Το συναίσθημα συσκότισε την καρδιά μου

29 Δεκεμβρίου 2022

Τον Μάιο του 2017, αποδέχτηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Όταν ο σύζυγός μου είδε πως μόλις πίστεψα στον Θεό, ανάρρωσα και απολάμβανα τη χάρη του Θεού, αποδέχτηκε κι εκείνος το έργο του Θεού κι άρχισε να εκπληρώνει το καθήκον του. Αργότερα, ο έντονος πόνος που ένιωθε στην πλάτη του σταδιακά μειώθηκε και αφιέρωνε πολλή ενέργεια στο καθήκον του. Ό,τι κι αν του ζητούσε η εκκλησία, έβαζε τα δυνατά του για να το κάνει, και συχνά βοηθούσε με ενθουσιασμό τους άλλους. Νόμιζα πως αναζητούσε αληθινά και ονειρευόμουν πόσο υπέροχο θα ήταν να ασκούμαστε στην πίστη, να ακολουθούμε τον Θεό μέχρι τέλους και να εισέλθουμε μαζί στη βασιλεία.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο ιδανικά όσο πίστευα. Τον Μάρτιο του 2021, επειδή δεν είχα εμπειρία στη ζωή και δεν μπορούσα να κάνω πρακτικό έργο, με έβγαλαν απ’ τη θέση της ιεροκήρυκα. Προς έκπληξή μου, ο σύζυγός μου ήταν πολύ αιχμηρός σχετικά μ’ αυτό. Είπε: «Δύο χρόνια τώρα, έχεις πέσει με τα μούτρα στο καθήκον σου κι εγώ φροντίζω μόνος μου τα του σπιτιού. Εφόσον απομάκρυναν εσένα, παρά τις τόσες θυσίες σου, σίγουρα εγώ δεν θα τα καταφέρω ως πιστός. Αποκηρύττω την πίστη μου!» Τον συναναστράφηκα και του εξήγησα πως η εκκλησία με είχε απομακρύνει βάσει αρχής, και πως η στάση μας έπρεπε να είναι η σωστή και να μην παρανοούμε τον Θεό. Του είπα επίσης πως η απομάκρυνσή μου δεν σήμαινε πως είχα χάσει την ευκαιρία μου να σωθώ, και πως εφόσον αναζητούσα την αλήθεια, υπήρχε ακόμα ελπίδα. Όμως, ό,τι κι αν έλεγα, δεν με άκουγε και απλώς με αγνοούσε. Τον επόμενο μήνα, δεν συμμετείχε σε συναθροίσεις ούτε έκανε το καθήκον του. Δεν διάβαζε καν τα λόγια του Θεού ούτε προσευχόταν. Εκείνη την περίοδο, η επικεφαλής ήρθε πολλές φορές να τον συναναστραφεί, αλλά την αγνόησε. Αργότερα, άκουσε στη συναναστροφή της πως το έργο του Θεού κόντευε να τελειώσει, πως οι συμφορές αυξάνονταν και πως αν δεν ασκούμασταν στην πίστη και δεν κάναμε το καθήκον μας, θα ήταν πολύ αργά να μετανοήσουμε μέσα στις συμφορές. Τότε άλλαξε και άρχισε να συμμετέχει σε συναθροίσεις και να κάνει το καθήκον του. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση. Θεωρούσα πως εφόσον συμμετείχε σε συναθροίσεις, έκανε το καθήκον του και αναζητούσε την αλήθεια, υπήρχε ακόμα ελπίδα να σωθεί.

Στην αρχή, είχε ακόμα ενθουσιασμό και ήταν αρκετά δραστήριος στο καθήκον του. Τότε ήταν διάκονος ποτίσματος και ήταν συνεπής στις συναθροίσεις με τους άλλους. Πού και πού, όταν η εκκλησία χρειαζόταν βοήθεια, υπέμενε κακουχίες και έκανε θυσίες στο έργο. Όμως δεν κράτησε πολύ: Λίγους μήνες μετά, ο ανιψιός του συζύγου μου χτυπήθηκε ξαφνικά από μια σπάνια ασθένεια, όμως όταν πήγε στο σπίτι του αδελφού του για να βοηθήσει, απέφευγε τα καθήκοντά του κι έχανε πολλές συναθροίσεις, έτσι αδελφοί και αδελφές από πολλές ομάδες δεν είχαν κάποιον να τους ποτίσει. Τον συναναστράφηκα πως πρέπει να δίνουμε προτεραιότητα στα καθήκοντά μας κι όχι να ξοδεύουμε τόσο χρόνο σε σαρκικά ζητήματα, διότι αυτό θα επηρέαζε τα καθήκοντά μας και θα καθυστερούσε την είσοδό μας στη ζωή. Αδελφοί και αδελφές συναναστράφηκαν μαζί του, όμως δεν άκουγε τίποτα. Ώσπου μια μέρα, ήρθε στο σπίτι ενθουσιασμένος και μου είπε πως ο Θεός τον προστάτεψε από ένα αμάξι που παραλίγο να τον χτυπήσει και να τον σκοτώσει. Έπειτα, άρχισε να συμμετέχει ξανά σε συναθροίσεις. Αλλά ήταν κάτι προσωρινό. Μόλις ο αδελφός του τού ζήτησε ξανά βοήθεια, σταμάτησε τις συναθροίσεις και το καθήκον του. Βλέποντάς τον να μην είναι υπεύθυνος στο καθήκον του και παρά τις συναναστροφές, να μη διορθώνει τη συμπεριφορά του, ο ανώτερος επικεφαλής τον έβγαλε από τη θέση του βάσει της συνολικής του απόδοσης. Όταν απομακρύνθηκε, απλώς σταμάτησε τις συναθροίσεις και πήγαινε κάθε μέρα στον αδελφό του να βοηθά. Οι αδελφοί και οι αδελφές συναναστρέφονταν μαζί του πολύ συχνά, όμως αν και στα λόγια συμφωνούσε, τελικά δεν συμμετείχε σε συναθροίσεις. Όσο τον έβλεπα έτσι, αναστατωνόμουν. Ανησυχούσα πως αν δεν ασκούνταν στην πίστη, θα τον έβρισκαν οι συμφορές και θα τιμωρούνταν. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν συμμετείχε σε συναθροίσεις προς έκπληξή μου, είπε: «Πολλά μέλη της οικογένειάς μας πιστεύουν στον Θεό, όμως ο Θεός δεν προστάτεψε τον ανιψιό μου από αυτήν τη βαριά αρρώστια…» Τότε ξαφνικά συνειδητοποίησα πως κατηγορούσε τον Θεό που δεν προστάτεψε την υγεία του ανιψιού του. Βλέποντάς τον να έχει αυτήν την εσφαλμένη αντίληψη στην πίστη του και να θέλει απλώς θεία χάρη, συναναστράφηκα μαζί του: «Δεν πρέπει να πιστεύουμε στον Θεό μόνο για να λάβουμε ευλογίες και χάρη. Πρέπει να αναζητούμε την αλήθεια και να υποτασσόμαστε στις ρυθμίσεις του Θεού». Συναναστράφηκα μαζί του πολλές φορές, όμως πάντα αντιδρούσε πολύ και ταραζόταν. Έλεγα μέσα μου: «Δεν αποδέχεται την αλήθεια και μιλά σαν ένας μη πιστός». Έπειτα όμως, σκεφτόμουν: «Ίσως οφείλεται στο ότι είναι νέος στην πίστη και δεν κατανοεί την αλήθεια. Πρέπει να τον βοηθήσω περισσότερο». Όμως όσο κι αν συναναστρεφόμουν μαζί του, δεν άκουγε τίποτα. Λίγες μέρες μετά, ένας ανώτερος επικεφαλής ήρθε για το έργο της κάθαρσης. Έπρεπε να εντοπίσουμε τους μη πιστούς, τους αντίχριστους και τους κακούς, να συλλέξουμε τις αξιολογήσεις τους για να τους καθάρουμε ή να τους αποβάλουμε. Ανάμεσά τους ήταν κι ο σύζυγός μου. Βάσει της συνολικής συμπεριφοράς του, θεωρήθηκε πως αναζητούσε μόνο ευλογία στην πίστη του, είχε αντιλήψεις εναντίον του Θεού, κι απέρριπτε τις συναθροίσεις και το καθήκον του όποτε τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως ήθελε ή δεν λάμβανε θεία χάρη. Κρίθηκε μη πιστός που επιδίωκε να «τρώει ψωμιά και να χορταίνει». Άρχισα να πανικοβάλλομαι: «Αυτό σημαίνει πως θα αποκλείσουν τον σύζυγό μου; Δεν θα χάσει τότε την ευκαιρία να σωθεί;» Δεν μπορούσα να το δεχτώ και σκεφτόμουν αντεπιχειρήματα: «Μήπως κάνετε λάθος; Είναι νέος στην πίστη και δεν κατανοεί την αλήθεια. Πριν εκπλήρωνε τα καθήκοντά του, όμως έχει συμβεί κάτι στην οικογένειά μας και είναι προσωρινά αδύναμος. Πρέπει να τον στηρίξουμε και να τον βοηθήσουμε. Μόλις βελτιωθεί η κατάστασή του, ίσως αρχίσει να συναθροίζεται κανονικά». Όμως ήξερα πως το έργο της κάθαρσης ήταν πολύ σημαντικό για τον οίκο του Θεού. Τότε ήμουν επικεφαλής εκκλησίας και ήταν καθήκον μου να το εφαρμόσω, έτσι συμφώνησα να δώσω πληροφορίες. Αλλά και πάλι σχεδίαζα να τον βοηθήσω. Συναναστρεφόμουν συχνά μαζί του, τον παρότρυνα να διαβάζει τα λόγια του Θεού και να συναθροίζεται, όμως δεν με άκουγε. Μερικές φορές, έχανε την ψυχραιμία του και μου έλεγε να σωπάσω. Μερικές φορές, αν είχα δουλειά στην εκκλησία και δεν έκανα τις δουλειές του σπιτιού, με επέπληττε και μου φώναζε. Με είχε απογοητεύσει πολύ. Έμοιαζε να μην υπήρχε σωτηρία για εκείνον. Όσο κι αν προσπαθούσα να τον βοηθήσω, δεν βελτιωνόταν.

Μια μέρα, βρήκα ένα χωρίο των λόγων του Θεού που εκθέτει τη συμπεριφορά των μη πιστών. Εκεί αναφερόταν: «Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των μη πιστών; Η πίστη τους στον Θεό είναι ένα είδος αναζήτησης ευκαιριών, ένας τρόπος να επωφεληθούν από την εκκλησία, να αποφύγουν την καταστροφή, να βρουν στήριξη και μια σταθερή πηγή εισοδήματος. Μερικοί από αυτούς έχουν ακόμη και πολιτικές βλέψεις, επιθυμώντας να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση και να διοριστούν σε κάποια θέση αξιωματούχου. Τέτοιοι άνθρωποι, μηδενός εξαιρουμένου, είναι μη πιστοί. Η πίστη τους στον Θεό εμπεριέχει αυτά τα κίνητρα και τις προθέσεις, και μέσα τους δεν πιστεύουν με εκατό τοις εκατό βεβαιότητα ότι υπάρχει Θεός. Μολονότι Τον αναγνωρίζουν, το κάνουν με αμφιβολία, επειδή η άποψη που υποστηρίζουν είναι αθεϊστική. Πιστεύουν μόνο σε πράγματα που μπορούν να δουν στον υλικό κόσμο. … Ακριβώς επειδή οι άνθρωποι αυτοί δεν πιστεύουν ότι ο Θεός βασιλεύει επί των πάντων, είναι σε θέση να διεισδύσουν στην εκκλησία με τις προθέσεις και τους σκοπούς τους, με θρασύτητα και χωρίς καθόλου μα καθόλου τύψεις. Θέλουν να εκφράζουν τα ταλέντα τους στην εκκλησία ή να πραγματοποιούν τα όνειρά τους, ή άλλα παρόμοια —επιθυμούν, δηλαδή, να διεισδύσουν στην εκκλησία και να αποκτήσουν κύρος και κοινωνική θέση εκεί, να εκπληρώσουν την πρόθεση και την επιθυμία τους να κερδίσουν ευλογίες, κι έτσι να πετύχουν τον ιδιοτελή σκοπό τους. Διαπιστώνει κανείς από τη συμπεριφορά τους, καθώς και από τη φύση και την ουσία τους, ότι οι στόχοι, τα κίνητρα και οι προθέσεις τους όσον αφορά την πίστη στον Θεό δεν είναι τα κατάλληλα. Κανένας απ’ αυτούς δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται την αλήθεια, και ακόμη κι αν διεισδύσουν στην εκκλησία, δεν είναι άνθρωποι που η εκκλησία θα πρέπει να δεχτεί. Το απώτερο νόημα αυτού είναι, ότι μπορεί μεν να είναι σε θέση να διεισδύουν στην εκκλησία, όμως δεν είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. “Δεν είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού” —πώς πρέπει να ερμηνευτεί η φράση αυτή; Σημαίνει ότι ο Θεός δεν τους προκαθόρισε ούτε τους επέλεξε. Δεν τους θεωρεί αποδέκτες του έργου και της σωτηρίας Του· ούτε τους προκαθόρισε να είναι ανθρώπινα όντα που θα σώσει. Από τη στιγμή που θα μπουν στην εκκλησία, φυσικά δεν μπορούμε να τους φερόμαστε ως αδελφούς και αδελφές μας, γιατί δεν είναι άνθρωποι που αποδέχονται ειλικρινά την αλήθεια ή υποτάσσονται στο έργο του Θεού. Μερικοί μπορεί να ρωτήσουν: “Δεδομένου ότι δεν είναι αδελφοί και αδελφές που πιστεύουν αληθινά στον Θεό, γιατί η εκκλησία δεν τους αποπέμπει και δεν τους αποβάλλει;” Θέλημα του Θεού είναι ο εκλεκτός λαός Του να αποκτήσει διάκριση μέσω αυτών των ανθρώπων κι έτσι να διαβλέπει τα σχέδια του Σατανά και να τον απορρίπτει. Όταν ο εκλεκτός λαός του Θεού γίνει διορατικός, θα έχει έρθει η ώρα για την εκκαθάριση αυτών των μη πιστών. Στόχος της διάκρισης είναι να εκτεθούν όσοι μη πιστοί έχουν διεισδύσει στον οίκο του Θεού με τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες τους και να αποπεμφθούν από την εκκλησία επειδή δεν είναι αληθινοί πιστοί στον Θεό, πόσο μάλλον άνθρωποι που αποδέχονται και επιδιώκουν την αλήθεια. Τίποτα καλό δεν απορρέει από την παραμονή τους στην εκκλησία —μόνο πολλά δεινά. Πρώτον, έχοντας διεισδύσει στην εκκλησία, δεν τρώνε ούτε πίνουν από τα λόγια του Θεού και δεν αποδέχονται στο ελάχιστο την αλήθεια. Το μόνο που κάνουν είναι να διαταράσσουν και να αναστατώνουν το έργο της εκκλησίας εις βάρος της εισόδου του εκλεκτού λαού του Θεού στη ζωή. Δεύτερον, εάν παραμείνουν στην εκκλησία, είναι ανεξέλεγκτοι, όπως ακριβώς οι άπιστοι. Κάτι τέτοιο διαταράσσει και αναστατώνει το έργο της εκκλησίας και την εκθέτει σε πολλούς κρυφούς κινδύνους. Τρίτον, εάν παραμείνουν στην εκκλησία, δεν ενεργούν πρόθυμα ως πάροχοι υπηρεσιών και, μολονότι μπορεί να προσφέρουν κάποιες υπηρεσίες, αυτό γίνεται μόνο για να κερδίσουν ευλογίες. Όταν έρθει η μέρα που θα μάθουν ότι δεν μπορούν να κερδίσουν ευλογίες, θα εξαγριωθούν, αναστατώνοντας και βλάπτοντας το έργο της εκκλησίας. Καλύτερα να αποπεμφθούν από την εκκλησία προτού συμβεί ετούτο. Τέταρτον, οι μη πιστοί είναι επίσης πιθανό να σχηματίσουν συμμορίες και κλίκες μέσα στην εκκλησία. Είναι πιθανό να στηρίζουν και ν’ ακολουθούν αντίχριστους, σχηματίζοντας μια δύναμη κακού μέσα στην εκκλησία που αποτελεί μεγάλη απειλή για το έργο της. Υπό το πρίσμα των τεσσάρων αυτών συλλογισμών, είναι απαραίτητο να διακρίνουμε και να εκθέτουμε τους μη πιστούς που διεισδύουν στην εκκλησία και, στη συνέχεια, να τους αποπέμπουμε. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να διατηρήσουμε την κανονική λειτουργία του έργου της εκκλησίας, ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να υπερασπιστούμε τον εκλεκτό λαό του Θεού ενόσω τρώει και πίνει κανονικά τα λόγια του Θεού και ζει κανονική εκκλησιαστική ζωή, ώστε να μπορέσει να εισέλθει στον σωστό δρόμο της πίστης στον Θεό. Αυτό συμβαίνει επειδή η διείσδυση των εν λόγω μη πιστών στην εκκλησία είναι πολύ επιζήμια για την είσοδο του εκλεκτού λαού του Θεού στη ζωή. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν μπορούν να τους αναγνωρίσουν, αλλά τους φέρονται ως αδελφούς και αδελφές τους. Μερικοί άνθρωποι, βλέποντας ότι έχουν λίγα χαρίσματα ή πλεονεκτήματα, τους επιλέγουν να υπηρετήσουν ως επικεφαλής και εργάτες. Έτσι αναδύονται στην εκκλησία ψευδείς επικεφαλής και αντίχριστοι. Εξετάζοντας κανείς την ουσία τους, διαπιστώνει ότι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός, ούτε ότι τα λόγια Του είναι η αλήθεια, ούτε ότι εξουσιάζει τα πάντα. Είναι άπιστοι στα μάτια του Θεού. Εκείνος δεν τους δίνει καμία σημασία και το Άγιο Πνεύμα δεν θα εργαστεί επάνω τους. Άρα, βάσει της ουσίας τους, δεν είναι αυτοί που θα σώσει ο Θεός και σίγουρα δεν έχουν προκαθοριστεί ούτε επιλεγεί από Εκείνον. Ο Θεός επ’ ουδενί δεν θα τους σώσει. Όπως και να το δει κανείς, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα πρέπει να παραμένουν στην εκκλησία. Θα πρέπει να αναγνωρίζονται, έγκαιρα και με ακρίβεια, και στη συνέχεια να τυγχάνουν ανάλογης μεταχείρισης. Μην τους αφήνετε να μένουν στην εκκλησία και να ενοχλούν τους άλλους» («Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι υποχρεώσεις των επικεφαλής και των εργατών»). Μέσα απ’ τα λόγια του Θεού, αντιλήφθηκα ότι η ουσία των μη πιστών είναι πως δεν πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός. Οι προθέσεις, οι στόχοι και τα κίνητρα στην πίστη τους είναι νοθευμένα. Εισέρχονται στην εκκλησία απλώς για να πετύχουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, δεν έχουν αληθινή πίστη στον Θεό. Δεν πιστεύουν στα λόγια του Θεού και δεν αποδέχονται την αλήθεια. Όταν τους συμφέρει, επιδεικνύουν ενθουσιασμό, όμως αν δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν ή τους βρίσκουν συμφορές, προδίδουν αμέσως τον Θεό. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν αρνητική επίδραση στην εκκλησία, δεν είναι τα αντικείμενα της σωτηρίας του Θεού και πρέπει να αποπεμφθούν και να αποβληθούν. Ηρέμησα και αναλογίστηκα τη συμπεριφορά του συζύγου μου. Στην αρχή, όταν είδε πως ανάρρωσα μόλις πίστεψα στον Θεό, σκέφτηκε πως όποιος ασκούνταν στην πίστη, θα αποκτούσε τη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, κι έτσι πίστεψε. Τότε, η χρόνια οσφυαλγία του γιατρεύτηκε, κι έτσι ήταν πρόθυμος να εκπληρώνει το καθήκον του και να βοηθά με ενθουσιασμό τους άλλους. Είδα πως οι προθέσεις του συζύγου μου όταν ασκούνταν στην πίστη ήταν εξ αρχής εσφαλμένες. Ήθελε απλώς να αποκτήσει ευλογίες και χάρη. Μόλις με απομάκρυναν, θεώρησε πως εφόσον απομάκρυναν εμένα που ήμουν πιο ενθουσιώδης από εκείνον, όσο κι αν αναζητούσε, δεν θα λάμβανε ποτέ ευλογίες, κι έτσι δεν ήθελε πια να ασκείται στην πίστη. Αργότερα, επειδή ανησύχησε πως στις συμφορές δεν θα αποκτούσε ευλογίες, συνέχισε τις συναθροίσεις και το καθήκον του. Έπειτα, όταν ο ανιψιός του αρρώστησε, κατηγόρησε τον Θεό που δεν τον προστάτεψε και σταμάτησε ξανά τις συναθροίσεις και το καθήκον του. Τελικά, όταν τον έβγαλαν από τη θέση του διακόνου ποτίσματος, δεν ασκούνταν καθόλου στην πίστη. Μόνο τότε κατάλαβα πως ο σύζυγός μου ήταν ένας μη πιστός που είχε εισέλθει στην εκκλησία μόνο για να λάβει ευλογίες. Παρόλο που είχε κάνει κάποια καλά στο παρελθόν, τα έκανε με σκοπό να αποκτήσει ευλογίες και οφέλη. Εφόσον δεν πήρε αυτό που ήθελε, άλλαξε τροπάρι. Παλιά, νόμιζα πως δεν πήγαινε σε συναθροίσεις και δεν έκανε το καθήκον του επειδή δεν κατανοούσε την αλήθεια και βίωνε απλώς μια προσωρινή αδυναμία. Όμως, διακρίνοντάς τον υπό το πρίσμα των λόγων του Θεού, είδα καθαρά πως δεν ήταν ότι δεν καταλάβαινε την αλήθεια, αλλά ότι εκ φύσεως είχε κουραστεί απ’ αυτήν. Άρα, όσο κι αν συναναστρεφόμουν μαζί του, δεν θα αποδεχόταν ποτέ την αλήθεια. Ήταν στ’ αλήθεια ένας μη πιστός. Όταν το αντιλήφθηκα, απέκτησα κάποια διάκριση για την άπιστη ουσία του συζύγου μου και κατά βάθος παραδέχτηκα πως ήταν σωστό να τον αποπέμψει η εκκλησία.

Τότε, αν και είχα κάποια διάκριση για τον σύζυγό μου, ανησυχούσα πως θα με μισούσε και θα έλεγε πως δεν υπολόγιζα τον γάμο μας αν τον εξέθετα και ανέφερα την άπιστη συμπεριφορά του. Δεν θα έλεγε πως ήμουν μια άπιστη προδότρια; Ειδικά όταν έβλεπα πόσο κουρασμένος έδειχνε μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, ένιωθα ιδιαίτερα αγχωμένη: Αν ο σύζυγός μου αποπεμπόταν, σίγουρα δεν θα είχε την προστασία του Θεού όταν έφταναν οι συμφορές. Όταν το αντιλήφθηκα, ένιωσα απαίσια κι ευχόμουν να υπήρχε κάποιος τρόπος να εμπόδιζα την αποπομπή του. Αργότερα, ανακάλυψα πως είχε διαβάσει τα λόγια του Θεού στο τηλέφωνό του, κι όταν ο επικεφαλής μού ζήτησε να δώσω στοιχεία της άπιστης συμπεριφοράς του, τον υπερασπίστηκα λέγοντας πως συχνά διάβαζε λόγια του Θεού και ως απόδειξη, του έδειξα το τηλέφωνό του. Έβλεπε πως προστάτευα τον σύζυγό μου λόγω των συναισθημάτων μου, έτσι μου διάβασε τα λόγια του Θεού: «Τι είναι τα συναισθήματα, στην ουσία; Είναι ένα είδος διεφθαρμένης διάθεσης. Οι εκδηλώσεις των συναισθημάτων μπορούν να περιγραφούν χρησιμοποιώντας αρκετές λέξεις: ευνοιοκρατία, υπερπροστασία, διατήρηση σωματικών σχέσεων, μεροληψία· αυτά είναι τα συναισθήματα. Ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες του να έχουν οι άνθρωποι συναισθήματα και να ζουν βάσει αυτών; Γιατί ο Θεός αποστρέφεται τόσο τα συναισθήματα των ανθρώπων; Μερικοί άνθρωποι, που τους κατευθύνουν διαρκώς τα συναισθήματά τους, δεν μπορούν να κάνουν πράξη την αλήθεια και, μολονότι επιθυμούν να υπακούσουν τον Θεό, δεν το μπορούν. Έτσι, υποφέρουν συναισθηματικά. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί άνθρωποι που κατανοούν την αλήθεια αλλά δεν μπορούν να την κάνουν πράξη. Και αυτό συμβαίνει επειδή τους κατευθύνουν τα συναισθήματα» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Ποια είναι η πραγματικότητα της αλήθειας;). «Ποια θέματα σχετίζονται με τα συναισθήματα; Το υπ’ αριθμόν ένα είναι το πώς αξιολογείς τη δική σου οικογένεια, πώς αντιδράς στα όσα κάνουν. Στα “όσα κάνουν” περιλαμβάνεται το να αναστατώνουν και να διακόπτουν το έργο της εκκλησίας, να επικρίνουν ανθρώπους πίσω από την πλάτη τους, να πράττουν τα έργα των μη πιστών και ούτω καθεξής. Θα μπορούσες να είσαι αμερόληπτος ως προς τα όσα πράττει η οικογένειά σου; Εάν σου ζητούσαν να αξιολογήσεις την οικογένειά σου γραπτώς, θα το έκανες αντικειμενικά και δίκαια, παραμερίζοντας τα συναισθήματά σου; Αυτό σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζεις τα μέλη της οικογενείας. Και είσαι συναισθηματικός απέναντι σ’ αυτούς με τους οποίους τα πας καλά ή σ’ αυτούς που σε βοήθησαν στο παρελθόν; Θα ήσουν αντικειμενικός, αμερόληπτος και ακριβής σχετικά με τις πράξεις και τη συμπεριφορά τους; Θα τους ανέφερες αμέσως και θα τους εξέθετες αν ανακάλυπτες ότι ενοχλούν και διακόπτουν το έργο της εκκλησίας; Επιπλέον, είσαι συναισθηματικός με όσους είναι κοντά σου ή όσους μοιράζονται παρόμοια ενδιαφέροντα; Θα ήταν αμερόληπτη και αντικειμενική η αξιολόγηση, ο ορισμός και η ανταπόκρισή σου στις πράξεις και τη συμπεριφορά τους; Και πώς θα αντιδρούσες εάν η θεμελιώδης αρχή υπαγόρευε η εκκλησία να λάβει μέτρα εναντίον κάποιου με τον οποίο έχεις συναισθηματική σχέση, και αυτά τα μέτρα έρχονταν σε αντίθεση με τις δικές σου αντιλήψεις; Θα υπάκουγες; Θα συνέχιζες να έχεις κρυφά επαφές μαζί του, θα εξακολουθούσε να σε ξεγελά, θα σε παρακινούσε μάλιστα να τον δικαιολογείς, να τον καλύπτεις και να τον υπερασπίζεσαι;» («Ο Λόγος», τόμ. 5: «Οι υποχρεώσεις των επικεφαλής και των εργατών»). Μόλις διάβασε τα λόγια του Θεού, συναναστράφηκε: «Ο λόγος που απομακρύνονται όλοι οι αντίχριστοι, οι κακοί και οι μη πιστοί είναι για να καθαρθεί η εκκλησία και για να ζουν οι εκλεκτοί του Θεού μια καλύτερη εκκλησιαστική ζωή, να συναθροίζονται και να κάνουν τα καθήκοντά τους χωρίς διαταραχή. Ως επικεφαλής εκκλησίας, πρέπει να τηρείς τις αρχές της αλήθειας και να μην αφήνεις τα συναισθήματά σου να ορίζουν τα λόγια και τις πράξεις σου. Αν σήμερα αποπέμπαμε κάποιον με τον οποίο δεν είχες σχέση, θα τον υπερασπιζόσουν το ίδιο; Δεν θα παρείχες αμέσως στοιχεία για τη συμπεριφορά του; Μπορείς να είσαι αντικειμενική και δίκαιη αν τα συναισθήματά σου ορίζουν τις πράξεις και τα λόγια σου; Η φύση του συζύγου σου έχει βαρεθεί και απορρίπτει την αλήθεια. Πιστεύει στον Θεό μόνο ως μέσο για ευλογίες και είναι ένας μη πιστός. Ακόμα κι αν τον αφήναμε να μείνει στην εκκλησία, δεν θα αναζητούσε την αλήθεια και δεν θα σωζόταν απ’ τον Θεό. Αν ενεργούμε βάσει συναισθημάτων και δεν τηρούμε τις αρχές για να διατηρήσουμε το έργο της εκκλησίας, εναντιωνόμαστε στον Θεό. Αν δεν διορθωθούμε, ο Θεός θα μας απεχθάνεται και θα χάσουμε το έργο του Αγίου Πνεύματος. Τα συναισθήματα δεν πρέπει να ορίζουν τα λόγια μας, πρέπει να τασσόμαστε υπέρ της αλήθειας και να αξιολογούμε αντικειμενικά και δίκαια. Ο Θεός είναι δίκαιος και ο οίκος του Θεού κυβερνάται απ’ την αλήθεια. Οι καλοί δεν θα αδικηθούν, ενώ οι μη πιστοί και οι κακούργοι σίγουρα δεν θα παραμείνουν στην εκκλησία».

Μετά τη συναναστροφή του, ήξερα μέσα μου πως όσα είχε εκθέσει ήταν αλήθεια και η πραγματική μου κατάσταση. Αν μου ζητούσε να δώσω στοιχεία για κάποιον με τον οποίο δεν σχετιζόμουν, θα τα πρόσφερα χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, ώστε να αποκτήσουν όλοι διάκριση. Όμως λόγω των συναισθημάτων μου, αν και ήξερα πολύ καλά πως ο σύζυγός μου είχε εκτεθεί ως μη πιστός, συνέχιζα να τον προστατεύω και να τον υπερασπίζομαι, ελπίζοντας πως ο επικεφαλής θα έκανε μια εξαίρεση και θα τον άφηνε στην εκκλησία. Δεν εναντιωνόμουν έτσι στον Θεό; Δεν διέκοπτα το έργο της εκκλησίας; Οι συναισθηματικοί δεσμοί ήταν πολύ ισχυροί. Έπειτα, διάβασα ένα άλλο χωρίο και κατανόησα τον λόγο που άφηνα τα συναισθήματά μου να οδηγούν τις πράξεις μου. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Εάν κάποιος απαρνείται τον Θεό και Του αντιτίθεται, και είναι καταραμένος από τον Θεό, όμως είναι γονιός ή συγγενής σου, δεν είναι, απ’ όσο ξέρεις, κακοποιό στοιχείο και σου συμπεριφέρεται καλά, τότε μπορεί να μην είσαι σε θέση να μισήσεις αυτό το άτομο, και μάλιστα ενδέχεται να παραμείνεις σε στενή επαφή μαζί του, με τη σχέση σας να παραμένει αμετάβλητη. Θα σε προβληματίσει όταν ακούσεις ότι ο Θεός περιφρονεί τους ανθρώπους αυτούς, ενώ εσύ δεν μπορείς να σταθείς στο πλευρό Του και να τους απορρίψεις χωρίς έλεος. Σε δεσμεύει διαρκώς το συναίσθημα και δεν μπορείς να το εγκαταλείψεις. Ποιος είναι ο λόγος για αυτό; Τούτο συμβαίνει επειδή εκτιμάς υπερβολικά το συναίσθημα κι αυτό σε εμποδίζει να κάνεις πράξη την αλήθεια. Αυτό το άτομο είναι καλό μαζί σου, δεν μπορείς, επομένως, να εξαναγκάσεις τον εαυτό σου να το μισήσει. Θα μπορούσες να το μισήσεις μόνο εάν σε έβλαπτε. Συνάδει αυτό το μίσος με τις αρχές της αλήθειας; Επίσης, σε δεσμεύουν οι παραδοσιακές αντιλήψεις και σκέφτεσαι ότι είναι γονιός ή συγγενής σου, οπότε, εάν τον μισήσεις, θα σε περιφρονήσει η κοινωνία και θα σε υβρίσει η κοινή γνώμη, θα σε καταδικάσουν ως άσπλαχνο τέκνο, χωρίς συνείδηση, χωρίς καν ανθρώπινη υπόσταση. Νομίζεις ότι θα υποστείς τη θεία καταδίκη και τιμωρία. Ακόμη και αν θες να τον μισήσεις, η συνείδησή σου δεν θα το επιτρέψει. Γιατί λειτουργεί η συνείδησή σου κατ’ αυτόν τον τρόπο; Είναι ένας τρόπος σκέψης που σου μετέδωσε η οικογένειά σου από την παιδική σου ηλικία, που σου μετέδωσαν τα όσα σου έμαθαν οι γονείς σου και σου ενστάλαξε και μετέδωσε η πολιτιστική κληρονομιά. Έχει ριζώσει πολύ βαθιά στην καρδιά σου, κάνοντάς σε να πιστεύεις λανθασμένα ότι η ευλάβεια εκ μέρους των τέκνων αποτελεί πρόσταγμα του Ουρανού που αναγνωρίζεται στη γη, ότι την κληρονόμησες από τους προγόνους σου και είναι πάντα καλή. Την έμαθες πρώτη και παραμένει κυρίαρχη, δημιουργώντας ένα μεγάλο εμπόδιο και αναστάτωση στην πίστη σου και την αποδοχή της αλήθειας, αφού δεν σου επιτρέπει να κάνεις πράξη τα λόγια του Θεού και να αγαπάς αυτό που αγαπάει, να μισείς αυτό που μισεί. […] Ο Σατανάς χρησιμοποιεί αυτού του είδους την παραδοσιακή κληρονομιά και τις αντιλήψεις περί ηθικής για να δεσμεύσει τις σκέψεις σου, το μυαλό και την καρδιά σου, καθιστώντας σε ανίκανο να αποδεχτείς τα λόγια του Θεού· έχεις κυριευτεί από αυτά τα πράγματα του Σατανά και δεν είσαι πλέον σε θέση να δεχτείς τα λόγια του Θεού. Όταν θέλεις να κάνεις πράξη τα λόγια του Θεού, αυτά τα πράγματα προκαλούν αναταραχή μέσα σου και σε κάνουν να αντιτάσσεσαι στην αλήθεια και στις απαιτήσεις Του, δεν έχεις, λοιπόν, τη δύναμη να απαλλαγείς από τον ζυγό της παραδοσιακής κληρονομιάς. Αφού παλέψεις για λίγο, καταφεύγεις σε συμβιβασμούς: προτιμάς να πιστεύεις ότι οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί ηθικής είναι ορθές και συνάδουν με την αλήθεια, κι έτσι απορρίπτεις ή αποποιείσαι τα λόγια του Θεού. Δεν αποδέχεσαι τα λόγια Του ως αλήθεια ούτε και σκέφτεσαι τίποτε ως προς τη σωτηρία σου, νιώθοντας ότι εξακολουθείς να ζεις σε αυτόν τον κόσμο, ότι μπορείς να επιβιώσεις μόνον εάν βασίζεσαι σε αυτούς τους ανθρώπους. Ανίκανος να αντέξεις τις αντεγκλήσεις της κοινωνίας, προτιμάς να αποποιηθείς την αλήθεια και τα λόγια του Θεού, και να αφεθείς στις παραδοσιακές αντιλήψεις περί ηθικής και στην επιρροή του Σατανά, προτιμώντας να προσβάλεις τον Θεό και να μην κάνεις πράξη την αλήθεια. Δεν είναι οι άνθρωποι αξιολύπητοι; Δεν έχουν ανάγκη τη σωτηρία του Θεού;» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μόνο αναγνωρίζοντας τις πλανεμένες απόψεις του μπορεί κανείς να αλλάξει πραγματικά). Σαν συλλογίστηκα τα λόγια του Θεού, κατάλαβα πως υπέθαλπα και προστάτευα τον σύζυγό μου από συναισθηματικό δέσιμο, επειδή ήμουν δέσμια παραδοσιακών αντιλήψεων, όπως: «Ο γάμος είναι ισχυρός δεσμός» και «Ο άνθρωπος δεν είναι άψυχος· πώς να ελευθερωθεί απ’ τα συναισθήματα;» Θεωρούσα όσους δεν είχαν συναισθηματικούς δεσμούς και αφοσίωση ασυνείδητους. Εξαιτίας της πλύσης εγκεφάλου από αυτές τις σατανικές ιδέες, θεωρούσα πως θα πρόδιδα τα δεσμά του γάμου μας αν παρείχα στοιχεία της άπιστης συμπεριφοράς του συζύγου μου κατά το αίτημα της εκκλησίας. Δεν έπρεπε να παραβιάσω τη συνείδησή μου, καθώς πίστευα πως, ως σύζυγός του, έπρεπε να του είμαι αφοσιωμένη, να τον προστατεύω και να μιλώ εκ μέρους του. Έτσι, προσπάθησα να τον υπερασπιστώ μπροστά στον επικεφαλής. Ήμουν δέσμια αυτών των παραδοσιακών αντιλήψεων και των σατανικών δηλητηρίων. Αυτή η παραδοσιακή κουλτούρα και η σατανική φιλοσοφία ζωής ήλεγχαν τον λογισμό μου, μπέρδευαν τις σκέψεις μου, με εμπόδιζαν να διακρίνω το σωστό απ’ το λάθος, το καλό απ’ το κακό, με έκαναν να χάσω την αίσθηση της αρχής και να θέλω να αντισταθώ στον Θεό για να προστατέψω και να υποθάλψω τον σύζυγό μου. Η καρδιά μου είχε συσκοτιστεί από τα συναισθήματα. Ο Θεός απαιτεί να αγαπάμε όποιον αγαπά Εκείνος και να μισούμε όποιον μισεί. Ο Θεός αγαπά και σώζει όσους αναζητούν και κάνουν πράξη την αλήθεια. Άνθρωποι όπως ο σύζυγός μου που έχουν βαρεθεί την αλήθεια, κρίνονται από τον Θεό ως μη πιστοί. Δεν δέχεται τέτοιους ανθρώπους και ποτέ δεν θα τους σώσει. Ακόμα κι αν ενέδιδα στα συναισθήματά μου και τον άφηνα στην εκκλησία, δεν θα αναζητούσε την αλήθεια και η διάθεσή του δεν θα άλλαζε. Όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως ήθελε, θα κατηγορούσε και θα πρόδιδε τον Θεό. Αν δεν απομακρυνόταν εγκαίρως από την εκκλησία, θα διατάρασσε την εκκλησιαστική ζωή. Μόλις το αντιλήφθηκα, προσευχήθηκα στον Θεό, έτοιμη να απαρνηθώ τη σάρκα, να κάνω πράξη την αλήθεια και να δώσω όλα τα στοιχεία της άπιστης συμπεριφοράς του συζύγου μου.

Έπειτα, κατέγραψα όλη την άπιστη συμπεριφορά του συζύγου μου. Ήμουν κάπως διστακτική όταν το έκανα, και ήθελα να κάνω πίσω, διότι ανησυχούσα πως θα τον απέπεμπαν πιο γρήγορα αν εξέθετα τα πάντα. Όμως αναλογιζόμενη τα λόγια του Θεού και γνωρίζοντας πως ο Θεός παρακολουθούσε, ήξερα πως μπορούσα να ξεγελάσω τους άλλους, όμως όχι τον Θεό. Έτσι, απαρνήθηκα τον εαυτό μου και κατέγραψα όλα όσα γνώριζα. Μόλις ασκήθηκα σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, ένιωσα γαλήνη και ηρεμία. Μόλις συνέλεξα όλες τις αξιολογήσεις για τη συμπεριφορά του συζύγου μου, τις διάβασα στην επόμενη συνάθροιση και ζήτησα τη γνώμη όλων για το αν έπρεπε να αποπεμφθεί. Προς έκπληξή μου, κάποιοι δεν συμφώνησαν. Είπαν πως συχνά στο παρελθόν τούς βοηθούσε και δεν έμοιαζε μη πιστός. Όταν τους άκουσα να το λένε αυτό, θυμήθηκα πως πράγματι ο σύζυγός μου είχε δαπανήσει εαυτόν με ενθουσιασμό και στο παρελθόν, είχε βοηθήσει τους άλλους. Σκέφτηκα: «Μήπως να του δίναμε μια ακόμη ευκαιρία; Ίσως θα μπορούσα να συναναστραφώ μαζί του και να μην τον αποπέμψω αμέσως». Τότε, συνειδητοποίησα πως προσπαθούσα πάλι να τον υποθάλψω. Δεν ήταν ότι η εκκλησία δεν του είχε δώσει ευκαιρία. Εκείνος δεν ήθελε τον Θεό στη ζωή του και είχε παρατήσει την πίστη του. Καμία συναναστροφή δεν θα ωφελούσε. Η ουσία του ήταν αυτή ενός μη πιστού, και οι μη πιστοί δεν μετανοούν ποτέ. Ο Θεός δεν σώζει τους μη πιστούς. Αν του έδειχνα συμπόνια και αγάπη, ο Θεός θα με απεχθανόταν και θα με μισούσε. Θυμήθηκα τα λόγια του Θεού που λένε: «Εάν, στους κόλπους μιας εκκλησίας, δεν υπάρχει κανείς πρόθυμος να κάνει πράξη την αλήθεια και κανείς που να μπορεί να παραμείνει σταθερός στη μαρτυρία του για τον Θεό, τότε θα πρέπει αυτή η εκκλησία να απομονωθεί τελείως και να διακοπούν οι σχέσεις της με τις άλλες εκκλησίες. Τούτο αποκαλείται “ενταφιασμός του θανάτου”· αυτό σημαίνει να αποστρέφεται και να εγκαταλείπει κανείς τον Σατανά» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Προειδοποίηση σε όσους δεν κάνουν πράξη την αλήθεια). Τα λόγια του Θεού μού τόνιζαν πως η δίκαιη διάθεσή Του δεν πρέπει να προσβάλλεται. Ήξερα πως οι αδελφοί και οι αδελφές μου υπερασπίζονταν τον σύζυγό μου επειδή δεν είχαν διάκριση απέναντί του. Αν τον υπέθαλπα και δεν έκανα πράξη την αλήθεια, θα αμάρτανα εν γνώσει μου, θα επαναστατούσα ενάντια στον Θεό και θα Του αντιστεκόμουν. Ειδικά ως επικεφαλής εκκλησίας, αν δεν έκανα πράξη την αλήθεια για να προασπίσω το έργο της εκκλησίας, και τασσόμουν με το μέρος του Σατανά, αφήνοντας έναν μη πιστό στην εκκλησία, ο Θεός θα με απεχθανόταν και θα έχανα το έργο του Αγίου Πνεύματος. Όχι μόνο θα έβλαπτα τον εαυτό μου, αλλά και τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Δεν έπρεπε να πέσω στην παγίδα του Σατανά. Έπρεπε να συναναστραφώ τους αδελφούς και τις αδελφές για να αποκτήσουν διάκριση. Αυτή ήταν η ευθύνη μου. Έτσι, συναναστράφηκα σχετικά με την άπιστη συμπεριφορά του συζύγου μου με αναφορά σε λόγια του Θεού. Μετά τη συναναστροφή, είχαν αποκτήσει λίγη διάκριση σχετικά με τον σύζυγό μου και ήταν πρόθυμοι να υπογράψουν πως συμφωνούσαν με τη αποπομπή του. Όταν ασκήθηκα έτσι, ένιωσα μεγάλη ηρεμία.

Μετά απ’ αυτήν την εμπειρία, απέκτησα διάκριση σχετικά με τον λόγο που άφηνα τα συναισθήματά μου να ορίζουν τη συμπεριφορά μου. Κατάλαβα πως ενεργώντας βάσει συναισθημάτων, αντιτασσόμουν στον Θεό και Του αντιστεκόμουν. Στο εξής, δεν θα ενεργώ βάσει των συναισθημάτων μου. Μπρος στα προβλήματα, θα αναζητώ την αλήθεια, θα ασκούμαι βάσει αυτής και θα βαδίζω στο μονοπάτι της αλήθειας. Δόξα τω Θεώ!

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο