Ένας επίμονος πόνος

1 Ιούλιος 2026

Από τη Λιου Γιαν, Κίνα

Τον Μάιο του 2004, συνελήφθην μαζί με τη Γου γυρίζοντας από μια συνάθροιση, επειδή μας είχε ξεπουλήσει ένας Ιούδας. Στο αστυνομικό τμήμα, οι αστυνομικοί με ανέκριναν συνεχώς, απαιτώντας να μάθουν ποιοι ήταν οι επικεφαλής της εκκλησίας και πού ήταν οι προσφορές. Όταν αρνήθηκα να μιλήσω, τέσσερις ή πέντε αστυνομικοί με περικύκλωσαν, με έσπρωχναν και με χτυπούσαν. Ένας με χτυπούσε βάναυσα σε όλο μου το σώμα με ένα καλάμι μπαμπού, πάνω από ένα μέτρο μακρύ και με πάχος ενός αντίχειρα, ενώ ταυτόχρονα πατούσε και έστριβε με δύναμη το πόδι του στους μηρούς μου. Μια αστυνομικός με χαστούκισε δυνατά. Μου πέρασαν χειροπέδες πισθάγκωνα και μου τράβηξαν τα χέρια βίαια προς τα πίσω. Μετά βίας μπορούσα να αναπνεύσω από τα βασανιστήρια —ένιωθα σαν να πνίγομαι. Ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό μου, και συνέχιζαν να με χτυπούν και να με ανακρίνουν εναλλάξ. Όλο μου το σώμα πονούσε αφόρητα. Δεν μπορούσα καν να κατεβάσω το παντελόνι μου για να πάω τουαλέτα· έπρεπε να μου το τραβήξει βίαια μια αστυνομικός. Είδα μεγάλες μελανιές στους μηρούς και στα πλάγια των γλουτών μου, στο χρώμα της μελιτζάνας. Πονούσα τόσο πολύ που δεν μπορούσα καν να καθίσω στις φτέρνες μου. Εκείνο το βράδυ, βλέποντας πως ακόμα δεν μιλούσα, με έβαλαν να καθίσω στο παγωμένο πάτωμα και συνέχισαν να με ανακρίνουν με βάρδιες. Δεν μ’ άφηναν να κουνηθώ ούτε να κοιμηθώ. Η μέση και τα πόδια μου μούδιασαν και πρήστηκαν από το κρύο. Το κεφάλι μου γυρνούσε και σφυροκοπούσε από τον πόνο. Όποτε έκλεινα τα μάτια μου, ένας αστυνομικός μού ούρλιαζε. Ένιωθα πως δεν άντεχα άλλο, πως θα πέθαινα. Σκέφτηκα: «Αν δεν πω κάτι, δεν θα με αφήσουν να φύγω. Δεν ξέρω τι είδους βασανιστήρια θα μου κάνουν μετά. Θα τ’ αντέξω; Αν με βασανίσουν μέχρι θανάτου, δεν θα πάει στράφι η πίστη μου; Πώς θα σωθώ αν πεθάνω;» Έτσι, σκαρφίστηκα κάτι, ελπίζοντας να τους κοροϊδέψω, αλλά δεν με πίστεψαν καθόλου και συνέχισαν να με ανακρίνουν.

Γύρω στις πέντε ή έξι το απόγευμα της επόμενης μέρας, αστυνομικοί από το Δημοτικό Γραφείο Δημόσιας Ασφάλειας και την Ταξιαρχία Εθνικής Ασφάλειας μάς μετέφεραν σε ένα ξενοδοχείο για να συνεχίσουν την ανάκριση. Τα παράθυρα είχαν κουρτίνες συσκότισης, και ένοπλοι αστυνομικοί στέκονταν φρουροί. Όταν τα είδα αυτά, με έπιασε σύγκρυο. Ήμουν τρομοκρατημένη, καθώς δεν ήξερα πώς θα με βασάνιζαν στη συνέχεια. Προσευχόμουν αδιάκοπα στον Θεό μέσα στην καρδιά μου. Οι αστυνομικοί με χώρισαν από τη Γου και μας ανέκριναν με βάρδιες, όλο το 24ωρο. Με έβαλαν να καθίσω σε μια καρέκλα και δεν μ’ άφηναν να κουνηθώ ούτε να κοιμηθώ. Αν έκλεινα τα μάτια μου, μου ούρλιαζαν και με έβριζαν. Ήμουν ζαλισμένη και αποπροσανατολισμένη από το μαρτύριο. Δύο μέρες αργότερα, η Γου με ξεπούλησε. Τους είπε πως ήμουν υπεύθυνη για τη μεταφορά των προσφορών. Ξεπούλησε επίσης αρκετούς επικεφαλής περιφέρειας, οικογένειες φιλοξενίας και οικογένειες φύλαξης. Κρατώντας την ομολογία της Γου, ένας αστυνομικός μού είπε απειλητικά: «Δεν έχει νόημα να μη μιλάς. Μας τα έχει πει όλα. Πού μετέφερες τις προσφορές; Θα τα βρούμε αυτά τα λεφτά, ακόμα κι αν χρειαστεί να σκάψουμε. Θα σε καταδικάσουμε ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν δεν μιλήσεις! Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού είναι βασικός στόχος καταστολής για το κράτος. Η πίστη στον Παντοδύναμο Θεό διαταράσσει την κοινωνική τάξη. Είναι παράνομη. Ακόμα κι αν σε σκοτώσουμε, δεν θα βρούμε τον μπελά μας! Σε χτυπάμε έτσι, γιατί λοιπόν δεν έρχεται ο Θεός σου να σε σώσει; Δεν υπάρχει Θεός!» Έπειτα, προσπάθησαν να με αναγκάσουν να πω βλασφημίες για τον Θεό. Όταν αρνήθηκα, με χαστούκισε δυνατά στο πρόσωπο. Γρύλισε με φαύλο τρόπο: «Έχουμε πολλούς τρόπους να σε κανονίσουμε! Αν δεν μιλήσεις, θα σου χαράξουμε το πρόσωπο με μαχαίρι και θα σε παραμορφώσουμε, μετά θα σε χώσουμε σε ένα τσουβάλι και θα σε πετάξουμε στον ποταμό Χουανγκπού για να σε φάνε τα ψάρια!» Σκέφτηκα: «Αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί είναι ικανοί για όλα. Αν με πετάξουν όντως στο ποτάμι, κανείς δεν θα μάθει ποτέ ότι πέθανα. Δεν θέλω να πεθάνω τώρα. Αν πεθάνω, δεν θα πάει στράφι η πίστη μου; Πώς θα μπορούσα να σωθώ τότε; Ίσως θα ’πρεπε απλώς να πω κάτι… Άλλωστε, η Γου έχει ήδη μιλήσει. Δεν έχει σημασία αν το παραδεχτώ ή όχι». Στη συνέχεια, οι αστυνομικοί μού είπαν τις διευθύνσεις από τις οικογένειες φιλοξενίας και τις οικογένειες φύλαξης που είχε υποδείξει η Γου, μαζί με τις περιγραφές και τα ονόματα των αδελφών. Εγώ τα επιβεβαίωσα σιωπηρά. Αλλά ο αστυνομικός είπε: «Εκείνη τα ομολόγησε όλα και πάει κατευθείαν σπίτι της. Εσύ απλώς επιβεβαίωσες όσα μας έχει ήδη πει. Δεν έχεις καταδώσει ούτε ένα άτομο, ούτε ένα σπίτι. Αν δεν το κάνεις, θα σε στείλουμε ούτως ή άλλως στη φυλακή. Θα φταις εσύ για την κακή σου στάση και την άρνησή σου να συνεργαστείς!» Σκέφτηκα πως, αν έλεγα απλώς λίγα περισσότερα, ίσως με άφηναν να φύγω ή μου έριχναν μικρότερη ποινή. Έτσι, τους έδωσα τη διεύθυνση μιας άλλης αδελφής που παρείχε φιλοξενία. Τη στιγμή που ξεπούλησα την αδελφή μου, ένιωσα σαν να είχα βυθιστεί στην κόλαση. Δεν μπορώ να περιγράψω το συναίσθημα. Είχα αδειάσει εντελώς από δυνάμεις. Σωριάστηκα στο πάτωμα, κλαίγοντας με λυγμούς, ανεξέλεγκτα. Προσπάθησα να αρπάξω ένα ηλεκτρικό καλώδιο για να αυτοκτονήσω, αλλά ένας αστυνομικός μού κάρφωσε το χέρι κάτω με το πόδι του. Ήμουν γεμάτη τύψεις που ξεπούλησα την αδελφή μου και, μέσα στην καρδιά μου, καταριόμουν τον εαυτό μου ξανά και ξανά, λέγοντας πως μου άξιζε να πεθάνω και να καταστραφώ. Σκέφτηκα τα λόγια του Θεού: «Σε όσους δεν Μου έδειξαν την παραμικρή πίστη κατά τη διάρκεια των δεινών, δεν θα είμαι πια ελεήμων, γιατί το έλεός Μου φτάνει μόνο μέχρι εκεί. Δεν Μου αρέσουν, επίσης, εκείνοι που κάποτε Με πρόδωσαν, πολύ λιγότερο δε, Μ’ αρέσει να συναναστρέφομαι όσους ξεπουλούν τα συμφέροντα των φίλων τους. Αυτή είναι η διάθεσή Μου, ανεξαρτήτως ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί. Πρέπει να σας πω το εξής: Όποιος ραγίζει εντελώς την καρδιά Μου δεν θα λάβει επιείκεια από Εμένα για δεύτερη φορά […]» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου). Τα λόγια του Θεού με τρομοκράτησαν. Ένιωσα πως η δίκαιη διάθεση του Θεού δεν μπορεί να προσβληθεί. Είχα ξεπουλήσει την αδελφή μου και είχα προδώσει τον Θεό. Είχα προσβάλει τη διάθεση του Θεού και ο Θεός δεν θα με ήθελε πια. Η ζωή μου ως πιστή είχε τελειώσει οριστικά. Εκείνη τη στιγμή, ο θάνατος φάνταζε καλύτερος από τη ζωή.

Αλλά οι αστυνομικοί και πάλι δεν με άφηναν να φύγω. Συνέχισαν να με ανακρίνουν για πληροφορίες σχετικά με την εκκλησία. Με ανάγκασαν να κάθομαι σε μια καρέκλα, 24 ώρες το 24ωρο, χωρίς να μ’ αφήνουν να κουνηθώ ή να κοιμηθώ. Με βασάνιζαν με στέρηση ύπνου για περίπου μία εβδομάδα. Βασανιζόμουν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να φάω. Βλέποντας πως ήμουν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, οι αστυνομικοί με πήγαν σε ένα νοσοκομείο για ορό. Όταν επιστρέψαμε, συνέχισαν να με ανακρίνουν με βάρδιες και μου έδειχναν φωτογραφίες αδελφών, λέγοντάς μου να τους αναγνωρίσω. Είπα στον εαυτό μου: «Ήδη έχω προσβάλει τη διάθεση του Θεού κι έχω γίνει ένας επαίσχυντος Ιούδας. Δεν μπορώ να προδώσω ξανά τον Θεό». Έτσι, όσο κι αν με ανέκριναν, δεν είπα τίποτα. Έναν μήνα αργότερα, με καταδίκασαν δύο χρόνια σε στρατόπεδο αναμόρφωσης μέσω εργασίας για «διατάραξη της κοινωνικής τάξης». Όταν οι αστυνομικοί μάς μετέφεραν στο στρατόπεδο αναμόρφωσης μέσω εργασίας, η Γου μού είπε πως η αδελφή που παρείχε φιλοξενία, την οποία είχα ξεπουλήσει, είχε συλληφθεί. Αφέθηκε ελεύθερη με κάποια μέσα που έβαλε η οικογένειά της, αλλά βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση. Ακούγοντάς το αυτό, ένιωσα σαν να μου τρυπούσε την καρδιά μια βελόνα. Μισούσα τον εαυτό μου που φοβήθηκα τόσο πολύ τον θάνατο και που ξεπούλησα την αδελφή μου, με αποτέλεσμα να της είναι αδύνατο να πηγαίνει σε συναθροίσεις ή να κάνει το καθήκον της. Πάρα πολλές φορές, έκλαιγα και προσευχόμουν στον Θεό, ικετεύοντάς Τον να δημιουργήσει ένα άλλο περιβάλλον για να μου δώσει μόνο μία ευκαιρία ακόμα. Ορκίστηκα πως, ακόμα κι αν οι αστυνομικοί με βασάνιζαν μέχρι θανάτου, δεν θα ξεπουλούσα ποτέ ξανά τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Στα δύο χρόνια που πέρασα στο στρατόπεδο εργασίας, όποτε θυμόμουν τα λόγια του Θεού: «Δεν Μου αρέσουν, επίσης, εκείνοι που κάποτε Με πρόδωσαν […]», ένιωθα πως δεν θα είχα ποτέ άλλη ευκαιρία για σωτηρία και θα κατέληγα στην κόλαση για να τιμωρηθώ. Αυτή η σκέψη με έκανε απίστευτα αρνητική. Η οδύνη ήταν χειρότερη κι από τον θάνατο. Ένιωθα μάλιστα πως το να πεθάνω θα ήταν μια ανακούφιση από το μαρτύριο στην ψυχή μου.

Μετά από δύο χρόνια στη φυλακή, αποφυλακίστηκα και επέστρεψα σπίτι, αλλά ντρεπόμουν πάρα πολύ να αντικρίσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Μισούσα τον εαυτό μου που ήμουν ένας επαίσχυντος Ιούδας που είχε ξεπουλήσει μια αδελφή. Βρισκόμουν σε ακραία ψυχική οδύνη, πεπεισμένη πως ο Θεός δεν θα με έσωζε ποτέ και πως ήμουν προορισμένη για κατάρα και τιμωρία. Αποκαρδιώθηκα, έχασα κάθε ελπίδα και ήθελα να πεθάνω για να τελειώσουν όλα. Μια μέρα, σκέφτηκα τα λόγια του Θεού: «1. Εάν είσαι πραγματικά πάροχος υπηρεσιών, τότε μπορείς να Μου παρέχεις υπηρεσίες με αφοσίωση, χωρίς κανένα στοιχείο επιπολαιότητας ή αρνητικότητας; […] 10. Μπορείς να είσαι πιστός ακόλουθός Μου, πρόθυμος να υπομείνεις μια ζωή βασάνων για Μένα, ακόμα κι αν δεν κερδίζεις τίποτα;» [«Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα: η προδοσία (2)]. Τα λόγια του Θεού ήταν σαν μια αχτίδα φωτός που διαπέρασε το σκοτάδι στην καρδιά μου, δίνοντάς μου το θάρρος να συνεχίσω να ζω. Ήταν αλήθεια. Ήταν χάρη του Θεού που μπορούσα να παρέχω υπηρεσία γι’ Αυτόν μέσα στην πίστη μου. Ακόμα κι αν ο Θεός δεν με έσωζε στο τέλος, εγώ θα έπρεπε και πάλι να παρέχω υπηρεσία γι’ Αυτόν. Αναλογιζόμενη τα λόγια Του, ανέκτησα λίγη πίστη. Λαχταρούσα τη μέρα που θα μπορούσα να διαβάσω τα λόγια του Θεού, να συναθροιστώ και να κάνω το καθήκον μου με τους αδελφούς και τις αδελφές μου ξανά. Μερικές φορές, έρχονταν αδελφές στο σπίτι της μητέρας μου για συναθροίσεις, και τις ζήλευα που μπορούσαν να διαβάζουν τα λόγια του Θεού μαζί. Σκεπτόμενη πόσα χρωστούσα στον Θεό, ήθελα να κάνω ό,τι μπορούσα για την εκκλησία. Όταν έρχονταν οι αδελφές για να συναθροιστούν, φύλαγα τσίλιες έξω και πρόσεχα τον περιβάλλοντα χώρο. Μερικές φορές μάζευα λίγα χρήματα για να τα δώσω ως προσφορά. Ήταν ο μόνος τρόπος για να βρει λίγη γαλήνη η καρδιά μου.

Την άνοιξη του 2011, με βρήκε μια αδελφή και με ρώτησε: «Είσαι πρόθυμη να πηγαίνεις σε συναθροίσεις;» Εκείνη τη στιγμή, συγκινήθηκα τόσο πολύ που τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Ήξερα πως αυτό ήταν το έλεος του Θεού και πως Εκείνος μου έδινε άλλη μια ευκαιρία. Αργότερα, η εκκλησία κανόνισε να ποτίζω νεοφώτιστους. Δεν έχασα ούτε μία μέρα, βρέξει χιονίσει. Ήθελα απλώς να παρέχω υπηρεσία με ζήλο για να επανορθώσω για την παράβασή μου. Όποτε διάβαζα τα λόγια προτροπής, παρηγοριάς ή ενθάρρυνσης του Θεού, ένιωθα πως ο Θεός ήταν σαν μια στοργική μητέρα που κατανοεί τις αδυναμίες μας και δείχνει έλεος για την ανωριμότητά μας, σώζοντάς μας στον μέγιστο δυνατό βαθμό, και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι στο πρόσωπό μου. Αλλά τη στιγμή που θυμόμουν πως είχα γίνει Ιούδας και είχα προδώσει τον Θεό, ένιωθα πως αυτά τα λόγια δεν ήταν για μένα. Ο Θεός δεν θα έσωζε κάποια σαν εμένα. Δεν είχα τα προσόντα να λάβω τις υποσχέσεις Του ή τη σωτηρία Του. Όποτε το σκεφτόμουν αυτό, βυθιζόμουν στην απελπισία και την οδύνη.

Το 2016, άρχισα να κάνω κειμενικό έργο. Μια φορά, διάβασα μια βιωματική μαρτυρία γραμμένη από έναν αδελφό. Είχε βασανιστεί βάναυσα από την αστυνομία, αλλά προτιμούσε να πεθάνει παρά να γίνει Ιούδας. Ένιωσα τόση ντροπή. Είχαμε συλληφθεί και οι δύο, αλλά εκείνος είχε μείνει σταθερός στη μαρτυρία του, ενώ εγώ είχα προδώσει τον Θεό κι είχα κάνει μια παράβαση. Αν δεν είχα αγαπήσει τη σάρκα μου τότε, δεν θα είχα μείνει σταθερή στη μαρτυρία μου όπως εκείνος; Δεν θα είχα γλιτώσει όλα αυτά τα χρόνια εσωτερικού μαρτυρίου; Κατά τη διάρκεια των συναθροίσεων, όταν άκουγα αδελφές να συναναστρέφονται για τη γνώση της δικής τους διαφθοράς σε κάποιον τομέα, σκεφτόμουν: «Απλώς αποκαλύπτουν κάποιες διεφθαρμένες διαθέσεις. Εγώ είμαι διαφορετική. Ξεπούλησα τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Έγινα Ιούδας. Έχω κάνει μια σοβαρή παράβαση κι αυτό δεν μπορεί ποτέ να διαγραφεί. Ο Θεός δεν θα με σώσει». Μετά απ’ αυτό, όποτε έβλεπα υλικό σχετικά με την αποπομπή Ιούδων, ένιωθα απόγνωση και οδύνη, και φοβόμουν πως μια μέρα θα αποπεμπόμουν κι εγώ. Τον χειμώνα του 2022, συνελήφθησαν δύο άτομα με τα οποία είχα συνεργαστεί κάποτε, η Λιου Τζινγκ και η Τσεν Χονγκ. Ξεπούλησαν τους αδελφούς και τις αδελφές τους και τις οικογένειες φιλοξενίας προτού καν αρχίσει η αστυνομία να τις βασανίζει. Η Τσεν Χονγκ ξεπούλησε ακόμα και τις προσφορές. Στη συνέχεια, δεν έδειξαν καμία απολύτως μεταμέλεια και αποπέμφθηκαν διαδοχικά από την εκκλησία. Όταν σκέφτηκα πως κι εγώ, όπως κι εκείνες, είχα γίνει Ιούδας και ίσως αποπεμπόμουν κάποια μέρα, αποκαρδιώθηκα πολύ.

Αν και έκανα το καθήκον μου όλα αυτά τα χρόνια, η καρδιά μου βρισκόταν συνεχώς σε οδύνη και απόγνωση για την παράβασή μου και δεν μπορούσε να απελευθερωθεί. Ποτέ δεν αναζήτησα την αλήθεια για να απαλλαγώ απ’ την αρνητική μου κατάσταση, καθώς ένιωθα πως κάποια σαν εμένα ήταν αρκετό να παρέχει απλώς υπηρεσία με ειλικρίνεια. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που διάβασα τα λόγια του Θεού κατά τη διάρκεια των πνευματικών μου ασκήσεων: «Οι άνθρωποι βυθίζονται στην αποκαρδίωση και για έναν ακόμη λόγο: τους συμβαίνουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα προτού ή αφότου ενηλικιωθούν· με άλλα λόγια, διαπράττουν κάποιες παραβάσεις ή κάνουν κάποια βλακώδη ή ανόητα πράγματα, ή κάνουν κάποια πράγματα από άγνοια. Βυθίζονται στην αποκαρδίωση εξαιτίας αυτών των παραβάσεων, εξαιτίας αυτών των πραγμάτων που έχουν κάνει από βλακεία και άγνοια. Αυτή η αποκαρδίωση είναι η αυτοκαταδίκη τους. Χαρακτηρίζει, επίσης, τι είδους άνθρωποι είναι. […]Όσοι έχουν κάνει αυτά τα πράγματα, άθελά τους νιώθουν συχνά ανήσυχοι όταν συμβαίνει κάτι συγκεκριμένο ή όταν βρεθούν σε ορισμένα περιβάλλοντα και πλαίσια. Αυτό το αίσθημα ανησυχίας τούς κάνει να πέφτουν εν αγνοία τους σε βαθιά αποκαρδίωση, η οποία τους δεσμεύει και τους περιορίζει. Όποτε ακούνε ένα κήρυγμα ή μια συναναστροφή σχετικά με την αλήθεια, αυτή η αποκαρδίωση τρυπώνει σιγά σιγά μέσα στο μυαλό τους και μες στα μύχια της καρδιάς τους, με αποτέλεσμα να ανακρίνουν τον εαυτό τους και να αναρωτιούνται: “Μπορώ να το κάνω; Είμαι σε θέση να επιδιώξω την αλήθεια; Μπορώ να σωθώ; Τι είδους άνθρωπος είμαι; Παλιά το έκανα εκείνο το πράγμα, ήμουν τέτοιος άνθρωπος. Μήπως είμαι πέραν πάσης σωτηρίας; Θα με σώσει παρόλα αυτά ο Θεός;” Κάποιοι μπορούν μερικές φορές να εγκαταλείψουν την αποκαρδίωση που έχουν και να το αφήσουν πίσω τους. Εκτελούν το καθήκον, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες τους με κάθε ειλικρίνεια και όλη την ενέργεια που διαθέτουν, και μπορούν, μάλιστα, να αφοσιωθούν με όλη την καρδιά και όλον τον νου τους στο να επιδιώξουν την αλήθεια και να συλλογιστούν τα λόγια του Θεού, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για τα λόγια Του. Τη στιγμή, όμως, που προκύπτει κάποια ειδική κατάσταση ή συνθήκη, η αποκαρδίωση τους κυριεύει για άλλη μια φορά και τους κάνει να ξανανιώσουν ένοχοι βαθιά μέσα στην καρδιά τους. Σκέφτονται, λοιπόν, το εξής: “Έκανες αυτό το πράγμα κάποτε· τέτοιος άνθρωπος ήσουν. Μπορείς να σωθείς; Έχει κάποιο νόημα να κάνεις πράξη την αλήθεια; Τι γνώμη έχει ο Θεός για τις πράξεις σου; Θα σε συγχωρήσει ο Θεός γι’ αυτά που έχεις κάνει; Αν τώρα πληρώσεις έτσι το τίμημα, θα επανορθώσεις για εκείνη την παράβαση;” Συχνά επιπλήττουν τον εαυτό τους και νιώθουν ένοχοι βαθιά μέσα τους, και συνεχώς αμφιβάλλουν και βομβαρδίζουν τον εαυτό τους με ερωτήσεις. Δεν μπορούν ποτέ να αποτινάξουν πίσω τους την αποκαρδίωση ούτε να την αποβάλουν, και νιώθουν μια διαρκή ανησυχία για την επαίσχυντη πράξη τους. Οπότε, παρόλο που πιστεύουν στον Θεό για τόσα χρόνια, είναι λες και δεν έχουν ακούσει και δεν έχουν κατανοήσει ούτε λέξη από όσα έχει πει ο Θεός. Είναι λες και δεν ξέρουν αν η επίτευξη της σωτηρίας τούς αφορά καθόλου, αν μπορούν να λάβουν άφεση αμαρτιών και να λυτρωθούν ή αν έχουν τα προσόντα ώστε να λάβουν την κρίση, την παίδευση και τη σωτηρία του Θεού. Δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για όλα αυτά τα πράγματα. Δεν παίρνουν καμία απάντηση και δεν φτάνουν σε κανένα ακριβές συμπέρασμα, και γι’ αυτό νιώθουν συνεχώς αποκαρδιωμένοι βαθιά μέσα τους. Μέσα στα μύχια της καρδιάς τους, σκέφτονται ξανά και ξανά αυτό που έκαναν, το αναπαράγουν ξανά και ξανά μες στο μυαλό τους, θυμούνται πώς ξεκίνησαν όλα και πώς τελείωσαν, με κάθε λεπτομέρεια από την αρχή μέχρι το τέλος. Όπως κι αν το θυμούνται, νιώθουν συνεχώς αμαρτωλοί, πράγμα που, ανά τα χρόνια, τους κάνει να αισθάνονται συνεχώς αποκαρδιωμένοι γι’ αυτό το πράγμα. Ακόμη κι όταν κάνουν το καθήκον τους, ακόμη κι όταν είναι υπεύθυνοι για μια συγκεκριμένη εργασία, και πάλι νιώθουν σαν να μην έχουν καμία ελπίδα να σωθούν» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (2)]. Αυτό που αποκάλυψαν τα λόγια του Θεού ήταν ακριβώς η κατάστασή μου. Από τότε που είχα συλληφθεί και είχα ξεπουλήσει την αδελφή μου, κάνοντας εκείνη την παράβαση, ζούσα μέσα σε συναισθήματα απελπισίας. Ένιωθα πως είχα προσβάλει τη διάθεση του Θεού, πως σίγουρα Εκείνος με σιχαινόταν και πως, όσο κι αν επιδίωκα, δεν θα με έσωζε ποτέ. Όταν έβλεπα τα λόγια ενθάρρυνσης και προτροπής του Θεού, ένιωθα πως δεν ήταν για μένα, αλλά για εκείνους τους αδελφούς και τις αδελφές που δεν είχαν κάνει ποτέ παράβαση. Κάθε φορά που έβλεπα υλικό για την αποπομπή Ιούδων, η καρδιά μου ένιωθε άγχος και ανησυχία. Ένιωθα πως, αφού είχα γίνει Ιούδας όπως κι εκείνοι, ίσως μια μέρα να αποπεμπόμουν κι εγώ. Αν και έκανα το καθήκον μου στην εκκλησία, η καρδιά μου ήταν πάντα κλειστή προς τον Θεό και δεν μπορούσα να βρω καθόλου ενέργεια για να επιδιώξω την αλήθεια. Μου αρκούσε να παρέχω απλώς υπηρεσία με ζήλο. Παρόλο που είχα κάνει την παράβαση να ξεπουλήσω μια αδελφή, ο Θεός και πάλι με σπλαχνίστηκε και μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω το καθήκον μου. Στις στιγμές του βαθύτερου πόνου και αδυναμίας μου, ο Θεός χρησιμοποίησε τα λόγια Του για να με βγάλει από την αρνητικότητά μου και να με βοηθήσει να βρω ένα μονοπάτι άσκησης. Ο Θεός μού παρείχε πάντα την αλήθεια και ζωή, αλλά εγώ δεν ήξερα το καλό μου. Δεν επιδίωξα με ζήλο την αλήθεια για να ανταποδώσω την αγάπη του Θεού. Αντιθέτως, παρεξήγησα τον Θεό και ήμουν επιφυλακτική απέναντί Του, ζώντας μέσα σε συναισθήματα απελπισίας. Πραγματικά δεν είχα ούτε συνείδηση ούτε λογική. Χρωστούσα πάρα πολλά στον Θεό και ήμουν ανάξια της σωτηρίας Του! Από τα λόγια του Θεού, κατάλαβα πως ο Θεός δεν ήθελε να ζω μέσα σε συναισθήματα απελπισίας εξαιτίας της παράβασής μου. Ήθελε να ελευθερωθώ από τους περιορισμούς της και να επιδιώξω με ζήλο την αλήθεια, ξεκινώντας στο μονοπάτι της σωτηρίας. Ήξερα πως, για να απαλλαγώ από τη διεφθαρμένη μου διάθεση, έπρεπε να τρώω και να πίνω περισσότερο τα λόγια του Θεού και να αναζητώ την αλήθεια· δεν μπορούσα να συνεχίσω να ζω μέσα στους περιορισμούς της παράβασής μου και να υποχωρώ στην αρνητικότητα.

Αργότερα, έκανα αυτοκριτική: «Γιατί ζούσα στην απελπισία όταν ένιωθα πως δεν είχα καμία ελπίδα να σωθώ; Ποια διεφθαρμένη διάθεση με ελέγχει;» Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Αυτό που επιδιώκουν οι άνθρωποι στην πίστη τους στον Θεό είναι να αποκτήσουν ευλογίες για το μέλλον· αυτός είναι ο στόχος τους στην πίστη τους. Όλοι οι άνθρωποι έχουν αυτήν την πρόθεση και την ελπίδα, αλλά η διαφθορά στη φύση τους πρέπει να διορθωθεί μέσα από δοκιμασίες και εξευγενισμό. Σε όποιες πτυχές δεν έχουν εξαγνιστεί οι άνθρωποι και εξακολουθούν να αποκαλύπτουν διαφθορά, αυτές είναι οι πτυχές στις οποίες πρέπει να εξευγενιστούν —αυτή είναι η ρύθμιση του Θεού. Ο Θεός διαμορφώνει περιβάλλοντα για σένα, αναγκάζοντάς σε να υποβληθείς σε εξευγενισμό μέσα σ’ αυτά, ώστε να μπορέσεις να γνωρίσεις τη δική σου διαφθορά. Τελικά, φτάνεις σε ένα σημείο στο οποίο θα ήσουν πρόθυμος να εγκαταλείψεις τα σχέδια και τις επιθυμίες σου και να υποταχθείς στην κυριαρχία και τη ρύθμιση του Θεού, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε τον θάνατό σου. Επομένως, αν οι άνθρωποι δεν υποβληθούν σε αρκετά χρόνια εξευγενισμού, αν δεν υπομείνουν μια ορισμένη ποσότητα βασάνων, δεν θα μπορέσουν να ελευθερωθούν από τους περιορισμούς της διαφθοράς της σάρκας στις σκέψεις και την καρδιά τους. Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι θα πρέπει να υποφέρουν στις πτυχές στις οποίες εξακολουθούν να περιορίζονται από τη σατανική τους φύση, και στις πτυχές στις οποίες διατηρούν ακόμα δικές τους επιθυμίες και δικές τους απαιτήσεις. Μόνο μέσα από τα βάσανα μπορούν οι άνθρωποι να πάρουν μαθήματα, πράγμα που σημαίνει ότι είναι σε θέση να αποκτήσουν την αλήθεια και να κατανοήσουν τις προθέσεις του Θεού. Μάλιστα, κατανοεί κανείς πολλές αλήθειες βιώνοντας ταλαιπωρία και δοκιμασίες. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τις προθέσεις του Θεού, να φτάσει σε σημείο να γνωρίσει την παντοδυναμία και τη σοφία Του, ή να εκτιμήσει τη δίκαιη διάθεσή Του σε ένα άνετο και χαλαρό περιβάλλον, ή όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές. Αυτό θα ήταν αδύνατον!» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). Τελικά, ζούσα στην απελπισία επειδή η επιθυμία μου για ευλογίες είχε συντριβεί. Από την αρχή, πίστευα στον Θεό για να ευλογηθώ. Γι’ αυτό ήμουν δραστήρια στις συναθροίσεις και ενθουσιώδης στο καθήκον μου. Δεν ένιωθα καν περιορισμένη όταν με εμπόδιζε, με έβριζε και με χτυπούσε ο άπιστος σύζυγός μου. Λίγο καιρό αφότου άρχισα να πιστεύω στον Θεό, έφυγα από το σπίτι για να κάνω το καθήκον μου. Εγκατέλειψα τα πάντα προκειμένου να σωθώ, να επιβιώσω και να αποκτήσω τον όμορφο προορισμό που έχει ετοιμάσει ο Θεός για τον άνθρωπο. Μόλις συνελήφθηκα και έγινα Ιούδας, πίστεψα πως ο Θεός δεν θα με έσωζε πια. Βλέποντας την ελπίδα μου για ευλογίες να συντρίβεται, ζούσα σε μια συνεχή κατάσταση αρνητικότητας και δεν ήμουν πλέον πρόθυμη να επιδιώξω την αλήθεια. Είδα πως η πρόθεσή μου στην πίστη στον Θεό ήταν λάθος. Δεν ήταν να επιδιώξω την αλήθεια, αλλά να αποκτήσω ευλογίες. Δεν διέφερα σε τίποτα από τους ανθρώπους της Εποχής της Χάριτος που επιδίωκαν να χορτάσουν με καρβέλια. Στην πίστη μου στον Θεό, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς να πάρω ευλογίες και οφέλη από Εκείνον. Ποτέ δεν σκέφτηκα πώς να επιδιώξω την αλήθεια για να λύσω την παράβασή μου ούτε πώς να ανταποδώσω στον Θεό την αγάπη και τη σωτηρία Του. Δεν είχα ίχνος ανθρώπινης φύσης! Βιώνοντας αυτήν την αποκάλυψη, αναγνώρισα επιτέλους τις προσπάθειες για παζάρια και τις ακαθαρσίες στην πίστη μου. Αυτά είναι πραγματικά αηδιαστικά και απεχθή για τον Θεό!

Αργότερα, διάβασα άλλα δύο χωρία των λόγων του Θεού, κατάλαβα πώς να αντιμετωπίζω τις παραβάσεις και βρήκα ένα μονοπάτι για να τις λύσω. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Κάποιοι άνθρωποι, όταν έχουν διαπράξει μια μικρή παράβαση, εικάζουν: “Με έχει αποκαλύψει και αποκλείσει ο Θεός; Θα με πατάξει;” Αυτήν τη φορά, ο Θεός ήρθε να εργαστεί όχι για να πατάξει τους ανθρώπους, αλλά για να τους σώσει στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Κανείς δεν είναι χωρίς λάθη —αν όλοι πατάσσονταν, θα ήταν “σωτηρία” αυτό; Κάποιες παραβάσεις γίνονται εσκεμμένα, ενώ άλλες είναι ακούσιες. Αν ήσουν σε θέση να αλλάξεις αφότου αναγνώριζες τα όσα πράττεις άθελά σου, θα σε πάτασσε ο Θεός πριν το κάνεις; Θα έσωζε ο Θεός τους ανθρώπους κατ’ αυτόν τον τρόπο; Δεν εργάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο! Ανεξάρτητα από το εάν έχεις επαναστατική διάθεση ή ενεργήσει ακούσια, να θυμάσαι αυτό: Θα πρέπει να κάνεις αυτοκριτική και να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Μεταστρέψου αμέσως και πάσχισε για την αλήθεια με όλη σου τη δύναμη —και, όποιες συνθήκες κι αν προκύψουν, μην παραδίνεσαι στην απελπισία. Το έργο που επιτελεί ο Θεός είναι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου και δεν θα πατάξει αδιάφορα τους ανθρώπους που θέλει να σώσει. Αυτό είναι βέβαιο. Ακόμα και αν υπήρχε πράγματι ένας πιστός στον Θεό τον οποίο Αυτός θα πάτασσε στο τέλος, αυτό που θα έκανε ο Θεός θα ήταν και πάλι σίγουρα δίκαιο. Με τον καιρό, θα σου γνωστοποιούσε τον λόγο για τον οποίο πάταξε εκείνο το άτομο, ώστε να πειστείς απόλυτα. Αυτήν τη στιγμή, να κοπιάζετε απλώς για την αλήθεια, να εστιάζετε στη ζωή-είσοδο και να επιδιώκετε την καλή εκτέλεση του καθήκοντός σας. Αυτό είναι απολύτως σωστό! Όπως κι αν σε χειριστεί ο Θεός στο τέλος, είναι εγγυημένο ότι θα είναι δίκαιο· δεν θα πρέπει να το αμφισβητείς, και δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Ακόμα κι αν δεν μπορείς να καταλάβεις τη δικαιοσύνη του Θεού αυτήν τη στιγμή, θα έρθει μια μέρα που θα πειστείς. Ο Θεός εργάζεται δίκαια και έντιμα· αποκαλύπτει τα πάντα ανοιχτά. Αν το σκεφτείτε προσεκτικά, θα καταλήξετε στο ακλόνητο συμπέρασμα ότι το έργο του Θεού είναι αυτό της σωτηρίας των ανθρώπων και της μεταμόρφωσης των διεφθαρμένων διαθέσεών τους» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). «Και πώς μπορείς να λάβεις άφεση αμαρτιών και συγχώρεση από τον Θεό; Αυτό εξαρτάται από την καρδιά σου. Αν εξομολογηθείς ειλικρινά, αναγνωρίσεις πραγματικά το λάθος σου και το πρόβλημά σου και, είτε πρόκειται για παράβαση είτε για αμαρτία, αναγνωρίσεις αυτό που έκανες, υιοθετήσεις μια στάση αληθινής εξομολόγησης, νιώσεις πραγματικό μίσος για αυτό που έκανες, αλλάξεις πραγματικά και δεν κάνεις ποτέ ξανά εκείνο το λάθος, τότε θα έρθει τελικά η μέρα που θα λάβεις άφεση αμαρτιών και συγχώρεση από τον Θεό· δηλαδή, ο Θεός δεν θα καθορίζει πια την έκβασή σου με βάση τα πράγματα που έχεις κάνει από άγνοια, ούτε με βάση τις ανόητες και αισχρές πράξεις που έκανες παλιά. Όταν φτάσεις σε αυτό το επίπεδο, ο Θεός δεν θα θυμάται καθόλου το ζήτημα· θα είσαι ολόιδιος με τους υπόλοιπους κανονικούς ανθρώπους και δεν θα διαφέρεις καθόλου από αυτούς. Προϋπόθεση, όμως, γι’ αυτό είναι να είσαι ειλικρινής και η στάση σου να δείχνει αληθινή μετάνοια, όπως του Δαβίδ. Πόσα δάκρυα έχυσε ο Δαβίδ για την παράβαση που είχε διαπράξει; Αμέτρητα. Πόσες φορές έκλαψε; Αμέτρητες. Τα δάκρυά του μπορούν να περιγραφούν με τα εξής λόγια: “Όλην την νύκτα λούω την κλίνην μου”. Δεν γνωρίζω πόσο σοβαρή είναι η παράβασή σου. Αν είναι πραγματικά σοβαρή, μπορεί να χρειαστεί να κλάψεις μέχρι να πλημμυρίσει με δάκρυα το στρώμα σου· ίσως χρειαστεί να εξομολογηθείς και να μετανοήσεις σε τέτοιο βαθμό για να μπορέσεις να λάβεις τη συγχώρεση του Θεού. Αν δεν το κάνεις αυτό, τότε φοβάμαι πως ο Θεός θα εκλάβει την παράβασή σου ως αμαρτία, και έτσι δεν θα λάβεις άφεση αμαρτιών γι’ αυτήν. Τότε θα έχεις πρόβλημα και δεν θα έχει νόημα να πούμε τίποτα περισσότερο για το θέμα αυτό. […] Αν επιθυμείς να λάβεις άφεση αμαρτιών από τον Θεό, τότε πρέπει καταρχάς να είσαι ειλικρινής: Πρέπει, αφενός, να είσαι ειλικρινής όταν εξομολογείσαι και, αφετέρου, να δείχνεις ειλικρίνεια και να κάνεις καλά το καθήκον σου. Διαφορετικά, δεν έχουμε να πούμε τίποτα απολύτως. Αν μπορέσεις να κάνεις αυτά τα δύο πράγματα και συγκινήσεις τον Θεό με την ειλικρίνεια και την καλή σου πίστη, ώστε να σου δώσει άφεση αμαρτιών, τότε θα είσαι ίδιος ακριβώς με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ο Θεός θα σε κοιτάζει όπως κοιτάζει τους άλλους, θα σου φέρεται όπως φέρεται στους άλλους και θα σε κρίνει, θα σε παιδεύει, θα σε δοκιμάζει και θα σε εξευγενίζει όπως ακριβώς κάνει στους άλλους ανθρώπους· δεν θα έχεις διαφορετική μεταχείριση. Όχι μόνο θα έχεις, λοιπόν, την αποφασιστικότητα και την επιθυμία να επιδιώκεις την αλήθεια, αλλά ο Θεός θα σε διαφωτίζει και θα σε καθοδηγεί με τον ίδιο τρόπο και θα σου προσφέρει τις ίδιες παροχές καθώς επιδιώκεις την αλήθεια. Φυσικά, επειδή θα το θέλεις πλέον ειλικρινά και αληθινά και η στάση σου θα είναι ένθερμη, ο Θεός δεν θα σου φέρεται διαφορετικά από οποιονδήποτε άλλο, και θα έχεις κι εσύ την ευκαιρία να σωθείς, όπως και οι υπόλοιποι. Το καταλαβαίνεις αυτό, σωστά; (Ναι.)» [«Ο Λόγος», τόμ. 6: «Σχετικά με την επιδίωξη της αλήθειας», Πώς να επιδιώκει κανείς την αλήθεια (2)]. Από τα λόγια του Θεού, είδα πως Εκείνος ενεργεί σύμφωνα με αρχές. Δεν καταδικάζει απλώς τους ανθρώπους αμετάκλητα για μία μόνο παράβαση, χωρίς να τους δώσει την ευκαιρία να μετανοήσουν. Ο Θεός κοιτάζει να δει αν μπορούμε να μετανοήσουμε αληθινά αφότου κάνουμε μια παράβαση και να μην την επαναλάβουμε ποτέ. Σκέφτηκα τον Δαβίδ, που χρησιμοποίησε τη δύναμή του για να πάρει τη γυναίκα του Ουρία. Όταν συνειδητοποίησε πως είχε αμαρτήσει και είχε προκαλέσει την αποστροφή του Θεού, μετανόησε ειλικρινά ενώπιον του Θεού και δεν διέπραξε ποτέ ξανά αυτήν την αμαρτία. Στα γεράματά του, δεν άγγιξε καν τη νεαρή γυναίκα που του έφεραν για να του ζεστάνει το κρεβάτι. Η μετάνοιά του δεν ήταν μόνο λόγια· την απέδειξε με πραγματικές πράξεις, κι έτσι έλαβε το έλεος και την ανοχή του Θεού. Έπειτα σκέφτηκα τη Λιου Τζινγκ και την Τσεν Χονγκ, που έγιναν Ιούδες χωρίς καν να βασανιστούν. Η Τσεν Χονγκ πρόδωσε ακόμα και την τοποθεσία προσφορών αξίας πάνω από ένα εκατομμύριο γιουάν. Στη συνέχεια, καμία από τις δύο δεν έδειξε την παραμικρή μεταμέλεια. Η αποπομπή τους από την εκκλησία αποκάλυψε τέλεια τη δικαιοσύνη του Θεού. Η εκκλησία με δέχτηκε πίσω επειδή είχα ξεπουλήσει την αδελφή μου σε μια στιγμή αδυναμίας, ανίκανη να αντέξω τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια, ήμουν γεμάτη τύψεις και αυτομεμψία, και έκανα το καθήκον μου όσο καλύτερα μπορούσα, κι έτσι ο οίκος του Θεού μού έδωσε άλλη μια ευκαιρία. Η διάθεση του Θεού είναι δίκαιη και καλή· Εκείνος αντιμετωπίζει τους πάντες σύμφωνα με αρχές. Διάβασα τα λόγια του Θεού: «Κανείς δεν είναι χωρίς λάθη —αν όλοι πατάσσονταν, θα ήταν “σωτηρία” αυτό;» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Μέρος τρίτο). Αυτά τα λόγια συγκεκριμένα με έκαναν να νιώσω πως ο Θεός είναι σαν μια στοργική μητέρα, που χρησιμοποιεί τα λόγια Του για να διδάξει ένα παιδί που έκανε λάθος, υπενθυμίζοντας και προτρέποντάς το να μην εγκαταλείψει τον εαυτό του. Ως βαθύτερο νόημα των λόγων του Θεού, ένιωσα τις φιλόπονες προθέσεις Του, και την ανοχή και το έλεός Του για την ανθρωπότητα. Ήξερα πως έπρεπε να μετανοήσω αληθινά. Δεν μπορούσα πλέον να δεσμεύομαι από την παράβασή μου, βγάζοντας ετυμηγορία για τον εαυτό μου και εγκαταλείποντας τον εαυτό μου εξαιτίας της. Έπρεπε να κάνω το καθήκον μου με όλη μου την καρδιά, να αναζητώ περισσότερο την αλήθεια όταν αντιμετωπίζω διάφορες καταστάσεις, να εστιάζω στο να ενεργώ σύμφωνα με τις αρχές και να χρησιμοποιήσω αληθινές πράξεις για να επανορθώσω για την παράβασή μου.

Αργότερα, έκανα αυτοκριτική και συνειδητοποίησα πως η βασική αιτία της αποτυχίας μου ήταν ότι αγαπούσα τη ζωή μου και φοβόμουν τον θάνατο. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να λύσω αυτό το πρόβλημα; Μια μέρα, διάβασα ένα χωρίο των λόγων του Θεού και κατάλαβα πώς να αντιμετωπίζω τον θάνατο. Ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Πώς πέθαναν οι μαθητές του Κυρίου Ιησού; Κάποιοι απ’ τους μαθητές Του λιθοβολήθηκαν, άλλοι σύρθηκαν πίσω από άλογα, άλλοι σταυρώθηκαν ανάποδα, άλλοι διαμελίστηκαν από πέντε άλογα· τους βρήκαν διάφορα είδη θανάτου. Για ποιον λόγο θανατώθηκαν; Διέπραξαν κάποια παραπτώματα και έπειτα εκτελέστηκαν βάσει νόμου; Όχι. Διακήρυτταν το ευαγγέλιο του Κυρίου, αλλά οι άνθρωποι του κόσμου δεν το δέχτηκαν και, αντ’ αυτού, τους καταδίκασαν, τους χτύπησαν και τους διέσυραν, ενώ έφτασαν μέχρι και να τους θανατώσουν —με αυτόν τον τρόπο μαρτύρησαν. Ας μην μιλήσουμε για την τελική έκβαση εκείνων των μαρτύρων ή για την ετυμηγορία του Θεού για τις πράξεις τους, αλλά ας ρωτήσουμε το εξής: Όταν έφτασαν στο τέλος, οι τρόποι με τους οποίους ήρθε το τέλος της ζωής τους ήταν σύμφωνοι με τις ανθρώπινες αντιλήψεις; (Όχι, δεν ήταν.) Από την οπτική των ανθρώπινων αντιλήψεων, πλήρωσαν τόσο μεγάλο τίμημα για να διακηρύξουν το έργο του Θεού, αλλά τελικά τους σκότωσε ο Σατανάς. Αυτό δεν συνάδει με τις ανθρώπινες αντιλήψεις, αλλά ακριβώς αυτό τους συνέβη. Είναι αυτό που επέτρεψε ο Θεός να συμβεί. Ποια αλήθεια μπορεί να αναζητήσει κανείς σ’ αυτό; Το ότι ο Θεός τούς επέτρεψε να πεθάνουν έτσι ήταν η κατάρα και η καταδίκη Του ή ήταν το σχέδιό Του και η ευλογία Του; Τίποτα απ’ τα δύο δεν ήταν. Και τι ήταν; Οι άνθρωποι τώρα αναλογίζονται με πολλή θλίψη το πώς πέθαναν, αλλά έτσι ήταν τα πράγματα. Εκείνοι που πίστεψαν στον Θεό πέθαναν με αυτόν τον τρόπο· πώς εξηγείται αυτό; Όταν αναφέρουμε αυτό το θέμα, βάζετε τον εαυτό σας στη θέση τους· θλίβεται τότε η καρδιά σας και νιώθετε έναν κρυφό πόνο; Σκέφτεστε: “Αυτοί οι άνθρωποι έκαναν το καθήκον τους για να διακηρύξουν το ευαγγέλιο του Θεού και θα έπρεπε να θεωρούνται καλοί άνθρωποι· πώς λοιπόν έγινε και έφτασαν σε ένα τέτοιο τέλος, ένα τέτοιο αποτέλεσμα;” Στην πραγματικότητα, έτσι πέθαναν και χάθηκαν τα σώματά τους· αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο έφυγαν απ’ τον ανθρώπινο κόσμο, όμως αυτό δεν σήμαινε ότι είχαν το ίδιο αποτέλεσμα. Άσχετα με τον τρόπο του θανάτου και της αναχώρησής τους ή με το πώς πραγματοποιήθηκαν αυτά, ο Θεός δεν είχε καθορίσει έτσι το τελικό αποτέλεσμα αυτών των ζωών, αυτών των δημιουργημάτων. Πρέπει να το καταλάβεις ξεκάθαρα αυτό. Αντιθέτως, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο καταδίκασαν αυτόν τον κόσμο και κατέθεσαν μαρτυρία για τις πράξεις του Θεού. Αυτά τα δημιουργήματα χρησιμοποίησαν την πολυτιμότατη ζωή τους, χρησιμοποίησαν την τελευταία στιγμή της ζωής τους για να καταθέσουν μαρτυρία για τις πράξεις του Θεού, να καταθέσουν μαρτυρία για τη μεγάλη δύναμη του Θεού και να δηλώσουν στον Σατανά και στον κόσμο ότι οι πράξεις του Θεού είναι σωστές, ότι ο Κύριος Ιησούς είναι ο Θεός, ότι είναι ο Κύριος και η ενσάρκωση του Θεού. Ακόμη και μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής τους, δεν αρνήθηκαν ποτέ το όνομα του Κυρίου Ιησού. Αυτό δεν ήταν μια μορφή κρίσης πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο; Χρησιμοποίησαν τη ζωή τους για να διαγγείλουν στον κόσμο, για να αποδείξουν στους ανθρώπους ότι ο Κύριος Ιησούς είναι ο Κύριος, ότι ο Κύριος Ιησούς είναι ο Χριστός, ότι είναι η ενσάρκωση του Θεού, ότι το έργο της λύτρωσης όλης της ανθρωπότητας που έκανε επιτρέπει σ’ αυτήν την ανθρωπότητα να συνεχίσει να ζει. Αυτό το γεγονός είναι για πάντα αναλλοίωτο. Σε ποιον βαθμό εκτέλεσαν το καθήκον τους όλοι όσοι μαρτύρησαν για τη διακήρυξη του ευαγγελίου του Κυρίου Ιησού; Το εκτέλεσαν στον απόλυτο βαθμό; Πώς εκδηλώθηκε στον απόλυτο βαθμό του; (Πρόσφεραν τη ζωή τους.) Σωστά, πλήρωσαν το τίμημα με τη ζωή τους. […] Όπως και να πεθάνει κανείς, δεν πρέπει να πεθάνει ενώπιον του Σατανά ούτε στα χέρια του Σατανά. Αν είναι να πεθάνει κάποιος, αυτό θα πρέπει να γίνει στα χέρια του Θεού. Οι άνθρωποι προέρχονται από τον Θεό, και στον Θεό επιστρέφουν —αυτήν τη λογική και τη στάση πρέπει να έχει ένα δημιούργημα» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Το κήρυγμα του ευαγγελίου είναι το καθήκον που όλοι οι πιστοί δεσμεύονται να εκπληρώσουν). Οι μαθητές που ακολούθησαν τον Κύριο Ιησού καταδικάστηκαν και διώχθηκαν από τον κόσμο επειδή διακήρυτταν το ευαγγέλιό Του, και μάλιστα μαρτύρησαν. Αν και η σάρκα τους πέθανε, έδωσαν μια ισχυρή και ηχηρή μαρτυρία ενώπιον του Σατανά. Αυτό που έκαναν είχε την έγκριση του Θεού και οι ψυχές τους επέστρεψαν σ’ Εκείνον. Εγώ δεν μπορούσα να το δω αυτό καθαρά. Φοβόμουν μήπως με βασανίσουν μέχρι θανάτου, οπότε, για να προστατεύσω τον εαυτό μου, ξεπούλησα την αδελφή μου και πρόδωσα τον Θεό. Η σάρκα μου γλίτωσε από τα βάσανα, αλλά οι τύψεις της συνείδησής μου και το μαρτύριο στην ψυχή μου ήταν σαν αγκάθι στην καρδιά μου. Ήταν χειρότερο κι από τον θάνατο! Αυτός ο πνευματικός πόνος είναι κάτι που κανένα υλικό αγαθό δεν μπορεί ποτέ να αναπληρώσει. Συνειδητοποιώντας τη ρίζα της αποτυχίας μου, ήμουν πρόθυμη να εξοπλίσω περισσότερο τον εαυτό μου με την αλήθεια σε αυτόν τον τομέα. Πήρα επίσης τη μυστική απόφαση πως, αν ποτέ συλλαμβανόμουν ξανά, δεν θα ξεπουλούσα τους αδελφούς και τις αδελφές μου ούτε τα συμφέροντα του οίκου του Θεού, ακόμα κι αν με χτυπούσαν μέχρι θανάτου. Θα έμενα σταθερή στη μαρτυρία μου, βασιζόμενη στα λόγια του Θεού!

Όλα αυτά τα χρόνια, ζούσα μέσα σε συναισθήματα απελπισίας, ανίκανη να βρω απελευθέρωση. Τα λόγια του Θεού ήταν αυτά που έλυσαν τον κόμπο στην καρδιά μου, καθώς μου επέτρεψαν να αφήσω πίσω τις παρεξηγήσεις μου και να αντιμετωπίσω σωστά την παράβασή μου, κι έφεραν στο πνεύμα μου απελευθέρωση και ελευθερία. Προσευχήθηκα μέσα στην καρδιά μου: «Θεέ μου, δεν θέλω να επαναστατώ ενάντιά Σου άλλο πια. Ανεξάρτητα από το αν θα έχω καλή έκβαση και προορισμό στο μέλλον, δεν θέλω πλέον να κάνω το καθήκον μου για χάρη των ευλογιών. Είμαι πρόθυμη να σταθώ στη θέση ενός δημιουργημένου όντος και να κάνω το καθήκον μου με ζήλο. Όπως κι αν μου συμπεριφερθείς στο μέλλον, κι ακόμα κι αν με τιμωρήσεις και με καταραστείς, αυτή είναι η δικαιοσύνη Σου». Μετά την προσευχή, η καρδιά μου ένιωσε απίστευτη γαλήνη. Μέσα από αυτήν την εμπειρία, εκτίμησα αληθινά πως, όσο αυστηρά κι αν είναι τα λόγια παίδευσης και κρίσης του Θεού, κι ανεξάρτητα από το αν είναι κατάρες ή καταδίκες, η πρόθεση του Θεού είναι πάντα να σώζει τους ανθρώπους!

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Leave a Reply