Το μάθημα υπακοής που πήρα

13 Ιουλίου 2023

Πέρσι τον Σεπτέμβριο, ο επικεφαλής μού ανέθεσε να επιτηρώ μια νεοϊδρυθείσα εκκλησία, ενώ ο αδελφός Έρικ θα επιτηρούσε τη δική μου. Όταν μου το είπε, ήμουν τελείως απρόθυμη να την αναλάβω. Σκεφτόμουν: Υπήρχαν προβλήματα στη νέα εκκλησία και τα πρότζεκτ είχαν τα χάλια τους, υπήρχε έλλειψη επικεφαλής και εργατών κι έπρεπε να τους μάθω ή να κάνω μόνη μου εργασίες που δεν μπορούσαν να κάνουν. Η επιτήρηση αυτής της εκκλησίας θα ήταν μεγάλος μπελάς. Απαιτούσε ταλαιπωρία και θυσίες και η επιτυχία δεν ήταν εγγυημένη. Δεν ήταν όπως η εκκλησία που είχα, όπου το ευαγγελικό έργο πήγαινε καλά, οι νεοφώτιστοι ήταν ανεξάρτητοι στη δουλειά τους και μοιραζόμουν μαζί τους το βάρος του έργου μου, ούτως ώστε να μην μπαίνω σε μεγάλο κόπο. Όσο το σκεφτόμουν, δεν ήθελα να την αναλάβω. Είπα στον επικεφαλής: «Ο Έρικ μόλις ξεκίνησε και δεν είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο. Αν φύγω, ίσως να μην μπορέσει να χειριστεί το έργο εδώ, επηρεάζοντας το έργο της εκκλησίας. Να μείνω λοιπόν εδώ;» Είπε πως ο Έρικ ήταν πολύ σταθερός στο καθήκον του και καλλιεργήσιμος. Το είχε σκεφτεί καλά και είχε καταλήξει πως ήταν καλύτερα να πάω. Όταν το άκουσα, κατάλαβα πως το είχε ήδη αποφασίσει κι έπρεπε να το δεχτώ. Όμως, όποτε σκεφτόμουν τη νέα εκκλησία, ανησυχούσα κι αγχωνόμουν. Επειδή είχα κακή κατάσταση κι απέφευγα το καθήκον μου, προσευχήθηκα στον Θεό να με κάνει να υποταχτώ και να βιώσω αυτήν την κατάσταση.

Αργότερα, βρήκα κάποια λόγια του Θεού: «Όταν εκτελούν ένα καθήκον, οι άνθρωποι επιλέγουν πάντα τις ελαφριές εργασίες που δεν θα τους κουράσουν, που δεν συνεπάγονται αναμέτρηση με τα στοιχεία της φύσης. Αυτό ονομάζεται επιλογή των εύκολων εργασιών και αποφυγή των δύσκολων, και είναι μια εκδήλωση πόθου για τις ανέσεις της σάρκας. Τι άλλο; (Πάντα παραπονιούνται όταν το καθήκον τους είναι λίγο δύσκολο, λίγο κουραστικό, όταν συνεπάγεται την καταβολή τιμήματος.) (Ασχολούνται με τα φαγητά και τα ρούχα, καθώς και τις τέρψεις της σάρκας.) Όλα αυτά είναι εκδηλώσεις πόθου για τις ανέσεις της σάρκας. Όταν ένα τέτοιο άτομο βλέπει ότι μια εργασία είναι πάρα πολύ επίπονη ή επικίνδυνη, τη φορτώνει σε κάποιον άλλο. Ο ίδιος κάνει μόνο χαλαρές δουλειές και βρίσκει δικαιολογίες γιατί δεν μπορεί να κάνει τη συγκεκριμένη, λέγοντας ότι δεν έχει καλό επίπεδο ούτε τις απαραίτητες δεξιότητες, ότι είναι υπερβολική για εκείνον —ενώ, στην πραγματικότητα, αυτό οφείλεται στο ότι ποθεί τις ανέσεις της σάρκας. […] Συμβαίνει επίσης όταν οι άνθρωποι διαμαρτύρονται διαρκώς ενώ εκτελούν το καθήκον τους, όταν δεν θέλουν να καταβάλουν καθόλου προσπάθεια, όταν, μόλις έχει λίγο χρόνο, ξεκουράζεται, φλυαρεί άσκοπα ή το ρίχνει στη χαλαρότητα και τη διασκέδαση. Κι όταν η δουλειά αυξάνεται και σπάει τον ρυθμό και τη ρουτίνα της ζωής του, τότε δυσαρεστείται και δεν είναι ικανοποιημένος. Γκρινιάζει και παραπονιέται, και γίνεται απρόσεκτος κι επιπόλαιος στο καθήκον. Αυτό είναι πόθος για τις ανέσεις της σάρκας, έτσι δεν είναι; […] Όση δουλειά κι αν απαιτεί το έργο της εκκλησίας ή τα καθήκοντά τους, η ρουτίνα κι η κανονική κατάσταση της ζωής τους δεν διαταράσσεται ποτέ. Δεν είναι ποτέ απρόσεκτοι ούτε στις παραμικρές λεπτομέρειες της ζωής της σάρκας και τις ελέγχουν τέλεια, με πολλή αυστηρότητα και σοβαρότητα. Όταν, όμως, ασχολούνται με το έργο του οίκου του Θεού, όσο σπουδαίο κι αν είναι το θέμα, ακόμη κι αν ενδέχεται ν’ αφορά την ασφάλεια των αδελφών, το αντιμετωπίζουν απρόσεκτα. Δεν ενδιαφέρονται καν για τα θέματα εκείνα που αφορούν την αποστολή από τον Θεό ή το καθήκον που θα πρέπει να εκπληρώσουν. Δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη. Αυτό είναι πόθος για τις ανέσεις της σάρκας, έτσι δεν είναι; Είναι οι άνθρωποι που ποθούν τις ανέσεις της σάρκας κατάλληλοι για την εκτέλεση ενός καθήκοντος; Όταν αναφέρετε το θέμα της εκπλήρωσης των καθηκόντων τους, όταν συζητάτε να πληρώσουν τίμημα και να υποστούν ταλαιπωρία, κουνούν αδιάκοπα το κεφάλι τους: Θα είχαν πάρα πολλά προβλήματα, είναι γεμάτοι παράπονα, είναι αρνητικοί για τα πάντα. Οι άνθρωποι αυτοί είναι άχρηστοι, δεν δικαιούνται να εκτελούν το καθήκον τους και θα πρέπει να αποκλείονται» («Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι υποχρεώσεις των επικεφαλής και των εργατών»). Το χωρίο αυτό αναλύει πως όσοι κοιτούν τη βολή τους, δεν είναι ειλικρινείς. Πάντα διαλέγουν ελαφρές δουλειές και είναι επιλεκτικοί. Επιλέγουν εύκολα καθήκοντα που δεν έχουν πολλές ευθύνες, κι όσα απαιτούν ταλαιπωρία και θυσίες τα απορρίπτουν και τα πασάρουν σε άλλους. Ο Θεός τούς θεωρεί ανάξιους για καθήκοντα κι αηδιαστικούς. Αναλογιζόμενη τα λόγια Του, ένιωσα πολύ ένοχη. Ο Θεός είχε εκθέσει την κατάστασή μου. Όταν ο επικεφαλής μού ανέθεσε τη νέα εκκλησία, ήμουν απίστευτα απρόθυμη, διότι εφόσον το έργο της είχε μόλις ξεκινήσει, δεν είχε αποτελέσματα και υπήρχε έλλειψη δυναμικού. Για να γίνει καλά το έργο, απαιτούνταν μεγάλη ταλαιπωρία και προσπάθεια. Όσο για την τότε εκκλησία μου, είχε καλά αποτελέσματα και ήταν καλά στελεχωμένη κι έτσι η δουλειά εκεί ήταν εύκολη. Συγκρίνοντας τις δύο εκκλησίες, προτίμησα να μην επιτηρήσω τη νέα εκκλησία. Όταν ο επικεφαλής με συναναστράφηκε, επινόησα τη δικαιολογία πως ο Έρικ, με το μέτριο επίπεδό του, δεν μπορούσε να χειριστεί μόνος το έργο. Έτσι, αν έφευγα, θα επηρεαζόταν το έργο της εκκλησίας. Φαινομενικά, έφερα μεγάλο φορτίο και, με όσα είπα, προστάτευα την εκκλησία. Όμως ήταν απλώς υπεκφυγές για να μην επιτηρήσω τη νέα εκκλησία. Φρόντιζα τη σάρκα μου ώστε να μην ταλαιπωρηθώ. Μόνο αυτή με ενδιέφερε κι έκανα ό,τι ήταν πιο εύκολο και χαλαρό. Ήμουν επιλεκτική και ιδιότροπη στα καθήκοντά μου, πανούργα και δόλια με τον Θεό, απρόθυμη να επωμιστώ βάρη. Ήμουν ύπουλη και πονηρή όπως ένας μη πιστός. Η εκκλησία με καλλιεργούσε χρόνια, όμως όταν μια νέα εκκλησία είχε θέματα και χρειαζόταν τη βοήθειά μου, αν προστάτευα τη σάρκα μου και δεν τη βοηθούσα, το έργο της εκκλησίας θα επηρεαζόταν, οι νεοφώτιστοι δεν θα καλλιεργούνταν και το ευαγγελικό έργο θα καθυστερούσε. Μπορεί ο Έρικ να μην είχε το καλύτερο επίπεδο και την καλύτερη απόδοση ώστε να αναλάβει μόνος του όλο το έργο, όμως η αρχική μου εκκλησία ήταν πιο σταθερή κι ο Έρικ τη γνώριζε καλά. Αν συνεργαζόμουν μαζί του όταν απαιτούνταν, το έργο της εκκλησίας δεν θα επηρεαζόταν τόσο. Γενικά, ο επικεφαλής έκανε καλά που μου ανέθεσε τη νέα εκκλησία. Το ότι φρόντιζα συνεχώς τη σάρκα μου και όχι το έργο της εκκλησίας αηδίαζε τον Θεό. Δεν άξιζα την εμπιστοσύνη Του. Όταν το αντιλήφθηκα, προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου, είμαι έτοιμη να υποταχτώ. Ο επικεφαλής μού ανέθεσε μια νέα εκκλησία. Θα συνεργαστώ και θα βάλω τα δυνατά μου. Δεν πρέπει να είμαι εγωίστρια κι απεχθής».

Έπειτα, βρήκα κάποια άλλα λόγια του Θεού. «Όλα αυτά που ο Θεός ζητά από τους ανθρώπους να κάνουν και όλα τα διάφορα είδη έργου στον οίκο του Θεού —όλα αυτά χρειάζονται ανθρώπους για να τα κάνουν, όλα λογίζονται καθήκοντα των ανθρώπων. Όποιο έργο κι αν κάνουν οι άνθρωποι, αυτό είναι το καθήκον που θα πρέπει να εκτελούν. Τα καθήκοντα καλύπτουν ένα ευρύτατο πεδίο εφαρμογής και αφορούν πολλούς τομείς —όμως, όποιο καθήκον κι αν εκτελείς, αυτό, με απλά λόγια, είναι η υποχρέωσή σου, είναι κάτι που θα πρέπει να κάνεις. Εφόσον προσπαθείς να το κάνεις καλά, ο Θεός θα σε επαινεί και θα σε αναγνωρίζει ως άτομο που πιστεύει αληθινά σ’ Αυτόν. Ανεξάρτητα από το ποιος είσαι, εάν προσπαθείς διαρκώς να αποφεύγεις το καθήκον σου ή να κρύβεσαι από αυτό, τότε υπάρχει πρόβλημα: για να το θέσω ήπια, είσαι πολύ τεμπέλης, πολύ δόλιος, είσαι αδρανής, σου αρέσει να κάθεσαι και αποστρέφεσαι την εργασία. Για να το θέσω πιο σοβαρά, δεν είσαι πρόθυμος να εκτελείς το καθήκον σου, δεν δείχνεις καμία δέσμευση και υπακοή. Εάν δεν μπορείς καν να καταβάλεις προσπάθεια σε αυτό το ελάσσον έργο, τι μπορείς να κάνεις; Τι είσαι σε θέση να πράξεις σωστά; Εάν ένα άτομο είναι αληθινά αφοσιωμένο κι έχει αίσθημα ευθύνης απέναντι στο καθήκον του, εφόσον ο Θεός απαιτεί κάτι και το χρειάζεται ο οίκος Του, θα κάνει ό,τι του ζητηθεί, χωρίς επιλογή. Δεν είναι μία από τις αρχές της εκτέλεσης του καθήκοντος το να αναλαμβάνει και να ολοκληρώνει κανείς οτιδήποτε είναι σε θέση και οφείλει να κάνει; (Ναι.)» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δέκατο (Μέρος τέταρτο)]. Απ’ τα λόγια Του κατάλαβα πως ό,τι καθήκον κι αν μου ανέθετε η εκκλησία, εύκολο ή δύσκολο, ήταν ευθύνη μου κι έπρεπε να το δεχθώ. Έπρεπε να το αναλάβω και να εργαστώ σκληρά για να αποδώσει. Αυτή τη συνείδηση και λογική έπρεπε να έχω. Ο επικεφαλής μού είχε αναθέσει μια νέα εκκλησία και παρόλο που υπήρχαν κάποια προβλήματα στο έργο εκεί, δεν έπρεπε να προστατεύω τη σάρκα μου και να είμαι εκλεκτική. Έπρεπε να βασιστώ στον Θεό, να ενημερωθώ για το έργο της εκκλησίας και να κάνω το καθήκον μου. Αυτό έπρεπε να κάνω. Έπειτα, άρχισα να ερευνώ την κατάσταση του έργου και του προσωπικού, και να τους εκπαιδεύω με συναναστροφή των αρχών. Αργότερα, ανακάλυψα πως το ευαγγελικό έργο υπέφερε επειδή οι ποτιστές τεμπέλιαζαν. Δεν επέλυαν θρησκευτικές αντιλήψεις όσων ερευνούσαν το έργο του Θεού τις έσχατες ημέρες και δεν έφεραν εις πέρας πτυχές του έργου τους. Συνόψισα και συναναστράφηκα πάνω σε εκτροπές κι αβλεψίες τους, βοηθώντας, κλαδεύοντας και αντιμετωπίζοντάς τους έως ότου να επιλυθούν τα προβλήματα. Σταδιακά, οι αδελφοί κι οι αδελφές βελτιώθηκαν στο καθήκον τους και το έργο της εκκλησίας πήρε τα πάνω του. Ένιωθα σιγουριά και γαλήνη όσο δούλευα έτσι. Νόμιζα πως είχα ήδη επιτύχει κάποια μεταμόρφωση, όμως σύντομα, συνέβη κάτι άλλο που με εξέθεσε και πάλι.

Γύρω στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο επικεφαλής με ενημέρωσε πως θα μου ανέθετε μια νέα εκκλησία. Όταν το άκουσα, τα έχασα: «Η επιτήρηση αυτής της εκκλησίας θα είναι πιο δύσκολη. Οι λιγοστοί επικεφαλής κι εργάτες είναι νέοι στον ρόλο τους. Απαιτούνται μεγάλη ταλαιπωρία και ψυχικά αποθέματα για να πάει καλά το έργο της». Δεν ήθελα να την αναλάβω. Είπα στον επικεφαλής: «Γιατί πάντα εγώ να επιτηρώ τις νέες εκκλησίες; Η εκκλησία που επιτηρώ τώρα αρχίζει να βελτιώνεται. Δεν μπορείς να την αναθέσεις σε κάποιον άλλον αδελφό ή αδελφή;» Κατάλαβα αμέσως πως προσπαθούσα ξανά να αποφύγω το καθήκον μου. Προστάτευα τη σάρκα μου για να μην κάνω θυσίες. Είπα στον εαυτό μου: «Είναι θέλημα Θεού αυτή η κατάσταση, άρα πρέπει να υποταχτώ κι ας μην καταλαβαίνω». Ένιωσα απαίσια όταν ολοκληρώσαμε την κλήση. Γιατί σε κάθε νέα ανάθεση σκεφτόμουν μόνο πώς να ζω πιο χαλαρά κι όχι το θέλημα του Θεού και δεν υποτασσόμουν στις ενορχηστρώσεις και ρυθμίσεις Του; Όσο το σκεφτόμουν, ένιωθα χειρότερα. Έτσι, προσευχήθηκα στον Θεό να με διαφωτίσει να κάνω αυτοκριτική.

Αργότερα, διάβασα κάποια λόγια του Θεού που με επηρέασαν βαθιά. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Μέχρι να βιώσουν οι άνθρωποι το έργο του Θεού και να κατανοήσουν την αλήθεια, η φύση του Σατανά είναι αυτή που αναλαμβάνει τον έλεγχο και τους εξουσιάζει εκ των έσω. Τι περιλαμβάνει ακριβώς αυτή η φύση; Για παράδειγμα, γιατί είσαι εγωιστής; Γιατί προστατεύεις τη θέση σου; Γιατί έχεις τόσο ισχυρά συναισθήματα; Γιατί απολαμβάνεις εκείνα τα άδικα πράγματα; Γιατί σου αρέσουν εκείνα τα κακά πράγματα; Πού βασίζεται η αρέσκειά σου για αυτά τα πράγματα; Από πού προέρχονται αυτά τα πράγματα; Γιατί αποδέχεσαι αυτά τα πράγματα με τόση χαρά; Τώρα πια έχετε όλοι σας φτάσει στο σημείο να καταλάβετε ότι ο κύριος λόγος πίσω από όλα αυτά τα πράγματα είναι ότι βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο το δηλητήριο του Σατανά. Ποιο είναι λοιπόν το δηλητήριο του Σατανά; Πώς μπορεί να εκφραστεί; Για παράδειγμα, αν ρωτήσεις τους ανθρώπους, “Πώς θα πρέπει να ζουν οι άνθρωποι; Για ποιον λόγο θα πρέπει να ζουν οι άνθρωποι;” αυτοί θα απαντήσουν: “Ο σώζων εαυτόν σωθήτω”. Αυτή η μία φράση εκφράζει την ίδια τη ρίζα του προβλήματος. Η φιλοσοφία και η λογική του Σατανά έχει γίνει η ζωή των ανθρώπων. Ό,τι και να επιδιώκουν οι άνθρωποι, το κάνουν για τον εαυτό τους —και έτσι ζουν μονάχα για τον εαυτό τους. “Ο σώζων εαυτόν σωθήτω” —αυτή είναι η φιλοσοφία της ζωής του ανθρώπου, κι αυτό αντιπροσωπεύει και την ανθρώπινη φύση. Αυτά τα λόγια έχουν ήδη γίνει η φύση της διεφθαρμένης ανθρωπότητας, το αληθινό πορτρέτο της σατανικής φύσης της διεφθαρμένης ανθρωπότητας, και αυτή η σατανική φύση έχει ήδη γίνει η βάση για την ύπαρξη της διεφθαρμένης ανθρωπότητας: για αρκετές χιλιάδες χρόνια, η διεφθαρμένη ανθρωπότητα ζει με αυτό το δηλητήριο του Σατανά, μέχρι σήμερα» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Πώς να περπατήσει κανείς στο μονοπάτι του Πέτρου). «Τα συνθήματά τους είναι: “Η ζωή έχει να κάνει μόνο με το φαγητό και το ντύσιμο”, “Άδραξε τη μέρα για ευχαρίστηση, γιατί η ζωή είναι σύντομη” και “Πιες το σημερινό κρασί σήμερα και ανησύχησε για το αύριο, αύριο”. Απολαμβάνουν την κάθε μέρα χωρίς έγνοιες, διασκεδάζουν όσο περισσότερο μπορούν και δεν σκέφτονται καθόλου το μέλλον, πόσο μάλλον εξετάζουν ποιες ευθύνες θα πρέπει να εκπληρώνει ένας επικεφαλής και ποια καθήκοντα θα πρέπει να εκτελεί. Παπαγαλίζουν μερικά λόγια και λίγες φράσεις του δόγματος και κάνουν κάποιες εργασίες για το θεαθήναι, διαδικαστικά και μόνο, δεν κάνουν όμως πραγματικό έργο. Δεν προσπαθούν να εμβαθύνουν στα πραγματικά προβλήματα στην εκκλησία για να τα επιλύσουν πλήρως. Τι νόημα έχει να κάνεις τόσο επιφανειακή δουλειά; Δεν είναι δόλιο αυτό; Μπορούν να ανατεθούν σοβαρές ευθύνες σ’ έναν τέτοιου είδους ψευδή επικεφαλής; Συνάδουν με τις θεμελιώδεις αρχές και τις προϋποθέσεις του οίκου του Θεού για την επιλογή επικεφαλής και εργατών; (Όχι.) Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν συνείδηση ή λογική, στερούνται οποιασδήποτε αίσθησης ευθύνης, παρ’ όλα αυτά, όμως, εξακολουθούν να επιθυμούν να υπηρετούν υπό επίσημη ιδιότητα ως επικεφαλής της εκκλησίας —γιατί είναι τόσο ξεδιάντροποι; Μερικοί άνθρωποι που έχουν αίσθημα ευθύνης δεν έχουν καλό επίπεδο και δεν μπορούν να είναι επικεφαλής —κι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στα ανθρώπινα σκουπίδια που δεν έχουν καμία απολύτως αίσθηση ευθύνης· έχουν ακόμη λιγότερα προσόντα να είναι επικεφαλής» («Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι υποχρεώσεις των επικεφαλής και των εργατών»). Αναλογιζόμενη τα λόγια Του, αντιλήφθηκα πως αντιδρούσα έτσι έντονα σε κάθε νέα ανάθεση και δεν ήθελα να υποφέρω και να φέρω φορτίο, κυρίως επειδή ήμουν πολύ τεμπέλα και κοίταζα τη βολή μου. Από μικρή, είχα επηρεαστεί και γαλουχηθεί από τον Σατανά, και φράσεις όπως: «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω», «Πιες το σημερινό κρασί σήμερα και ανησύχησε για το αύριο, αύριο» ήταν σατανικές φιλοσοφίες βάσει των οποίων ζούσα. Οι απόψεις μου για τη ζωή και οι αξίες μου εκφυλίστηκαν. Θεωρούσα πως όσο ζούμε, πρέπει να διασκεδάζουμε και να μην εξαντλούμαστε. Να φερόμαστε καλά στον εαυτό μας. Πριν αρχίσω να πιστεύω, ήμουν χαρούμενη που απλώς ακολουθούσα το πρωτόκολλο κι έκανα τη δουλειά μου και τίποτα παραπάνω απ’ αυτό. Όταν είχαμε υπερωρίες, το θεωρούσα αγχωτικό και κουραστικό και ζητούσα να φύγω. Όταν εισήλθα στην πίστη, αναζητούσα τα ίδια. Προσπαθούσα να αποφύγω την ταλαιπωρία και τις θυσίες και ήθελα ένα χαλαρό και ξέγνοιαστο καθήκον, χωρίς προβλήματα. Έτσι, όταν ο επικεφαλής μού ανέθεσε δύο εκκλησίες γεμάτες προβλήματα που απαιτούσαν βάσανα και θυσίες, προσπάθησα να αποφύγω το καθήκον. Όμως ήξερα πως λόγω της εμπειρίας μου, έπρεπε να επιτηρώ εκκλησίες με περισσότερες δυσκολίες. Μα δεν ήθελα να απαρνηθώ τη σάρκα και να αναλάβω βάρη. Ο Θεός με είχε τιμήσει με την ευκαιρία να ασκηθώ ως επόπτρια, κι έπρεπε να εκπληρώσω την ευθύνη ανταποδίδοντας την αγάπη Του. Μα δεν έκανα καλά το καθήκον μου και πάντα τεμπέλιαζα και χαλάρωνα. Ζούσα βάσει σατανικών αντιλήψεων, ήμουν εγωίστρια, χωρίς ίχνος ακεραιότητας. Όταν το αντιλήφθηκα, είδα πως θα ήταν επικίνδυνο να συνεχίσω έτσι. Προσευχήθηκα στον Θεό, πρόθυμη να αλλάξω στάση στο καθήκον.

Αργότερα, βρήκα το εξής χωρίο: «Στην πραγματικότητα, κάθε καθήκον συνεπάγεται κάποιες δυσκολίες. Η σωματική εργασία συνεπάγεται σωματικές δυσκολίες και η πνευματική εργασία συνεπάγεται πνευματικές δυσκολίες· η καθεμία έχει τις δυσκολίες της. Όλα είναι πιο εύκολο να τα λες παρά να τα κάνεις. Όταν οι άνθρωποι όντως ενεργούν, από μία άποψη πρέπει να εξετάζεις τον χαρακτήρα τους και, από μια άλλη άποψη, πρέπει να εξετάζεις εάν αγαπούν την αλήθεια. Ας μιλήσουμε πρώτα για τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Εάν ένα άτομο έχει καλό χαρακτήρα, τότε βλέπει τη θετική πλευρά των πάντων, και είναι σε θέση να αποδεχτεί και να κατανοήσει αυτά τα πράγματα από τη θετική οπτική και με βάση την αλήθεια· δηλαδή, η καρδιά, ο χαρακτήρας και το πνεύμα του είναι δίκαια —αυτά από την άποψη του χαρακτήρα. Στη συνέχεια, ας μιλήσουμε για μια άλλη πτυχή— το αν αγαπά κανείς την αλήθεια ή όχι. Το να αγαπάς την αλήθεια αφορά το να μπορείς να αποδεχτείς την αλήθεια, δηλαδή εάν, ανεξάρτητα από το αν κατανοείς ή όχι τα λόγια του Θεού και αν κατανοείς ή όχι το θέλημα του Θεού, ανεξάρτητα από το αν η άποψη, η γνώμη και η προοπτική σου σχετικά με τη δουλειά, το καθήκον που αναμένεται να εκτελέσεις, συνάδει με την αλήθεια, εσύ και πάλι μπορείς να το αποδεχτείς από τον Θεό, και είσαι υπάκουος και ειλικρινής, τότε αυτό είναι αρκετό, αυτό σου δίνει τη δυνατότητα να εκτελείς το καθήκον σου, είναι η ελάχιστη απαίτηση. Εάν είσαι υπάκουος και ειλικρινής, τότε, όταν εκτελείς μια εργασία, δεν είσαι απρόσεκτος και επιπόλαιος ούτε ψάχνεις τρόπους να τεμπελιάσεις, αλλά αφιερώνεις όλο σου το σώμα και την ψυχή σε αυτήν. Το να έχεις λάθος κατάσταση μέσα σου παράγει αρνητισμό, γεγονός το οποίο κάνει τους ανθρώπους να χάνουν την ορμή τους, κι έτσι γίνονται απρόσεκτοι και τσαπατσούληδες. Γνωρίζουν πολύ καλά μέσα τους ότι η κατάστασή τους δεν είναι σωστή και, παρόλα αυτά, δεν προσπαθούν να το διορθώσουν αυτό αναζητώντας την αλήθεια. Δεν αγαπούν καθόλου την αλήθεια και δεν είναι παρά ελάχιστα πρόθυμοι να εκτελέσουν το καθήκον τους· δεν είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν οποιαδήποτε προσπάθεια ή να υποστούν δυσκολίες και πάντα αναζητούν τρόπους να τεμπελιάσουν. Στην πραγματικότητα, ο Θεός τα έχει δει όλα αυτά —άρα γιατί δεν δίνει σημασία σε αυτούς τους ανθρώπους; Ο Θεός απλώς περιμένει τους εκλεκτούς Του να αφυπνιστούν και να καταλάβουν ποιοι πραγματικά είναι, να τους εκθέσουν και να τους αποκλείσουν. Ωστόσο, οι άνθρωποι αυτοί εξακολουθούν να σκέφτονται από μέσα τους: “Κοίτα πόσο έξυπνος είμαι. Τρώμε το ίδιο φαγητό, αλλά μετά τη δουλειά είστε εντελώς εξαντλημένοι. Εγώ δεν είμαι καθόλου κουρασμένος. Εγώ είμαι ο έξυπνος, ενώ όποιος κάνει πραγματικό έργο είναι ηλίθιος”. Είναι σωστό να βλέπουν τους έντιμους ανθρώπους κατ’ αυτόν τον τρόπο; Όχι. Στην ουσία, οι άνθρωποι που κάνουν πραγματικό έργο όταν εκτελούν το καθήκον τους ασκούν την αλήθεια και ικανοποιούν τον Θεό, άρα είναι οι εξυπνότεροι όλων. Τι τους κάνει έξυπνους; Λένε: “Δεν κάνω τίποτα που δεν μου ζητά ο Θεός και κάνω όλα όσα μου ζητά. Κάνω ό,τι μου ζητήσει και το κάνω με την καρδιά μου, δίνω τον καλύτερό μου εαυτό, δεν κοροϊδεύω καθόλου. Δεν το κάνω αυτό για κανέναν άνθρωπο, το κάνω για τον Θεό. Ο Θεός με αγαπά πάρα πολύ, πρέπει να το κάνω αυτό για να Τον ικανοποιήσω”. Αυτή είναι η σωστή νοοτροπία και το αποτέλεσμα είναι ότι, όταν έλθει η ώρα να καθαρθεί η εκκλησία, όσοι ελίσσονται κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους θα αποκλειστούν, ενώ όσοι είναι έντιμοι και αποδέχονται τον έλεγχο του Θεού θα παραμείνουν. Η κατάσταση των έντιμων αυτών ανθρώπων χαρακτηρίζεται από όλο και περισσότερη δύναμη και ο Θεός τούς προστατεύει σε ό,τι τους συμβαίνει. Και τι τους εξασφαλίζει αυτήν την προστασία; Το ότι μέσα τους είναι ειλικρινείς. Δεν φοβούνται τις δυσκολίες ή την εξάντληση όταν εκτελούν το καθήκον τους και δεν είναι επιλεκτικοί ως προς το ό,τι τους ανατίθεται· δεν ρωτούν γιατί, απλώς κάνουν όπως τους λένε, υπακούουν, χωρίς να εξετάζουν ή να αναλύουν, ή να λαμβάνουν οτιδήποτε άλλο υπόψη· δεν έχουν απώτερα κίνητρα, είναι δε ικανοί να υπακούν στα πάντα. Η εσωτερική τους κατάσταση είναι πάντα πολύ φυσιολογική· όταν αντιμετωπίζουν κίνδυνο, ο Θεός τούς προστατεύει, όταν τους πλήττει αρρώστια ή λοιμός, πάλι ο Θεός τούς προστατεύει —είναι πολύ ευλογημένοι» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δέκατο (Μέρος τέταρτο)]. Μέσα απ’ τα λόγια Του, είδα πως όσοι έχουν συνείδηση και καλό χαρακτήρα, είναι ειλικρινείς στο καθήκον. Στα προβλήματα, υπομένουν βάσανα, κάνουν θυσίες και αγωνίζονται να βελτιωθούν, για να έχουν αποτελέσματα σε ό,τι κάνουν. Ο Θεός τούς διαφωτίζει και τους καθοδηγεί και η κατάστασή τους βελτιώνεται. Μα όσοι δεν έχουν συνείδηση και λογική, γκρινιάζουν για τα προβλήματα στα καθήκοντά τους, σκέφτονται μόνο τα συμφέροντά τους, δεν συνεργάζονται πρόθυμα και θεωρούν τον εαυτό τους έξυπνο. Ο Θεός τούς σιχαίνεται και τελικά θα τους εκθέσει και θα τους εξαλείψει. Δεν ήμουν κι εγώ έτσι, που με θεωρούσα έξυπνη; Φαινομενικά, ξεγελούσα τον επικεφαλής. Απέφευγα την ταλαιπωρία στις νέες εκκλησίες κι ο επικεφαλής δεν ήξερε τι σκεφτόμουν κι έτσι τι να πει; Μα ο Θεός ελέγχει τις σκέψεις μας. Αν έβλεπε πως τεμπέλιαζα στο καθήκον μου και κοίταζα τη βολή μου, και δεν προστάτευα το έργο της εκκλησίας, θα με σιχαινόταν. Αν δεν μετανοούσα, θα με εγκατέλειπε και θα με εξάλειφε. Θυμήθηκα άτομα που είχαν αποπεμφθεί στο παρελθόν. Πάντα τεμπέλιαζαν και ενεργούσαν μηχανικά κι απομακρύνθηκαν απ’ το καθήκον τους πέφτοντας θύματα της υποτιθέμενης εξυπνάδας τους. Καθώς τα συλλογιζόμουν αυτά, φοβήθηκα κάπως και προσευχήθηκα στον Θεό, για να διορθώσω τη στάση μου, να αναλάβω την ευθύνη και να κάνω το καθήκον μου.

Αργότερα, κάποια λόγια του Θεού μού έδωσαν μονοπάτι άσκησης. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Αφού αποδέχτηκε όσα του εμπιστεύτηκε ο Θεός, ο Νώε ξεκίνησε να εκτελεί και να ολοκληρώνει την κατασκευή της κιβωτού για την οποία μίλησε ο Θεός, σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του, χωρίς καμία σκέψη για αναβολή. Οι μέρες περνούσαν, τα χρόνια περνούσαν, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο. Ο Θεός δεν άσκησε ποτέ καμία πίεση στον Νώε, αλλά καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ο Νώε επέμενε στο σημαντικό έργο που του είχε εμπιστευτεί ο Θεός. Κάθε λόγος και κάθε φράση που είχε πει ο Θεός ήταν χαραγμένα στην καρδιά του Νώε σαν λέξεις χαραγμένες πάνω σε πέτρινη πλάκα. Αδιαφορώντας για τις αλλαγές στον έξω κόσμο, για τον χλευασμό των γύρω του, για τις δυσχέρειες ή τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, επέμεινε, καθ’ όλη τη διάρκεια, σε αυτό που του είχε εμπιστευτεί ο Θεός, χωρίς ποτέ να απελπιστεί ή να σκεφτεί να τα παρατήσει. Τα λόγια του Θεού ήταν χαραγμένα στην καρδιά του Νώε και είχαν γίνει η καθημερινή του πραγματικότητα. Ο Νώε ετοίμασε κάθε ένα από τα υλικά που χρειάζονταν για την κατασκευή της κιβωτού, και το σχήμα και οι προδιαγραφές της κιβωτού που πρόσταξε ο Θεός έπαιρναν σταδιακά μορφή με κάθε προσεκτικό χτύπημα του σφυριού και της σμίλης του Νώε. Εν μέσω ανέμων και βροχών, και ανεξάρτητα από το πώς τον κορόιδευαν ή τον συκοφαντούσαν οι άνθρωποι, η ζωή του Νώε προχωρούσε με αυτόν τον τρόπο, χρόνο με τον χρόνο. Ο Θεός παρακολουθούσε κρυφά κάθε πράξη του Νώε, χωρίς ποτέ να του πει άλλη λέξη, και η καρδιά Του συγκινήθηκε από τον Νώε. Ο Νώε, ωστόσο, ούτε το γνώριζε ούτε το ένιωθε αυτό· από την αρχή μέχρι το τέλος, απλώς κατασκεύασε την κιβωτό και συγκέντρωσε κάθε λογής ζωντανό πλάσμα, με ακλόνητη πίστη στα λόγια του Θεού. Στην καρδιά του Νώε δεν υπήρχε καμία ανώτερη οδηγία που όφειλε να ακολουθήσει και να εκτελέσει: Τα λόγια του Θεού ήταν η κατεύθυνση και ο στόχος της ζωής του. Έτσι, ό,τι κι αν του έλεγε ο Θεός, ό,τι κι αν του ζητούσε ο Θεός να κάνει, ό,τι κι αν τον διέταζε να κάνει, ο Νώε το αποδεχόταν πλήρως, το απομνημόνευε και το έπαιρνε ως επιδίωξη της ζωής του. Όχι μόνο δεν το ξεχνούσε, όχι μόνο το εδραίωνε στο μυαλό του, αλλά και το έκανε πραγματικότητα στη ζωή του, χρησιμοποιώντας τη ζωή του για να αποδεχθεί και να εκτελέσει την αποστολή από τον Θεό. Και με αυτόν τον τρόπο, σανίδα με τη σανίδα, χτίστηκε η κιβωτός. Κάθε κίνηση του Νώε, κάθε μέρα του, ήταν αφιερωμένη στα λόγια και τις εντολές του Θεού. Μπορεί να μη φαινόταν ότι ο Νώε εκτελούσε σημαντικό εγχείρημα, αλλά στα μάτια του Θεού, ό,τι έκανε ο Νώε, ακόμη και κάθε βήμα του για να επιτύχει κάτι, κάθε εργασία που έκανε το χέρι του —όλα ήταν πολύτιμα, άξια μνήμης και άξια μίμησης από αυτήν την ανθρωπότητα. Ο Νώε τήρησε αυτό που του είχε εμπιστευτεί ο Θεός. Ήταν ακλόνητος στην πεποίθησή του ότι κάθε λόγος που έλεγε ο Θεός ήταν αληθινός· δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Και ως αποτέλεσμα, η κιβωτός ολοκληρώθηκε και μπόρεσε να ζήσει πάνω της κάθε λογής ζωντανό πλάσμα» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Παράρτημα δεύτερο: Πώς ο Νώε και ο Αβραάμ άκουσαν τα λόγια του Θεού και Τον υπάκουσαν (Μέρος πρώτο)]. Η ιστορία του Νώε με επηρέασε βαθιά. Όταν του ανατέθηκε η αποστολή από τον Θεό, δεν σκέφτηκε τα συμφέροντά του, παρά μόνο να φέρει εις πέρας την αποστολή αυτή. Παραμέρισε τα πάντα. Αν και η κιβωτός ήταν ένα τεράστιο και δύσκολο έργο, συνέχισε να τη φτιάχνει, σανίδα-σανίδα, για 120 χρόνια, βρέξει χιονίσει. Ποτέ δεν παραπονέθηκε και τελικά, τα κατάφερε κι ο Θεός τον επιδοκίμασε. Συγκρίνοντας τη στάση μου μ’ εκείνη του Νώε, ένιωσα άσχημα. Δεν είχα υποφέρει ούτε το ένα δεκάκις χιλιοστό απ’ τα βάσανά του, μα στην παραμικρή δυσκολία ή στο παραμικρό άγχος, παραπονιόμουν και απέφευγα τη δουλειά. Δεν είχα μαρτυρία μέσω της άσκησης της αλήθειας. Ένιωθα υπόχρεη στον Θεό και μετανιωμένη. Προσευχήθηκα στον Θεό και μετανόησα. Δεν ήθελα πια να κοιτώ τη βολή μου, αλλά να μοιάσω στον Νώε στο καθήκον μου. Ακόμα κι αν συναντούσα προβλήματα και δυσκολίες, θα έκανα θυσίες και θα υπέμενα κακουχίες για να παρηγορήσω την καρδιά του Θεού. Βρήκα τον επικεφαλής και του είπα: «Είμαι έτοιμη για τη νέα εκκλησία. Στο εξής, όπου κι αν χρειάζεται να πάω, θα υποτάσσομαι στις ρυθμίσεις της εκκλησίας». Μόλις το είπα, ένιωσα πολύ πιο ήρεμη. Όμως τότε, ο επικεφαλής έστειλε την αδελφή Σάσα να επιβλέπει την εκκλησία κι όχι εμένα.

Μα σύντομα, άκουσα πως η Σάσα, με όλη τη δουλειά που είχε, δεν προλάβαινε να επιτηρεί την εκκλησία. Ίσως τελικά ο επικεφαλής με χρειαζόταν εκεί. Μόλις σκέφτηκα όλα τα προβλήματα σ’ εκείνη την εκκλησία, αμέσως αγχώθηκα. Τότε κατάλαβα πως προστάτευα ξανά τη σάρκα μου απ’ την ταλαιπωρία, έτσι προσευχήθηκα: «Θεέ μου, δεν θέλω να σκέφτομαι πάντα τα συμφέροντά μου. Καθοδήγησέ με να υποταχτώ». Τότε, θυμήθηκα τα λόγια του Θεού: «Εάν ένα άτομο είναι αληθινά αφοσιωμένο κι έχει αίσθημα ευθύνης απέναντι στο καθήκον του, εφόσον ο Θεός απαιτεί κάτι και το χρειάζεται ο οίκος Του, θα κάνει ό,τι του ζητηθεί, χωρίς επιλογή. Δεν είναι μία από τις αρχές της εκτέλεσης του καθήκοντος το να αναλαμβάνει και να ολοκληρώνει κανείς οτιδήποτε είναι σε θέση και οφείλει να κάνει; (Ναι.)» [«Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δέκατο (Μέρος τέταρτο)]. Απ’ τα λόγια Του αντιλήφθηκα πως ό,τι ρόλο κι αν τους αναθέσουν, όσοι είναι αφοσιωμένοι στον Θεό εκπληρώνουν με όλες τις δυνάμεις τους τα καθήκοντα και τις ευθύνες τους. Έτσι στηρίζεται το έργο της εκκλησίας. Βρέθηκα ξανά σ’ αυτήν την κατάσταση, επειδή το έργο της εκκλησίας με χρειαζόταν. Δεν έπρεπε να σκέφτομαι τα συμφέροντά μου και τη βολή μου. Είτε με όριζαν επιτηρήτρια είτε όχι, θα υποτασσόμουν. Αργότερα, μου ανατέθηκε η επίβλεψη της εκκλησίας κι εκείνη τη φορά, δέχτηκα ήρεμα. Μόλις την ανέλαβα, έκανα βήμα-βήμα τη δουλειά μου και μέσα από έλεγχο και παρακολούθηση ανακάλυψα και επέλυσα προβλήματα.

Φαινομενικά, το νέο καθήκον με εξαντλούσε περισσότερο, μα με προστάτεψε και μου έδωσε κίνητρο. Η εκκλησία που επιτηρούσα παλιά ήταν πιο σταθερή και με καλά αποτελέσματα, έτσι υποσυνείδητα επαναπαύτηκα και μπήκα σε μια ρουτίνα. Γινόμουν όλο και πιο τεμπέλα και παθητική. Στη νέα εκκλησία, υπήρχαν περισσότερα προβλήματα, μα με ώθησαν να προσεύχομαι και να βασίζομαι στον Θεό στις κακουχίες και να αναζητώ την αλήθεια. Ένιωθα πιο κοντά στον Θεό κι έμαθα πολλά. Δόξα τω Θεώ!

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Απάντηση