Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού Εφαρμογή

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Αφιερώνοντας τη ζωή μου στην πίστη

4

Από τη Ζου Ξουάν, επαρχία Σαντόνγκ

Η 3η Απριλίου 2003 ήταν η πιο αξέχαστη μέρα της ζωής μου. Με μια αδελφή πήγαμε να κηρύξουμε το ευαγγέλιο σε μια πιθανή πιστή. Δεν περίμενα ότι είχε εξαπατηθεί από τις φήμες που διέδιδε το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ότι θα μας κατέδιδε στην αστυνομία. Λόγω αυτού ήρθαν τέσσερις αστυνομικοί με πολιτικά ρούχα, μας ανάγκασαν να μπούμε στο όχημά τους με τη βία και μας μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα. Στον δρόμο η καρδιά μου κόντευε να σπάσει διότι είχα έναν βομβητή, μια λίστα με τα ονόματα μερικών μελών της εκκλησίας μας κι ένα τετράδιο στην τσάντα μου. Φοβόμουν ότι η αστυνομία θα τα ανακάλυπτε, ενώ φοβόμουν ακόμα περισσότερο ότι οι αδελφοί και οι αδελφές μου θα με καλούσαν στον βομβητή, επομένως προσευχόμουν συνεχώς και επιτακτικά στον Θεό μέσα στην καρδιά μου: «Θεέ μου, τι πρέπει να κάνω; Σου ζητώ να μου προσφέρεις μια διέξοδο και να μην αφήσεις αυτά τα πράγματα να πέσουν στα χέρια της αστυνομίας.» Μετά από αυτό, πήρα την τσάντα μου, την έβαλα ήσυχα κάτω από τα ρούχα μου στο ύψος της μέσης και είπα ότι με πονούσε το στομάχι μου κι ότι έπρεπε να πάω στην τουαλέτα. Οι αστυνομικοί με έβρισαν λέγοντας: «Είσαι στ’ αλήθεια καταραμένος μπελάς!» Αφού το ζήτησα επανειλημμένα, έβαλαν μια αστυνομικό να με προσέχει καθώς πήγα στο μπάνιο. Όταν έβγαλα τη ζώνη μου, έπεσε ο βομβητής και τον σήκωσα με ευκολία και τον πέταξα στην αποχέτευση. Επειδή εκείνη την ώρα φοβόμουν ότι η αστυνομικός θα ανακάλυπτε την τσάντα που είχα στη μέση μου, δεν την πέταξα στην αποχέτευση αλλά την έβαλα στον σκουπιδοτενεκέ. Σκέφτηκα ότι θα ξαναπήγαινα στο μπάνιο το βράδυ και ότι θα την έριχνα τότε στη λεκάνη. Τελικά, δεν ξαναπήγα ποτέ σε εκείνο το μπάνιο. Αργότερα η αστυνομία βρήκε την τσάντα που είχα πετάξει στα σκουπίδια.

Οι αστυνομικοί μάς κλείδωσαν μαζί με την αδελφή σε ένα δωμάτιο και μας διέταξαν να βγάλουμε όλα μας τα ρούχα για να μας ψάξουν. Έψαξαν ακόμα και τα μαλλιά μας για να δουν αν κρύβαμε κάτι. Μόλις τελείωσαν το ψάξιμο, μας έβαλαν χειροπέδες και μας κλείδωσαν στο δωμάτιο. Όταν νύχτωσε, οι αστυνομικοί μάς χώρισαν για να μας ανακρίνουν. Με ρώτησαν: «Από πού είσαι; Πώς σε λένε; Πότε ήρθες εδώ; Τι κάνεις εδώ; Πού μένεις; Σε τι πιστεύεις; Πώς λένε το άτομο που είναι μαζί σου;» Επειδή δεν έμειναν ικανοποιημένοι με τις απαντήσεις μου, είπαν εξοργισμένοι: «Είμαστε επιεικείς με όσους ομολογούν και σκληροί με όσους αντιστέκονται. Εάν δεν πεις την αλήθεια, θα κατηγορείς τον εαυτό σου! Μίλα! Ποιος είναι ο επικεφαλής σου; Τι κάνεις; Μίλα και θα σου φερθούμε με επιείκεια». Βλέποντας πόσο διαβολικά άγριοι φαίνονταν, πήρα σιωπηλά μια απόφαση: Δεν θα γίνω για κανέναν λόγο Ιούδας, δεν θα πουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου και δεν θα πουλήσω τα συμφέροντα της οικογένειας του Θεού. Μετά από αυτό, με όποιον τρόπο κι αν προσπαθούσαν να μου εκμαιεύσουν μια ομολογία οι αστυνομικοί με τη βία, δεν τους απαντούσα. Όταν είδαν ότι δεν μπορούσαν να μου αποσπάσουν καμία πληροφορία, συγχύστηκαν και άρχισαν να με χτυπούν και να με κλωτσούν άγρια λέγοντας: «Αφού δεν λες τίποτα, θα σου δώσουμε ένα μάθημα τσακίζοντάς σε μέχρι να σωριαστείς φαρδιά πλατιά!» Έπειτα, ακολούθησε ξαφνικά άλλο ένα ξέσπασμα με βίαιες μπουνιές και κλωτσιές. Στη συνέχεια, με διέταξαν να καθίσω στο πάτωμα, μου έβαλαν χειροπέδες στα χέρια, τα γύρισαν πίσω από την πλάτη μου και τα σήκωσαν. Μετά έβαλαν από πίσω μου μια καρέκλα και χρησιμοποίησαν ένα σχοινί για να δέσουν τα χέρια μου στην πλάτη της καρέκλας. Έσπρωξαν προς τα κάτω με όλη τους τη δύναμη, πιέζοντας τα χέρια μου. Αμέσως ένιωσα ότι τα χέρια μου πήγαν να σπάσουν. Πόνεσα τόσο πολύ που έβγαλα μια τσιριχτή κραυγή. Με βασάνισαν έτσι για κανά δύο ώρες χωρίς σταματημό. Στη συνέχεια, δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο και είχα σπασμούς απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Όμως εκείνοι είπαν: «Μην παριστάνεις την τρελή, το έχουμε δει πολλές φορές αυτό. Ποιον νομίζεις ότι φοβίζεις; Πιστεύεις ότι αν κάνεις έτσι θα τη γλιτώσεις;» Βλέποντας ότι εξακολουθούσα να έχω σπασμούς, ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς είπε: «Πήγαινε στο μπάνιο και βάλ’ της λίγα περιττώματα στο στόμα, να δούμε αν θα τα φάει». Χρησιμοποίησαν ένα μπαστούνι για να πάρουν μερικά περιττώματα, τα έβαλαν στο στόμα μου και με ανάγκασαν να τα φάω. Εκείνη την ώρα έβγαζα αφρούς απ’ το στόμα και είδαν ότι είχα σπασμούς, γι’ αυτό με άφησαν να κατέβω από το κάθισμα. Ολόκληρο το σώμα μου πονούσε αφόρητα, σαν να είχα κράμπες πατόκορφα και αναπόφευκτα ούρλιαζα από τον πόνο καθώς κειτόμουν παραλυμένη στο πάτωμα. Μετά από πολλή ώρα, άρχισα να κουνάω και πάλι τα χέρια και τα πόδια μου και άρχισα να τα αισθάνομαι ξανά. Οι μοχθηροί αστυνομικοί φοβούνταν ότι θα κοπανούσα το κεφάλι μου στον τοίχο και θα αυτοκτονούσα, γι’ αυτό μου έδωσαν ένα κράνος. Μετά με έσυραν πίσω στο μικρό σιδερένιο δωμάτιο. Έκλαιγα και προσευχόμουν στον Θεό: «Ω, Θεέ μου! Η σάρκα μου είναι πάρα πολύ αδύναμη. Εύχομαι να με προστατεύσεις. Όσο κι αν με καταδιώκει ο Σατανάς, προτιμώ να πεθάνω παρά να Σε προδώσω όπως ο Ιούδας. Δεν θα πουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου ούτε το συμφέρον της οικογένειας του Θεού. Είμαι πρόθυμη να καταθέσω μαρτυρία για Εσένα για να ντροπιάσω τον παλιοσατανά.»

Την τρίτη ημέρα, οι αστυνομικοί πήραν το τετράδιο και τη λίστα με τα ονόματα των μελών της εκκλησίας που είχα πετάξει στα σκουπίδια και με ανέκριναν. Όταν τα είδα αυτά, ένιωσα εντελώς απαίσια, κατηγόρησα τον εαυτό μου και γέμισα τύψεις. Το μισούσα που ήμουν τόσο δειλή και άτολμη και που δεν ήμουν αρκετά θαρραλέα εκείνη την ώρα για να πετάξω την τσάντα στην αποχέτευση, βάζοντας έτσι τους αδελφούς και τις αδελφές της λίστας σε κίνδυνο να συλληφθούν. Το μισούσα ακόμα περισσότερο που δεν άκουσα τις διευθετήσεις της εκκλησίας και είχα μαζί μου αυτά τα πράγματα την ώρα που εκπλήρωνα το καθήκον μου, πράγμα το οποίο έφερε τόσα προβλήματα στην εκκλησία. Εκείνη τη στιγμή, ήθελα μόνο να βασιστώ στον Θεό για να αντιμετωπίσω ό,τι με περίμενε. Πολύ περισσότερο, ήθελα να βασιστώ στον Θεό για να κατακτήσω τον Σατανά. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα τον ύμνο «Βαδίζοντας στο μονοπάτι της αγάπης προς τον Θεό»: «Δεν με ενδιαφέρει πόσο δύσκολο είναι το μονοπάτι της πίστης στον Θεό, η μόνη μου απασχόληση είναι η εκτέλεση του θελήματος του Θεού· ποσώς με ενδιαφέρει το αν θα λάβω ευλογίες ή αν θα υποφέρω από ατυχίες στο μέλλον. Τώρα που είμαι αποφασισμένος να αγαπώ τον Θεό, θα είμαι πιστός μέχρι τέλους. Όποιοι κίνδυνοι και δυσχέρειες κι αν παραμονεύουν πίσω μου, όποιο κι αν πρόκειται να είναι το τέλος μου, για να υποδεχτώ την ημέρα της δόξας του Θεού, ακολουθώ στενά τα βήματα του Θεού και αγωνίζομαι συνέχεια» (από το βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Έψαλα σιωπηλά αυτόν τον ύμνο και είχα ξανά πίστη και δύναμη. Με ρώτησαν: «Είναι δικά σου αυτά τα πράγματα;» Να είσαι ειλικρινής μαζί μας και δεν θα σου φερθούμε άδικα. Είσαι θύμα και σου έχουν πει ψέματα. Η θρησκεία σου είναι μια αίρεση. Ο Θεός στον οποίο πιστεύεις είναι τόσο ασαφής και μακρινός, είναι ουτοπία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι καλό και θα πρέπει να βασίζεσαι σε αυτό και στην κυβέρνηση. Εάν έχεις οποιοδήποτε πρόβλημα, μπορείς να έρθεις σε εμάς και θα σε βοηθήσουμε να το λύσεις. Μπορούμε επίσης να σε βοηθήσουμε εάν χρειάζεσαι βοήθεια για να βρεις δουλειά. Απλά ομολόγησε τα πάντα για την εκκλησία σου. Πες μας τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που περιλαμβάνονται στη λίστα σου. Πού μένουν; Ποιος είναι ο επικεφαλής σας; Κατάλαβα τα ανειλικρινή κόλπα τους και είπα: «Αυτά τα πράγματα δεν είναι δικά μου, δεν ξέρω». Όταν είδαν ότι δεν επρόκειτο να αποκαλύψω τίποτα, τότε αποκαλύφθηκε το αληθινό πρόσωπό τους, με χτύπησαν με αγριότητα μέχρι να πέσω κάτω και συνέχισαν να με χτυπούν βίαια και να βάζουν όλη τους τη δύναμη για να με σέρνουν πέρα δώθε από τις χειροπέδες μου. Όσο περισσότερο με έσερναν, τόσο περισσότερο με στένευαν οι χειροπέδες και χώνονταν στη σάρκα μου. Πονούσα τόσο πολύ που φώναζα και οι μοχθηροί αστυνομικοί είπαν άγρια: «Θα σε κάνουμε να μιλήσεις, θα σε πιέζουμε λίγο λίγο κάθε φορά σαν οδοντόκρεμα για να σε κάνουμε να μιλήσεις!» Τελικά, πήραν τα χέρια μου, τα έδεσαν ξανά στην καρέκλα πίσω μου και με ανάγκασαν να καθίσω στο πάτωμα. Με χτύπησαν, άσκησαν δύναμη και πίεσαν τα χέρια μου προς τα κάτω. Ξαφνικά ένιωσα αφόρητο πόνο, σαν να πήγαιναν να σπάσουν τα χέρια μου. Οι μοχθηροί αστυνομικοί με βασάνιζαν και γρύλισαν: «Μίλα!» Χωρίς δισταγμό είπα: «Δεν ξέρω!» Έπιασε αμόκ τους μοχθηρούς αστυνομικούς, οι οποίοι βρυχήθηκαν: «Εάν δεν μιλήσεις θα σε σκοτώσουμε. Εάν δεν μιλήσεις μην περιμένεις να φύγεις. Θα σε βάλουμε φυλακή για δέκα, είκοσι χρόνια, για όλη σου τη ζωή. Μην περιμένεις να βγεις ποτέ!» Όταν το άκουσα αυτό ήρθε στον νου μου μια ιδέα: Πρέπει να αποφασίσω να είμαι πρόθυμη να πάω φυλακή ισόβια. Έπειτα σκέφτηκα τον ύμνο «Θέλω να δω την ημέρα της δόξας του Θεού»: «Την αγάπη μου, την πίστη μου θα Του δώσω και την αποστολή μου θα ολοκληρώσω για να Τον δοξάσω. Είμαι έτοιμος με σθένος να σταθώ, μαρτυρία να δώσω γι’ Αυτόν, ποτέ στον Σατανά να μην ενδώσω. Ω, κι αν σπάσει το κεφάλι μου, κι αν κυλήσει αίμα, το θάρρος του λαού του Θεού δεν θα χαθεί. Του Θεού οι προτροπές βασίζονται στην καρδιά· είμαι αποφασισμένος τον διάβολο, τον Σατανά να εξευτελίσω» (από το βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Ο Θεός με διαφώτισε, με έκανε ακλόνητη και θαρραλέα και μου έδωσε πίστη και αποφασιστικότητα για να υπομείνω τα πάντα και να καταθέσω μαρτυρία για τον Θεό. Στο τέλος, η σκευωρία των μοχθηρών αστυνομικών δεν πέτυχε. Με βασάνισαν μέχρι που κουράστηκαν και μετά με έστειλαν πίσω στο κελί.

Μετά από λίγες μέρες, οι μοχθηροί αστυνομικοί με βασάνισαν μέχρι που δεν είχα καθόλου δύναμη. Βρισκόμουν σε πλήρη κατάσταση ύπνωσης και τα χέρια μου είχαν παραλύσει. Ερχόμενη αντιμέτωπη με αυτό το βάναυσο και απάνθρωπο βασανιστήριο, φοβόμουν ιδιαιτέρως ότι οι μοχθηροί αστυνομικοί θα επέστρεφαν για να με ανακρίνουν. Μόλις το σκέφτηκα αυτό, η καρδιά μου αναπόφευκτα ρίγησε από τον τρόμο. Στ’ αλήθεια δεν ήξερα τι άλλο θα χρησιμοποιούσαν για να με βασανίσουν, ούτε ήξερα πότε θα τελείωνε αυτή η ανάκριση. Μπορούσα μονάχα να συνεχίσω να προσεύχομαι στον Θεό μέσα στην καρδιά μου και να ζητώ από τον Θεό να προστατεύσει την καρδιά μου και να μου δώσει τη θέληση και τη δύναμη να υπομείνω την ταλαιπωρία για να μπορώ να καταθέσω μαρτυρία για τον Θεό και να κάνω τον Σατανά να αποτύχει και να ταπεινωθεί εντελώς.

Όταν η αστυνομία είδε ότι δεν επρόκειτο να ομολογήσω, ένωσε τις δυνάμεις της με την Ταξιαρχία Εθνικής Ασφάλειας και την Υπηρεσία Δημόσιας Ασφάλειας για να με ανακρίνουν. Μέρα νύχτα με ανέκριναν εναλλάξ πάνω από είκοσι άτομα και προσπαθούσαν να με αναγκάσουν να ομολογήσω. Εκείνη τη μέρα, ήρθαν δύο αστυνομικοί από την Ταξιαρχία Εθνικής Ασφάλειας, οι οποίοι με είχαν ανακρίνει ήδη άλλη μια φορά, και στην αρχή μίλησαν ευγενικά, λέγοντας: «Εάν ομολογήσεις την αλήθεια, θα σε αφήσουμε να φύγεις και θα εγγυηθούμε την ασφάλειά σου. Μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να σε σώσει και ο Θεός δεν μπορεί να σε σώσει…» Όταν ο ένας από αυτούς είδε ότι δεν θα έλεγα λέξη, συγχίστηκε και άρχισε να μου φωνάζει με αισχρά λόγια, αναγκάζοντάς με να καθίσω στο πάτωμα. Κλωτσούσε τα πόδια μου με τα δερμάτινα παπούτσια του όσο πιο δυνατά μπορούσε, προκαλώντας μου αφόρητο πόνο. Εκείνη την ώρα ήρθε ένας άλλος αστυνομικός και τον ρώτησε: «Πώς πάει; Μιλάει;» Αυτός είπε: «Είναι αρκετά πεισματάρα και δεν μιλάει όσο κι αν τη χτυπάω». Ο άλλος του είπε άγρια: «Αν δεν μιλήσει, χτύπα τη μέχρι θανάτου!» Τότε με απείλησε λέγοντας: «Δεν θα μιλήσεις; Τότε θα σε σκοτώσουμε!» Εγώ είπα: «Είπα όλα όσα χρειάζεται, δεν ξέρω τίποτα άλλο». Εκείνος έγινε έξω φρενών, μετά βρυχήθηκε σαν άγριο θηρίο και άρχισε να με χτυπά και να με κλωτσά. Τελικά, κουράστηκε να με χτυπά, βρήκε ένα σχοινί με πάχος περίπου όσο ένα δάχτυλο και το τύλιξε λίγες φορές γύρω απ’ το χέρι του. Με μαστίγωσε ξανά και ξανά στο πρόσωπο με αγριότητα, λέγοντας: «Δεν πιστεύεις στον Θεό; Υποφέρεις, γιατί λοιπόν ο Θεός σου δεν έρχεται να σε σώσει; Γιατί δεν έρχεται να σου βγάλει τις χειροπέδες; Πού είναι ο Θεός σου;» Έσφιξα τα δόντια και υπέμεινα τον πόνο. Προσευχήθηκα σιωπηλά στον Θεό μέσα στην καρδιά μου: «Ω, Θεέ μου! Ακόμα κι αν σήμερα με χτυπήσουν μέχρι θανάτου, δεν γίνω ποτέ Ιούδας. Ω, Θεέ μου, θέλω να είσαι μαζί μου και να προστατεύεις την καρδιά μου. Είμαι πρόθυμη να δώσω τη ζωή μου για να καταθέσω μαρτυρία για Εσένα και να ταπεινώσω τον παλιοσατανά.» Σκέφτηκα τον ύμνο «Ζητώ μονάχα ο Θεός να είναι ικανοποιημένος»: «Στον Θεό προσφέρω την υπέρτατη αφοσίωσή μου· τι κι αν πεθάνω; Το θέλημα του Θεού είναι πάνω απ’ όλα. Αγνοώντας το μέλλον, αδιάφορος για κέρδος ή απώλεια, ζητώ μόνο την ικανοποίηση του Θεού. Καταθέτω ηχηρή μαρτυρία και ντροπιάζω τον Σατανά, προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού. Υπόσχομαι αφοσίωση μέχρι θανάτου για να ξεπληρώσω την αγάπη του Θεού, Τον δοξάζω με όλη μου την καρδιά. Τα μάτια μου έχουν δει τον Ήλιο της δικαιοσύνης, η αλήθεια βασιλεύει υπέρτατη στη γη. Δίκαιη και άγια είναι η διάθεση του Θεού, άξια του επαίνου της ανθρωπότητας. Αγαπώ τον Παντοδύναμο Θεό με όλη μου την καρδιά, Τον αγαπώ για πάντα» (από το βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Έκλεισα τα μάτια μου και υπέμεινα το τρελό μαρτύριο και τα χτυπήματα του Σατανά. Εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να ξέχασα τον πόνο. Δεν ήξερα τι ώρα θα τελείωνε το βασανιστήριο. Δεν τολμούσα να το σκεφτώ κι ούτε καν μπορούσα να το σκεφτώ. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να προσεύχομαι και να καλώ αδιάκοπα τον Θεό. Τα λόγια του Θεού μού έδιναν επίσης συνεχή πίστη: «Μη φοβάσαι· ο Παντοδύναμος Θεός των δυνάμεων θα είναι σίγουρα μαζί σου· φυλάει τα νώτα σας και είναι η ασπίδα σας» («Κεφάλαιο 26» από «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Και μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων να αποκτείνωσι· φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα να απολέση εν τη γεέννη» (Κατά Ματθαίον 10:28). Πράγματι, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι απλά ένας χάρτινος τίγρης καταδικασμένος να ηττηθεί από το χέρι του Θεού. Εάν δεν το επέτρεπε ο Θεός, αυτό δεν θα τολμούσε ποτέ να βλάψει τη ζωή μου και δεν θα χανόταν ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά μου. Εκείνη την ώρα, σκέφτηκα επίσης τα εξής λόγια του Θεού: «Αποδεχθήκατε ποτέ τις ευλογίες που σας δόθηκαν; Γυρέψατε ποτέ τις υποσχέσεις που σας έγιναν; Είναι σίγουρο ότι, υπό την καθοδήγηση του φωτός Μου, θα σπάσετε αυτήν τη θηλιά με την οποία σας στραγγαλίζουν οι δυνάμεις του σκότους. Είναι σίγουρο ότι, εν μέσω του σκότους, δεν θα χάσετε το φως που σας οδηγεί. Θα είστε σίγουρα οι κυρίαρχοι όλης της δημιουργίας. Θα είστε σίγουρα νικητές ενώπιον του Σατανά. Είναι σίγουρο ότι, με την πτώση της βασιλείας του μεγάλου κόκκινου δράκοντα, θα ξεχωρίσετε ανάμεσα στις ορδές των μυριάδων για να γίνετε μάρτυρες της νίκης Μου. Η στάση σας θα είναι σίγουρα αποφασιστική και ακλόνητη στη γη του Σινείμ. Μέσα από τα δεινά που υπομένετε θα κληρονομήσετε τις ευλογίες που προέρχονται από Εμένα και θα ακτινοβολήσετε σίγουρα τη δόξα Μου σ’ ολόκληρο το σύμπαν» («Κεφάλαιο 19» από «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Η δύναμη των λόγων του Θεού είναι απεριόριστη και έκανε την πίστη μου να πολλαπλασιαστεί. Διέθετα την αποφασιστικότητα να πολεμήσω τον Σατανά μέχρι τέλους. Όταν ο μοχθηρός αστυνομικός κουράστηκε να με χτυπά, με ξαναρώτησε: «Θα μιλήσεις;» Είπα σθεναρά: «Ακόμα κι αν με χτυπήσεις μέχρι θανάτου, και πάλι δεν ξέρω τίποτα!» Όταν ο μοχθηρός αστυνομικός το άκουσε αυτό, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Πέταξε το σχοινί και είπε: «Που να πάρει, είσαι πεισματάρα σαν μουλάρι. Είσαι πραγματικά καλή, δεν θα πεις τίποτα ακόμα κι αν πεθάνεις. Πού βρήκες τόση δύναμη και πίστη; Είσαι στ’ αλήθεια πιο αποφασισμένη κι απ’ τη Λίου Χουλάν.» Όταν τον άκουσα να το λέει αυτό, ήταν σαν να είδα τον Θεό να κάθεται θριαμβευτής στον θρόνο Του και να βλέπει τον Σατανά να ταπεινώνεται. Έκλαψα και ταυτόχρονα δοξολόγησα τον Θεό: Ω, Θεέ μου, βασιζόμενη στη δύναμή Σου μπορώ να υπερισχύσω του Σατανά, του δαίμονα! Υπό το φως των γεγονότων, βλέπω ότι Εσύ είσαι παντοδύναμος και ότι ο Σατανάς είναι ανίσχυρος. Ο Σατανάς θα ηττάται πάντοτε υπό τον έλεγχό Σου. Εάν δεν το επιτρέψεις, ο Σατανάς δεν θα μπορέσει να με βασανίσει μέχρι θανάτου. Εκείνη την ώρα, τα λόγια του Θεού με διαφώτισαν άλλη μια φορά: «Η διάθεση του Θεού είναι η διάθεση του Κυβερνώντα όλων των πραγμάτων και των έμβιων όντων […] Η διάθεσή Του είναι το σύμβολο της εξουσίας […] είναι ένα σύμβολο Εκείνου που δεν είναι δυνατόν να[α] παρακαμφθεί ή κατακλυσθεί από το σκοτάδι ούτε από καμία εχθρική δύναμη» (από «Είναι πολύ σημαντική η κατανόηση της διάθεσης του Θεού» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Έχοντας βιώσει τη βάναυση καταδίωξη του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, είδα πραγματικά την αγάπη του Θεού και τη σωτηρία Του για μένα και βίωσα τη δύναμη και την εξουσία του λόγου του Θεού. Εάν ο λόγος του Θεού δεν οδηγούσε κάθε βήμα μου κι εάν βασιζόμουν μόνο στη δική μου δύναμη, θα ήταν αδύνατο να νικήσω το βασανιστήριο και τους ξυλοδαρμούς του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Κι αυτό με έκανε να δω την απελπισμένη και χαλασμένη εικόνα της μοχθηρής αστυνομίας. Αντιλήφθηκα τη δαιμονική ουσία της απανθρωπιάς του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και της αδιαφορίας του για τη ζωή και το αντιπάθησα και το καταράστηκα ακόμα περισσότερο μέσα στην καρδιά μου. Θέλησα να διακόψω ολοκληρωτικά κάθε σύνδεση μαζί του και να ακολουθήσω και να υπηρετήσω αιώνια τον Χριστό.

Την επόμενη μέρα, ο μοχθηρός αστυνομικός ήρθε και με ανέκρινε ξανά. Ήταν στ’ αλήθεια έκπληκτος και είπε: «Τι τρέχει με το πρόσωπό σου;» Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, δεν μπόρεσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου. Ο μοχθηρός αστυνομικός είχε μαστιγώσει το πρόσωπό μου με ένα σχοινί την προηγούμενη μέρα και αυτό είχε πρηστεί τόσο πολύ, με μαύρους και μπλε μώλωπες, που έμοιαζα με αρκούδα πάντα. Όταν είδα ότι το πρόσωπό μου είχε γίνει αγνώριστο, ένιωσα μεγάλο μίσος για τον διάβολο, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, και πήρα την απόφαση να καταθέσω μαρτυρία. Σίγουρα δεν μπορούσα να επιτρέψω σ’ αυτή τη σκευωρία να επικρατήσει! Με είχαν χτυπήσει στα πόδια τόσο πολύ που δεν μπορούσα να περπατήσω και όταν πήγα στο μπάνιο είδα ότι τα πόδια μου είχαν παραμορφωθεί εντελώς, είχαν παντού μαύρους και μπλε μώλωπες. Ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς είπε: «Δεν χρειάζεται να τα υποφέρεις αυτά. Εάν μιλούσες, δεν θα χρειαζόταν να υποφέρεις. Εσύ το κάνεις αυτό στον εαυτό σου! Σκέψου το˙ ομολόγησε και θα σε στείλουμε στο σπίτι σου, στον άντρα και στην κόρη σου.» Αφότου τον άκουσα να το λέει αυτό, τον μίσησα μέχρι το κόκαλο. Έπειτα, άλλαξαν τη μέθοδό τους και άρχισαν να αλλάζουν βάρδιες χωρίς να με αφήνουν να κοιμηθώ όλη μέρα κι όλη νύχτα. Όταν άρχιζε να με παίρνει ο ύπνος, φώναζαν κι έκαναν δυνατούς ήχους για να με ξυπνήσουν. Προσπαθούσαν να με κάνουν να λυγίσω εμποδίζοντάς με να κοιμηθώ, έτσι ώστε να μιλήσω όντας σε κατάσταση αφηρημάδας και σύγχυσης. Ευχαρίστησα τον Θεό που με προστάτευσε. Παρόλο που η μοχθηρή αστυνομία με κράτησε ξύπνια για τέσσερα μερόνυχτα, όπως κι αν με ανέκρινε βασιζόμουν στον Θεό για αντοχή και πίστη και όχι μόνο δεν ήμουν αφηρημένη, αλλά ήμουν σε μεγάλη εγρήγορση. Καθώς οι μοχθηροί αστυνομικοί με ανέκριναν ξανά και ξανά, αποθαρρύνονταν και αποκαρδιώνονταν όλο και περισσότερο. Άρχισαν να κάνουν ανάκριση με μισή καρδιά. Καταριόνταν και γκρίνιαζαν, το μισούσαν που τους είχα κάνει να χάσουν την όρεξή τους, να μην ξεκουράζονται καλά και να βασανίζονται μαζί μου, ένιωθαν ότι ήταν πολύ άτυχοι. Τελικά, μου έκαναν ερωτήσεις μονάχα περιστασιακά και δεν είχαν πλέον τη δύναμη της θέλησης να με ανακρίνουν. Σε αυτόν τον γύρο της μάχης ο Σατανάς απέτυχε ξανά.

Ωστόσο, η μοχθηρή αστυνομία δεν σταμάτησε εκεί —έστειλε έναν όμορφο αστυνομικό να με αποπλανήσει. Ήρθε ένας μοχθηρός αστυνομικός, έβαλε τα δάχτυλά του κάτω από το πιγούνι μου, σήκωσε το κεφάλι μου και είπε το όνομά μου. Με τρυφερή φωνή είπε: «Είσαι τόσο χαριτωμένη. Δεν αξίζει να υποφέρεις τόσο πολύ εδώ. Ό,τι δυσκολίες κι αν έχεις, μπορώ να σε βοηθήσω να τις ξεπεράσεις. Βλέπεις, η πίστη σου στον Θεό δεν σε οδήγησε πουθενά. Έχω δύο σπίτια. Μια μέρα θα σε πάω εκεί να περάσουμε καλά. Οι δυο μας θα μπορούσαμε να συμβιώσουμε. Εάν ομολογήσεις, θα αφεθείς ελεύθερη. Μπορώ να σε βοηθήσω ό,τι κι αν θέλεις. Δεν θα σου φερθώ άδικα.» Όταν άκουσα τα άθλια, σιχαμερά ψέματά του, αισθάνθηκα ναυτία και αρνήθηκα κατηγορηματικά. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να αποσυρθεί βάζοντας την ουρά στα σκέλια. Αυτό με έκανε να καταλάβω απόλυτα αυτούς τους ανήθικους και ξεδιάντροπους υποτιθέμενους «αστυνομικούς του λαού». Χρησιμοποιούν ανήθικες και χυδαίες μεθόδους για να πετύχουν τον σκοπό τους χωρίς κανένα αίσθημα ντροπής. Δεν έχουν αξιοπρέπεια ούτε ακεραιότητα. Είναι πραγματικά κακά, σιχαμερά πνεύματα!

Η μοχθηρή αστυνομία διέθετε το ένα πανούργο σχέδιο μετά το άλλο και εκμεταλλεύτηκε τα μέλη της οικογένειάς μου για να προσπαθήσει να με εκβιάσει, λέγοντας: «Πιστεύεις μόνο στον Θεό, δεν σκέφτεσαι τον άντρα σου, την κόρη σου, τους γονείς σου και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς σου; Η κόρη σου θα πάει στο σχολείο μια μέρα και θα ψάξει για δουλειά. Αν εμείνεις στην πίστη σου, αυτό θα επηρεάσει άμεσα τις μελλοντικές προοπτικές της. Θα αφήσεις να της συμβεί αυτό; Δεν τη σκέφτεσαι. Σου πάει η καρδιά να την αφήσεις να εμπλακεί σε αυτό;» Μετά από αυτό, προσήγαγαν τον άντρα μου, την κόρη μου και τη θεία μου για να τους αφήσουν να προσπαθήσουν να με πείσουν. Όταν είδα την κόρη μου, την οποία δεν είχα δει για αρκετά χρόνια, τα δάκρυά μου κύλησαν ανεξέλεγκτα. Μπορούσα μονάχα να προσευχηθώ στον Θεό με όλη μου τη δύναμη: «Ω, Θεέ μου, Σου ζητώ να προστατεύσεις την καρδιά μου, διότι η σάρκα μου είναι πάρα πολύ αδύναμη. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να πέσω θύμα των κόλπων του Σατανά και ο Σατανάς δεν μπορεί να με βάλει σε πειρασμό να κατρακυλήσω στα συναισθήματά μου. Δεν μπορώ να προδώσω τον Θεό, ούτε να πουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Σου ζητώ να είσαι μαζί μου και να μου δώσεις πίστη και δύναμη.» Η θεία μου, μού είπε: «Βιάσου και μίλα, γιατί είσαι τόσο ανόητη; Αξίζει να τα υποφέρεις αυτά για την πίστη σου στον Θεό; Ποιος θα σε φροντίσει αν γίνει κάτι; Έχεις φύγει εδώ και χρόνια και δεν έχουμε κανένα νέο σου. Η μητέρα σου και ο πατέρας σου ανησυχούν για σένα κάθε μέρα, δεν μπορούν να φάνε ούτε να κοιμηθούν καλά. Πρέπει να μας σκεφτείς και να γυρίσεις να ζήσεις μαζί μας. Μην πιστεύεις στον Θεό. Κοίτα πόσες κακουχίες έχεις υποστεί εξαιτίας της πίστης σου. Γιατί μπαίνεις στον κόπο;» Παρόλο που ήμουν αδύναμη, με προστάτευσε ο Θεός και αναγνώρισα ότι αυτό ήταν μια πνευματική μάχη και κόλπο του Σατανά. Θυμήθηκα τα λόγια του Θεού στην καρδιά μου: «[…] πρέπει να ικανοποιείς τον Θεό παρά την όποια απροθυμία σου να αποχωριστείς κάτι που αγαπάς ή παρά το πικρό σου κλάμα» (από «Όσοι πρόκειται να οδηγηθούν στην τελείωση, πρέπει να υποβληθούν σε εξευγενισμό» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Εκείνη την ώρα τής είπα: «Θεία, μην προσπαθείς να με πείσεις, τους έχω πει όλα όσα θα έπρεπε να τους πω. Δεν ξέρω τίποτα άλλο. Μπορούν να μου φέρονται όπως θέλουν, είναι στο χέρι τους. Μην ανησυχείς για εμένα. Θα πρέπει να επιστρέψεις.» Βλέποντας την ακλόνητη στάση μου, οι μοχθηροί αστυνομικοί δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να αφήσουν την οικογένειά μου να φύγει. Τα σχέδια και οι σκευωρίες των μοχθηρών αστυνομικών είχαν αποτύχει άλλη μια φορά και εκείνοι ήταν τόσο θυμωμένοι που έτριξαν τα δόντια τους και είπαν: «Είσαι πραγματικά άκαρδη! Είσαι τόσο εγωίστρια. Πραγματικά δεν έχεις καθόλου ανθρώπινη φύση. Πού είναι ο Θεός σου; Εάν είναι τόσο παντοδύναμος, τότε γιατί σε αφήνει να υποφέρεις εδώ; Γιατί δεν έρχεται να σε σώσει ο Θεός σου; Εάν υπάρχει στ’ αλήθεια Θεός, τότε γιατί δεν έρχεται να ανοίξει τις χειροπέδες σου και να σε σώσει; Πού είναι ο Θεός; Μην εξαπατάσαι από αυτά τα ψέματα, μην είσαι ανόητη. Δεν είναι πολύ αργά για να ξυπνήσεις και να δεις την αλήθεια. Εάν δεν ομολογήσεις, θα σε στείλουμε στη φυλακή για χρόνια!» Τα ψέματα των μοχθηρών αστυνομικών με έκαναν να σκεφτώ την εικόνα του Κύριου Ιησού πάνω στον σταυρό. Στο παρελθόν, οι Φαρισαίοι και οι έχοντες εξουσία ειρωνεύονταν, συκοφαντούσαν και κατηγορούσαν τον Κύριο Ιησού. Έλεγαν: «Αν ήσαι Υιός του Θεού, κατάβα από του σταυρού» (Κατά Ματθαίον 27:40). Η κυβέρνηση του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος είναι ολόιδια με τις ρωμαϊκές αρχές και τους Φαρισαίους —είναι οι διάβολοι και οι Σατανάδες που μισούν την αλήθεια και μισούν τον Χριστό και είναι οι μισητοί εχθροί του Θεού. Ο Θεός χρησιμοποιεί αυτό το περιβάλλον για να με δοκιμάσει, να μου επιτρέψει να κατανοήσω πραγματικά τη μοχθηρή φύση του μεγάλου κόκκινου δράκοντα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, να σιχαθώ και να προδώσω τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα και να ακολουθήσω τον Θεό με όλη μου την καρδιά. Ακριβώς όπως λέει ο λόγος του Θεού: «Ο Θεός σκοπεύει να χρησιμοποιεί ένα μέρος του έργου των μοχθηρών πνευμάτων για να οδηγήσει στην τελείωση ένα μέρος του ανθρώπου, ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να βλέπουν πλήρως μέσα από τις πράξεις των δαιμόνων, και για να δώσει σε όλους τη δυνατότητα να καταλάβουν πραγματικά τους προγόνους τους. Μόνο τότε θα μπορέσουν οι άνθρωποι να σπάσουν εντελώς τα δεσμά τους, όχι μόνο εγκαταλείποντας τις επόμενες γενιές δαιμόνων, αλλά, ακόμα περισσότερο, αφήνοντας πίσω τους προγόνους τους. Αυτή είναι η αρχική πρόθεση του Θεού για να συντρίψει ολοκληρωτικά τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα, να φέρει έτσι τα πράγματα ώστε όλοι οι άνθρωποι να γνωρίσουν την αληθινή όψη του μεγάλου κόκκινου δράκοντα, να του σκίσει τη μάσκα που φοράει και να αποκαλύψει την πραγματική του μορφή. Αυτό είναι που θέλει να πετύχει ο Θεός και αυτός είναι ο τελικός Του στόχος στη γη, για τον οποίον έχει κάνει τόσο μεγάλο έργο. Στοχεύει να το πετύχει αυτό σε όλους τους ανθρώπους. Αυτό είναι γνωστό ως η καθοδήγηση όλων των πραγμάτων προς τον σκοπό του Θεού» («Κεφάλαιο 41» από «Ερμηνείες των μυστηρίων των λόγων του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Τελικά, η μοχθηρή αστυνομία με έστειλε στο κέντρο κράτησης και με κράτησε εκεί για έναν μήνα. Κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα, με ανέκριναν άλλη μια φορά. Για δύο μερόνυχτα δεν με άφηναν να κοιμηθώ και δεν μου έδιναν αρκετό φαγητό. Μερικές φορές δεν μου έδιναν καθόλου φαγητό, όμως, τελικά, και πάλι ήταν μάταιο. Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα βασανίζει και ταλαιπωρεί έτσι τους ανθρώπους χωρίς σταματημό! Όταν τελείωσε η κράτησή μου, καταδικάστηκα σε δύο χρόνια αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικής εργασίας για «πίστη σε μια αίρεση και διατάραξη της δημόσιας τάξης» χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πριν πάω στο στρατόπεδο εργασίας, η οικογένειά μου μού έστειλε 2000 γιουάν για τα βασικά έξοδά μου, όμως τα καταχράστηκαν όλα οι αστυνομικοί. Αυτοί οι διάβολοι ήταν πραγματικά Σατανάδες και κακά πνεύματα που διψούσαν για αίμα και ανθρώπινες ζωές. Ήταν το κακό προσωποποιημένο! Αυτό με έκανε να δω πιο καθαρά ότι απολύτως τίποτα δεν γίνεται σύμφωνα με τον νόμο στη χώρα, την οποία κυβερνά το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Οτιδήποτε είναι αντίθετο, σφαγιάζεται και υφίσταται εκμετάλλευση κατά βούληση. Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα απαγγέλει ποινικές κατηγορίες κατά πως επιθυμεί για να ελέγχει και να καταδιώκει τους ανθρώπους. Κάνει την τρίχα τριχιά, βάζει ταμπέλες άδικα στους ανθρώπους, τη στήνει και παγιδεύει τους ανθρώπους και σφαγιάζει αθώους ανθρώπους. Είναι μια αυθεντική και πραγματική αίρεση, μια ομάδα οργανωμένων εγκληματιών και ένας γκάνγκστερ που φέρνει συμφορές και καταστροφές στην ανθρωπότητα. Τα δύο χρόνια που πέρασα στο στρατόπεδο εργασίας είδα βασικά την αστυνομία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος να κακομεταχειρίζεται και να διατάζει τους εργάτες σαν να ήταν σκλάβοι. Μας ανάγκαζαν να τρώμε ψωμάκια στον ατμό και σούπα λαχανικών κάθε μέρα και να δουλεύουμε υπερωρίες μέρα νύχτα. Ήμασταν εντελώς εξουθενωμένοι κάθε μέρα και δεν λαμβάναμε καμία αποζημίωση. Εάν δεν κάναμε καλή δουλειά, δεχόμασταν τη σκληρή κριτική και την τιμωρία των αστυνομικών (όπως παρατεταμένη ποινή, στέρηση φαγητού και εξαναγκασμός σε ακινησία). Σε αυτό το διάστημα, οι μοχθηροί αστυνομικοί εξακολουθούσαν να μη με αφήνουν σε ησυχία και με ανέκριναν προσπαθώντας να με κάνουν να ομολογήσω πληροφορίες για την εκκλησία. Αυτό το μισούσα πάρα πολύ και βασιζόμενη στην πίστη και στη δύναμη που αντλούσα από τον Θεό είπα αγανακτισμένη: «Με έχετε χτυπήσει και με έχετε τιμωρήσει. Τι άλλο θέλετε; Έχω πει όλα όσα υποτίθεται ότι πρέπει να πω. Μπορείτε να με ανακρίνετε για δέκα ή για είκοσι χρόνια, όμως θα εξακολουθήσω να μην ξέρω τίποτα. Να το ξεχάσετε αυτό!” Όταν το άκουσαν αυτό, είπαν εξοργισμένοι: «Είσαι αθεράπευτη, απλά περίμενε εδώ!» Τελικά, οι μοχθηροί αστυνομικοί έφυγαν βάζοντας την ουρά στα σκέλια.

Αφού βίωσα τα απάνθρωπα βασανιστήρια και τη βάναυση μεταχείριση του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και έζησα άδικα στη φυλακή για δύο χρόνια, είδα καθαρά ότι η ουσία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος είναι τα ψέματα, το κακό, η αλαζονεία και η μοχθηρία. Είναι κατώτεροι κι από τα ζώα. Είναι διεστραμμένοι και διπρόσωποι. Σηκώνουν πανό που γράφουν «θρησκευτική ελευθερία» κι όμως κυνηγούν και διώκουν τους χριστιανούς με κάθε δυνατό τρόπο. Διαταράσσουν και αποξηλώνουν μανιασμένα το έργο του Θεού. Είναι δολοφόνοι που σκοτώνουν χωρίς κανένα συναίσθημα, είναι ληστές που λεηλατούν υπό τη σκέπη της «υπεροχής, δόξας και ορθότητας». Στο τέλος έπεσαν εντελώς οι μάσκες τους μέσα από το σοφό έργο του Θεού και εκτέθηκαν στο φως τα κακόβουλα, δαιμονικά πρόσωπά τους, έτσι ώστε να μπορώ να ανοίξω το οπτικό μου πεδίο και να ξυπνήσω από τα όνειρά μου. Ακριβώς όπως λέει ο λόγος του Θεού: «Επί χιλιάδες έτη, αυτή η χώρα είναι η γη του αίσχους, η βρωμιά που τη χαρακτηρίζει είναι αφόρητη, η μιζέρια βρίθει παντού, φαντάσματα τρέχουν παντού ανεξέλεγκτα, ξεγελούν και εξαπατούν, εγείρουν ανυπόστατες κατηγορίες[1], ποδοπατούν αυτόν τον στοιχειωμένο τόπο και τον αφήνουν γεμάτο πτώματα. Η δυσωδία από την αποσύνθεση καλύπτει τη γη και διαποτίζει τον αέρα, και φρουρείται αυστηρά[2]. Ποιος μπορεί να δει τον κόσμο πέραν από τους ουρανούς; Ο διάβολος κρατά σφιχτά δεμένο ολόκληρο το κορμί του ανθρώπου, του βγάζει και τα δύο μάτια και του σφαλίζει καλά το στόμα. Ο βασιλιάς των δαιμόνων προβαίνει σε βιαιοπραγίες εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, μέχρι σήμερα, καθώς εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά την πόλη φάντασμα, σαν να ήταν ένα απόρθητο παλάτι δαιμόνων. Εν τω μεταξύ, αυτή η αγέλη από μαντρόσκυλα κοιτάει με αγριωπό βλέμμα, καθώς τρέμει μήπως ο Θεός την πιάσει στον ύπνο και την εξαφανίσει παντελώς, στερώντας της κάθε τόπο ειρήνης και ευτυχίας. Πώς θα μπορούσαν οι κάτοικοι μιας πόλης φαντάσματος σαν κι αυτήν να έχουν δει ποτέ τους τον Θεό; Έχουν απολαύσει ποτέ τη στοργή και την ομορφιά του Θεού; Ποια είναι η εκτίμηση που έχουν για τα ζητήματα του κόσμου των ανθρώπων; Ποιος από αυτούς μπορεί να κατανοήσει το διακαές θέλημα του Θεού; Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι η ενσάρκωση του Θεού παραμένει εντελώς κρυμμένη: σε μια σκοτεινή κοινωνία σαν κι αυτήν, όπου οι δαίμονες είναι ανελέητοι και απάνθρωποι, πώς θα μπορούσε ο βασιλιάς των δαιμόνων, ο οποίος σκοτώνει ανθρώπους εν ριπή οφθαλμού, να ανεχτεί την ύπαρξη ενός Θεού που είναι αξιαγάπητος, ευγενικός, αλλά και άγιος; Πώς θα μπορούσε να χειροκροτεί και να ζητωκραυγάζει για την άφιξη του Θεού; Αυτοί οι λακέδες! Ανταποδίδουν την καλοσύνη με μίσος, εδώ και καιρό έχουν απαξιώσει τον Θεό, Τον κακομεταχειρίζονται, είναι σε ακραίο βαθμό βάναυσοι, δεν έχουν την παραμικρή εκτίμηση για τον Θεό, λεηλατούν και πλιατσικολογούν, έχουν χάσει κάθε ευσυνειδησία και μέσα τους δεν υπάρχει το ελάχιστο ίχνος καλοσύνης, ενώ παρασύρουν τους αθώους στην ανοησία. Προπάτορες των αρχαίων; Πολυαγαπημένοι ηγέτες; Όλοι τους αντιτίθενται στον Θεό! Η ανάμειξή τους έχει αφήσει τα πάντα κάτω από τους ουρανούς σε μια κατάσταση σκότους και χάους! Θρησκευτική ελευθερία; Τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των πολιτών; Όλα είναι κόλπα συγκάλυψης της αμαρτίας!» (από «Έργο και είσοδος (8)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Ο Παντοδύναμος Θεός είναι αιώνια σοφός, παντοδύναμος και υπέροχος, ενώ ο Σατανάς, ο διάβολος του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι αιώνια ελεεινός, αισχρός και ανόητος. Ανεξαρτήτως του πόσο άγριος και αχαλίνωτος είναι, και ανεξαρτήτως του πόσο αγωνίζεται και επαναστατεί, θα είναι πάντοτε ένα αντικείμενο υπηρεσίας για τον Θεό για να εκπαιδεύει τον εκλεκτό λαό Του. Επιπλέον, είναι καταδικασμένος να ριχθεί στην κόλαση από τον Θεό ως παντοτινή τιμωρία. Επιχειρεί να κάνει τους ανθρώπους να λυγίσουν μέσα από απάνθρωπους διωγμούς, έτσι ώστε οι άνθρωποι να απομακρυνθούν από τον Θεό και να απαρνηθούν τον Θεό. Όμως κάνει λάθος! Ακριβώς αυτός ο διωγμός του μας κάνει να δούμε καθαρά την ουσία του δαίμονα και μας προκαλεί να τον προδώσουμε εξ ολοκλήρου και να έχουμε την πίστη και το κουράγιο να ακολουθήσουμε τον Θεό στο σωστό μονοπάτι της ζωής. Θα βασιζόμαστε πάντοτε στον σοφό και παντοδύναμο Θεό! Από εδώ και στο εξής, όποιοι ανείπωτοι κίνδυνοι και δυσκολίες κι αν βρεθούν στον δρόμο εμπρός μου, θα ακολουθήσω αποφασιστικά τον Θεό μέχρι το τέλος και θα γίνω ηχηρή μάρτυράς Του.

Υποσημειώσεις:

1. Το «εγείρουν ανυπόστατες κατηγορίες» αναφέρεται στις μεθόδους με τις οποίες ο διάβολος βλάπτει τους ανθρώπους.

2. «Φρουρείται αυστηρά» σημαίνει ότι οι μέθοδοι με τις οποίες ο διάβολος πλήττει τους ανθρώπους είναι εξαιρετικά υποχθόνιες, και ελέγχουν τους ανθρώπους σε τέτοιον βαθμό που δεν έχουν χώρο να κινηθούν.

α. Στο αρχικό κείμενο γράφει «αποτελεί σύμβολο αδυναμίας του να υπάρχει».

Σχετικό περιεχόμενο

  • Η γεύση της αγάπης του Θεού εν μέσω αντιξοοτήτων

    Από την Τσεν Λου, επαρχία Τσετσιάνγκ Γεννήθηκα τη δεκαετία του ’80, σε ένα χωριό. Η οικογένειά μου ήταν αγροτική για πολλές γενιές. Εγώ αφοσιώθηκα στι…

  • Τα πλούτη της ζωής

    Τα χρόνια από τότε που η γυναίκα μου και εγώ αποδεχτήκαμε το έργο του Παντοδύναμου Θεού κατά τις έσχατες ημέρες, έχουν περάσει υπό την καταπίεση του ΚΚΚ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αν και έζησα αδυναμίες, πόνο και δάκρυα, έχω κερδίσει πολλά βιώνοντας τον διωγμό του ΚΚΚ.

  • Αφύπνιση εν μέσω δεινών και δυσκολιών

    —Η αληθινή εμπειρία διωγμού ενός δεκαεπτάχρονου χριστιανού Από τον Γουάνγκ Τάο, επαρχία Σαντόνγκ Είμαι χριστιανός στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού.…

  • Το φως του Θεού με καθοδηγεί μέσα από τις δυσκολίες

    Από τη Ζάο Τσιν, επαρχία Σιτσουάν Όταν ήμουν παιδί, ζούσα στα βουνά. Δεν είχα δει ποτέ μεγάλο μέρος του κόσμου και, πραγματικά, δεν είχα μεγαλύτερες φ…