Η δίωξη που υπέφερα για την πίστη

24 Δεκέμβριος 2025

Από της Τζάο Μίνγκεν, Κίνα

Ένα βράδυ του Μαΐου του 2003, ήταν περασμένες 8 κι είχα μόλις επιστρέψει σπίτι από το καθήκον μου, όταν εισέβαλαν τρεις αστυνομικοί, με άρπαξαν απ’ τα χέρια και μου πέρασαν χειροπέδες. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από τον φόβο. Ένας απ’ αυτούς μ’ έψαξε και κατάσχεσε τον βομβητή μου. «Ποιον νόμο έχω παραβεί;» ρώτησα. «Γιατί με συλλαμβάνετε;» Μ’ ένα ζοφερό βλέμμα στο πρόσωπο, είπε: «Το κράτος δεν επιτρέπει την πίστη σας στον Παντοδύναμο Θεό. Είναι ενάντια στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτό σημαίνει ότι συλλαμβάνεσαι!» Χωρίς περαιτέρω εξήγηση, μ’ έσπρωξαν μέσα στο αυτοκίνητό τους. Στριμωγμένη στο πίσω κάθισμα, ήμουν γεμάτη άγχος και φόβο, χωρίς να έχω ιδέα τι βαναυσότητες με περίμεναν. Ανησυχούσα ότι, επειδή είχα μικρό ανάστημα, δεν θ’ άντεχα τα βασανιστήρια, κι ότι θα γινόμουν Ιούδας και θα ξεπουλούσα τους αδελφούς και τις αδελφές. Προσευχήθηκα σιωπηλά στον Θεό ξανά και ξανά, ζητώντας Του να με προσέχει και να μου δώσει πίστη και δύναμη. Τότε θυμήθηκα κάτι από τα λόγια του Θεού: «Θα πρέπει να ξέρεις πως Εγώ επιτρέπω και διευθετώ όλο το περιβάλλον γύρω σου. Να το γνωρίζεις αυτό ξεκάθαρα και να ικανοποιείς την καρδιά Μου στο περιβάλλον που σου προσέφερα. Μη φοβάσαι το τάδε και το δείνα, ο Παντοδύναμος Θεός των στρατευμάτων θα είναι σίγουρα μαζί σου· είναι η εφεδρική σας δύναμη και η ασπίδα σας» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ομιλίες του Χριστού στην αρχή, Κεφάλαιο 26). Τα λόγια του Θεού ενίσχυσαν την πίστη και το θάρρος μου. Η σύλληψή μου είχε γίνει με την άδεια του Θεού κι η αστυνομία ήταν στα χέρια Του. Με τον Θεό στήριγμά μου, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ. Δεν ένιωθα τόσο φόβο όταν το σκέφτηκα έτσι και πήρα κρυφά την απόφαση ότι, όπως κι αν με βασάνιζε η αστυνομία, δεν θα ξεπουλούσα ποτέ τους αδελφούς και τις αδελφές ούτε θα πρόδιδα τον Θεό.

Όταν φτάσαμε στο αστυνομικό τμήμα, μια αστυνομικός μ’ έγδυσε για να μου κάνει σωματικό έλεγχο, και μετά με πήγε σ’ ένα άλλο δωμάτιο, δένοντάς με με χειροπέδες πίσω από την πλάτη σ’ έναν σωλήνα θέρμανσης. Κάποια στιγμή μετά τις 11 το βράδυ, η αστυνομία βρήκε μερικά βιβλία με τα λόγια του Θεού στο σπίτι μου, μαζί με αρκετούς βομβητές. Ο Λι, διοικητής του Τμήματος Δίωξης Εγκλήματος με ρώτησε κρατώντας τους βομβητές στα χέρια του: «Ποιος σου τα έδωσε αυτά; Με ποιον είσαι σ’ επαφή;» Όταν δεν απάντησα, με χαστούκισε άγρια δύο φορές. Είδα αστεράκια και το πρόσωπό μου έκαιγε από τον πόνο. Μετά με πάτησε με δύναμη στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών, τα οποία πόνεσαν σαν να με κάρφωσε με βελόνα. Πονούσα τόσο που μ’ έλουσε παντού ιδρώτας. Εξαγριωμένη, του είπα: «Είμαι πιστή και βρίσκομαι στο σωστό μονοπάτι στη ζωή. Ποιον νόμο παραβιάζει αυτό; Δεν επιτρέπεται διά νόμου η ελευθερία της πίστης στην Κίνα; Με ποιο δικαίωμα με συλλαμβάνετε και με χτυπάτε;» Ένας από τους αστυνομικούς είπε: «Είσαι πολύ αφελής! Η ελευθερία της πίστης είναι μια βιτρίνα για να κατευνάζουμε τους ξένους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι αθεϊστικό, άρα η χώρα θέλει να καταστείλει και να εξαλείψει εσάς τους πιστούς! Εάν δεν μας πεις όσα ξέρεις, αύριο θα είσαι νεκρή. Μπορεί να μπήκες εδώ περπατώντας, θα φύγεις όμως ανάσκελα!» Κατόπιν, βγήκαν από το δωμάτιο. Σκεφτόμουν ότι, αφού είχαν βρει τόσα πράγματα σπίτι μου, δεν υπήρχε περίπτωση να μ’ αφήσουν απλά να φύγω. Δεν είχα ιδέα τι βασανιστήρια θα μου έκαναν αν δεν μιλούσα. Είπαν μάλιστα ότι θα κατέληγα νεκρή —θα με σκότωναν. Αυτό μου προκάλεσε μεγάλη ανησυχία, γι’ αυτό έκανα μια προσευχή, ζητώντας από τον Θεό πίστη και δύναμη. Το επόμενο πρωί, μπήκαν μέσα τέσσερις αστυνομικοί κουβαλώντας έναν πάγκο της τίγρης. Ο αστυνομικός Λι είπε με ένα δαιμονικό βλέμμα: «Θα σου δείξω τι θα πάθεις που δεν μιλάς! Σήμερα θα πάρεις μια γεύση από τον πάγκο της τίγρης!» Έπειτα με έσπρωξαν να κάτσω στον πάγκο και μου πέρασαν χειροπέδες μέσα στους μεταλλικούς κρίκους, με τις παλάμες μου στραμμένες προς τα πάνω. Καθόμουν στον πάγκο με το σώμα μου γερμένο προς τα πίσω, τα πόδια μου τεντωμένα και σφιγμένα προς τα κάτω και τις χειροπέδες να σκάβουν επώδυνα τους καρπούς μου. Πολύ γρήγορα τα χέρια μου πρήστηκαν σαν μπαλόνια. Έγιναν μοβ και μούδιασαν τελείως. Η μέρα πέρασε. Το σώμα μου είχε παγώσει και τα χέρια μου πρήζονταν όλο και περισσότερο. Ανησυχούσα όλο και πιο πολύ, και φοβόμουν: Αν συνεχιζόταν αυτό, θα σακατεύονταν τα χέρια μου; Και πώς θα τα έβγαζα πέρα μετά; Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο περισσότερο στενοχωριόμουν. Δεν είχα ιδέα πότε θα τελείωνε αυτή η δυστυχία. Προσευχήθηκα ως εξής: «Θεέ μου, υποφέρω πραγματικά. Δώσε μου, Σε παρακαλώ, δύναμη και καθοδήγηση για να σταθώ δυνατή». Και κατόπιν, σκέφτηκα κάτι που είπε ο Θεός: «Όταν οι άνθρωποι υποβάλλονται σε δοκιμασίες, είναι φυσιολογικό να είναι αδύναμοι, να είναι αρνητικοί μέσα τους, να μην κατανοούν τις προθέσεις του Θεού ή να στερούνται διαύγειας όσον αφορά το μονοπάτι άσκησης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να έχεις πίστη στο έργο του Θεού και, όπως και ο Ιώβ, να μην αρνείσαι τον Θεό. […] Οι άνθρωποι χρειάζονται να έχουν πίστη σε καιρούς μαρτυρίου και σε καιρούς εξευγενισμού, κι όταν έχουν πίστη, τότε εξευγενίζονται· εξευγενισμός και πίστη συνιστούν αναπόσπαστο σύνολο» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Όσοι πρόκειται να οδηγηθούν στην τελείωση πρέπει να υποβληθούν σε εξευγενισμό). Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν δύναμη —μέσα σε αυτόν τον πόνο και το μαρτύριο, έπρεπε να έχω πίστη στον Θεό. Η αστυνομία με βασάνιζε, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί την αδυναμία της σάρκας μου για να μου ρίξει το ηθικό, να με κάνει να προδώσω τον Θεό. Ο Θεός χρησιμοποιούσε κι Εκείνος αυτήν την περίσταση για να οδηγήσει στην τελείωση την πίστη και την αποφασιστικότητά μου ν’ αντέξω τα βάσανα. Τα πάντα ανεξαιρέτως βρίσκονται στα χέρια του Θεού και υπό την κυριαρχία Του, όπως λόγου χάρη το αν τα χέρια μου θα κατέληγαν σακατεμένα ή όχι. Έπρεπε να έχω πίστη στον Θεό και να στηριχτώ επάνω Του για να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για Εκείνον. Αυτή η σκέψη μ’ έκανε να νιώσω πιο δυνατή, και προτού το καταλάβω, ο πόνος στα χέρια μου υποχώρησε. Ευχαρίστησα τον Θεό από τα βάθη της καρδιάς μου!

Οι αστυνομικοί άρχισαν να με ανακρίνουν ξανά το πρωί της τρίτης μέρας. Ένας απ’ αυτούς με έδειξε και είπε: «Μη νομίζεις ότι δεν ξέρουμε τίποτα. Παρακολουθούμε το σπίτι σου πάνω από δυο μήνες τώρα. Έχεις πολύ κόσμο που πηγαινοέρχεται!» Έπειτα αράδιασε τι φορούσαν οι άνθρωποι που είχαν έρθει στο σπίτι μου, τι ύψος και τι είδους ποδήλατα είχαν. Έμεινα άναυδη. Παρακολουθούσαν το σπίτι μου καιρό και οι άνθρωποι που περιέγραψαν ήταν όλοι επικεφαλής εκκλησίας ή διάκονοι. Δεν μπορούσα μεν να ξεπουλήσω κανέναν από τους αδελφούς ή τις αδελφές, όμως η αστυνομία γνώριζε ήδη καλά την κατάσταση και σίγουρα δεν θα με άφηναν να φύγω αν δεν έλεγα απολύτως τίποτα. Δεν είχα ιδέα τι βασανιστήρια μου επιφύλασσαν. Μήπως θα έπρεπε να πω απλώς λίγα πράγματα; Ήμουν ήδη υπό κράτηση επί τρεις μέρες, οπότε οι αδελφές μου πρέπει να το είχαν μάθει και να κρύβονταν. Υπέθεσα ότι η αστυνομία δεν θα μπορούσε να τις βρει, οπότε είπα: «Οι επισκέπτριες ήταν αδελφές μου». Τότε ο αστυνομικός ρώτησε: «Είναι πιστές;» Χωρίς να το πολυσκεφτώ, είπα: «Δεν είναι αληθινές πιστές». Αμέσως μόλις το είπα αυτό, οι αστυνομικοί βγήκαν να πιάσουν τις αδελφές μου. Ένιωσα τεράστιες ενοχές. Πώς μπόρεσα να παραδεχτώ ότι ήταν πιστές; Δεν με έκανε Ιούδα το ότι ξεπούλησα τις ίδιες μου τις αδελφές για να υποφέρω λιγότερο; Εάν συλλαμβάνονταν, και στη συνέχεια εμπλέκονταν κι άλλοι αδελφοί και αδελφές, δεν θα προκαλούσε αυτό μεγαλύτερη ζημιά στο έργο της εκκλησίας; Και ακόμη κι αν δεν συλλαμβάνονταν αυτήν τη φορά, δεν υπήρχε περίπτωση να τις αφήσει έτσι η αστυνομία. Ήταν καταδικασμένες να είναι μια ζωή φυγάδες. Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο χειρότερα ένιωθα, και μετά θυμήθηκα τα εξής λόγια από τον Θεό: «Σε όσους δεν Μου έδειξαν την παραμικρή πίστη κατά τη διάρκεια των δεινών, δεν θα είμαι πια ελεήμων, γιατί το έλεός Μου φτάνει μόνο μέχρι εκεί. Δεν Μου αρέσουν, επίσης, εκείνοι που κάποτε Με πρόδωσαν, πολύ λιγότερο δε, Μ’ αρέσει να συναναστρέφομαι όσους ξεπουλούν τα συμφέροντα των φίλων τους. Αυτή είναι η διάθεσή Μου, ανεξαρτήτως ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί. Πρέπει να σας πω το εξής: Όποιος ραγίζει εντελώς την καρδιά Μου δεν θα λάβει επιείκεια από Εμένα για δεύτερη φορά και όποιος υπήρξε αφοσιωμένος σ’ Εμένα θα παραμείνει για πάντα στην καρδιά Μου» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου). Τα λόγια κρίσεως του Θεού μ’ έκαναν να νιώσω χειρότερα. Η δίκαιη διάθεση του Θεού δεν ανέχεται προσβολές. Ο Θεός μισεί, αποστρέφεται και απορρίπτει όσους Τον προδίδουν. Είχα ξεπουλήσει δύο αδελφές μου, συμπεριφέρθηκα σαν ξεδιάντροπος Ιούδας κι έχασα τη μαρτυρία μου. Μισούσα τον εαυτό μου που ήμουν τόσο εγωίστρια και ελεεινή, που στερούμουν τόσο ανθρώπινης φύσης. Προσευχήθηκα και μετανόησα στον Θεό μέσα από την καρδιά μου, και ορκίστηκα ότι δεν θα ξεπουλούσα άλλους αδελφούς ή αδελφές, όσο κι αν με ανέκρινε και με βασάνιζε η αστυνομία. Εκείνο το βράδυ, ο αστυνομικός Λι έφερε 13 φωτογραφίες για να με βάλει ν’ αναγνωρίσω ποιοι ήταν σ’ αυτές. Είπα ότι δεν αναγνωρίζω κανέναν τους. Έπειτα έβγαλε τη φωτογραφία μιας άλλης αδελφής και είπε: «Την ξέρεις, σωστά; Αυτή είπε ότι σε ξέρει». Σκεφτόμουν ότι ακόμη κι αν είχε πει ότι με ξέρει, εγώ δεν μπορούσα να πω ότι την ξέρω. Τους είχα ήδη πει για δύο αδελφές μου, οπότε δεν μπορούσα να ξεπουλήσω κανέναν άλλον και να τον βασανίσουν σαν εμένα. Είπα αποφασιστικά: «Δεν την ξέρω». Ο αστυνομικός Λι φώναξε: «Αν δεν μιλήσεις, δεν θα τα περάσεις καλά αύριο!»

Το απόγευμα της τέταρτης μέρας, ένας αστυνομικός μπήκε κουβαλώντας τέσσερις σανίδες, η καθεμία με πλάτος κάπου 3 εκατοστά και μήκος 30, κι έπειτα έκλεισε τις γρίλιες στα παράθυρα για να μην μπορώ να δω τίποτα στο δωμάτιο. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει, οι σφυγμοί μου επιταχύνθηκαν κι ένιωσα αδύναμα τα πόδια μου. Δεν ήξερα τι μέσα θα χρησιμοποιούσαν για να με βασανίσουν ή αν θα μπορούσα ν’ αντέξω. Επικαλέστηκα τον Θεό μέσα από την καρδιά μου ξανά και ξανά, ζητώντας Του να με προστατεύσει ώστε να σταθώ δυνατή. Λίγη ώρα αργότερα μπήκαν μέσα έξι αστυνομικοί, μ’ έλυσαν από τον πάγκο της τίγρης και μου πέρασαν χειροπέδες πίσω από την πλάτη. Δύο απ’ αυτούς στάθηκαν σ’ ένα τραπέζι και με σήκωσαν από τις χειροπέδες ενώ ούρλιαζαν: «Μίλα! Ποιος είναι ο επικεφαλής σου;» Τα πόδια μου ήταν στον αέρα και το κεφάλι μου στραμμένο προς τα κάτω. Το σώμα μου κρεμόταν στον αέρα κι εγώ έσφιγγα τα δόντια από τον πόνο. Βλέποντας ότι δεν έλεγα τίποτα, δύο από τους αστυνομικούς άρχισαν να γδέρνουν με δύναμη τα πλευρά μου με σανίδες, ενώ δύο άλλοι χρησιμοποιούσαν σανίδες για να με χτυπήσουν με δύναμη στα χέρια και τα πόδια. Ένιωθα να σκίζεται η σάρκα απ’ τα πλευρά μου και να ξεριζώνονται τα πόδια μου. Ίδρωσα από τον πόνο. Ενώ το έκαναν αυτό, έλεγαν: «Θα σε χτυπήσουμε πιο δυνατά αν δεν μιλήσεις!» Συνέχισα να σφίγγω τα δόντια και δεν είπα λέξη. Μερικοί αστυνομικοί πήραν ένα σκληρό αντικείμενο και μου το κάρφωσαν στα νύχια των ποδιών πονώντας με φοβερά. Ταυτόχρονα έριχναν ένα δυνατό φως στα χέρια μου και ένιωθα σαν να είχαν πάρει φωτιά, έκαιγαν από τον πόνο. Νιώθοντας ότι δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο σωματικά, επικαλέστηκα ξανά και ξανά τον Θεό, ζητώντας Του να μου δώσει δύναμη. Όταν με τράβηξαν ξανά από τις χειροπέδες για να με σηκώσουν, άκουσα σαν κάτι να σπάει στα χέρια μου και ούρλιαξα από τον πόνο, και μόνο τότε μ’ άφησαν κάτω. Με είχαν αφήσει να κρέμομαι πάνω από μια ώρα. Όταν με άφησαν κάτω, δεν αισθανόμουν καθόλου τα πόδια μου. Ήταν αδύνατο να σταθώ όρθια. Τα χέρια και τα πόδια μου είχαν γίνει μπλάβα κι έκαιγαν από τον πόνο. Η σάρκα γύρω από τα πλευρά μου ήταν κι αυτή σαν να φλέγεται κι ο πόνος ήταν βασανιστικός. Σωριάστηκα στο πάτωμα ανίκανη να κουνηθώ, νιώθοντας να μην έχω δυνάμεις, σαν να είχα καταρρεύσει εντελώς. Πονούσα φοβερά. Η σκέψη ότι δεν ήξερα πώς θα με βασάνιζε στη συνέχεια η αστυνομία ή αν θα μπορούσα να τ’ αντέξω, μ’ έκανε να νιώθω δυστυχισμένη και αδύναμη. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω κόβοντας με τα δόντια τη γλώσσα μου για να μην ξεπουλήσω τουλάχιστον τους αδελφούς και τις αδελφές. Δάγκωσα πολύ δυνατά, αλλά πονούσε τόσο πολύ που δεν άντεχα να το κάνω. Τότε σκέφτηκα ότι ίσως μπορώ να σκίσω τη σταφυλή μου έτσι ώστε να μου είναι αδύνατο να μιλήσω. Τους είπα ότι έπρεπε να πάω στην τουαλέτα. Στην τουαλέτα, ο αστυνομικός που μ’ επιτηρούσε άκουσε τον ήχο καθώς δάγκωνα τη γλώσσα μου και πνιγόμουν και είπε: «Μην κάνεις καμιά ανοησία» και μετά με οδήγησε πίσω και μ’ έδεσε ξανά με χειροπέδες στον πάγκο της τίγρης. Μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι παραλίγο να κάνω κάτι πραγματικά ανόητο και σκέφτηκα κάτι που είπε ο Θεός: «Κατά τις έσχατες αυτές ημέρες, πρέπει να καταθέσετε μαρτυρία για τον Θεό. Άσχετα από το πόσο υποφέρετε, θα πρέπει να προχωρήσετε μέχρι το τέλος και, ακόμα και στην τελευταία σας πνοή, πρέπει να είστε αφοσιωμένοι στον Θεό και να θέτετε εαυτόν στο έλεος των ενορχηστρώσεών Του. Μόνο αυτό αποτελεί αληθινή αγάπη για τον Θεό και μόνο αυτή είναι η δυνατή και ηχηρή μαρτυρία» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Την ομορφιά του Θεού μπορείς να τη γνωρίσεις μόνο βιώνοντας επίπονες δοκιμασίες). «Μην αποκαρδιώνεσαι, μην είσαι αδύναμος, κι Εγώ θα σου διασαφηνίσω τα πράγματα. Ο δρόμος για τη βασιλεία δεν είναι τόσο ομαλός· τίποτα δεν είναι τόσο απλό! Θέλεις οι ευλογίες να σου έρχονται εύκολα, έτσι δεν είναι; Σήμερα, όλοι θα έχουν να αντιμετωπίσουν πικρές δοκιμασίες. Χωρίς τέτοιες δοκιμασίες, η στοργική καρδιά που έχετε για Μένα δεν θα δυναμώσει κι εσείς δεν θα έχετε αληθινή αγάπη για Μένα. Ακόμη κι αν αυτές οι δοκιμασίες αποτελούνται απλώς από περιστάσεις ήσσονος σημασίας, όλοι πρέπει να τις περάσουν· απλώς η ένταση των δοκιμασιών θα ποικίλλει» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ομιλίες του Χριστού στην αρχή, Κεφάλαιο 41). Κατάλαβα από τα λόγια του Θεού ότι, όταν αντιμετωπίζουμε τη σκληρότητα δαιμόνων, η πρόθεση του Θεού είναι να οδηγήσει στην τελείωση την πίστη και την αφοσίωσή μας, και να μας κάνει να δούμε καθαρά πώς ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας αντιτίθεται στον Θεό και κακοποιεί τους ανθρώπους, ώστε να τον μισήσουμε και να τον απορρίψουμε από τα βάθη της καρδιάς μας και να μείνουμε σταθεροί στη μαρτυρία μας για τον Θεό ενώπιον του Σατανά. Όμως η δική μου πίστη στον Θεό ήταν πάρα πολύ μικρή, και μετά από λίγα μόλις βασανιστήρια ήθελα να ξεφύγω μέσω του θανάτου. Θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί αυτό μαρτυρία; Όταν το σκέφτηκα έτσι, δεν ένιωθα πια τόση δυστυχία κι είχα περισσότερη πίστη. Όπως κι αν με βασάνιζαν, ακόμη και μέχρι την τελευταία μου πνοή, ήθελα να στηριχτώ στον Θεό, να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για Εκείνον και να ντροπιάσω τον Σατανά. Ποτέ δεν θα ξεπουλούσα τους αδελφούς και τις αδελφές μου και δεν θα πρόδιδα τον Θεό. Όταν πήρα αυτήν την απόφαση, η αστυνομία δεν ξαναήρθε για ανάκριση. Μέσα απ’ αυτήν την εμπειρία, είδα την κυριαρχία και την παντοδυναμία του Θεού και διαπίστωσα ότι ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας είναι απλώς ένα πιόνι στα χέρια Του. Είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιεί ο Θεός για να οδηγήσει στην τελείωση τον εκλεκτό Του λαό. Διαπίστωσα επίσης ότι ο Θεός ήταν δίπλα μου σε όλο αυτό το μαρτύριο. Ήταν πάντα μαζί μου, με καθοδηγούσε και με βοηθούσε με τα λόγια Του, δίνοντάς μου πίστη και δύναμη. Μπορούσα να αισθανθώ την αγάπη και την προστασία Του, και Τον ευχαρίστησα από καρδιάς.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα με καταδίκασε σε τριετή αναμόρφωση μέσω εργασίας για «διατάραξη της κοινωνικής τάξης». Έπρεπε να δουλεύω σκληρά 12 έως 14 ώρες καθημερινά στο στρατόπεδο εργασίας κι ακόμη περισσότερο αν δεν είχα ολοκληρώσει τα καθήκοντά μου. Μου ανέθεσαν να δουλέψω σε εργοστάσιο φυτοφαρμάκων. Επειδή δεν άντεχα τη μυρωδιά από τα φυτοφάρμακα, είχα πονοκεφάλους και ναυτία κάθε μέρα και δεν μπορούσα να φάω ούτε να κοιμηθώ καλά. Έκανα αίτηση να μεταφερθώ σε άλλο εργοστάσιο, όμως η αστυνομία δεν έδινε την έγκρισή της. Ήμουν πραγματικά δυστυχισμένη εκείνη την εποχή, κι όταν σκεφτόμουν ότι θα περνούσα εκεί μέσα τρία χρόνια, πάνω από χίλια μερόνυχτα, πραγματικά δεν ήξερα πώς θα τα έβγαζα πέρα. Κάθε φορά που πήγαινα στη δουλειά κι έβλεπα κόσμο έξω, ελεύθερο κι ανέμελο, ενώ εγώ ήμουν σαν το πουλί στο κλουβί, ένιωθα πολύ μεγάλη δυστυχία και ήθελα να κλάψω. Μια άλλη αδελφή που δούλευε στο ίδιο εργοστάσιο συναναστράφηκε μαζί μου και ψάλαμε ήσυχα μαζί έναν ύμνο των λόγων του Θεού με τίτλο «Τραγούδι των νικητών»: «Αποδεχτήκατε ποτέ τις ευλογίες που ετοιμάστηκαν για εσάς; Επιδιώξατε ποτέ τις υποσχέσεις που σας δόθηκαν; Υπό την καθοδήγηση του φωτός Μου, θα σπάσετε τον ασφυκτικό κλοιό των δυνάμεων του σκότους. Δεν θα χάσετε, εν μέσω του σκότους, την καθοδήγηση του φωτός. Θα είστε οι κύριοι των πάντων. Θα είστε νικητές ενώπιον του Σατανά. Με την πτώση της χώρας του μεγάλου κόκκινου δράκοντα, θα σταθείτε ανάμεσα στις μυριάδες ανθρώπων ως απόδειξη της νίκης Μου. Θα μείνετε σταθεροί και ακλόνητοι στη γη του Σινείμ. Λόγω των δεινών που υπομένετε, θα κληρονομήσετε τις ευλογίες Μου και θα ακτινοβολήσετε το δικό Μου φως της δόξας μέσα σ’ ολόκληρο το σύμπαν» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν, Κεφάλαιο 19). Ήταν εμψυχωτικό για μένα που έψαλα αυτόν τον ύμνο. Η δίωξη αυτή μού έδωσε την ευκαιρία να καταθέσω μαρτυρία για τον Θεό —ήταν τιμή για μένα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήθελε να καταστρέψει και το σώμα και το μυαλό μου μέσω επίπονης σωματικής εργασίας, ώστε να προδώσω τον Θεό επειδή δεν θα μπορούσα να αντέξω τα βάσανα. Δεν έπρεπε να εξαπατηθώ από το τέχνασμά του. Όσο θλιβερό ή δύσκολο κι αν ήταν, έπρεπε να στηριχτώ στον Θεό, να μείνω σταθερή στη μαρτυρία μου και να ντροπιάσω τον Σατανά. Έκτοτε, τα βράδια, εκείνη η αδελφή κι εγώ, όποτε είχαμε ευκαιρία, σιγομουρμουρίζαμε κρυφά μαζί ύμνους των λόγων του Θεού και συναναστρεφόμασταν πάνω στα λόγια Του. Σταδιακά, δεν ένιωθα πλέον τόση δυστυχία.

Αργότερα ήρθε να μ’ επισκεφτεί ο σύζυγός μου και, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να κουνήσει άνετα τα πόδια του, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν καλά στην υγεία του. Μετά τη σύλληψή μου, ο σύζυγός μου φοβόταν ότι θα με βασάνιζαν, οπότε δυσκολευόταν πολύ να φάει και να κοιμηθεί και κατέληξε να νοσήσει από εγκεφαλοαγγειακή νόσο. Όταν πήγε στον γιατρό, του είπε ότι είχε παρεγκεφαλιδική ατροφία που τον είχε αφήσει μερικώς παράλυτο. Πόνεσε η ψυχή μου όταν το έμαθα και μίσησα με όλη μου την καρδιά το Κομμουνιστικό Κόμμα, αυτήν την αγέλη δαιμόνων. Αν αυτοί δεν συνελάμβαναν και δεν δίωκαν πιστούς, ποτέ δεν θα είχα συλληφθεί κι ο σύζυγός μου δεν θα είχε αρρωστήσει. Λίγο αργότερα, ήρθε να με δει ο κουνιάδος μου και μου είπε ότι η κατάσταση του συζύγου μου είχε επιδεινωθεί κι ότι είχε ακράτεια. Αυτό ήταν πολύ στενάχωρο, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πότε θα έβγαινα από τη φυλακή για να επιστρέψω σπίτι και να τον φροντίσω. Αργότερα, στα τέλη του 2004, έλαβα ένα γράμμα από την οικογένεια που έλεγε ότι είχε καταπέσει κι άλλο και τελικά πέθανε. Ακούγοντάς το αυτό, ένιωσα σαν να με είχε πλακώσει ο ουρανός. Πόνεσα φοβερά. Ο πυλώνας της οικογένειάς μας είχε φύγει. Ο γιος μας ήταν ακόμα στο πανεπιστήμιο και δεν ήξερα πώς τα πήγαινε. Εξαιτίας της δίωξης του Κομμουνιστικού Κόμματος, η άψογη οικογένειά μας καταστράφηκε κι ο σύζυγός μου πέθανε. Ένιωθα πραγματικά αδύναμη και, προτού το καταλάβω, είχαν αρχίσει να με κατακλύζουν τα παράπονα. Γιατί να με βρίσκει πάντα η συμφορά; Γιατί δεν με προστάτευε ο Θεός; Μέσα στον πόνο μου, θυμήθηκα τα εξής λόγια του Θεού: «Αν εσύ φροντίζεις να ικανοποιείς τις αδυναμίες της σάρκας και πεις ότι ο Θεός το παρακάνει, τότε θα νιώθεις ότι πάντα πονάς και ότι πάντα είσαι θλιμμένος, και δεν θα έχεις σαφή εικόνα για όλο το έργο του Θεού, και θα φανεί σαν να μην δείχνει καθόλου συμπόνια ο Θεός για την αδυναμία του ανθρώπου και να αγνοεί τις δυσκολίες του ανθρώπου. Κι έτσι θα νιώθεις πάντα θλιμμένος και μόνος, σαν να έχεις υποστεί μεγάλη αδικία και αυτή τη στιγμή θα αρχίσεις να διαμαρτύρεσαι» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Μόνο αγαπώντας τον Θεό πιστεύεις αληθινά στον Θεό). Τα λόγια του Θεού αποκάλυψαν την κατάστασή μου. Όταν ο σύζυγός μου πέθανε, δεν αναζήτησα την πρόθεση του Θεού, αλλά υπέκυψα στη σάρκα μου. Ένιωσα ότι χωρίς τον άντρα μου δεν υπήρχε κανείς να φροντίσει το παιδί μας και παραπονέθηκα για τον Θεό. Πραγματικά δεν είχα συνείδηση! Έφταιγε ξεκάθαρα η δίωξη του Κομμουνιστικού Κόμματος που διαλύθηκε η οικογένειά μου και πέθανε ο σύζυγός μου, εγώ όμως τα έριχνα όλα στον Θεό. Δεν διαστρέβλωνα τα γεγονότα και δεν ήμουν εντελώς παράλογη; Εκείνη τη στιγμή, διαπίστωσα ότι είχα πραγματικά μικρό ανάστημα και δεν είχα αληθινή πίστη ούτε αληθινή υποταγή στον Θεό. Είπα μέσα μου μια προσευχή: «Θεέ μου, έτσι όπως αποκαλύφθηκα, μπορώ να δω πόσο επαναστατική είμαι. Σκέφτομαι πάντα μόνο τη δική μου σάρκα και δεν κατανοώ καθόλου την καρδιά Σου. Θεέ μου, καθοδήγησέ με Σε παρακαλώ, να υποταχθώ σ’ αυτήν την περίσταση και να γνωρίσω την πρόθεσή Σου». Τότε μου ήρθαν στο νου τα εξής λόγια του Θεού: «Εσύ είσαι ένα δημιουργημένο ον —φυσικά και θα πρέπει να λατρεύεις τον Θεό και να επιδιώκεις μια ζωή που να έχει νόημα. Εάν δεν λατρεύεις τον Θεό αλλά ζεις μέσα στη μιαρή σάρκα σου, τότε δεν είσαι απλώς ένα κτήνος με ανθρώπινη ενδυμασία; Εφόσον είσαι άνθρωπος, θα πρέπει να δαπανήσεις τον εαυτό σου για τον Θεό και να υπομείνεις κάθε βάσανο! Θα πρέπει να αποδεχτείς με χαρά και σιγουριά τα λίγα βάσανα στα οποία υποβάλλεσαι σήμερα και να ζήσεις μια ζωή γεμάτη νόημα, όπως ο Ιώβ και ο Πέτρος. […] Είστε άνθρωποι που επιδιώκουν το σωστό μονοπάτι και που επιζητούν τη βελτίωση. Εσείς ορθώνετε το ανάστημά σας στη χώρα του μεγάλου κόκκινου δράκοντα και είστε αυτοί που ο Θεός αποκαλεί δίκαιους. Δεν έχει αυτή η ζωή το μέγιστο νόημα;» [«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Άσκηση (2)]. Αναλογιζόμενη τα λόγια του Θεού, κατάλαβα ότι το να συλληφθώ για την πίστη μου και να υποφέρω κατ’ αυτόν τον τρόπο σήμαινε ότι διώχθηκα για χάρη της δικαιοσύνης, και υπήρχε νόημα σ’ αυτό το βάσανο. Μέσα απ’ αυτήν τη δίωξη και θλίψη, διαπίστωσα την επαναστατικότητα και τη διαφθορά μου, αλλά και το πραγματικό μου ανάστημα. Μπόρεσα να διακρίνω τη δαιμονική ουσία του μεγάλου κόκκινου δράκοντα —πώς μισεί τον Θεό και Του αντιστέκεται. Αυτή ήταν η αγάπη του Θεού για μένα. Σκέφτηκα τον Ιώβ που υποβλήθηκε σε δοκιμασίες τέτοιου μεγέθους —του έκλεψαν αμέτρητα ζώα και όλα τα υπάρχοντα της οικογένειάς του, πέθαναν τα παιδιά του και γέμισε πληγές σ’ όλο του το σώμα. Ωστόσο, δεν παραπονέθηκε για τον Θεό ούτε είπε τίποτα αμαρτωλό. Αυτό που είπε στο τέλος ήταν: «Ο Ιεχωβά έδωκε και ο Ιεχωβά αφήρεσεν· είη το όνομα Ιεχωβά ευλογημένον» (Ιώβ 1:21). Ο Ιώβ έδωσε ηχηρή μαρτυρία για τον Θεό. Συγκινήθηκα πραγματικά κι ήμουν αποφασισμένη ν’ ακολουθήσω το παράδειγμα του Ιώβ, να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για τον Θεό όσο κι αν υπέφερα. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, ήλθα ενώπιον του Θεού κι έκανα μια προσευχή υποταγής, έτοιμη ν’ αφήσω τα πάντα στα χέρια Του όσον αφορά την οικογένειά μου και να υποταχθώ στην κυριαρχία και τις ρυθμίσεις Του.

Αφέθηκα ελεύθερη στα τέλη Δεκεμβρίου 2005. Ο γιος μου ήταν ακόμα στο πανεπιστήμιο και τα βγάζαμε πέρα πολύ δύσκολα, οπότε έπιασα δουλειά. Όμως μετά από ένα μήνα και κάτι, το αφεντικό μου μου είπε: «Ήρθε και μου μίλησε η αστυνομία και μου είπε ότι είσαι πιστή. Μου είπαν ότι πρέπει να σ’ απολύσω». Θύμωσα πολύ όταν το άκουσα αυτό. Με είχαν αφήσει να βγω από τη φυλακή, όμως το Κομμουνιστικό Κόμμα εξακολουθούσε να μη μ’ αφήνει ήσυχη —μου στερούσαν ακόμα το δικαίωμα στην επιβίωση. Ήταν πραγματικά ποταποί και κακόβουλοι! Ο γιος μου θα έπρεπε να μπορεί ν’ αποφοιτήσει το 2006, επειδή όμως είχα καταδικαστεί σε αναγκαστική εργασία για την πίστη μου, η σχολή αρνήθηκε να του δώσει πτυχίο, με την αιτιολογία ότι είχε αποτύχει σ’ ένα μάθημα, έστω και για λίγες μόνο μονάδες. Έπρεπε λοιπόν να επαναλάβει μια χρονιά στη σχολή. Όμως τον επόμενο χρόνο αρνήθηκαν και πάλι να του δώσουν πτυχίο, με την ίδια δικαιολογία. Βλέποντας ότι άλλοι συμφοιτητές του δεν είχαν περάσει δύο ή τρία μαθήματα, αλλά παρόλα αυτά αποφοίτησαν, ρώτησε τον καθηγητή σχετικά, ο οποίος είπε: «Δεν ξέρεις ότι η μαμά σου είναι πιστή στον Θεό;» Τότε μόνο συνειδητοποιήσαμε ότι η σχολή έψαχνε δικαιολογίες για να μην του δώσει πτυχίο λόγω της πίστης μου. Στο τέλος τού έδωσαν απλώς μια βεβαίωση παρακολούθησης. Χωρίς πτυχίο, του ήταν δύσκολο να βρει δουλειά κι ένιωθε μεγάλη κατάθλιψη. Ήθελε να κάθεται σπίτι όλη την ώρα, δεν ήθελε καν να μιλάει. Στενοχωριόμουν πολύ που τον έβλεπα τόσο δυστυχισμένο. Μετά από τόσα χρόνια σπουδών, τον ενέπλεξαν επειδή μπήκα στη φυλακή, και τελικά του στέρησαν το πτυχίο και δυσκολευόταν να βρει δουλειά. Ένιωσα κάποια αδυναμία μέσα μου. Ο γιος μου ήταν κι αυτός πιστός, οπότε προσευχηθήκαμε και διαβάσαμε μαζί τα λόγια του Θεού, και είδαμε το εξής: «Σ’ αυτό το στάδιο του έργου, απαιτείται από εμάς υπέρτατη πίστη και αγάπη, και μπορεί να παραπατήσουμε εξαιτίας της παραμικρής απροσεξίας, διότι αυτό το στάδιο του έργου είναι διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα: Αυτό που ο Θεός οδηγεί στην τελείωση είναι η πίστη των ανθρώπων, η οποία είναι και αόρατη και άυλη. Αυτό που κάνει ο Θεός είναι να μετατρέπει τα λόγια σε πίστη, σε αγάπη και σε ζωή. Οι άνθρωποι πρέπει να φτάσουν σε ένα σημείο, όπου να έχουν υπομείνει εκατοντάδες εξευγενισμούς και να διαθέτουν πίστη μεγαλύτερη κι από του Ιώβ, πράγμα που απαιτεί να υπομείνουν απίστευτο πόνο και κάθε λογής μαρτύρια, κι όμως να μην απομακρυνθούν ποτέ από τον Θεό οποιαδήποτε στιγμή. Όταν υποταχθούν μέχρι θανάτου, κι έχουν μεγάλη πίστη στον Θεό, τότε αυτό το στάδιο του έργου του Θεού έχει ολοκληρωθεί» [«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Το μονοπάτι… (8)]. Επειδή με είχε συλλάβει και διώξει το Κομμουνιστικό Κόμμα, ο άντρας μου είχε πεθάνει κι ο γιος μου δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Το Κόμμα μάς είχε κόψει την πηγή εισοδήματος κι ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτήν την κατάσταση για να με κάνει να παραπονεθώ για τον Θεό και να Τον προδώσω. Όμως ο Θεός χρησιμοποιούσε αυτήν την κατάσταση για να οδηγήσει στην τελείωση την πίστη μου. Αν ήμουν σε θέση ν’ ακολουθήσω τον Θεό και να υποταχθώ σ’ Αυτόν ακόμη και μέσα σε τόσο πολύ πόνο, αυτό θα αποδείκνυε ότι έχω αληθινή πίστη. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήθελε να μας αφήσει χωρίς τα προς το ζην, όμως στηριζόμενοι στον Θεό στη ζωή μας και προχωρώντας με τη θρέψη και την καθοδήγησή Του, μπορούσαμε και πάλι να τα βγάζουμε πέρα. Μετά απ’ αυτό, ο γιος μου κι εγώ διαβάζαμε συχνά τα λόγια του Θεού και συναναστρεφόμασταν πάνω σ’ αυτά μαζί, και σταδιακά μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάσταση της στενοχώριας του. Είπε ότι διαπίστωσε ξεκάθαρα πως όλες αυτές οι δυστυχίες προκλήθηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, ότι αυτό καταστρέφει ζωές ενώ ο Θεός φέρνει έλεος και σωτηρία, κι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να μας φέρει φως και το να Τον ακολουθούμε είναι το σωστό μονοπάτι στη ζωή. Είπε ότι ήθελε να πιστεύει στον Θεό και να Τον ακολουθεί ένθερμα. Μετά απ’ αυτό, ξεκινήσαμε κι οι δύο να μαζεύουμε άγρια βότανα και μανιτάρια και να τα πουλάμε στην αγορά, ώστε να μπορούμε να παρευρισκόμαστε πιο εύκολα στις συναθροίσεις και να κάνουμε κάποιο καθήκον. Με αυτόν τον τρόπο, χωρίς υπερβολική προσπάθεια, θα μπορούσαμε να έχουμε αρκετά χρήματα για να τα βγάζουμε πέρα.

Αφού βίωσα τη σύλληψη και τη δίωξη από το Κομμουνιστικό Κόμμα, διαπίστωσα πλήρως τη δαιμονική του ουσία —το πώς μισεί κι αντιστέκεται στον Θεό. Ισχυρίζεται ότι εγγυάται την ελευθερία της θρησκείας, όμως μυστικά διενεργεί μαζικές συλλήψεις χριστιανών, βασανίζοντάς τους και καταδικάζοντάς τους σε φυλάκιση, ενώ παράλληλα καταστέλλει και διώκει τα μέλη των οικογενειών τους, καταστρέφοντας αμέτρητες χριστιανικές οικογένειες. Τελικά το μίσησα και επαναστάτησα εναντίον του από καρδιάς —κι ήξερα ότι είμαι ασυμβίβαστα αντίθετη μ’ αυτό. Βίωσα επίσης προσωπικά την αγάπη του Θεού και την εξουσία των λόγων Του. Όταν με συνέλαβαν και με καταδίκασαν σε φυλάκιση, όταν πέθανε ο σύζυγός μου, όταν ο γιος μου δεν μπορούσε να πάρει το πτυχίο του κι όταν ζούσα μέσα στη δυστυχία χωρίς καμία διέξοδο, τα λόγια του Θεού ήταν αυτά που μου έδωσαν πίστη και δύναμη και με οδήγησαν να ξεπεράσω την αδυναμία της σάρκας. Χωρίς τη φροντίδα και την προστασία του Θεού, δεν θα κατάφερνα ποτέ να φτάσω στη σημερινή ημέρα. Είμαι πραγματικά ευγνώμων για την αγάπη και τη σωτηρία του Θεού. Ό,τι είδους δίωξη και θλίψη κι αν αντιμετωπίσω στο μέλλον, θ’ ακολουθήσω τον Θεό μέχρι τέλους.

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Leave a Reply