεί να κατέχει κανένας άνθρωπος, που δεν μπορεί να μιμηθεί κανένας άνθρωπος. Πάντα θα παρατηρεί την ανθρωπότητα από την οπτική της θεϊκής φύσης, από το ύψωμα της θέσης Του ως Δημιουργός. Πάντα θα βλέπει την ανθρωπότητα μέσα από την ουσία και τη νοοτροπία του Θεού. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δει την ανθρωπότητα από το χαμηλό ύψωμα ενός μέσου ανθρώπου ή από την οπτική ενός διεφθαρμένου ατόμου. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν την ανθρωπότητα, τη βλέπουν με την ανθρώπινη όραση και χρησιμοποιούν ως μέτρο τους πράγματα όπως την ανθρώπινη γνώση και τους ανθρώπινους κανόνες και θεωρίες. Αυτό είναι εντός του πλαισίου των όσων μπορούν να δουν οι άνθρωποι με τα μάτια τους και είναι εντός του πλαισίου που μπορεί να επιτευχθεί από διεφθαρμένους ανθρώπους. Όταν ο Θεός βλέπει την ανθρωπότητα, τη βλέπει με θεϊκή όραση και χρησιμοποιεί σαν μέτρο την ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει πράγματα που δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι και εδώ είναι που διαφέρουν εξ ολοκλήρου ο Θεός ενσαρκωμένος και οι διεφθαρμένοι άνθρωποι. Η διαφορά αυτή καθορίζεται από τις διαφορετικές ουσίες των ανθρώπων και του Θεού —οι διαφορετικές αυτές ουσίες είναι που ορίζουν τις ταυτότητες και τις θέσεις τους, όπως και την οπτική και το ύψωμα από τα οποία βλέπουν τα πράγματα. Βλέπετε την έκφραση και την αποκάλυψη του ίδιου του Θεού στον Κύριο Ιησού; Μπορείτε να πείτε πως αυτά που έκανε και είπε ο Κύριος Ιησούς, σχετίζονταν με τη διακονία Του και με το έργο της διαχείρισης του Θεού και πως όλα ήταν η έκφραση και η αποκάλυψη της ουσίας του Θεού. Παρόλο που είχε ανθρώπινη εκδήλωση, η θεϊκή Του ουσία και η αποκάλυψη της θεϊκής Του φύσης είναι αδιαμφισβήτητες. Αυτή η ανθρώπινη εκδήλωση, ήταν πραγματικά μια εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης; Η ανθρώπινη εκδήλωσή Του, λόγω της ουσίας της, ήταν τελείως διαφορετική από την ανθρώπινη εκδήλωση των διεφθαρμένων ανθρώπων. Ο Κύριος Ιησούς ήταν ο ενσαρκωμένος Θεός. Αν ήταν πραγματικά ένας από τους κοινούς, διεφθαρμένους ανθρώπους, θα μπορούσε να είχε δει τη ζωή της ανθρωπότητας στην αμαρτία από θεϊκή οπτική; Φυσικά και όχι! Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον Υιό του ανθρώπου και τους κοινούς ανθρώπους. Οι διεφθαρμένοι άνθρωποι ζουν όλοι τους στην αμαρτία, ενώ στη θέα της αμαρτίας δε νιώθουν τίποτα· είναι όλοι τους ίδιοι, όπως ένα γουρούνι που ζει στη λάσπη και δε νιώθει καθόλου άβολα ή βρόμικο —αντιθέτως, τρώει καλά και κοιμάται βαριά. Αν κάποιος καθαρίσει το χοιροστάσιο, το γουρούνι θα νιώσει άβολα και δεν θα παραμείνει καθαρό. Πολύ σύντομα, θα κυλιέται ξανά στη λάσπη και θα νιώθει απολύτως άνετα, γιατί είναι ένα βρόμικο πλάσμα. Οι άνθρωποι βλέπουν τα γουρούνια ως βρώμικα, αλλά αν καθαρίσεις το χώρο διαβίωσης ενός γουρουνιού, αυτό δεν αισθάνεται καθόλου καλύτερα —γι’ αυτό κανείς δεν έχει γουρούνια στο σπίτι του. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα γουρούνια θα είναι πάντα διαφορετικός από το πώς αισθάνονται τα γουρούνια τα ίδια, γιατί οι άνθρωποι και τα γουρούνια δεν είναι του ίδιου είδους. Έτσι, επειδή ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου δεν είναι του ίδιου είδους με τους διεφθαρμένους ανθρώπους, μόνο ο ενσαρκωμένος Θεός μπορεί να σταθεί σε μια θεϊκή οπτική, στο ύψωμα του Θεού, από το οποίο βλέπει την ανθρωπότητα και τα πάντα.

Τι συμβαίνει με το μαρτύριο που βιώνει ο Θεός όταν ενσαρκώνεται και ζει ανάμεσα στην ανθρωπότητα; Τι μαρτύριο είναι αυτό; Καταλαβαίνει πραγματικά κανείς; Κάποιοι λένε πως ο Θεός υποφέρει πολύ, πως παρόλο που είναι ο ίδιος ο Θεός, οι άνθρωποι δεν κατανοούν την ουσία Του, αλλά τείνουν πάντα να Του συμπεριφέρονται σαν άνθρωπο, κάνοντάς Τον να νιώθει θλιμμένος και αδικημένος —λένε πως, για τους λόγους αυτούς, το μαρτύριο του Θεού είναι πραγματικά μεγάλο. Άλλοι λένε πως ο Θεός είναι αθώος και αναμάρτητος, αλλά υποφέρει με τον ίδιο τρόπο όπως η ανθρωπότητα, πως βιώνει τη δίωξη, τη συκοφαντία και την ταπείνωση δίπλα στην ανθρωπότητα· λένε πως υπομένει επίσης τις παρανοήσεις και την ανυπακοή των ακολούθων Του —συνεπώς, λένε πως το μαρτύριο του Θεού πραγματικά δεν μπορεί να μετρηθεί. Τώρα, φαίνεται πως δεν κατανοείτε πραγματικά τον Θεό. Μάλιστα, το μαρτύριο για το οποίο μιλάτε, δε μετράει σαν πραγματικό μαρτύριο για τον Θεό, επειδή υπάρχει μαρτύριο μεγαλύτερο από αυτό. Τότε, τι εστί πραγματικό μαρτύριο για τον Θεό τον ίδιο; Τι εστί πραγματικό μαρτύριο για τη σάρκα του Θεού ενσαρκωμένου; Για τον Θεό, το ότι δεν Τον κατανοεί η ανθρωπότητα δε μετρά σαν μαρτύριο ούτε μετρά σαν μαρτύριο το ότι οι άνθρωποι Τον έχουν κάπως παρανοήσει και δεν Τον βλέπουν σαν Θεό. Ωστόσο, οι άνθρωποι νιώθουν συχνά πως ο Θεός πρέπει να έχει υποστεί μεγάλη αδικία, πως κατά το διάστημα το οποίο ο Θεός περνά στη σάρκα, δεν μπορεί να δείξει την υπόστασή Του στην ανθρωπότητα και να επιτρέψει στους ανθρώπους να δουν το μεγαλείο Του, και πως ο Θεός κρύβεται ταπεινά σε μια ασήμαντη σάρκα, και πως αυτό πρέπει να είναι ένα μεγάλο μαρτύριο γι’ Αυτόν. Οι άνθρωποι παίρνουν στα σοβαρά τα όσα καταλαβαίνουν και τα όσα βλέπουν από το μαρτύριο του Θεού και προβάλλουν στον Θεό κάθε λογής συμπόνια, ενώ συχνά θα Τον επαινέσουν και λίγο για το μαρτύριό Του. Στην πραγματικότητα, υπάρχει κάποια διαφορά· υπάρχει κενό ανάμεσα σ’ αυτό που κατανοούν οι άνθρωποι για το μαρτύριο του Θεού και σ’ αυτό που Αυτός νιώθει πραγματικά. Σας λέω την αλήθεια —για τον Θεό, είτε είναι το Πνεύμα του Θεού είτε η σάρκα του ενσαρκωμένου Θεού, το μαρτύριο που περιγράφηκε πιο πάνω δεν είναι πραγματικό μαρτύριο. Τότε ποιο είναι ακριβώς το μαρτύριο του Θεού; Ας μιλήσουμε για το μαρτύριο του Θεού μόνο από την οπτική του Θεού ενσαρκωμένου.

Όταν ενσαρκώνεται ο Θεός και μεταμορφώνεται σε έναν μέσο, κανονικό άνθρωπο που ζει δίπλα-δίπλα με τους ανθρώπους μες στην ανθρωπότητα, δεν μπορεί να δει και να νιώσει τις μεθόδους και τους νόμους των ανθρώπων, καθώς και τις φιλοσοφίες τους για τη ζωή; Πώς Τον κάνουν να αισθάνεται αυτές οι μέθοδοι και οι νόμοι για το πώς πρέπει να ζεις; Αισθάνεται απέχθεια στην καρδιά Του; Γιατί θα αισθανόταν απέχθεια; Ποιες είναι οι μέθοδοι και οι νόμοι των ανθρώπων για το πώς πρέπει να ζεις; Πάνω σε ποιες αρχές έχουν ριζώσει; Σε τι βασίζονται; Οι μέθοδοι της ανθρωπότητας, οι νόμοι της και ούτω καθεξής, όπως σχετίζονται με τον τρόπο ζωής —όλα αυτά έχουν δημιουργηθεί στη βάση της λογικής, της γνώσης και της φιλοσοφίας του Σατανά. Οι άνθρωποι που ζουν υπό τέτοιου είδους νόμους, δεν έχουν ανθρωπιά, δεν έχουν αλήθεια —αψηφούν όλοι τους την αλήθεια και είναι εχθρικοί προς τον Θεό. Αν ρίξουμε μια ματιά στην ουσία του Θεού, βλέπουμε πως η ουσία Του είναι ακριβώς το αντίθετο της λογικής, της γνώσης και της φιλοσοφίας του Σατανά. Η ουσία Του είναι γεμάτη δικαιοσύνη, αλήθεια, αγιοσύνη και άλλες πραγματικότητες όλων των θετικών πραγμάτων. Τι νιώθει ο Θεός, ο οποίος κατέχει αυτήν την ουσία και ζει ανάμεσα σε μια τέτοια ανθρωπότητα; Τι νιώθει στην καρδιά Του; Δεν είναι γεμάτη πόνο; Η καρδιά Του πονά με πόνο που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει ή να βιώσει. Αυτό οφείλεται στο ότι όλα όσα Αυτός αντιμετωπίζει, συναντά, ακούει, βλέπει και βιώνει, είναι όλα τους η διαφθορά και το κακό της ανθρωπότητας, όπως και η επαναστατικότητα και η αντίστασή τους στην αλήθεια. Ό,τι προέρχεται από τους ανθρώπους είναι η πηγή του μαρτυρίου Του. Με άλλα λόγια, επειδή η ουσία Του δεν είναι ίδια μ’ αυτή των διεφθαρμένων ανθρώπων, η διαφθορά των ανθρώπων γίνεται η πηγή του μεγαλύτερου μαρτυρίου Του. Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, μπορεί να βρει κάποιον που να μοιράζεται μια κοινή γλώσσα μ’ Αυτόν; Ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να βρεθεί μέσα στην ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να επικοινωνεί ή που να μπορεί να έχει τέτοια συνομιλία με τον Θεό —τι είδους συναίσθημα θα έλεγες πως έχει ο Θεός γι’ αυτό; Τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι συζητούν, τα οποία αγαπούν, επιδιώκουν και λαχταρούν, έχουν όλα να κάνουν με την αμαρτία και με τις κακές συνήθειες. Όταν τα αντικρίζει όλα αυτά ο Θεός, δεν είναι σαν μαχαιριά στην καρδιά Του; Αντίκρυ σε τέτοια πράγματα, θα μπορούσε να έχει χαρά στην καρδιά Του; Θα μπορούσε να βρει παρηγοριά; Εκείνοι που ζουν μαζί Του είναι άνθρωποι που βρίθουν από επαναστατικότητα και κακό, επομένως πώς να μην υποφέρει η καρδιά Του; Πόσο μεγάλο είναι στην πραγματικότητα αυτό το μαρτύριο και ποιος νοιάζεται γι’ αυτό; Ποιος δίνει προσοχή; Και ποιος είναι ικανός να το εκτιμήσει; Οι άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν την καρδιά του Θεού. Το μαρτύριό Του είναι κάτι που οι άνθρωποι αδυνατούν ιδιαίτερα να εκτιμήσουν, ενώ η ψυχρότητα και η απάθεια της ανθρωπότητας κάνουν το μαρτύριο του Θεού ακόμα πιο βαθύ.

Υπάρχουν άνθρωποι που συχνά συμμερίζονται τα δεινά του Χριστού, επειδή υπάρχει ένα εδάφιο στη Βίβλο που αναφέρει: «Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς και τα πετεινά κατοικίας, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν». Όταν το ακούν αυτό οι άνθρωποι, το παίρνουν κατάκαρδα και πιστεύουν πως αυτό είναι το μεγαλύτερο μαρτύριο που υπομένει ο Θεός και το μεγαλύτερο μαρτύριο που υπομένει ο Χριστός. Τώρα, εξετάζοντάς το από τη σκοπιά των γεγονότων, είναι πράγματι έτσι; Όχι· ο Θεός δεν θεωρεί τις δυσκολίες αυτές ως μαρτύριο. Δεν έχει διαμαρτυρηθεί ποτέ Του για την αδικία εξαιτίας των δυσκολιών της σάρκας που βιώνει και δεν έχει κάνει ποτέ Του τους ανθρώπους να Του ανταποδώσουν οτιδήποτε ή να Τον ανταμείψουν με οτιδήποτε. Ωστόσο, όταν βλέπει τα πάντα για την ανθρωπότητα και τις διεφθαρμένες ζωές και το κακό των διεφθαρμένων ανθρώπων, όταν βλέπει πως η ανθρωπότητα βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Σατανά, πως είναι φυλακισμένη από τον Σατανά και δεν μπορεί να ξεφύγει, πως οι άνθρωποι που ζουν στην αμαρτία δε γνωρίζουν ποια είναι η αλήθεια, Αυτός δεν μπορεί να ανεχθεί όλες αυτές τις αμαρτίες. Η απέχθειά Του για τους ανθρώπους αυξάνεται μέρα με τη μέρα, ωστόσο, πρέπει να τα υπομένει όλα αυτά. Αυτό είναι το μεγάλο μαρτύριο του Θεού. Ο Θεός δεν μπορεί να εκφράσει πλήρως ούτε τη φωνή της καρδιάς Του ούτε και τα συναισθήματά Του στους ακόλουθούς Του, ενώ κανένας από τους ακόλουθούς Του δεν μπορεί να κατανοήσει πραγματικά το μαρτύριό Του. Κανείς δεν προσπαθεί καν να κατανοήσει ή να παρηγορήσει την καρδιά Του, η οποία υπομένει ξανά το μαρτύριο αυτό μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, και ώρα με την ώρα. Τι βλέπετε σε όλο αυτό; Ο Θεός δεν απαιτεί τίποτα από τους ανθρώπους σε αντάλλαγμα των όσων έχει δώσει, αλλά, λόγω της ουσίας του Θεού, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ανεχθεί το κακό, τη διαφθορά και την αμαρτία της ανθρωπότητας, και αντ’ αυτού αισθάνεται πολύ έντονη αποστροφή και μίσος, κάτι που οδηγεί την καρδιά και τη σάρκα του Θεού να υπομένουν ατέρμονο μαρτύριο. Το έχετε δει αυτό; Το πιο πιθανόν είναι πως κανείς σας δεν το έβλεπε, γιατί κανείς σας δεν κατανοεί πραγματικά τον Θεό. Με την πάροδο του χρόνου, θα πρέπει να το βιώσετε σταδιακά από μόνοι σας.

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στις ακόλουθες Γραφικές περικοπές:

9. Ο Ιησούς κάνει θαύματα

1) Ο Ιησούς ταΐζει τους πέντε χιλιάδες

Ιωάν. 6:8-13 Λέγει προς αυτόν εις εκ των μαθητών αυτού, Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου· Εδώ είναι εν παιδάριον, το οποίον έχει πέντε άρτους κριθίνους και δύο οψάρια· αλλά ταύτα τι είναι εις τοσούτους; Είπε δε ο Ιησούς· Κάμετε τους ανθρώπους να καθήσωσιν· ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθησαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι. Και έλαβεν ο Ιησούς τους άρτους και ευχαριστήσας διεμοίρασεν εις τους μαθητάς, οι δε μαθηταί εις τους καθημένους· ομοίως και εκ των οψαρίων όσον ήθελον. Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτούς· Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε. Εσύναξαν λοιπόν και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας.

2) Η ανάσταση του Λαζάρου δοξάζει τον Θεό

Ιωάν. 11:43-44 Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε· Λάζαρε, ελθέ έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς, δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας με τα σάβανα, και το πρόσωπον αυτού ήτο περιδεδεμένον με σουδάριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Λύσατε αυτόν και αφήσατε να υπάγη.

Από τα θαύματα που έχει κάνει ο Κύριος Ιησούς, έχουμε επιλέξει μόνο αυτά τα δύο, επειδή αρκούν για να επιδείξουν αυτό για το οποίο θέλω να μιλήσω εδώ. Τα δύο αυτά θαύματα είναι πραγματικά εκπληκτικά και ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά των θαυμάτων που εκτέλεσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος.

Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην πρώτη περικοπή: Ο Ιησούς ταΐζει τους πέντε χιλιάδες.

Ποια είναι η ιδέα των «πέντε άρτων και των δύο ψαριών»; Υπό κανονικές συνθήκες, πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να τραφούν επαρκώς με πέντε καρβέλια ψωμί και δύο ψάρια; Αν βασίσετε τον υπολογισμό σας στην όρεξη ενός μέσου ανθρώπου, αυτό θα επαρκούσε μονάχα για δυο ανθρώπους. Αυτή είναι η ιδέα των «πέντε άρτων και των δυο ψαριών» στην πιο βασική της μορφή. Ωστόσο, σ’ αυτήν την περικοπή, πόσους ανθρώπους τάισαν οι πέντε άρτοι και τα δύο ψάρια; Το παρακάτω καταγράφεται στις Γραφές: «Ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθησαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι». Σε σύγκριση με πέντε άρτους και δύο ψάρια, το πέντε χιλιάδες είναι μεγάλος αριθμός; Τι δείχνει το ότι ο αριθμός αυτός είναι τόσο μεγάλος; Από ανθρώπινη οπτική, το να μοιράσεις πέντε άρτους και δύο ψάρια σε πέντε χιλιάδες ανθρώπους θα ήταν αδύνατο, γιατί η διαφορά μεταξύ των ανθρώπων και του φαγητού είναι υπερβολικά μεγάλη. Ακόμα κι αν κάθε άνθρωπος έτρωγε μια πολύ μικρή μπουκιά, και πάλι δε θα επαρκούσαν για πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά εδώ, ο Κύριος Ιησούς έκανε ένα θαύμα —όχι μόνο εξασφάλισε ότι πέντε χιλιάδες άνθρωποι μπορούσαν να φάνε μέχρι να χορτάσουν, αλλά περίσσεψε κιόλας φαγητό. Λέει στις Γραφές: «Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτούς· Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε. Εσύναξαν λοιπόν και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας». Το θαύμα αυτό έδωσε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να δουν την ταυτότητα και το κύρος του Κυρίου Ιησού, όπως και να δουν πως τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Θεό· με αυτόν τον τρόπο, είδαν την αλήθεια της παντοδυναμίας του Θεού. Πέντε άρτοι και δύο ψάρια ήταν αρκετά για να ταΐσουν πέντε χιλιάδες, ωστόσο, αν δεν υπήρχε καθόλου φαγητό, θα μπορούσε ο Θεός να ταΐσει πέντε χιλιάδες ανθρώπους; Φυσικά και θα μπορούσε! Αυτό ήταν θαύμα, επομένως, οι άνθρωποι αναπόφευκτα ένιωσαν πως ήταν κάτι το ακατανόητο, το απίστευτο και το μυστηριώδες, αλλά για τον Θεό, η πράξη αυτή δεν ήταν τίποτα. Εφόσον ήταν κάτι το συνηθισμένο για τον Θεό, γιατί θα έπρεπε να το ξεχωρίσουμε τώρα για ερμηνεία; Επειδή αυτό που κρύβεται πίσω από το θαύμα είναι το θέλημα του Κυρίου Ιησού, το οποίο δεν έχει αντιληφθεί ποτέ πριν η ανθρωπότητα.

Πρώτα, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί οι πέντε χιλιάδες. Ήταν ακόλουθοι του Κυρίου Ιησού; Από τις Γραφές, γνωρίζουμε πως δεν ήταν ακόλουθοί Του. Γνώριζαν ποιος ήταν ο Κύριος Ιησούς; Σίγουρα όχι! Αν μη τι άλλο, δεν ήξεραν πως ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά τους ήταν ο Χριστός, ενώ, μερικοί μπορεί να γνώριζαν μόνο τ’ όνομά Του και να ήξεραν ή να είχαν ακούσει κάτι για πράγματα που Αυτός είχε κάνει. Η περιέργειά τους για τον Κύριο Ιησού είχε απλώς προκληθεί όταν άκουσαν ιστορίες γι’ Αυτόν, αλλά σίγουρα δεν μπορείτε να πείτε πως Τον ακολουθούσαν, πόσο μάλλον πως Τον κατανοούσαν. Όταν ο Κύριος Ιησούς είδε αυτούς τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους, αυτοί πεινούσαν και το μόνο που μπορούσαν να σκεφτούν ήταν να γεμίσουν το στομάχι τους, επομένως σ’ αυτό το πλαίσιο ικανοποίησε ο Κύριος Ιησούς την επιθυμία τους. Όταν ικανοποίησε την επιθυμία τους, τι υπήρχε μέσα στην καρδιά Του; Ποια ήταν η στάση Του προς τους ανθρώπους αυτούς, που το μόνο που ήθελαν ήταν να φάνε και να χορτάσουν; Την ώρα εκείνη, οι σκέψεις και η στάση του Κυρίου Ιησού σχετίζονταν με τη διάθεση και την ουσία του Θεού. Απέναντι σ’ αυτούς τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους με τα άδεια στομάχια, που το μόνο που ήθελαν ήταν να φάνε ένα πλήρες γεύμα, απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ήταν γεμάτοι περιέργεια και ελπίδα γι’ Αυτόν, το μόνο που σκέφτηκε ο Κύριος Ιησούς ήταν να αξιοποιήσει αυτό το θαύμα για να τους απονείμει χάρη. Ωστόσο, δεν έτρεφε ελπίδες πως θα γίνονταν ακόλουθοί Του, γιατί ήξερε πως το μόνο που ήθελαν ήταν να συμμετάσχουν στη διασκέδαση και να χορτάσουν φαγητό, οπότε αξιοποίησε στο μέγιστο αυτά που είχε και χρησιμοποίησε πέντε καρβέλια ψωμί και δύο ψάρια για να ταΐσει πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Άνοιξε τα μάτια σ’ αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι απολάμβαναν να βλέπουν συναρπαστικά πράγματα, οι οποίοι ήθελαν να δουν θαύματα, κι έτσι είδαν με τα μάτια τους τα πράγματα που μπορούσε να επιτύχει ο ενσαρκωμένος Θεός. Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε κάτι το υλικό για να ικανοποιήσει την περιέργειά τους, ήδη γνώριζε στην καρδιά Του πως το μόνο που ήθελαν αυτοί οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι ήταν να φάνε ένα καλό γεύμα, επομένως δεν κήρυξε σε αυτούς ούτε τους είπε τίποτα απολύτως —απλώς τους άφησε να δουν το θαύμα όπως πραγματοποιήθηκε. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί σ’ αυτούς τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν στους μαθητές Του που Τον ακολουθούσαν πραγματικά, ωστόσο, στην καρδιά του Θεού, όλα τα πλάσματα βρίσκονται υπό τη διακυβέρνησή Του και επέτρεπε σε όλα τα πλάσματα που Αυτός έβλεπε να απολαύσουν τη χάρη του Θεού, όταν ήταν απαραίτητο. Παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί δε γνώριζαν ποιος ήταν και δεν Τον κατανοούσαν ή δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη εντύπωση γι’ Αυτόν ή ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό Του, ακόμα και αφού έφαγαν τους άρτους και τα ψάρια, αυτό δεν ήταν κάτι με το οποίο διαφώνησε ο Θεός —έδωσε στους ανθρώπους αυτούς μια υπέροχη ευκαιρία να απολαύσουν τη χάρη του Θεού. Κάποιοι άνθρωποι λένε πως ο Θεός έχει αρχές σε όσα κάνει, πως δεν προσέχει ούτε προστατεύει τους μη πιστούς, και πως, συγκεκριμένα, δεν τους επιτρέπει να απολαμβάνουν τη χάρη Του. Είναι πράγματι έτσι; Στα μάτια του Θεού, εφόσον είναι ζωντανά όντα τα οποία ο ίδιος δημιούργησε, θα τους διαχειρίζεται και θα τους φροντίζει, και με ποικίλους τρόπους θα τους περιποιείται, θα κάνει σχέδια γι’ αυτούς και θα τους κυβερνά. Αυτές είναι οι σκέψεις και η στάση του Θεού προς τα πάντα.

Παρόλο που οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι που έφαγαν τα καρβέλια ψωμί και τα ψάρια δε σχεδίαζαν να ακολουθήσουν τον Κύριο Ιησού, Αυτός δεν έθεσε καμία υψηλή απαίτηση σ’ αυτούς· μόλις χόρτασαν, ξέρετε τι έκανε ο Κύριος Ιησούς; Τους κήρυξε καθόλου; Πού πήγε αφότου το έκανε αυτό; Οι Γραφές δεν καταγράφουν να τους είπε τίποτα ο Κύριος Ιησούς, μόνο πως έφυγε ήσυχα όταν είχε εκτελέσει το θαύμα Του. Επομένως, έθεσε καμία απαίτηση στους ανθρώπους αυτούς; Υπήρχε καθόλου μίσος; Όχι, εδώ δεν υπήρχε τίποτε τέτοιο. Απλώς δεν ήθελε να δώσει άλλη σημασία στους ανθρώπους αυτούς που δε θα Τον ακολουθούσαν και, την ώρα εκείνη, η καρδιά Του πονούσε. Επειδή είχε δει την εξαχρείωση και είχε νιώσει την απόρριψη της ανθρωπότητας, όταν είδε αυτούς τους ανθρώπους και βρέθηκε μαζί τους, λυπήθηκε από την ανθρώπινη αμβλύνοια και άγνοια και η καρδιά Του πονούσε, το μόνο που ήθελε ήταν να εγκαταλείψει τους ανθρώπους αυτούς το συντομότερο δυνατόν. Ο Κύριος δεν έθεσε καμία απαίτηση σ’ αυτούς στην καρδιά Του, δεν ήθελε να τους δώσει σημασία, και ακόμα περισσότερο, δεν ήθελε να δαπανήσει την ενέργειά Του σ’ αυτούς. Γνώριζε πως δεν μπορούσαν να Τον ακολουθήσουν, αλλά παρ’ όλα αυτά, η στάση Του προς αυτούς παρέμεινε ιδιαίτερα ξεκάθαρη. Ήθελε απλώς να τους φερθεί με ευγένεια, να τους απονέμει χάρη και πράγματι αυτή ήταν η στάση του Θεού προς κάθε πλάσμα υπό τη διακυβέρνησή Του —να φέρεται σε κάθε πλάσμα με ευγένεια, να το φροντίζει και να το τρέφει. Για τον λόγο ακριβώς που ο Κύριος Ιησούς ήταν ο Θεός ενσαρκωμένος, αποκάλυψε πολύ φυσικά την ίδια την ουσία του Θεού και φέρθηκε στους ανθρώπους αυτούς με ευγένεια. Τους φέρθηκε με μια καρδιά γεμάτη αγαθοσύνη και μακροθυμία, και με μια τέτοια καρδιά τους έδειχνε καλοσύνη. Όπως κι αν έβλεπαν οι άνθρωποι αυτοί τον Κύριο Ιησού και όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα, Αυτός φερόταν σε κάθε πλάσμα βάσει της θέσης Του ως Κύριος όλης της κτίσης. Όλα όσα αποκάλυπτε ήταν, χωρίς εξαίρεση, η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Ο Κύριος Ιησούς έκανε ήσυχα αυτό το πράγμα και μετά έφυγε ήσυχα —ποια πτυχή της διάθεσης του Θεού είναι αυτή; Θα λέγατε πως είναι η στοργική καλοσύνη του Θεού; Θα μπορούσατε να πείτε ότι αυτή είναι η ανιδιοτέλεια του Θεού; Είναι αυτό κάτι για το οποίο είναι ικανός ένας κοινός άνθρωπος; Σίγουρα όχι! Κατ’ ουσίαν, ποιοι ήταν αυτοί οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι που τάισε ο Κύριος Ιησούς με πέντε άρτους και δύο ψάρια; Θα λέγατε πως ήταν άνθρωποι που βρίσκονταν σε σύμπνοια μ’ Αυτόν; Θα λέγατε πως ήταν όλοι τους εχθρικοί προς τον Θεό; Μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα πως σίγουρα δεν ήταν σε σύμπνοια με τον Κύριο και πως η ουσία τους ήταν απόλυτα εχθρική προς τον Θεό. Ωστόσο, πώς τους φέρθηκε ο Θεός; Χρησιμοποίησε μια μέθοδο για να εξουδετερώσει την εχθρότητα των ανθρώπων προς τον Θεό —η μέθοδος αυτή λέγεται «καλοσύνη». Με άλλα λόγια, παρόλο που ο Κύριος Ιησούς έβλεπε αυτούς τους ανθρώπους σαν αμαρτωλούς, στα μάτια του Θεού δεν έπαυαν να είναι δημιούργημά Του, επομένως, ακόμα κι έτσι, φέρθηκε σ’ αυτούς τους αμαρτωλούς με ευγένεια. Αυτή είναι η μακροθυμία του Θεού, και η μακροθυμία αυτή καθορίζεται από την ίδια την ταυτότητα και την ουσία του Θεού. Επομένως, αυτό είναι κάτι για το οποίο κανένας άνθρωπος δεν είναι ικανός· μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει.

Όταν θα είσαι ικανός να εκτιμήσεις πραγματικά τις σκέψεις και τη στάση του Θεού προς την ανθρωπότητα, όταν θα μπορείς να κατανοήσεις πραγματικά τα συναισθήματα και το ενδιαφέρον του Θεού για κάθε δημιουργημένο ον, τότε θα είσαι ικανός να κατανοήσεις την αφοσίωση και την αγάπη που έχει δαπανήσει ο Δημιουργός σε κάθε έναν από τους ανθρώπους που δημιούργησε. Όταν συμβεί αυτό, θα χρησιμοποιήσεις δύο λέξεις για να περιγράψεις την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι οι δύο αυτές λέξεις; Μερικοί λένε «ανιδιοτελής» και άλλοι «φιλάνθρωπη». Απ’ αυτές τις δύο, η λέξη «φιλάνθρωπη» είναι η λιγότερο κατάλληλη για να περιγράψει την αγάπη του Θεού. Είναι μια λέξη που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να περιγράψουν κάποιον που είναι μεγαλόψυχος ή ανοιχτόμυαλος. Αποστρέφομαι αυτήν τη λέξη, γιατί αναφέρεται στην απονομή ελεημοσύνης τυχαία, αδιακρίτως, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές. Είναι μια υπερβολικά συναισθηματική τάση, η οποία είναι κοινή για τους ανόητους και μπερδεμένους ανθρώπους. Όταν η λέξη αυτή χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αγάπη του Θεού, υπάρχει αναπόφευκτα ένας βλάσφημος συνειρμός. Έχω εδώ δύο λέξεις που περιγράφουν πιο εύστοχα την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι αυτές; Η πρώτη είναι «απέραντη». Δεν είναι ιδιαίτερα ενθυμητική λέξη; Η δεύτερη είναι «αχανής». Υπάρχει πραγματικό νόημα πίσω από αυτές τις λέξεις που χρησιμοποιώ για να περιγράψω την αγάπη του Θεού. Αν το πάρουμε κυριολεκτικά, η λέξη «απέραντος» περιγράφει τον όγκο ή τη χωρητικότητα κάποιου πράγματος, αλλά άσχετα από το πόσο μεγάλο είναι το πράγμα αυτό, είναι κάτι που μπορούν να αγγίξουν και να δουν οι άνθρωποι. Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει —δεν είναι κάποιο αφηρημένο αντικείμενο, αλλά κάτι που μπορεί να δώσει ιδέες στους ανθρώπους με έναν σχετικά ακριβή και πρακτικό τρόπο. Είτε την κοιτάζεις από δισδιάστατη είτε από τρισδιάστατη οπτική, δε χρειάζεται να φανταστείς την ύπαρξή της, επειδή είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά με τρόπο αληθινό. Παρόλο που η χρήση της λέξης «απέραντη», για να περιγράψουμε την αγάπη του Θεού, μπορεί να φαίνεται σαν μια προσπάθεια να προσδιορίζουμε ποσοτικά την αγάπη Του, δίνει, επίσης, την αίσθηση πως η αγάπη Του είναι ποσοτικά απροσδιόριστη. Λέω πως η αγάπη του Θεού μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά, γιατί η αγάπη Του δεν είναι κενή και ούτε είναι κάτι θρυλικό. Αντιθέτως, είναι κάτι που μοιράζονται τα πάντα υπό τη διακυβέρνηση του Θεού, κάτι που απολαμβάνουν όλα τα πλάσματα, σε διάφορους βαθμούς και από διαφορετικές οπτικές. Παρόλο που οι άνθρωποι δεν μπορούν να τη δουν ή να την αγγίξουν, η αγάπη αυτή δίνει τροφή και ζωή στα πάντα, όπως αποκαλύπτεται, λίγο-λίγο, στις ζωές τους, ενώ αυτοί μετρούν και καταθέτουν μαρτυρία για την αγάπη του Θεού, την οποία απολαμβάνουν κάθε στιγμή που περνά. Λέω πως η αγάπη του Θεού δεν μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά, γιατί το μυστήριο της φροντίδας και της θρέψης των πάντων από τον Θεό είναι κάτι δύσκολο για τους ανθρώπους να συλλάβουν, όπως είναι και οι σκέψεις του Θεού για τα πάντα, ιδίως αυτές που αφορούν την ανθρωπότητα. Με άλλα λόγια, κανείς δε γνωρίζει το αίμα και τα δάκρυα που έχει χύσει ο Δημιουργός για την ανθρωπότητα. Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει και κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει το βάθος ή το βάρος της αγάπης που έχει ο Δημιουργός για την ανθρωπότητα, την οποία δημιούργησε με τα ίδια Του τα χέρια. Η περιγραφή της αγάπης του Θεού ως απέραντη, βοηθά τους ανθρώπους να εκτιμήσουν και να κατανοήσουν το εύρος και την αλήθεια της ύπαρξής της. Βοηθά επίσης τους ανθρώπους να κατανοήσουν βαθύτερα το πραγματικό νόημα της λέξης «Δημιουργός» και να αποκτήσουν μια βαθύτερη κατανόηση του πραγματικού νοήματος αυτού που ονομάζεται «δημιουργία». Τι περιγράφει συνήθως η λέξη «αχανής»; Χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει τον ωκεανό ή το σύμπαν, για παράδειγμα: «αχανές σύμπαν» ή «αχανής ωκεανός». Η επεκτασιμότητα και το ήρεμο βάθος του σύμπαντος είναι πέραν της ανθρώπινης κατανόησης· είναι κάτι που εξάπτει τη φαντασία των ανθρώπων, κάτι για το οποίο αισθάνονται μεγάλο θαυμασμό. Το μυστήριο και η βαθύτητά του είναι εντός του οπτικού πεδίου, αλλά και κάτι το άπιαστο. Όταν σκέφτεσαι τον ωκεανό, σκέφτεσαι το εύρος του —μοιάζει απεριόριστος και μπορείς να νιώσεις το μυστηριώδες στοιχείο του και τη μεγάλη χωρητικότητά του όσον αφορά τη διατήρηση πραγμάτων. Γι’ αυτό χρησιμοποίησα τον όρο «αχανής» για να περιγράψω την αγάπη του Θεού, για να βοηθήσω τους ανθρώπους να νιώσουν πόσο πολύτιμη είναι, να νιώσουν τη βαθιά ομορφιά της αγάπης Του, και πως η δύναμη της αγάπης του Θεού είναι απέραντη και ευρεία. Χρησιμοποίησα αυτήν τη λέξη για να βοηθήσω τους ανθρώπους να νιώσουν την αγιοσύνη της αγάπης Του, όπως και την αξιοπρέπεια και τη μη προσβλητικότητα του Θεού που αποκαλύπτεται μέσω της αγάπης Του. Τώρα, πιστεύετε πως η λέξη «αχανής» περιγράφει κατάλληλα την αγάπη του Θεού; Η αγάπη του Θεού είναι αντάξια των δύο αυτών χαρακτηρισμών «απέραντη» και «αχανής»; Απολύτως! Στη γλώσσα των ανθρώπων, μόνο οι δυο αυτές λέξεις είναι κάπως κατάλληλες και πλησιάζουν σχετικά στο να περιγράψουν την αγάπη του Θεού. Δε νομίζετε; Αν σας ζητούσα να περιγράψετε την αγάπη του Θεού, θα χρησιμοποιούσατε αυτές τις δυο λέξεις; Το πιθανότερο είναι να μην το κάνατε, γιατί η κατανόηση και η εκτίμηση που έχετε για την αγάπη του Θεού περιορίζεται στο πεδίο μιας δισδιάστατης οπτικής και δεν έχει ανέλθει στο ύψος του τρισδιάστατου χώρου. Επομένως, αν σας ζητούσα να περιγράψετε την αγάπη του Θεού, θα νιώθατε πως δεν έχετε τα λόγια να το κάνετε ή ίσως θα είχατε μείνει μέχρι και άφωνοι. Μπορεί να σας είναι δύσκολο να κατανοήσετε τις δυο λέξεις για τις οποίες μίλησα σήμερα ή μπορεί απλώς να μη συμφωνείτε. Αυτό απλώς αποδεικνύει πως η εκτίμηση και η κατανόησή σας για την αγάπη του Θεού είναι επιφανειακή και περιορίζεται σε ένα στενό πεδίο. Έχω ξαναπεί πως ο Θεός είναι ανιδιοτελής· θυμάστε αυτήν τη λέξη, «ανιδιοτελής». Θα μπορούσε η αγάπη του Θεού να περιγραφεί μόνο ως ανιδιοτελής; Το πεδίο αυτό δεν είναι πολύ περιορισμένο; Θα πρέπει να στοχαστείτε το ζήτημα αυτό παραπάνω, ώστε να μπορέσετε να κερδίσετε κάτι απ’ αυτό.

Τα παραπάνω αποτελούν αυτά που είδαμε από τη διάθεση και την ουσία του Θεού από το πρώτο θαύμα. Παρόλο που αυτή είναι μια ιστορία την οποία διαβάζουν οι άνθρωποι εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια, έχει μια απλή πλοκή, επιτρέπει στους ανθρώπους να δουν ένα απλό φαινόμενο, ωστόσο, στην απλή αυτή πλοκή μπορούμε να δούμε κάτι πιο πολύτιμο, το οποίο είναι η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Τα πράγματα αυτά που Αυτός έχει και είναι αντιπροσωπεύουν τον ίδιο τον Θεό και είναι μια έκφραση των ίδιων των σκέψεων του Θεού. Όταν ο Θεός εκφράζει τις σκέψεις Του, είναι μια έκφραση της φωνής της καρδιάς Του. Ελπίζει πως θα υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούν να Τον καταλάβουν, να Τον γνωρίσουν και να κατανοήσουν το θέλημά Του, και που θα μπορούν να ακούσουν τη φωνή της καρδιάς Του και να συνεργαστούν ενεργά για να ικανοποιήσουν το θέλημά Του. Τα πράγματα αυτά που έκανε ο Κύριος Ιησούς ήταν μια άφωνη έκφραση του Θεού.

Στη συνέχεια, ας δούμε την ακόλουθη περικοπή: Η ανάσταση του Λαζάρου δοξάζει τον Θεό.

Τι εντυπώσεις έχετε αφού διαβάσετε την περικοπή αυτή; Το θαύμα αυτό που έκανε ο Κύριος Ιησούς είχε πολύ μεγαλύτερη σπουδαιότητα από το προηγούμενο, γιατί κανένα θαύμα δεν είναι πιο εκπληκτικό από το να κάνεις έναν νεκρό να επιστρέψει από τον τάφο. Εκείνη την εποχή, ήταν εξαιρετικά σημαντικό το ότι ο Κύριος Ιησούς έκανε κάτι τέτοιο. Επειδή ο Θεός είχε ενσαρκωθεί, οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν μόνο τη φυσική εμφάνισή Του, την πρακτική πλευρά Του και την ασήμαντη πτυχή Του. Ακόμα κι αν κάποιοι άνθρωποι έβλεπαν και κατανοούσαν κάτι από τον χαρακτήρα Του ή κάποιες από τις ιδιαίτερες ικανότητες που Αυτός έμοιαζε να διαθέτει, κανείς δε γνώριζε από πού ήλθε ο Κύριος Ιησούς, ποιος ήταν πραγματικά στην ουσία Του και τι άλλα πράγματα ήταν πραγματικά ικανός να κάνει. Όλα αυτά ήταν άγνωστα στην ανθρωπότητα. Τόσο πολλοί άνθρωποι ήθελαν να βρουν αποδείξεις για να απαντήσουν σ’ αυτά τα ερωτήματα για τον Κύριο Ιησού και να μάθουν την αλήθεια. Μπορούσε ο Θεός να κάνει κάτι για να αποδείξει την ίδια Του την ταυτότητα; Για τον Θεό, αυτό ήταν παιχνιδάκι· ήταν πανεύκολο. Μπορούσε να κάνει κάτι οπουδήποτε, οποτεδήποτε, για να αποδείξει την ταυτότητα και την ουσία Του, ωστόσο ο Θεός έκανε τα πράγματα με τον δικό Του τρόπο —με σχέδιο και με βήματα. Δεν ενεργούσε αδιακρίτως, αντιθέτως έψαχνε την κατάλληλη στιγμή και την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνει κάτι που θα επέτρεπε στον άνθρωπο να δει, κάτι που ήταν πραγματικά εμποτισμένο με νόημα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, Εκείνος αποδείκνυε την εξουσία και την ταυτότητά Του. Οπότε, μπορούσε η ανάσταση του Λαζάρου να αποδείξει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού; Ας εξετάσουμε την ακόλουθη Γραφική περικοπή: «Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε· Λάζαρε, ελθέ έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς. […]» Όταν το έκανε αυτό ο Κύριος Ιησούς, είπε μονάχα ένα πράγμα: «Λάζαρε, ελθέ έξω». Τότε ο Λάζαρος εξήλθε από τον τάφο του· αυτό επετεύχθη χάρη σε μερικά μόνο λόγια που εξήλθαν από το στόμα του Κυρίου. Κατά την περίοδο αυτή, ο Κύριος Ιησούς δεν έστησε κάποιο θυσιαστήριο ούτε και εκτέλεσε άλλες ενέργειες. Είπε μόνο αυτό το ένα πράγμα. Θα πρέπει αυτό να αποκαλείται θαύμα ή προσταγή; Ή μήπως ήταν κάποιου είδους μαγεία; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως θα μπορούσε να ονομαστεί θαύμα, ενώ, αν το δείτε από σύγχρονη οπτική, ασφαλώς και πάλι θα μπορούσατε να το αποκαλέσετε θαύμα. Ωστόσο, σίγουρα δε θα μπορούσε να θεωρηθεί το είδος της μαγείας που υποτίθεται ότι επαναφέρει μια ψυχή στη ζωή, ενώ, σε καμία περίπτωση δεν ήταν μαγικό κόλπο κανενός είδους. Είναι ορθό να ειπωθεί πως το θαύμα αυτό ήταν η πιο φυσιολογική, μικροσκοπική επίδειξη της εξουσίας του Δημιουργού. Αυτή είναι η εξουσία και η δύναμη του Θεού. Ο Θεός έχει την εξουσία να κάνει κάποιον να πεθάνει, να κάνει το πνεύμα του να αφήσει το σώμα του και να επιστρέψει στον Άδη ή όπου αλλού θα πρέπει να πάει. Η στιγμή του θανάτου κάποιου ανθρώπου και το μέρος όπου θα πάει μετά θάνατον —αυτά καθορίζονται από τον Θεό. Μπορεί να πάρει αυτές τις αποφάσεις οποτεδήποτε και οπουδήποτε, χωρίς να περιορίζεται από ανθρώπους, γεγονότα, αντικείμενα ή από τον χώρο και τη γεωγραφία. Αν Αυτός θέλει να το κάνει, μπορεί να το κάνει, επειδή τα πάντα και όλα τα ζωντανά όντα βρίσκονται υπό τη διακυβέρνησή Του, και τα πάντα γεννιούνται, ζουν και χάνονται μέσω του λόγου Του και της εξουσίας Του. Μπορεί να αναστήσει κάποιον νεκρό κι αυτό είναι επίσης κάτι που μπορεί να κάνει οποτεδήποτε, οπουδήποτε. Αυτή είναι η εξουσία που μόνο ο Δημιουργός κατέχει.

Όταν ο Κύριος Ιησούς έκανε πράγματα όπως το να επαναφέρει τον Λάζαρο από τον τάφο, ο στόχος Του ήταν να αποδείξει στους ανθρώπους, να δείξει στον Σατανά και να γνωστοποιήσει και στους δύο πως τα πάντα σχετικά με την ανθρωπότητα, η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας, καθορίζονται από τον Θεό και πως, παρόλο που Αυτός είχε ενσαρκωθεί, παρέμενε επικεφαλής του φυσικού κόσμου ο οποίος είναι ορατός, όπως και του πνευματικού κόσμου τον οποίο δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι. Αυτό ήταν για να μάθουν η ανθρωπότητα και ο Σατανάς πως τα πάντα σχετικά με την ανθρωπότητα δεν είναι υπό τη διοίκηση του Σατανά. Αυτή ήταν μια αποκάλυψη και μια εκδήλωση της εξουσίας του Θεού, όπως και ήταν ένας τρόπος να στείλει ο Θεός ένα μήνυμα στα πάντα, πως η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας βρίσκονται στα χέρια του Θεού. Η ανάσταση του Λαζάρου από τον Κύριο Ιησού ήταν ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο Δημιουργός διδάσκει και καθοδηγεί την ανθρωπότητα. Ήταν μια απτή ενέργεια, στην οποία χρησιμοποίησε τη δύναμη και την εξουσία Του για να καθοδηγήσει και να φροντίσει την ανθρωπότητα. Ήταν ένας τρόπος, χωρίς τη χρήση λόγων, να επιτρέψει ο Δημιουργός στην ανθρωπότητα να δει την αλήθεια πως Αυτός είναι ο επικεφαλής των πάντων. Ήταν ένας τρόπος για να πει στην ανθρωπότητα, μέσω πρακτικών ενεργειών, πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, παρά αυτή μέσω Αυτού. Αυτό το σιωπηλό μέσο που χρησιμοποίησε για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα είναι αιώνιο, ανεξίτηλο, φέρνοντας στις καρδιές των ανθρώπων μια κατάπληξη και μια διαφώτιση που δεν μπορούν να ξεθωριάσουν ποτέ. Η ανάσταση του Λαζάρου δόξασε τον Θεό —αυτό έχει βαθύ αντίκτυπο σε κάθε ακόλουθο του Θεού. Παγιώνει σταθερά σε κάθε άνθρωπο που κατανοεί βαθιά το γεγονός αυτό, την κατανόηση και το όραμα πως μόνο ο Θεός μπορεί να διοικεί τη ζωή και τον θάνατο της ανθρωπότητας. Παρόλο που ο Θεός έχει αυτού του είδους την εξουσία και, παρόλο που μέσω της ανάστασης του Λαζάρου έστειλε ένα μήνυμα για την κυριαρχία Του επί της ζωής και του θανάτου της ανθρωπότητας, αυτό δεν ήταν το πρωταρχικό Του έργο. Ο Θεός δεν κάνει ποτέ κάτι άνευ νοήματος. Καθετί που κάνει έχει μεγάλη αξία και είναι ένα ασύγκριτο κόσμημα μέσα σε ένα θησαυροφυλάκιο. Σε καμία περίπτωση δε θα έθετε ως πρωταρχικό ή μοναδικό στόχο ή θέμα του έργου Του το να «κάνει κάποιον να βγει από τον τάφο του». Ο Θεός δεν κάνει τίποτα άνευ νοήματος. Η ανάσταση του Λαζάρου ως μεμονωμένο γεγονός επαρκεί για να επιδείξει την εξουσία του Θεού και για να αποδείξει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού. Γι’ αυτό δεν επανέλαβε τέτοιου είδους θαύμα ο Κύριος Ιησούς. Ο Θεός ενεργεί βάσει των δικών Του αρχών. Στη γλώσσα των ανθρώπων, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Θεός απασχολεί το μυαλό Του μόνο με σοβαρά ζητήματα. Με άλλα λόγια, όταν ο Θεός κάνει πράγματα, δεν παρεκκλίνει από τον σκοπό του έργου Του. Γνωρίζει ποιο έργο θέλει να εκτελέσει σ’ αυτό το στάδιο, τι θέλει να επιτύχει και θα εργαστεί αυστηρώς βάσει του σχεδίου Του. Αν ένας διεφθαρμένος άνθρωπος είχε αυτού του είδους την ικανότητα, θα σκεφτόταν απλώς τρόπους να αποκαλύψει την ικανότητά του, ώστε οι άλλοι να μάθουν πόσο εντυπωσιακός είναι, ώστε να γονατίσουν σ’ αυτόν, ώστε να τους ελέγχει και να τους ρημάξει. Αυτό είναι το κακό που προέρχεται απ’ τον Σατανά και ονομάζεται διαφθορά. Ο Θεός δεν έχει μια τέτοια διάθεση ούτε και μια τέτοια ουσία. Ο σκοπός Του όταν κάνει πράγματα δεν είναι να κάνει φιγούρα, αλλά να προσφέρει στην ανθρωπότητα περισσότερη αποκάλυψη και καθοδήγηση, και γι’ αυτό οι άνθρωποι βλέπουν πολύ λίγα παραδείγματα τέτοιου τύπου περιστατικών στη Βίβλο. Αυτό δε σημαίνει πως οι δυνάμεις του Κυρίου Ιησού ήταν περιορισμένες ή πως ήταν ανίκανος για τέτοια πράγματα. Απλώς, ο Θεός δεν ήθελε να το κάνει, γιατί η ανάσταση του Λαζάρου από τον Κύριο Ιησού είχε ιδιαίτερα πρακτική σημασία και γιατί το πρωταρχικό έργο της ενσάρκωσης του Θεού δεν ήταν να τελέσει θαύματα, δεν ήταν να αναστήσει νεκρούς, αλλά ήταν το έργο της λύτρωσης για την ανθρωπότητα. Έτσι, μεγάλο μέρος του έργου που ολοκλήρωσε ο Κύριος Ιησούς ήταν το να διδάσκει τους ανθρώπους, να τους φροντίζει και να τους βοηθά, ενώ γεγονότα όπως η ανάσταση του Λαζάρου ήταν απλώς ένα μικρό τμήμα της διακονίας που επιτέλεσε ο Κύριος Ιησούς. Επιπλέον, θα μπορούσατε να πείτε πως το να «κάνει φιγούρα» δεν είναι μέρος της ουσίας του Θεού, επομένως, ο Κύριος Ιησούς δεν ασκούσε σκόπιμα αυτοσυγκράτηση με το να μην επιδεικνύει περισσότερα θαύματα ούτε οφειλόταν αυτό σε περιβαλλοντολογικούς περιορισμούς και σίγουρα δεν οφειλόταν σε έλλειψη δύναμης.

Όταν ο Κύριος Ιησούς επανέφερε τον Λάζαρο στη ζωή, χρησιμοποίησε μόνο μερικά λόγια: «Λάζαρε, ελθέ έξω». Δεν είπε τίποτα παραπάνω. Επομένως, τι επιδεικνύουν αυτά τα λόγια; Επιδεικνύουν πως ο Θεός μπορεί να κατορθώσει οτιδήποτε μέσω της ομιλίας, συμπεριλαμβανομένου του να αναστήσει έναν νεκρό. Όταν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, όταν δημιούργησε τον κόσμο, το έκανε με λόγια —προφορικές εντολές, λόγο με εξουσία, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα πάντα, κι έτσι, επετεύχθη. Αυτά τα λίγα λόγια που είπε ο Κύριος Ιησούς ήταν ακριβώς όπως τα λόγια που εξέφερε ο Θεός όταν δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη και τα πάντα· με τον ίδιο τρόπο, διατηρούσαν την εξουσία του Θεού και τη δύναμη του Δημιουργού. Τα πάντα σχηματίστηκαν και έμειναν σταθερά χάρη στον λόγο από το στόμα του Θεού και, με όμοιο τρόπο, ο Λάζαρος εξήλθε από τον τάφο του χάρη στον λόγο από το στόμα του Κυρίου Ιησού. Αυτή ήταν η εξουσία του Θεού που εκδηλώθηκε και υλοποιήθηκε στην ενσαρκωμένη σάρκα Του. Αυτού του είδους η εξουσία και η ικανότητα ανήκαν στον Δημιουργό και στον Υιό του ανθρώπου, στον οποίο υλοποιήθηκε ο Δημιουργός. Αυτή είναι η κατανόηση που διδάσκεται στην ανθρωπότητα μέσω της επαναφοράς του Λαζάρου στη ζωή από τον Θεό. Τώρα, θα ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας πάνω σ’ αυτό το θέμα. Στη συνέχεια, ας διαβάσουμε λίγο ακόμη από τις Γραφές.

10. Οι Φαρισαίοι επικρίνουν τον Ιησού

Μάρκ. 3:21-22 Και ότε ήκουσαν οι συγγενείς αυτού, εξήλθον διά να πιάσωσιν αυτόν· διότι έλεγον ότι είναι έξω εαυτού. Και οι γραμματείς, οίτινες κατέβησαν από Ιεροσολύμων, έλεγον ότι έχει τον Βεελζεβούλ και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.

11. Ο Ιησούς επιπλήττει τους Φαρισαίους

Ματθ. 12:31-32 Διά τούτο σας λέγω, Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους, η κατά του Πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους· και όστις είπη λόγον κατά του Υιού του ανθρώπου, θέλει συγχωρηθή εις αυτόν· όστις όμως είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι.

Ματθ. 23:13-15 Αλλ’ ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι κατατρώγετε τας οικίας των χηρών και τούτο επί προφάσει ότι κάμνετε μακράς προσευχάς· διά τούτο θέλετε λάβει μεγαλυτέραν καταδίκην. Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων· επειδή σεις δεν εισέρχεσθε ουδέ τους εισερχομένους αφίνετε να εισέλθωσιν. Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι περιέρχεσθε την θάλασσαν και την ξηράν διά να κάμητε ένα προσήλυτον, και όταν γείνη, κάμνετε αυτόν υιόν της γεέννης διπλότερον υμών.

Το περιεχόμενο των δύο παραπάνω περικοπών είναι διαφορετικό. Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην πρώτη περικοπή: Οι Φαρισαίοι Επικρίνουν τον Ιησού.

Στη Βίβλο, η αξιολόγηση των Φαρισαίων για τον ίδιο τον Ιησού και για τα πράγματα που Αυτός έκανε ήταν: «[…] έλεγον ότι είναι έξω εαυτού. […] Έχει τον Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Μάρκ. 3:21-22). Η επίκριση του Κυρίου Ιησού από τους γραμματείς και τους Φαρισαίους δεν ήταν απλώς μίμηση των λόγων των άλλων ούτε αβάσιμη εικασία —ήταν το συμπέρασμά που έβγαλαν για τον Κύριο Ιησού από όσα είδαν και άκουσαν για τις ενέργειές Του. Παρόλο που το συμπέρασμά τους βγήκε δήθεν στο όνομα της δικαιοσύνης και φαινόταν βάσιμο στους ανθρώπους, ήταν δύσκολο ακόμα και για τους ίδιους να συγκρατήσουν την αλαζονεία με την οποία επέκριναν τον Κύριο Ιησού. Η φρενήρης ενέργεια του μίσους τους για τον Κύριο Ιησού, φανέρωσε τις ίδιες τους τις τρελές φιλοδοξίες, τις κακές και σατανικές τους όψεις, καθώς επίσης και τη μοχθηρή φύση με την οποία αντιστέκονταν στον Θεό. Αυτά τα πράγματα που είπαν όταν επέκριναν τον Κύριο Ιησού υποκινούνταν από τις τρελές τους φιλοδοξίες, τη ζήλια, και την άσχημη και μοχθηρή φύση της εχθρότητάς τους προς τον Θεό και την αλήθεια. Δεν ερεύνησαν την πηγή των ενεργειών του Κυρίου Ιησού, ούτε ερεύνησαν την ουσία όσων Αυτός είπε ή έκανε. Αντιθέτως, στα τυφλά, σε κατάσταση παράφορης ταραχής και με σκόπιμη κακεντρέχεια, επιτέθηκαν σ’ αυτά που Αυτός είχε κάνει και τα δυσφήμησαν. Έφτασαν, μάλιστα, σε τέτοιο σημείο ώστε να δυσφημίσουν εσκεμμένα το Πνεύμα Του, δηλαδή, το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι το Πνεύμα του Θεού. Αυτό εννοούσαν όταν είπαν, «είναι έξω εαυτού», «ο Βεελζεβούλ» και ο «άρχοντας των δαιμονίων». Με άλλα λόγια, είπαν πως το Πνεύμα του Θεού ήταν ο Βεελζεβούλ και ο άρχοντας των δαιμονίων. Χαρακτήρισαν ως τρέλα το έργο του ενσαρκωμένου Πνεύματος του Θεού, το οποίο είχε ενδυθεί τη σάρκα. Όχι μόνο βλασφήμησαν το Πνεύμα του Θεού, αποκαλώντας Το Βεελζεβούλ και άρχοντα των δαιμονίων, αλλά καταδίκασαν επίσης το έργο του Θεού και καταδίκασαν και βλασφήμησαν τον Κύριο Ιησού Χριστό. Η ουσία της αντίστασής τους προς τον Θεό και της βλασφημίας τους κατά του Θεού ήταν ολόιδια με την ουσία της αντίστασης και της βλασφημίας που δόθηκαν από τον Σατανά και τα δαιμόνια. Δεν αντιπροσώπευαν απλώς διεφθαρμένους ανθρώπους, αλλά, πολύ περισσότερο, ήταν η προσωποποίηση του Σατανά. Ήταν ένα κανάλι για τον Σατανά ανάμεσα στην ανθρωπότητα, όπως και συνεργοί και υπηρέτες του Σατανά. Η ουσία της βλασφημίας και της σπίλωσής τους κατά του Κυρίου Ιησού Χριστού, ήταν ο αγώνας τους με τον Θεό για κύρος, η αναμέτρησή τους με τον Θεό και η ατέρμονη υποβολή του Θεού σε δοκιμασίες από αυτούς. Η ουσία της αντίστασής τους στον Θεό, η στάση εχθρότητας τους προς Αυτόν, καθώς επίσης και τα λόγια και οι σκέψεις τους, βλασφημούσαν άμεσα και εξόργιζαν το Πνεύμα του Θεού. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Θεός όρισε μια λογική κρίση βασισμένη σε όσα είχαν πει και κάνει και ο Θεός αποφάσισε πως οι πράξεις τους είναι η αμαρτία της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος. Η αμαρτία αυτή είναι ασυγχώρητη σ’ αυτόν, αλλά και στον άλλο κόσμο, όπως αποδεικνύεται από την ακόλουθη Γραφική περικοπή: «Η κατά του Πνεύματος βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους» και «όστις είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Σήμερα, ας μιλήσουμε για το πραγματικό νόημα αυτού του λόγου του Θεού: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Ας αποσαφηνίσουμε, δηλαδή, το πώς εκπληρώνει ο Θεός τα λόγια: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι».

Όλα όσα συζητήσαμε σχετίζονται με τη διάθεση του Θεού και με τη στάση Του προς τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τα πράγματα. Φυσικά, οι δύο παραπάνω περικοπές, δεν αποτελούν εξαίρεση. Παρατηρήσατε τίποτα στις δυο αυτές Γραφικές περικοπές; Μερικοί άνθρωποι λένε πως βλέπουν τον θυμό του Θεού μέσα σ’ αυτές. Μερικοί λένε πως βλέπουν την πλευρά της διάθεσης του Θεού που δεν ανέχεται την ύβρη της ανθρωπότητας και πως, αν οι άνθρωποι κάνουν κάτι βλάσφημο προς τον Θεό, τότε δε θα λάβουν τη συγχώρεσή Του. Παρά το γεγονός πως, σ’ αυτές τις δυο περικοπές, οι άνθρωποι βλέπουν και αντιλαμβάνονται τον θυμό και τη μη ανεκτικότητα του Θεού προς την ύβρη της ανθρωπότητας, εξακολουθούν να μην κατανοούν πραγματικά τη στάση Του. Σε αυτές τις δύο περικοπές υπάρχουν κρυφές αναφορές στην πραγματική στάση του Θεού και την προσέγγιση Του προς εκείνους που Τον βλασφημούν και Τον εξοργίζουν. Η στάση και η προσέγγισή Του καταδεικνύουν το πραγματικό νόημα της παρακάτω περικοπής: «Όστις είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Όταν οι άνθρωποι βλασφημούν τον Θεό και όταν Τον εξοργίζουν, Αυτός εκδίδει ετυμηγορία, και η ετυμηγορία αυτή είναι ένα αποτέλεσμα που εκδίδεται από Αυτόν. Στη Βίβλο, περιγράφεται ως εξής: «Διά τούτο σας λέγω, Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους, η κατά του Πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους» (Ματθ. 12:31) και «Αλλ’ ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί» (Ματθ. 23:13). Ωστόσο, καταγράφεται στη Βίβλο ποιο ήταν το αποτέλεσμα για εκείνους τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, καθώς και για εκείνους που είπαν πως ο Κύριος Ιησούς ήταν τρελός, αφού είπε τα πράγματα αυτά; Καταγράφεται να υπέστησαν κάποια τιμωρία; Όχι —αυτό μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα. Λέγοντας εδώ «Όχι» δε σημαίνει πως δεν υπήρχε τέτοια καταγραφή, αλλά στην πραγματικότητα ότι απλώς δεν υπήρχε κάποιο αποτέλεσμα ορατό στο ανθρώπινο μάτι. Η φράση «δεν καταγράφηκε» διασαφηνίζει το ζήτημα της στάσης και των αρχών που έχει ο Θεός για τη διαχείριση συγκεκριμένων πραγμάτων. Ο Θεός δεν κλείνει τα μάτια ή τα αυτιά όσον αφορά τους ανθρώπους που Τον βλασφημούν ή Του αντιστέκονται ή ακόμα και εκείνους που Τον κακολογούν, τους ανθρώπους που σκοπίμως Του επιτίθενται, Τον κακολογούν και Τον καταριούνται —αλλά αντιθέτως, έχει ξεκάθαρη στάση προς αυτούς. Απεχθάνεται τους ανθρώπους αυτούς και τους καταδικάζει στην καρδιά Του. Επιπλέον, ανακοινώνει ανοιχτά ποιο θα είναι το αποτέλεσμά τους, ώστε οι άνθρωποι να γνωρίζουν πως έχει ξεκάθαρη στάση προς εκείνους που Τον βλασφημούν, όπως και να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα καθορίσει το αποτέλεσμά τους. Ωστόσο, αφού τα είπε αυτά ο Θεός, οι άνθρωποι σπάνια μπορούσαν να βλέπουν την αλήθεια για το πώς ο Θεός θα χειριζόταν τους ανθρώπους εκείνους και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις αρχές πίσω από το αποτέλεσμα και την ετυμηγορία που εξέδιδε ο Θεός για εκείνους. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν τη συγκεκριμένη προσέγγιση και τις μεθόδους που έχει ο Θεός για τον χειρισμό τους. Αυτό έχει να κάνει με τις αρχές που έχει ο Θεός όταν κάνει πράγματα. Ο Θεός χρησιμοποιεί την εμφάνιση γεγονότων για να αντιμετωπίσει την κακή συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων. Δηλαδή, δεν ανακοινώνει την αμαρτία τους και δεν καθορίζει το αποτέλεσμά τους, αλλά αντιθέτως χρησιμοποιεί απευθείας την εμφάνιση γεγονότων για να αποδώσει την τιμωρία τους και τα δίκαια αντίποινά τους. Όταν λάβουν χώρα τα γεγονότα αυτά, η σάρκα των ανθρώπων είναι αυτή που τιμωρείται, δηλαδή η τιμωρία είναι κάτι το ορατό στο ανθρώπινο μάτι. Όταν αντιμετωπίζει την κακή συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων, ο Θεός τούς καταριέται απλώς με λόγια και τους πλήττει επίσης ο θυμός Του, αλλά η τιμωρία που εισπράττουν μπορεί να είναι κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν. Παρ’ όλα αυτά, αυτού του είδους το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακόμα πιο σοβαρό από τα αποτελέσματα τα οποία μπορούν να δουν οι άνθρωποι, όπως το να τιμωρείσαι ή να σκοτώνεσαι. Αυτό συμβαίνει γιατί, υπό τις συνθήκες που ο Θεός έχει καθορίσει να μη σώζει τέτοιου είδους ανθρώπους, να μην τους δείχνει πια έλεος ή να έχει μακροθυμία προς αυτούς και να μην τους προσφέρει άλλες ευκαιρίες, τότε η στάση που Αυτός υιοθετεί απέναντί τους είναι μια στάση κατά την οποία τους παραμερίζει. Ποια είναι εδώ η σημασία του «παραμερίζω»; Η βασική σημασία του όρου είναι «να αφήνεις κάτι στην άκρη, να μη του δίνεις πια σημασία». Εδώ, όμως, όταν ο Θεός «παραμερίζει κάποιον», υπάρχουν δύο διαφορετικές εξηγήσεις για τη σημασία του: Η πρώτη είναι πως Αυτός έχει παραδώσει τη ζωή και τα πάντα σχετικά με τον άνθρωπο εκείνο στον Σατανά, ώστε να τα αντιμετωπίσει εκείνος, και ο Θεός δε θα ήταν πια υπεύθυνος γι’ αυτά και δε θα διαχειριζόταν πια αυτόν τον άνθρωπο. Ανεξάρτητα απ’ το αν ο άνθρωπος εκείνος ήταν τρελός ή χαζός, ή αν ήταν νεκρός ή ζωντανός, ή αν είχε πέσει στην κόλαση ως τιμωρία, τίποτα από αυτά δε θα είχε καμία σχέση με τον Θεό. Αυτό θα σήμαινε πως ένα τέτοιο πλάσμα δε θα είχε καμία σχέση με τον Δημιουργό. Η δεύτερη εξήγηση είναι πως ο Θεός έχει αποφασίσει πως Αυτός ο ίδιος θέλει να κάνει κάτι με τον άνθρωπο αυτό, με τα ίδια Του τα χέρια. Είναι πιθανό να αξιοποιήσει την υπηρεσία αυτού του ανθρώπου ή να το χρησιμοποιήσει ως αντιθετικό στοιχείο. Είναι πιθανό να έχει ειδικό τρόπο για να αντιμετωπίζει αυτό το είδος ανθρώπου, ειδικό τρόπο να του φέρεται, όπως ακριβώς με τον Παύλο για παράδειγμα. Αυτή είναι η αρχή και η στάση στην καρδιά του Θεού βάσει των οποίων έχει αποφασίσει να αντιμετωπίζει αυτό το είδος ανθρώπου. Επομένως, όταν οι άνθρωποι αντιστέκονται στον Θεό και όταν Τον κακολογούν και Τον βλασφημούν, αν επιβαρύνουν τη διάθεσή Του ή αν σπρώξουν τον Θεό πέρα από τα όρια της ανοχής Του, τότε τις συνέπειες δεν αντέχουν καν να τις σκεφτούν. Η πιο σοβαρή συνέπεια είναι πως ο Θεός παραδίδει τις ζωές τους και τα πάντα σχετικά με αυτούς στον Σατανά μια για πάντα. Δε θα συγχωρεθούν σε όλη την αιωνιότητα. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει τροφή στο στόμα του Σατανά, ένα παιχνίδι στο χέρι του και, από εκεί και πέρα, ο Θεός δεν έχει καμία παραπάνω σχέση μαζί του. Φαντάζεστε πόση δυστυχία υπήρχε όταν ο Σατανάς έβαζε τον Ιώβ σε πειρασμό; Ακόμη και υπό τον όρο πως ο Σατανάς δεν επιτρεπόταν να βλάψει τη ζωή του Ιώβ, ο Ιώβ και πάλι υπέφερε πολύ. Επιπλέον, δεν είναι ακόμα πιο δύσκολο να φανταστείς τα δεινά που θα προκαλούνταν από τον Σατανά σε κάποιον ο οποίος έχει παραδοθεί εξ ολοκλήρου στον Σατανά, που είναι εξ ολοκλήρου στον έλεγχο του Σατανά, που έχει χάσει ολοκληρωτικά τη φροντίδα και το έλεος του Θεού, που δε βρίσκεται πια υπό τη διακυβέρνηση του Δημιουργού, που του έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα να Τον λατρεύει και το δικαίωμα να είναι πλάσμα υπό τη διακυβέρνηση του Δημιουργού, και του οποίου η σχέση με τον Κύριο της κτίσης έχει αποκοπεί ολοκληρωτικά; Η δίωξη του Ιώβ από τον Σατανά ήταν κάτι το ορατό στο ανθρώπινο μάτι, αλλά, αν ο Θεός παραδώσει τη ζωή κάποιου στον Σατανά, οι συνέπειες ξεπερνούν την ανθρώπινη φαντασία. Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να ξαναγεννηθούν ως αγελάδες ή γαϊδούρια, ενώ κάποιοι μπορεί να καταληφθούν ή να κυριευτούν από ακάθαρτα, κακά πνεύματα, και ούτω καθεξής. Τέτοια είναι τα αποτελέσματα κάποιων από τους ανθρώπους που παραδίδονται από τον Θεό στον Σατανά. Απ’ έξω, φαίνεται πως οι άνθρωποι εκείνοι που γελοιοποίησαν, κακολόγησαν, καταδίκασαν και βλασφήμησαν τον Κύριο Ιησού, δεν υπέστησαν καμία συνέπεια. Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως ο Θεός έχει μια προσέγγιση για να αντιμετωπίζει τα πάντα. Μπορεί να μη χρησιμοποιεί σαφή γλώσσα για να πει στους ανθρώπους το αποτέλεσμα του πώς αντιμετωπίζει το κάθε είδος ανθρώπου. Μερικές φορές, δε μιλάει ευθέως, αλλά αντιθέτως ενεργεί ευθέως. Το γεγονός πως δε μιλάει γι’ αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα· στην πραγματικότητα, σε μια τέτοια περίπτωση είναι πιθανό το αποτέλεσμα να είναι ακόμα πιο σοβαρό. Εξωτερικά, μπορεί να φαίνεται ότι υπάρχουν κάποιοι, στους οποίους ο Θεός δε μιλάει ξεκάθαρα σχετικά με τη στάση Του, αλλά στην πραγματικότητα, ο Θεός δε θέλει να τους δίνει καμία σημασία εδώ και πολύ καιρό. Δε θέλει να τους βλέπει πια. Λόγω των πραγμάτων που έχουν κάνει και της συμπεριφοράς τους, λόγω της φύσης και της ουσίας τους, το μόνο που θέλει ο Θεός είναι να εξαφανιστούν από μπροστά Του, να τους παραδώσει απευθείας στον Σατανά, να δώσει το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα τους στον Σατανά και να επιτρέψει στον Σατανά να κάνει ό,τι θέλει μαζί τους. Είναι ξεκάθαρος ο βαθμός στον οποίο τους μισεί ο Θεός, ο βαθμός στον οποίο Τον αηδιάζουν. Αν ένας άνθρωπος εξαγριώσει τον Θεό σε βαθμό που ο Θεός δε θέλει πια ούτε να τον ξαναδεί και είναι προετοιμασμένος να τον εγκαταλείψει ολοκληρωτικά, σε βαθμό που δε θέλει καν να τον αντιμετωπίσει ο ίδιος —αν φτάσει στο σημείο που Αυτός θα τον παραδώσει στον Σατανά για να τον κάνει ό,τι θέλει, που θα επιτρέψει στον Σατανά να τον ελέγχει, να τον καταστρέψει και να τον μεταχειριστεί με οποιονδήποτε τρόπο τον ευχαριστεί— τότε ο άνθρωπος αυτός έχει παντελώς τελειώσει. Το δικαίωμά του να είναι άνθρωπος έχει ανακληθεί οριστικά και το δικαίωμά του να είναι πλάσμα της δημιουργίας του Θεού έχει πάψει να υφίσταται. Δεν είναι αυτό το πιο σοβαρό είδος τιμωρίας;

Όλα τα παραπάνω είναι πλήρης επεξήγηση του λόγου: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι», και λειτουργεί, επίσης, ως ένας απλός σχολιασμός πάνω σ’ αυτές τις περικοπές από τις Γραφές. Πιστεύω πως πλέον όλοι έχετε κάποια κατανόηση σχετικά με αυτά!

Τώρα, ας διαβάσουμε τις ακόλουθες περικοπές από τις Γραφές.

12. Ο λόγος του Ιησού στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του

Ιωάν. 20:26-29 Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν. Έπειτα λέγει προς τον Θωμάν· Φέρε τον δάκτυλόν σου εδώ και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός. Και απεκρίθη ο Θωμάς και είπε προς αυτόν· Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Επειδή με είδες, Θωμά, επίστευσας· μακάριοι όσοι δεν είδον και επίστευσαν.

Ιωάν. 21:16-17 Λέγει προς αυτόν πάλιν δευτέραν φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Λέγει προς αυτόν· Ναι, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν· Ποίμαινε τα πρόβατά μου. Λέγει προς αυτόν την τρίτην φοράν· Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με; Ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπε προς αυτόν την τρίτην φοράν· Αγαπάς με; και είπε προς αυτόν· Κύριε, συ εξεύρεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Βόσκε τα πρόβατά μου.

Αυτό που εξιστορούν οι περικοπές αυτές είναι ορισμένα πράγματα που έκανε και είπε ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του. Πρώτα, ας ρίξουμε μια ματιά σε τυχόν διαφορές που μπορεί να υπάρχουν στον Κύριο Ιησού πριν και μετά την ανάσταση. Ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς των περασμένων ημερών; Οι Γραφές περιέχουν το ακόλουθο εδάφιο που περιγράφει τον Κύριο Ιησού μετά την ανάσταση: «Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν». Είναι πολύ ξεκάθαρο πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς δεν κατοικούσε πια σ’ ένα σαρκικό σώμα, αλλά πως ήταν πλέον σ’ ένα πνευματικό σώμα. Αυτό οφειλόταν στο ότι είχε υπερβεί τους περιορισμούς της σάρκας· παρόλο που η πόρτα ήταν κλειστή, μπορούσε ακόμα να έλθει ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους επιτρέψει να Τον δούνε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του Κυρίου Ιησού μετά την ανάσταση και του Κυρίου Ιησού που ζούσε στη σάρκα, πριν από την ανάσταση. Παρόλο που δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ της εμφάνισης του πνευματικού σώματος εκείνης της στιγμής και της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού όπως ήταν πριν, ο Κύριος Ιησούς, εκείνη τη στιγμή, είχε γίνει κάποιος που οι άνθρωποι ένιωθαν σαν ξένο, γιατί είχε γίνει πνευματικό σώμα αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και, σε σύγκριση με την προηγούμενη σάρκα Του, το πνευματικό αυτό σώμα ήταν πιο ακατάληπτο και δυσνόητο στους ανθρώπους. Δημιούργησε επίσης μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον Κύριο Ιησού και στους ανθρώπους, ενώ οι άνθρωποι ένιωθαν στις καρδιές τους πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς είχε γίνει πιο μυστηριώδης. Αυτές οι νοήσεις και τα συναισθήματα από πλευράς των ανθρώπων, τους επανέφεραν ξαφνικά σε μια εποχή πίστης σε έναν Θεό που δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του ήταν να επιτρέψει σε όλους να Τον δουν, να επιβεβαιώσει πως Αυτός υπάρχει και να επιβεβαιώσει το γεγονός της ανάστασής Του. Επιπλέον, αυτή η ενέργεια αποκατέστησε τη σχέση Του με τους ανθρώπους στην προηγούμενη κατάστασή της όταν Αυτός εργαζόταν στη σάρκα, όταν ήταν ο Χριστός τον οποίο μπορούσαν να δουν και ν’ αγγίξουν. Ένα από τα αποτελέσματα αυτού είναι πως οι άνθρωποι δεν είχαν καμία απολύτως αμφιβολία πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί από τους νεκρούς αφού είχε καρφωθεί στον σταυρό, και επίσης δεν είχαν καμία αμφιβολία για το έργο του Κυρίου Ιησού για τη λύτρωση της ανθρωπότητας. Ένα άλλο αποτέλεσμα είναι πως το γεγονός ότι ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στους ανθρώπους μετά την ανάστασή Του και τους επέτρεψε να Τον δουν και να Τον αγγίξουν εδραίωσε σταθερά την ανθρωπότητα στην Εποχή της Χάριτος, διασφαλίζοντας πως από εκεί και πέρα, οι άνθρωποι δεν θα επέστρεφαν στην προηγούμενη Εποχή του Νόμου, με την υποτιθέμενη αιτιολογία ότι ο Κύριος Ιησούς «εξαφανίστηκε» ή ότι «έφυγε χωρίς να πει λέξη». Έτσι διασφάλισε ότι θα συνέχιζαν να προχωρούν προς τα εμπρός, ακολουθώντας τις διδαχές του Κυρίου Ιησού και το έργο που Αυτός είχε εκτελέσει. Κατά συνέπεια, άνοιξε επίσημα μια νέα φάση στο έργο της Εποχής της Χάριτος, ενώ, από εκεί και έπειτα, οι άνθρωποι που ζούσαν υπό τον νόμο εξήλθαν επίσημα από τον νόμο και εισήλθαν σε μια νέα περίοδο, μια νέα αρχή. Αυτές είναι οι πολύπλευρες σημασίες της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα μετά την ανάσταση.

Εφόσον ο Κύριος Ιησούς κατοικούσε τώρα σ’ ένα πνευματικό σώμα, πώς μπορούσαν οι άνθρωποι να Τον αγγίξουν και να Τον δουν; Αυτό το ερώτημα θίγει τη σημασία της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα. Παρατηρήσατε τίποτα στις Γραφικές περικοπές που μόλις διαβάσαμε; Γενικά, τα πνευματικά σώματα δεν είναι ορατά ή απτά, ενώ, μετά την ανάσταση, το έργο που είχε αναλάβει ο Κύριος Ιησούς είχε ήδη ολοκληρωθεί. Επομένως, στη θεωρία, δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να επιστρέψει ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους συναντήσει με την αρχική Του μορφή, ωστόσο, η εμφάνιση του πνευματικού σώματος του Κυρίου Ιησού σε ανθρώπους όπως ο Θωμάς έκανε τη σημασία της εμφάνισής Του πιο απτή, ώστε διείσδυσε βαθύτερα στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν εμφανίστηκε στον Θωμά, άφησε τον δύσπιστο Θωμά να αγγίξει το χέρι Του, λέγοντάς του: «Φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Τα λόγια αυτά και οι ενέργειες αυτές δεν ήταν πράγματα που ήθελε να πει και να κάνει ο Κύριος Ιησούς μόνο αφότου είχε αναστηθεί· στην πραγματικότητα, ήταν πράγματα που ήθελε να κάνει πριν καρφωθεί στον σταυρό. Είναι εμφανές πως, πριν καρφωθεί στον σταυρό, ο Κύριος Ιησούς είχε ήδη μια κατανόηση για ανθρώπους σαν τον Θωμά. Επομένως, τι μπορούμε να δούμε από αυτό; Παρέμενε ο ίδιος Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του. Η ουσία Του δεν είχε αλλάξει. Οι αμφιβολίες του Θωμά δεν είχαν δημιουργηθεί μόλις τότε, αλλά υπήρχαν καθ’ όλο το διάστημα που ακολουθούσε τον Κύριο Ιησού. Ωστόσο, εδώ ήταν ο Κύριος Ιησούς που είχε αναστηθεί από τους νεκρούς και είχε επιστρέψει από τον πνευματικό κόσμο με την αρχική Του εικόνα, με την αρχική Του διάθεση και με την κατανόηση που είχε για την ανθρωπότητα από τον χρόνο Του στη σάρκα, επομένως, πήγε πρώτα στον Θωμά και τον άφησε να αγγίξει το πλευρό Του, όχι μόνο για να επιτρέψει στον Θωμά να δει το πνευματικό Του σώμα μετά την ανάσταση, αλλά και για να τον αφήσει να αγγίξει και να νιώσει την ύπαρξη του πνευματικού Του σώματος και να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά τις αμφιβολίες του. Πριν καρφωθεί στον σταυρό ο Κύριος Ιησούς, ο Θωμάς πάντοτε αμφέβαλε πως Αυτός ήταν ο Χριστός και ήταν ανίκανος να πιστέψει. Η πίστη του στον Θεό είχε οικοδομηθεί μόνο πάνω σ’ αυτά που μπορούσε να δει με τα ίδια του τα μάτια, πάνω σ’ αυτά που μπορούσε να αγγίξει με τα ίδια του τα χέρια. Ο Κύριος Ιησούς κατανοούσε καλά την πίστη αυτού του είδους ανθρώπων. Πίστευαν μόνο στον επουράνιο Θεό, ενώ δεν πίστευαν καθόλου τον Απεσταλμένο του Θεού ή τον ενσαρκωμένο Χριστό και ούτε Τον δέχονταν. Για να να ομολογήσει και να πιστέψει ο Πέτρος στην ύπαρξη του Κυρίου Ιησού, όπως και να πιστέψει πως Αυτός ήταν πραγματικά ο ενσαρκωμένος Θεός, επέτρεψε στον Θωμά να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει το πλευρό Του. Οι αμφιβολίες του Θωμά είχαν καμιά διαφορά πριν και μετά την ανάσταση του Κυρίου Ιησού; Πάντοτε αμφέβαλλε και με εξαίρεση το πνευματικό σώμα του Κυρίου Ιησού που του εμφανίστηκε προσωπικά και του επέτρεψε να αγγίξει τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα Του, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μπορούσε κανείς να εξαλείψει τις αμφιβολίες του και να τον κάνει να τις αποχωριστεί. Έτσι, από τη στιγμή που ο Κύριος Ιησούς επέτρεψε στον Θωμά να αγγίξει το πλευρό Του και να αισθανθεί πραγματικά την ύπαρξη των σημαδιών από τα καρφιά, οι αμφιβολίες του Θωμά εξαφανίστηκαν, κατάλαβε πραγματικά πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί, και ομολόγησε και πίστεψε πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο πραγματικός Χριστός και ο ενσαρκωμένος Θεός. Παρόλο που την ώρα εκείνη ο Θωμάς δεν αμφέβαλλε πια, είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να συναντηθεί με τον Χριστό. Είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να είναι μαζί Του, να Τον ακολουθεί, να Τον γνωρίσει. Είχε χάσει την ευκαιρία να οδηγηθεί στην τελείωση από τον Χριστό. Η εμφάνιση και ο λόγος του Κυρίου Ιησού παρείχαν ένα συμπέρασμα και μια ετυμηγορία για την πίστη εκείνων που ήταν γεμάτοι αμφιβολίες. Χρησιμοποίησε τον πραγματικό Του λόγο και τις ενέργειές Του για να πει στους αμφισβητίες, να πει σε εκείνους που πίστευαν μόνο στον Θεό στον ουρανό, αλλά όχι στον Χριστό, το εξής: ο Θεός δεν επιδοκίμαζε την πίστη τους ούτε τους επιδοκίμαζε που Τον ακολουθούσαν, ενώ αμφέβαλλαν γι’ Αυτόν. Η μέρα κατά την οποία πίστεψαν πλήρως στον Θεό και στον Χριστό μπορούσε να είναι μόνο η μέρα που ο Θεός ολοκλήρωσε το μέγα Του έργο. Φυσικά, η μέρα εκείνη ήταν επίσης η μέρα που διατυπώθηκε μια ετυμηγορία για τις αμφιβολίες τους. Η στάση τους προς τον Χριστό καθόρισε τη μοίρα τους, οι επίμονες αμφιβολίες τους σήμαιναν πως η πίστη τους δεν απέδωσε κανέναν καρπό γι’ αυτούς, ενώ η σκληρότητά τους σήμαινε πως οι ελπίδες τους ήταν μάταιες. Επειδή η πίστη τους στον επουράνιο Θεό τρεφόταν με ψευδαισθήσεις και οι αμφιβολίες τους προς τον Χριστό ήταν στην πραγματικότητα η αληθινή τους στάση προς τον Θεό, παρόλο που άγγιξαν τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα του Κυρίου Ιησού, η πίστη τους παρέμενε ανώφελη και το αποτέλεσμά τους θα μπορούσε να περιγραφεί μόνο ως μια τρύπα στο νερό —ήταν όλο μάταιο. Αυτό που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά ήταν επίσης πολύ ξεκάθαρα ο τρόπος Του να πει σε κάθε άνθρωπο: Ο αναστημένος Κύριος Ιησούς είναι ο Κύριος Ιησούς που πέρασε τριάντα τρία και μισό χρόνια εργαζόμενος ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Παρόλο που είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε βιώσει την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, και παρόλο που είχε βιώσει την ανάσταση, δεν είχε υποστεί καμία αλλαγή σε καμία πτυχή. Παρόλο που τώρα είχε σημάδια από καρφιά στο σώμα Του και παρόλο που είχε αναστηθεί και είχε βγει από τον τάφο, η διάθεσή Του, η κατανόησή Του για την ανθρωπότητα και οι προθέσεις Του προς την ανθρωπότητα δεν είχαν υποστεί την παραμικρή αλλαγή. Επίσης, έλεγε στους ανθρώπους πως είχε κατέβει από τον σταυρό, είχε θριαμβεύσει επί της αμαρτίας, είχε ξεπεράσει τις κακουχίες και είχε θριαμβεύσει επί του θανάτου. Τα σημάδια από τα καρφιά ήταν απλώς οι αποδείξεις της νίκης Του επί του Σατανά, οι αποδείξεις πως έγινε θυσία υπέρ αμαρτίας για να λυτρώσει επιτυχώς όλη την ανθρωπότητα. Έλεγε στους ανθρώπους πως Αυτός είχε ήδη επωμιστεί τις αμαρτίες της ανθρωπότητας και πως είχε ολοκληρώσει το έργο της λύτρωσης. Όταν επέστρεψε για να δει τους μαθητές Του, τους είπε αυτό το μήνυμα μέσω της εμφάνισής Του: «Είμαι ακόμα ζωντανός, υπάρχω ακόμα· σήμερα, στέκομαι πραγματικά μπροστά σας για να Με δείτε και να Με αγγίξετε. Θα είμαι πάντοτε μαζί σας». Ο Κύριος Ιησούς ήθελε επίσης να χρησιμοποιήσει την περίπτωση του Θωμά ως προειδοποίηση για τους ανθρώπους στο μέλλον: Παρόλο που δεν μπορείς μήτε να δεις μήτε να αγγίξεις τον Κύριο Ιησού κατά την πίστη σου σ’ Αυτόν, είσαι ευλογημένος εξαιτίας της αληθινής σου πίστης, όπως και μπορείς να δεις τον Κύριο Ιησού εξαιτίας της αληθινής σου πίστης, και αυτό το είδος ανθρώπου είναι ευλογημένο.

Ο λόγος αυτός που καταγράφεται στη Βίβλο και που εξέφερε ο Κύριος Ιησούς όταν εμφανίστηκε στον Θωμά προσφέρει μεγάλη βοήθεια σε όλους τους ανθρώπους στην Εποχή της Χάριτος. Η εμφάνισή Του στον Θωμά και τα λόγια που του είπε έχουν επηρεάσει σημαντικά τις γενιές που ακολούθησαν· έχουν παντοτινή σημασία. Ο Θωμάς αντιπροσωπεύει ένα είδος ανθρώπου που πιστεύει στον Θεό, ωστόσο αμφιβάλλει για τον Θεό. Αυτοί οι άνθρωποι είναι καχύποπτοι εκ φύσεως, έχουν μοχθηρές καρδιές, είναι επίβουλοι και δεν πιστεύουν στα πράγματα που μπορεί να επιτύχει ο Θεός. Δεν πιστεύουν στην παντοδυναμία του Θεού και στην κυριαρχία Του, ούτε πιστεύουν στον ενσαρκωμένο Θεό. Ωστόσο, η ανάσταση του Κυρίου Ιησού ερχόταν σε πλήρη αντίθεση μ’ εκείνα τα χαρακτηριστικά που είχαν και τους παρείχε την ευκαιρία να ανακαλύψουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες, να αναγνωρίσουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες και να ομολογήσουν την ίδια τους την επιβουλή, καταλήγοντας, έτσι, στο να πιστέψουν πραγματικά στην ύπαρξη και στην ανάσταση του Κυρίου Ιησού. Αυτό που συνέβη με τον Θωμά, προειδοποίησε και επέστησε την προσοχή στις μελλοντικές γενιές, έτσι ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορέσουν να προειδοποιήσουν τους εαυτούς τους να μην είναι αμφισβητίες σαν τον Θωμά, καθώς και ότι αν γέμιζαν με αμφιβολίες, τότε θα βυθίζονταν στο σκότος. Αν ακολουθείς τον Θεό, αλλά, όπως ακριβώς ο Θωμάς, θέλεις πάντα να αγγίζεις το πλευρό του Κυρίου και να νιώθεις τα σημάδια Του από τα καρφιά για να επιβεβαιώσεις, να επαληθεύσεις και να κάνεις εικασίες σχετικά με το αν υπάρχει ο Θεός ή όχι, τότε ο Θεός θα σε απαρνηθεί. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς απαιτεί από τους ανθρώπους να μην είναι σαν τον Θωμά, πιστεύοντας μόνο στα όσα μπορούν να δουν με ίδια τα μάτια τους, αλλά να είναι αγνοί, ειλικρινείς άνθρωποι και να μην τρέφουν αμφιβολίες για τον Θεό, αλλά απλώς να πιστεύουν σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθούν. Οι άνθρωποι σαν κι αυτούς είναι ευλογημένοι. Αυτή είναι μια πολύ μικρή απαίτηση που έχει ο Κύριος Ιησούς από τους ανθρώπους, καθώς και είναι μια προειδοποίηση προς τους ακόλουθούς Του.

Η παραπάνω είναι η στάση του Κυρίου Ιησού προς εκείνους που είναι γεμάτοι αμφιβολίες. Επομένως, τι τους είπε και τι έκανε ο Κύριος Ιησούς για εκείνους που είναι ικανοί να πιστεύουν ειλικρινά σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθούν; Αυτό θα μελετήσουμε στη συνέχεια, μέσω ενός διαλόγου μεταξύ του Κυρίου Ιησού και του Πέτρου.

Στη συζήτηση αυτή, ο Κύριος Ιησούς ρώτησε επανειλημμένως τον Πέτρο ένα πράγμα: «Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με;» Αυτό αποτελεί ένα υψηλότερο πρότυπο το οποίο απαίτησε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του από ανθρώπους όπως ο Πέτρος, ανθρώπους που πιστεύουν πραγματικά στον Χριστό και αγωνίζονται για να αγαπούν τον Κύριο. Η ερώτηση αυτή ήταν κάτι σαν έρευνα και ανάκριση, αλλά, ακόμη περισσότερο, ήταν μια απαίτηση και μια προσδοκία από τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο. Ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε αυτήν την ερωτηματική μέθοδο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να συλλογιστούν και να κοιτάξουν μέσα τους και να αναρωτηθούν: Ποιες είναι οι απαιτήσεις του Κυρίου Ιησού από τους ανθρώπους; Αγαπώ τον Κύριο; Είμαι άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό; Πώς οφείλω να αγαπώ τον Θεό; Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς έκανε μόνο αυτήν την ερώτηση στον Πέτρο, η αλήθεια είναι πως, στην καρδιά Του, θέτοντας στον Πέτρο αυτά τα ερωτήματα, ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτήν την ευκαιρία για να απευθύνει αυτό το ίδιο είδος ερώτησης σε περισσότερους ανθρώπους που επιζητούν να αγαπούν τον Θεό. Απλώς, ο Πέτρος είχε την ευλογία να ενεργεί ως ο εκπρόσωπος αυτού του είδους ανθρώπου, να δέχεται αυτές τις ερωτήσεις από το στόμα του ίδιου του Κυρίου Ιησού.

Σε σύγκριση με τα ακόλουθα λόγια που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά μετά την ανάστασή Του: «Φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός», η τριπλά επαναλαμβανόμενη ερώτησή του προς τον Πέτρο: «Σίμων, υιέ του Ιωάννη, αγαπάς με;» επιτρέπει στους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα την αυστηρότητα της στάσης του Κυρίου Ιησού, όπως και το αίσθημα του επείγοντος που ένιωθε όταν τον ρωτούσε. Όσο για τον δύσπιστο Θωμά, με τη δόλια φύση του, ο Κύριος Ιησούς τού επέτρεψε να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα Του, γεγονός που τον οδήγησε στο να πιστέψει πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο αναστημένος Υιός του ανθρώπου και στο να αναγνωρίσει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού ως Χριστό. Επιπλέον, παρόλο που ο Κύριος Ιησούς δεν επέπληξε τον Θωμά με αυστηρότητα ούτε και εξέφρασε λεκτικά κάποια σαφή κρίση γι’ αυτόν, παρ’ όλα αυτά, χρησιμοποίησε πρακτικές ενέργειες για να ενημερώσει τον Θωμά πως τον κατανοούσε, ενώ, ταυτόχρονα, επιδείκνυε τη στάση και την αποφασιστικότητά Του προς αυτό το είδος ανθρώπου. Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες του Κυρίου Ιησού από αυτό το είδος ανθρώπου δεν φαίνονται από αυτά που είπε, επειδή οι άνθρωποι σαν τον Θωμά απλούστατα δεν έχουν ούτε ένα ίχνος αληθινής πίστης. Οι απαιτήσεις που έχει ο Κύριος Ιησούς από αυτούς φτάνουν μέχρι εκεί, αλλά η στάση που Αυτός αποκάλυψε προς τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο είναι τελείως διαφορετική. Δεν απαίτησε από τον Πέτρο να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια Του από τα καρφιά, ούτε είπε στον Πέτρο: «Μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Αντιθέτως, έκανε στον Πέτρο την ίδια ερώτηση επανειλημμένα. Η ερώτηση προκαλούσε σκέψεις και ήταν γεμάτη νόημα, μια ερώτηση που δεν μπορεί παρά να κάνει κάθε ακόλουθο του Χριστού να νιώσει μετάνοια και φόβο, αλλά και να νιώσει την ανήσυχη και λυπημένη διάθεση του Κυρίου Ιησού. Επιπλέον, όταν πονούν πολύ και υποφέρουν, είναι πιο ικανοί να κατανοήσουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του Κυρίου Ιησού Χριστού· συνειδητοποιούν τις ειλικρινείς Του διδαχές και τις αυστηρές Του απαιτήσεις για αγνούς και έντιμους ανθρώπους. Η ερώτηση του Κυρίου Ιησού επιτρέπει στους ανθρώπους να νιώσουν πως οι προσδοκίες που έχει ο Κύριος από τους ανθρώπους και που αποκαλύπτονται σ’ αυτόν τον απλό λόγο, δεν είναι απλώς να πιστεύεις σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθείς, αλλά να επιτύχεις να έχεις αγάπη, να αγαπάς τον Κύριό σου και τον Θεό σου. Αυτό το είδος αγάπης είναι στοργικό και υπάκουο. Είναι οι άνθρωποι που ζουν για τον Θεό, πεθαίνουν για τον Θεό, αφιερώνουν τα πάντα στον Θεό, και δαπανούν και δίνουν τα πάντα για τον Θεό. Αυτό το είδος αγάπης σημαίνει επίσης να δίνει κανείς στον Θεό παρηγοριά, επιτρέποντάς Του να απολαμβάνει τη μαρτυρία και να αναπαύεται. Είναι η ανταπόδοση της ανθρωπότητας στον Θεό, η ευθύνη, η υποχρέωση και το καθήκον του ανθρώπου, και είναι μια οδός που πρέπει να ακολουθούν οι άνθρωποι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Οι τρεις αυτές ερωτήσεις ήταν μια απαίτηση και μια προτροπή που έκανε ο Κύριος Ιησούς προς τον Πέτρο και προς όλους τους ανθρώπους που θα οδηγούνταν στην τελείωση. Ήταν οι τρεις αυτές ερωτήσεις που οδήγησαν και παρακίνησαν τον Πέτρο να ακολουθήσει το μονοπάτι του στη ζωή ως το τέλος, ενώ ήταν οι ερωτήσεις αυτές κατά την αναχώρηση του Κυρίου Ιησού που οδήγησαν τον Πέτρο να ξεκινήσει στο μονοπάτι του προς την τελείωση, που τον οδήγησαν, χάρη στην αγάπη του για τον Κύριο, να φροντίζει την καρδιά του Κυρίου, να υπακούει στον Κύριο, να προσφέρει παρηγοριά στον Κύριο και να προσφέρει ολόκληρη τη ζωή του και όλο του το είναι χάρη στην αγάπη του.

Κατά την Εποχή της Χάριτος, το έργο του Θεού αφορούσε κυρίως δύο είδη ανθρώπων. Το πρώτο ήταν το είδος του ανθρώπου που πίστευε σ’ Αυτόν και Τον ακολουθούσε, που μπορούσε να τηρεί τις εντολές Του, μπορούσε να σηκώσει τον σταυρό και να μείνει πιστός στην οδό της Εποχής της Χάριτος. Αυτό το είδος ανθρώπου θα λάμβανε την ευλογία του Θεού και θα απολάμβανε τη χάρη του Θεού. Το δεύτερο είδος ανθρώπου ήταν σαν τον Πέτρο —κάποιος που μπορούσε να οδηγηθεί στην τελείωση. Έτσι, αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, έκανε πρώτα τα δύο αυτά πλέον σημαντικά πράγματα. Το ένα έγινε με τον Θωμά, το άλλο με τον Πέτρο. Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα δυο πράγματα; Αντιπροσωπεύουν τις πραγματικές προθέσεις του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας; Αντιπροσωπεύουν την ειλικρίνεια του Θεού προς την ανθρωπότητα; Το έργο που Αυτός έκανε με τον Θωμά ήταν για να προειδοποιήσει τους ανθρώπους να μην είναι δύσπιστοι, αλλά απλώς να πιστεύουν. Το έργο που έκανε με τον Πέτρο ήταν για να ενδυναμώσει την πίστη των ανθρώπων σαν τον Πέτρο και για να κάνει ξεκάθαρες τις απαιτήσεις Του από αυτό το είδος ανθρώπου, να δείξει ποιους στόχους θα έπρεπε να επιδιώκουν.

Αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, εμφανίστηκε στους ανθρώπους που Αυτός θεώρησε απαραίτητο, μίλησε μαζί τους, διατύπωσε τις απαιτήσεις Του από αυτούς, αφήνοντας πίσω τις προθέσεις και τις προσδοκίες Του για τους ανθρώπους. Με άλλα λόγια, ως ο ενσαρκωμένος Θεός, το ενδιαφέρον Του για την ανθρωπότητα και οι απαιτήσεις Του από τους ανθρώπους δεν άλλαξαν ποτέ· αυτά παρέμειναν τα ίδια όταν ήταν ενσαρκωμένος και όταν ήταν στο πνευματικό Του σώμα αφού καρφώθηκε στον σταυρό και αναστήθηκε. Ενδιαφερόταν για τους μαθητές αυτούς πριν βρεθεί πάνω στον σταυρό, και στην καρδιά Του, ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά την κατάσταση του κάθε ανθρώπου και κατανοούσε τα ελαττώματα κάθε ανθρώπου και, φυσικά, η κατανόηση Του για κάθε άνθρωπο αφότου πέθανε, αναστήθηκε και έγινε πνευματικό σώμα, ήταν η ίδια όπως ήταν όταν Αυτός ήταν στη σάρκα. Γνώριζε πως οι άνθρωποι δεν ήταν απολύτως βέβαιοι για την ταυτότητά Του ως Χριστός, αλλά, κατά το διάστημά Του στη σάρκα, δεν διατύπωσε αυστηρές απαιτήσεις από τους ανθρώπους. Ωστόσο, αφού είχε αναστηθεί, εμφανίστηκε σ’ αυτούς και φρόντισε να βεβαιωθούν απολύτως για το γεγονός πως ο Κύριος Ιησούς είχε έλθει από τον Θεό και πως ήταν ο ενσαρκωμένος Θεός, ενώ χρησιμοποίησε το γεγονός της εμφάνισης και της ανάστασής Του ως το μεγαλύτερο όραμα και το κίνητρο της δια βίου επιδίωξης της ανθρωπότητας. Η ανάστασή Του από τον θάνατο, όχι μόνο ενδυνάμωσε όλους όσοι Τον ακολουθούσαν, αλλά επίσης εφάρμοσε πλήρως, ανάμεσα στην ανθρωπότητα, το έργο Του της Εποχής της Χάριτος, με αποτέλεσμα το ευαγγέλιο της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού στην Εποχή της Χάριτος να αρχίσει να διαδίδεται σταδιακά σε κάθε γωνιά της ανθρωπότητας. Θα έλεγες πως η εμφάνιση του Κυρίου Ιησού μετά την ανάστασή Του είχε καμιά σημασία; Αν, εκείνη την περίοδο, ήσουν ο Θωμάς ή ο Πέτρος και συναντούσες αυτό το τόσο βαρυσήμαντο πράγμα στη ζωή σου, τι είδους επίπτωση θα είχε πάνω σου; Θα το είχες δει σαν το καλύτερο και το σπουδαιότερο όραμα στη ζωή της πίστης σου στον Θεό; Θα το είχες δει σαν δύναμη που θα σε παρακινούσε καθώς ακολουθούσες τον Θεό, αγωνιζόσουν για να Τον ικανοποιείς και επεδίωκες να αγαπήσεις τον Θεό σε ολόκληρη τη ζωή σου; Θα είχες δαπανήσει μια ζωή προσπαθειών για να διαδώσεις αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα οράματα; Θα είχες αποδεχθεί τη διάδοση της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού ως αποστολή από τον Θεό; Παρόλο που δεν το έχετε βιώσει αυτό, τα δύο παραδείγματα του Θωμά και του Πέτρου ήδη αρκούν για να αποκτήσουν οι σύγχρονοι άνθρωποι μια σαφή κατανόηση του Θεού και του θελήματός Του. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως, αφού ο Θεός ενσαρκώθηκε, αφού βίωσε προσωπικά τη ζωή ανάμεσα στην ανθρωπότητα και βίωσε προσωπικά την ανθρώπινη ζωή και, αφού είδε την εξαχρείωση της ανθρωπότητας και την κατάσταση της ανθρώπινης ζωής εκείνη την περίοδο, ο Θεός στη σάρκα ένιωσε πιο βαθιά πόσο ανήμπορη, οικτρή και αξιοθρήνητη είναι η ανθρωπότητα. Ο Θεός απέκτησε περισσότερη ενσυναίσθηση για την ανθρώπινη κατάσταση, λόγω της ανθρώπινης φύσης που διέθετε όταν ζούσε στη σάρκα, λόγω των σαρκικών ενστίκτων Του. Αυτό Τον οδήγησε να νιώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους ακόλουθούς Του. Αυτά είναι πιθανόν πράγματα που δεν μπορείτε να κατανοήσετε, αλλά μπορώ να περιγράψω αυτήν την ανησυχία και το ενδιαφέρον που ένιωσε ο Θεός στη σάρκα προς καθέναν από τους ακόλουθούς Του, χρησιμοποιώντας δύο λέξεις: «έντονο ενδιαφέρον». Παρόλο που ο όρος αυτός προέρχεται από τη γλώσσα των ανθρώπων και παρόλο που είναι άκρως ανθρώπινος, εντούτοις πραγματικά εκφράζει και περιγράφει τα συναισθήματα του Θεού για τους ακόλουθούς Του. Όσο για το έντονο ενδιαφέρον του Θεού για τους ανθρώπους, κατά τη διάρκεια των εμπειριών σας, σταδιακά θα το νιώσετε και θα πάρετε μια γεύση απ’ αυτό. Ωστόσο, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατανοώντας σταδιακά τη διάθεση του Θεού, με βάση την επιδίωξη μιας αλλαγής στη δική σας τη διάθεση. Όταν ο Κύριος Ιησούς έκανε αυτήν την εμφάνιση, αυτό οδήγησε το έντονο ενδιαφέρον Του για τους ακόλουθούς Του στην ανθρώπινη φύση στο να υλοποιηθεί και να περάσει στο πνευματικό Του σώμα ή, μπορεί να πει κανείς, στη θεϊκή Του φύση. Η εμφάνισή Του επέτρεψε στους ανθρώπους να βιώσουν για άλλη μια φορά και να νιώσουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του Θεού, αποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, δυναμικά πως ο Θεός είναι Αυτός που εγκαινιάζει μια εποχή, που ξεδιπλώνει μια εποχή και που τελειώνει, επίσης, μια εποχή. Μέσω της εμφάνισής Του, ενδυνάμωσε την πίστη όλων των ανθρώπων και απέδειξε στον κόσμο το γεγονός πως είναι ο Θεός ο ίδιος. Αυτό έδωσε στους ακόλουθούς Του αιώνια επιβεβαίωση, ενώ, μέσω της εμφάνισής Του, εγκαινίασε επίσης μια φάση του έργου Του στη νέα εποχή.

13. Ο Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του

Λουκ. 24:30-32 Και αφού εκάθησε μετ’ αυτών εις την τράπεζαν, λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς. Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και εγνώρισαν αυτόν. Και αυτός έγεινεν άφαντος απ’ αυτών. Και είπον προς αλλήλους· Δεν εκαίετο εν υμίν η καρδία ημών, ότε ελάλει προς ημάς καθ’ οδόν και μας εξήγει τας γραφάς;

14. Οι μαθητές δίνουν στον Ιησού να φάει ψητό ψάρι

Λουκ. 24:36-43 Ενώ δε ελάλουν ταύτα, αυτός ο Ιησούς εστάθη εν μέσω αυτών και λέγει προς αυτούς· Ειρήνη υμίν. Εκείνοι δε εκπλαγέντες και έμφοβοι γενόμενοι ενόμιζον ότι έβλεπον πνεύμα. Και είπε προς αυτούς· Διά τι είσθε τεταραγμένοι; και διά τι αναβαίνουσιν εις τας καρδίας σας διαλογισμοί; ίδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου, ότι αυτός εγώ είμαι· ψηλαφήσατέ με και ίδετε, διότι πνεύμα σάρκα και οστέα δεν έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα. Και τούτο ειπών, έδειξεν εις αυτούς τας χείρας και τους πόδας. Ενώ δε αυτοί ηπίστουν έτι από της χαράς και εθαύμαζον, είπε προς αυτούς· Έχετε τι φαγώσιμον ενταύθα; Οι δε έδωκαν εις αυτόν μέρος οπτού ιχθύος και από κηρήθραν μέλιτος. Και λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν.

Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε τα παραπάνω εδάφια των Γραφών. Το πρώτο εδάφιο εξιστορεί πως ο Κύριος Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του, ενώ το δεύτερο εδάφιο εξιστορεί πως ο Κύριος Ιησούς τρώει ένα ψητό ψάρι. Πώς σας βοηθούν τα δύο αυτά εδάφια να γνωρίσετε τη διάθεση του Θεού; Μπορείτε να φανταστείτε την εικόνα που σχηματίζεται από αυτές τις περιγραφές του Κυρίου Ιησού που να τρώει ψωμί και μετά ένα ψητό ψάρι; Μπορείτε να φανταστείτε πώς μπορεί να νιώθατε αν ο Κύριος Ιησούς στεκόταν μπροστά σας τρώγοντας ψωμί; Ή αν έτρωγε στο ίδιο τραπέζι μ’ εσάς, αν έτρωγε ψάρι και ψωμί με τους ανθρώπους, τι είδους συναίσθημα θα είχες εκείνη τη στιγμή; Αν ένιωθες πολύ κοντά με τον Κύριο, πως Αυτός είναι πολύ οικείος με εσένα, τότε το συναίσθημα αυτό είναι σωστό. Αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα ήθελε να επιτύχει ο Κύριος Ιησούς τρώγοντας ψωμί και ψάρι μπροστά στον συναγμένο λαό μετά την ανάστασή Του. Αν ο Κύριος Ιησούς είχε μόνο μιλήσει με τους ανθρώπους μετά την ανάστασή Του, αν αυτοί δεν μπορούσαν να νιώσουν τη σάρκα και τα οστά Του, αλλά αντίθετα ένιωθαν πως Αυτός ήταν ένα απρόσιτο Πνεύμα, πώς θα είχαν αισθανθεί; Δεν θα είχαν απογοητευτεί; Νιώθοντας απογοητευμένοι, δεν θα είχαν νιώσει εγκαταλελειμμένοι οι άνθρωποι; Δεν θα είχαν νιώσει μια απόσταση μεταξύ των ίδιων και του Κυρίου Ιησού Χριστού; Τι είδους αρνητικό αντίκτυπο θα είχε δημιουργήσει αυτή η απόσταση στη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό; Σίγουρα οι άνθρωποι θα είχαν νιώσει φοβισμένοι, πως δεν θα τολμούσαν να έλθουν κοντά Του, κι έτσι η στάση που θα είχαν υιοθετήσει θα ήταν να Τον κρατούν σε μια σεβαστή απόσταση. Από εκεί και πέρα, θα είχαν αποκόψει τη στενή τους σχέση με τον Κύριο Ιησού Χριστό και θα είχαν επιστρέψει στη σχέση που είχε η ανθρωπότητα με τον Θεό στον ουρανό πριν από την Εποχή της Χάριτος. Το πνευματικό σώμα που δεν μπορούσαν να αγγίξουν ή να αισθανθούν οι άνθρωποι θα είχε οδηγήσει στην εκρίζωση της οικειότητάς τους με τον Θεό, όπως και θα είχε κάνει τη στενή εκείνη σχέση, η οποία δημιουργήθηκε κατά τη ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού στη σάρκα, χωρίς να υπάρχει απόσταση μεταξύ Αυτού και των ανθρώπων, να πάψει να υφίσταται. Τα μόνα πράγματα που προκαλούσε στους ανθρώπους το πνευματικό σώμα ήταν συναισθήματα φόβου, αποφυγής και ένα βλέμμα δίχως λόγια. Δεν θα είχαν τολμήσει να Τον πλησιάσουν ή να επιδοθούν σε διάλογο μαζί Του, πόσο μάλλον να Τον ακολουθήσουν, να Τον εμπιστευτούν ή να Τον θαυμάσουν. Ο Θεός δεν επιθυμούσε να δει αυτό το είδος συναισθήματος που είχαν οι άνθρωποι γι’ Αυτόν. Δεν ήθελε να δει τους ανθρώπους να Τον αποφεύγουν ή να απομακρύνονται απ’ Αυτόν· το μόνο που ήθελε ήταν να Τον κατανοήσουν οι άνθρωποι, να Τον πλησιάσουν και να γίνουν η οικογένειά Του. Αν η ίδια σου η οικογένεια, τα παιδιά σου, σε έβλεπαν και δεν σε αναγνώριζαν, δεν τολμούσαν να σε πλησιάσουν και πάντα σε απέφευγαν, αν δεν μπορούσες να αποκτήσεις την κατανόησή τους για όλα όσα είχες κάνει γι’ αυτούς, πώς θα αισθανόσουν; Δεν θα ήταν επώδυνο; Δεν θα ήσουν συντετριμμένος; Έτσι ακριβώς αισθάνεται ο Θεός όταν Τον αποφεύγουν οι άνθρωποι. Έτσι, μετά την ανάστασή Του, ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στους ανθρώπους πάλι με τη μορφή σάρκας και οστών, και συνέχιζε να τρώει και να πίνει με αυτούς. Ο Θεός βλέπει τους ανθρώπους ως οικογένεια και ο Θεός θέλει η ανθρωπότητα να Τον βλέπει επίσης ως τον πιο αγαπητό σ’ αυτήν· μόνο έτσι μπορεί ο Θεός να κερδίσει πραγματικά τους ανθρώπους και μόνο έτσι μπορούν οι άνθρωποι να αγαπούν και να λατρεύουν πραγματικά τον Θεό. Τώρα μπορείτε να κατανοήσετε την πρόθεσή Μου όταν διάλεξα αυτά τα δύο εδάφια των Γραφών, στις οποίες ο Κύριος Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του και στις οποίες οι μαθητές Τού δίνουν ένα ψητό ψάρι για να φάει;

Μπορεί να ειπωθεί ότι είχε μελετηθεί σοβαρά η σειρά των πραγμάτων που είπε και έκανε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του. Αυτά τα πράγματα ήταν γεμάτα με την καλοσύνη και τη στοργή που είχε ο Θεός προς την ανθρωπότητα, όπως και γεμάτα με την εκτίμηση και τη σχολαστική φροντίδα που Αυτός είχε για τη στενή σχέση που είχε δημιουργήσει με την ανθρωπότητα κατά τον χρόνο Του στη σάρκα. Ακόμη περισσότερο, ήταν γεμάτα με τη νοσταλγία και τη λαχτάρα που Αυτός ένιωθε για τη ζωή Του στην οποία έτρωγε και ζούσε μαζί με τους ακόλουθούς Του κατά τον χρόνο Του στη σάρκα. Έτσι, ο Θεός δεν ήθελε οι άνθρωποι να νιώθουν απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο ούτε και ήθελε να απομακρυνθεί η ανθρωπότητα από τον Θεό. Ακόμη περισσότερο, δεν ήθελε να νιώσει η ανθρωπότητα πως ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του δεν ήταν πια ο Κύριος που είχε υπάρξει τόσο οικείος με τους ανθρώπους, πως δεν ήταν πια μαζί με την ανθρωπότητα επειδή είχε επιστρέψει στον πνευματικό κόσμο, είχε επιστρέψει στον Πατέρα τον οποίο οι άνθρωποι ποτέ δεν μπορούσαν να δουν ή να φτάσουν. Δεν ήθελε οι άνθρωποι να νιώσουν πως είχε προκύψει κάποια διαφορά στο κύρος μεταξύ Αυτού και της ανθρωπότητας. Όταν ο Θεός βλέπει ανθρώπους που θέλουν να Τον ακολουθήσουν, αλλά που Τον κρατούν σε σεβαστή απόσταση, η καρδιά Του πονά, γιατί αυτό σημαίνει πως οι καρδιές τους είναι πολύ μακριά απ’ Αυτόν και πως θα Του είναι πολύ δύσκολο να κερδίσει τις καρδιές τους. Επομένως, αν Αυτός είχε εμφανιστεί στους ανθρώπους σε ένα πνευματικό σώμα που δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν, αυτό θα είχε απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό για άλλη μια φορά, όπως και θα είχε οδηγήσει την ανθρωπότητα να θεωρήσει εσφαλμένα πως ο Χριστός, μετά την ανάστασή Του, είχε υπερυψωθεί, πως ήταν διαφορετικής φύσης από τους ανθρώπους και πως ήταν κάποιος που δεν μπορούσε πια να μοιραστεί το τραπέζι με ανθρώπους και να φάει μαζί τους, επειδή οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, ακάθαρτοι και ποτέ δεν μπορούν να πλησιάσουν τον Θεό. Για να διαλύσει αυτές τις παρανοήσεις της ανθρωπότητας, ο Κύριος Ιησούς έκανε διάφορα από τα πράγματα που συνήθιζε να κάνει στη σάρκα, όπως καταγράφεται στη Βίβλο: «λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς». Τους εξήγησε επίσης τις Γραφές, όπως συνήθιζε να κάνει στο παρελθόν. Όλα αυτά τα πράγματα που έκανε ο Κύριος Ιησούς, έκαναν κάθε άνθρωπο που Τον έβλεπε να νιώθει πως ο Κύριος δεν είχε αλλάξει, πως ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς. Παρόλο που είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε βιώσει τον θάνατο, είχε αναστηθεί και δεν είχε αφήσει την ανθρωπότητα. Είχε επιστρέψει για να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώ τίποτα σχετικά μ’ Αυτόν δεν είχε αλλάξει. Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν ενώπιον των ανθρώπων ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς. Η συμπεριφορά Του και ο τρόπος με τον οποίο συζητούσε με τους ανθρώπους έμοιαζαν ιδιαίτερα οικεία. Εξακολουθούσε να είναι τόσο γεμάτος στοργική καλοσύνη, χάρη και μακροθυμία —εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος Κύριος Ιησούς που αγαπούσε τους άλλους όπως αγαπούσε τον εαυτό Του, που μπορούσε να συγχωρήσει την ανθρωπότητα εβδομήντα επί επτά. Όπως έκανε πάντα πριν, Αυτός έφαγε με τους ανθρώπους, συζήτησε μαζί τους τις Γραφές και, το σπουδαιότερο, ήταν πλασμένος από σάρκα και οστά, και μπορούσαν να Τον δουν και να Τον αγγίξουν, ακριβώς όπως πρότερα. Ο Υιός του ανθρώπου καθώς ήταν επέτρεψε στους ανθρώπους να νιώσουν οικειότητα, να αισθανθούν άνετα και να νιώσουν τη χαρά του να ανακτάς κάτι που είχε χαθεί. Με σπουδαία ευκολία, εκείνοι ξεκίνησαν με θάρρος και σιγουριά να βασίζονται πάνω Του και να θαυμάζουν αυτόν τον Υιό του ανθρώπου που μπορούσε να συγχωρήσει την ανθρωπότητα για τις αμαρτίες της. Ξεκίνησαν επίσης να προσεύχονται στο όνομα του Κυρίου Ιησού δίχως δισταγμό, να προσεύχονται να λάβουν τη χάρη Του, την ευλογία Του και να αποκτήσουν γαλήνη και χαρά από Αυτόν, να λάβουν τη φροντίδα και την προστασία Του, όπως και ξεκίνησαν να θεραπεύουν τους ασθενείς και να εκβάλλουν τα δαιμόνια στο όνομα του Κυρίου Ιησού.

Κατά το διάστημα που ο Κύριος Ιησούς εργάστηκε στη σάρκα, οι περισσότεροι από τους ακόλουθούς Του δεν μπορούσαν να επαληθεύσουν πλήρως την ταυτότητά Του και τα όσα είπε. Όταν πλησίαζε στον σταυρό, οι ακόλουθοί Του διατηρούσαν μια στάση παρατήρησης. Ύστερα, από τη στιγμή που καρφώθηκε στον σταυρό έως ότου ενταφιάστηκε, οι άνθρωποι διατηρούσαν μια στάση απογοήτευσης προς Αυτόν. Κατά το διάστημα αυτό, οι άνθρωποι είχαν ήδη περάσει, στις καρδιές τους, από την αμφιβολία σχετικά με τα πράγματα που είχε πει ο Κύριος Ιησούς κατά τον χρόνο Του στη σάρκα στην απόλυτη άρνησή τους. Ύστερα, όταν εξήλθε από τον τάφο και εμφανίστηκε στους ανθρώπους, στον έναν μετά τον άλλον, η πλειοψηφία των όσων Τον είδαν με τα ίδια τους τα μάτια ή άκουσαν τα νέα της ανάστασής Του άλλαξαν σταδιακά τη στάση τους από την άρνηση στον σκεπτικισμό. Μόνο όταν ο Κύριος Ιησούς ζήτησε από τον Θωμά να αγγίξει το πλευρό Του με το χέρι του και όταν έκοψε το ψωμί και το έφαγε μπροστά στο πλήθος μετά την ανάστασή Του και, κατόπιν, προχώρησε στο να φάει ένα ψητό ψάρι μπροστά τους, δέχτηκαν αυτοί πραγματικά το γεγονός πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο Χριστός στη σάρκα. Θα μπορούσατε να πείτε πως ήταν λες και το πνευματικό αυτό σώμα με σάρκα και οστά, που στεκόταν ενώπιον εκείνων των ανθρώπων, αφύπνιζε τον καθένα τους από κάποιο όνειρο: Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν μπροστά τους ήταν Εκείνος που υπήρχε από αμνημονεύτων χρόνων. Είχε μορφή, σάρκα και οστά, και είχε ήδη ζήσει και φάει στο πλευρό της ανθρωπότητας για μεγάλο διάστημα… Τη στιγμή εκείνη, οι άνθρωποι αισθάνθηκαν πως η ύπαρξή Του ήταν τόσο αληθινή και τόσο υπέροχη. Την ίδια στιγμή, ήταν επίσης τόσο περιχαρείς και ευτυχισμένοι, και κατακλυσμένοι από συναισθήματα. Η επανεμφάνισή Του επέτρεψε στους ανθρώπους να δουν πραγματικά την ταπεινότητά Του, να νιώσουν την εγγύτητά Του και την προσήλωσή Του στην ανθρωπότητα, και να νιώσουν πόσο πολύ τους σκέφτοταν Εκείνος. Η σύντομη αυτή επανασύνδεση, έκανε τους ανθρώπους που είδαν τον Κύριο Ιησού να νιώσουν σαν να είχε περάσει μια ζωή. Οι χαμένες, μπερδεμένες, φοβισμένες, ανήσυχες, γεμάτες λαχτάρα και μουδιασμένες τους καρδιές βρήκαν παρηγοριά. Δεν είχαν πια αμφιβολίες και δεν ήταν πια απογοητευμένοι, γιατί ένιωθαν πως πλέον υπήρχε ελπίδα και κάτι στο οποίο μπορούσαν να στηριχτούν. Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν τότε ενώπιόν τους θα ήταν πάντοτε η οπισθοφυλακή τους· θα ήταν ο ισχυρός τους πύργος, το καταφύγιο τους για όλη την αιωνιότητα.

Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί, η καρδιά και το έργο Του δεν είχαν αφήσει την ανθρωπότητα. Εμφανιζόμενος στους ανθρώπους, τους είπε πως σε όποια μορφή κι αν υπήρχε Αυτός, θα συνόδευε τους ανθρώπους, θα βάδιζε μαζί τους και θα ήταν μαζί τους παντού και πάντα. Τους είπε πως, παντού και πάντα, θα φρόντιζε την ανθρωπότητα και θα την καθοδηγούσε, θα της επέτρεπε να Τον βλέπει και να Τον αγγίζει, και θα διασφάλιζε να μη νιώθει ποτέ ξανά αβοήθητη. Ο Κύριος Ιησούς ήθελε να μάθουν οι άνθρωποι πως δεν ζουν μόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο. Η ανθρωπότητα έχει τη φροντίδα του Θεού· ο Θεός είναι μαζί της. Οι άνθρωποι μπορούν πάντοτε να στηρίζονται στον Θεό και Αυτός αποτελεί οικογένεια για τον κάθε ακόλουθό Του. Με στήριγμα τον Θεό, η ανθρωπότητα δεν θα νιώθει πια μόνη ή αβοήθητη, ενώ εκείνοι που Τον δέχονται ως προσφορά περί αμαρτίας τους, δεν θα είναι πια δέσμιοι της αμαρτίας. Στα μάτια των ανθρώπων, αυτά τα τμήματα του έργου Του που εκτέλεσε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του, ήταν πολύ μικρά πράγματα, αλλά, όπως το βλέπω Εγώ, το κάθε ένα πράγμα που έκανε ήταν τόσο γεμάτο νόημα, τόσο πολύτιμο, τόσο σημαντικό και βαρυσήμαντο.

Παρόλο που ο χρόνος που πέρασε ο Κύριος Ιησούς εκτελώντας έργο στη σάρκα ήταν γεμάτος κακουχίες και βάσανα, εκπλήρωσε ολοκληρωτικά και απόλυτα το έργο Του την εποχή εκείνη στη σάρκα, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα μέσω της εμφάνισής Του στο πνευματικό Του σώμα από σάρκα και αίμα. Ξεκίνησε τη διακονία Του με την ενσάρκωσή Του και ολοκλήρωσε τη διακονία Του με την εμφάνισή Του στην ανθρωπότητα στη σαρκική Του μορφή. Προανήγγειλε την Εποχή της Χάριτος, ξεκινώντας τη νέα εποχή μέσω της ταυτότητάς Του ως Χριστός. Μέσω της ταυτότητάς Του ως Χριστός, επιτέλεσε έργο στην Εποχή της Χάριτος, ενώ ενδυνάμωσε και οδήγησε όλους τους ακόλουθούς Του στην Εποχή της Χάριτος. Για το έργο του Θεού, μπορεί να ειπωθεί πως Αυτός πραγματικά ολοκληρώνει αυτό που αρχίζει. Υπάρχουν στάδια και ένα σχέδιο, και το έργο είναι γεμάτο με τη σοφία, την παντοδυναμία, τις θαυμαστές Του πράξεις, και την αγάπη και το έλεός Του. Φυσικά, ο κύριος άξονας που διέρχεται από όλο το έργο του Θεού, είναι η φροντίδα Του για την ανθρωπότητα· είναι διαποτισμένο με το ενδιαφέρον που Αυτός νιώθει και που ποτέ δεν μπορεί να παραμερίσει. Σε αυτούς τους στίχους της Βίβλου, σε καθετί που ο Κύριος Ιησούς έκανε μετά την ανάστασή Του, αποκαλύφθηκαν οι αμετάβλητες ελπίδες και το ενδιαφέρον του Θεού για την ανθρωπότητα, όπως και η σχολαστική φροντίδα Του και η αγάπη Του για την ανθρωπότητα. Τίποτε από αυτά δεν έχει αλλάξει ποτέ μέχρι και τη σημερινή ημέρα —μπορείτε να το δείτε; Όταν το βλέπετε αυτό, οι καρδιές σας δεν πλησιάζουν ασυναίσθητα τον Θεό; Αν ζούσατε σ’ εκείνη την εποχή και σας εμφανιζόταν ο Κύριος Ιησούς, μετά την ανάστασή Του σε μια υλική μορφή για να Τον δείτε και, αν καθόταν μπροστά σας, έτρωγε ψωμί και ψάρι, σας εξηγούσε τις Γραφές και μιλούσε μαζί σας, τότε πώς θα αισθανόσασταν; Θα αισθανόσασταν ευτυχισμένοι; Ή θα αισθανόσασταν ένοχοι; Οι πρότερες παρανοήσεις και η αποφυγή του Θεού, οι διαμάχες με τον Θεό και οι αμφιβολίες γι’ Αυτόν, δεν θα εξαφανίζονταν όλες έτσι απλά; Η σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν θα γινόταν πιο κανονική και πρέπουσα;

Ερμηνεύοντας τα περιορισμένα αυτά κεφάλαια της Βίβλου, εντοπίζετε καμιά ατέλεια στη διάθεση του Θεού; Εντοπίζετε καμιά νόθευση στην αγάπη του Θεού; Βλέπετε καθόλου απάτη ή κακό στην παντοδυναμία ή στη σοφία του Θεού; Σίγουρα όχι! Τώρα, μπορείτε να πείτε με σιγουριά πως ο Θεός είναι άγιος; Μπορείτε να πείτε με σιγουριά πως κάθε ένα από τα συναισθήματα του Θεού αποτελεί μια αποκάλυψη της ουσίας και της διάθεσής Του; Ελπίζω πως αφού διαβάσατε τα λόγια αυτά, η κατανόηση που αποκτήσατε από αυτά θα σας βοηθήσει και θα σας αποφέρει οφέλη στην επιδίωξή σας για αλλαγή διάθεσης και φόβο Θεού και πως τα λόγια αυτά θα σας αποφέρουν καρπούς, καρπούς που θα αυξάνονται μέρα με τη μέρα, ώστε κατά τη διαδικασία αυτής της επιδίωξης να έρθετε όλο και πιο κοντά στον Θεό, όλο και πιο κοντά στο πρότυπο που απαιτεί ο Θεός. Δεν θα βαριέστε πια την επιδίωξη της αλήθειας και δεν θα νιώθετε πια πως η επιδίωξη της αλήθειας και η αλλαγή της διάθεσης είναι κάτι το φορτικό ή το περιττό. Αντιθέτως, παρακινημένοι από την έκφραση της πραγματικής διάθεσης του Θεού και την αγία ουσία του Θεού, θα λαχταράτε το φως, θα λαχταράτε τη δικαιοσύνη και θα αγωνίζεστε για να επιδιώκετε την αλήθεια, να επιδιώκετε την ικανοποίηση του θελήματος του Θεού και θα γίνετε ένας άνθρωπος που έχει κερδηθεί από τον Θεό· θα γίνεται ένας πραγματικός άνθρωπος.

Σήμερα έχουμε μιλήσει για ορισμένα πράγματα που έκανε ο Θεός στην Εποχή της Χάριτος, όταν ενσαρκώθηκε για πρώτη φορά. Από τα πράγματα αυτά, είδαμε τη διάθεση που Αυτός εξέφρασε και αποκάλυψε στη σάρκα, καθώς και την κάθε πτυχή αυτού που Αυτός έχει και είναι. Όλες αυτές οι πτυχές αυτού που Αυτός έχει και είναι μοιάζουν ιδιαίτερα εξανθρωπισμένες, αλλά η πραγματικότητα είναι πως η ουσία όλων όσα έχει αποκαλύψει και εκφράσει είναι αναπόσπαστη από την ίδια Του τη διάθεση. Κάθε μέθοδος και κάθε πτυχή του Θεού ενσαρκωμένου που εκφράζει τη διάθεσή Του στην ανθρώπινη φύση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια Του την ουσία. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό που ο Θεός ήλθε στην ανθρωπότητα χρησιμοποιώντας τον τρόπο της ενσάρκωσης. Επίσης σημαντικό είναι το έργο που έκανε στη σάρκα, αλλά ακόμα πιο σημαντικά για κάθε άνθρωπο που ζει στη σάρκα, για κάθε άνθρωπο που ζει στη διαφθορά είναι η διάθεση που αποκάλυψε και το θέλημα που εξέφρασε. Είναι αυτό κάτι που μπορείτε να κατανοήσετε; Αφού κατανοήσατε τη διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, βγάλατε κάποιο συμπέρασμα για το πώς πρέπει να φέρεστε στον Θεό; Τέλος, σε απάντηση στην ερώτηση αυτή, θα ήθελα να σας δώσω τρεις συμβουλές: Πρώτον, μη δοκιμάζεις τον Θεό. Όσα κι αν κατανοείς για τον Θεό και όσα κι αν γνωρίζεις για τη διάθεσή Του, σε καμία περίπτωση μην Τον δοκιμάζεις. Δεύτερον, μην αναμετριέσαι με τον Θεό για κύρος. Όποιου είδους κύρος κι αν σου δίνει ο Θεός, όποιου είδους έργο κι αν σου εμπιστεύεται, όποιου είδους καθήκον κι αν σε καλεί να εκτελέσεις και όσο κι αν έχεις δαπανήσει τον εαυτό σου και όσα κι αν έχεις θυσιάσει για τον Θεό, σε καμία περίπτωση μην αναμετριέσαι μαζί Του για κύρος. Τρίτον, μην ανταγωνίζεσαι τον Θεό. Ανεξάρτητα από το εάν κατανοείς ή αν μπορείς να υποταχθείς σ’ αυτά που κάνει μαζί σου ο Θεός, σ’ αυτά που κανονίζει για εσένα και στα πράγματα που σου προσφέρει, σε καμία περίπτωση μην ανταγωνίζεσαι τον Θεό. Αν μπορείς να τηρείς αυτές τις τρεις συμβουλές, τότε θα είσαι αρκετά ασφαλής και δε θα είσαι επιρρεπής στο να εξαγριώνεις τον Θεό. Εδώ θα σταματήσουμε τη σημερινή συναναστροφή!

23 Νοεμβρίου 2013

Υποσημειώσεις:

α. Το «ξόρκι της περίσφιξης του κρίκου» είναι ένα ξόρκι το οποίο χρησιμοποίησε ο μοναχός Τανγκ Σανζάνγκ στο κινέζικο μυθιστόρημα «Ταξίδι στη Δύση». Χρησιμοποιεί αυτό το ξόρκι για να ελέγξει τον Σουν Γουκόνγκ, σφίγγοντας έναν μεταλλικό κρίκο γύρω από το κεφάλι του δεύτερου, προκαλώντας του αφόρητους πονοκεφάλους και θέτοντάς τον, με αυτόν τον τρόπο, υπό τον έλεγχό του. Έχει καταστεί μια μεταφορά που περιγράφει κάτι που δεσμεύει τον άνθρωπο.

Προηγούμενο: Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Β'

Επόμενο: Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός Α΄

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Ο στεναγμός του Παντοδύναμου

Υπάρχει ένα τεράστιο μυστικό στην καρδιά σου, το οποίο ουδέποτε γνώριζες, διότι ζεις σε έναν κόσμο δίχως φως. Η καρδιά και το πνεύμα σου...

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο