Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού Εφαρμογή

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Η δύναμη ζωής που ποτέ δεν εξαλείφεται

2

Από την Ντονγκ Μέι, επαρχία Χενάν

Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ζούσε μια απλή ζωή. Όπως πολλοί άνθρωποι που λαχταρούν το φως, έτσι κι εγώ δοκίμασα πολλούς τρόπους να αναζητήσω το πραγματικό νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, για να αποκτήσει μεγαλύτερο νόημα η ζωή μου. Τελικά, όλες οι προσπάθειές μου απέβησαν μάταιες. Όμως, αφού στάθηκα αρκετά τυχερή και αποδέχτηκα το έργο των εσχάτων ημερών του Παντοδύναμου Θεού, θαυμαστές αλλαγές προέκυψαν στη ζωή μου. Η ζωή μου απέκτησε μεγαλύτερο ενδιαφέρον και κατάλαβα εντέλει πως μόνο ο Θεός είναι ο αληθινός Πάροχος του πνεύματος και της ζωής των ανθρώπων, και μόνο τα λόγια του Θεού περιέχουν το αληθινό νόημα της ανθρώπινης ζωής. Ήμουν ευχαριστημένη που είχα βρει επιτέλους τον σωστό δρόμο στη ζωή. Ωστόσο, εκεί που εκτελούσα τα καθήκοντά μου μια μέρα, συνελήφθην κατά παράβαση του νόμου και βασανίστηκα βάναυσα από την κυβέρνηση του ΚΚΚ. Από εκεί και πέρα, βίωσα μια εμπειρία που θα μείνει πάντα χαραγμένη στην πορεία της ζωής μου…

Μία ημέρα του Δεκεμβρίου του 2011, γύρω στις 7 π.μ., εγώ και μια άλλη επικεφαλής της εκκλησίας κάναμε απογραφή των περιουσιακών στοιχείων της εκκλησίας, όταν δέκα και πλέον αστυνομικοί εισέβαλαν αιφνιδιαστικά από την πόρτα. Ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς όρμησε κατά πάνω μας και φώναξε «Ακίνητες!» Στη θέα όσων διαδραματίζονταν, το κεφάλι μου είχε πάρει φωτιά. Σκεφτόμουν μέσα μου «Άσχημα τα πράγματα – η εκκλησία θα χάσει πολλά περιουσιακά στοιχεία». Έπειτα, οι μοχθηροί αστυνομικοί μάς έψαξαν σαν να ήταν ληστές που πραγματοποιούσαν ληστεία. Έκαναν φύλλο και φτερό όλα τα δωμάτια, κάνοντάς τα γρήγορα άνω κάτω. Τελικά, βρήκαν κάποια πράγματα που ανήκαν στην εκκλησία, τρεις τραπεζικές κάρτες, αποδεικτικά καταθέσεων, υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα και λοιπά. Τα κατάσχεσαν όλα και πήραν εμένα, την άλλη επικεφαλής της εκκλησίας και δύο άλλους στο τμήμα.

Το απόγευμα, οι μοχθηροί αστυνομικοί έφεραν άλλες τρεις αδελφές που είχαν συλλάβει. Μας έκλεισαν και τις επτά μαζί σε ένα δωμάτιο και δεν μας άφηναν να μιλήσουμε ούτε να κοιμηθούμε όταν νύχτωσε. Βλέποντας τις αδελφές που κρατούνταν μαζί μου και σκεπτόμενη τα χρήματα που είχε χάσει η εκκλησία, είχα κυριευτεί από άγχος. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να προσευχηθώ επειγόντως στον Θεό: «Θεέ μου! Τώρα που μου έτυχε αυτή η κατάσταση, δεν ξέρω τι να κάνω. Σε παρακαλώ, προφύλαξε την καρδιά μου και κράτα την ήρεμη». Μετά την προσευχή, σκέφτηκα τα λόγια του Θεού: «Μη φοβάσαι όταν συμβαίνουν τέτοιου είδους πράγματα στην εκκλησία, όλα επιτρέπονται από Μένα. Σηκωθείτε και μιλείστε για λογαριασμό Μου. Να έχετε πίστη ότι όλα τα πράγματα και τα ζητήματα επιτρέπονται από τον θρόνο Μου και τα πάντα εμπεριέχουν τις προθέσεις Μου» («Κεφάλαιο 41» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Πρέπει να γνωρίζεις πως τα πάντα στο περιβάλλον γύρω σου βρίσκονται εκεί επειδή Εγώ το επέτρεψα· Εγώ διευθετώ τα πάντα. Δες ξεκάθαρα και ικανοποίησε την καρδιά Μου στο περιβάλλον που σου προσέφερα» («Κεφάλαιο 26» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού κατεύνασαν τον πανικό στην καρδιά μου. Συνειδητοποίησα ότι, εκείνη την ημέρα, βρέθηκα σε αυτό το περιβάλλον με την άδεια του Θεού και ότι είχε έρθει η ώρα που ο Θεός μού ζητούσε να γίνω μάρτυρας για Εκείνον. Έχοντας καταλάβει το θέλημα του Θεού, προσευχήθηκα στον Θεό και είπα: «Ω, Θεέ μου! Επιθυμώ να υπακούσω στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις Σου και να μείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για Εσένα – όμως το ανάστημά μου είναι μικρό και Σου ζητώ να μου δώσεις πίστη και δύναμη και να με προστατέψεις για να παραμείνω ακλόνητη».

Το επόμενο πρωί, μας χώρισαν και μας ανέκριναν. Ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς είπε αγέρωχα «Ξέρω ότι είσαι επικεφαλής εκκλησίας. Πέντε μήνες τώρα σας παρακολουθούμε…» Όταν τον άκουσα να περιγράφει λεπτομερώς όσα είχαν κάνει για να με παρακολουθούν, ένιωσα ρίγος. Σκέφτηκα μέσα μου «Η κυβέρνηση του ΚΚΚ κάνει πραγματικά πολλή δουλειά μέχρι να φτάσει να μας συλλάβει. Εφόσον ξέρουν ήδη ότι είμαι επικεφαλής εκκλησίας, δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσουν ελεύθερη». Πήρα αμέσως μια απόφαση ενώπιον του Θεού: καλύτερα να πεθάνω παρά να προδώσω τον Θεό και να γίνω Ιούδας. Όταν είδαν ότι η ανάκρισή τους δεν απέδιδε, ανέθεσαν σε κάποιον να με φυλάει και να μη με αφήσει να κοιμηθώ.

Την τρίτη ημέρα της ανάκρισης, ο επικεφαλής των μοχθηρών αστυνομικών άνοιξε έναν υπολογιστή και με ανάγκασε να διαβάσω κείμενα υβριστικά προς τον Θεό. Όταν είδε πως παρέμενα ακλόνητη, με ανέκρινε στενά για τα οικονομικά της εκκλησίας. Γύρισα το κεφάλι από την άλλη και τον αγνόησα. Αυτό τον εξαγρίωσε τόσο, που άρχισε να βρίζει. «Δεν έχει σημασία αν θα μιλήσεις. Μπορούμε να σε κρατήσουμε για πάντα και να σε βασανίζουμε όποτε θέλουμε», με απείλησε αγριωπός. Εκείνη τη νύχτα, η αστυνομία άρχισε τα βασανιστήρια. Πέρασαν το ένα μου χέρι πάνω από τον ώμο μου και το τράβηξαν απότομα προς τα κάτω, και σήκωσαν το άλλο πίσω στην πλάτη μου. Με πάτησαν στην πλάτη με τα πόδια και μου πέρασαν με δύναμη χειροπέδες στους δύο καρπούς. Πόνεσα τόσο που ούρλιαξα από τον πόνο. Ένιωθα πως τα κόκαλα και η σάρκα στους ώμους θα άνοιγαν στα δύο. Μπορούσα μονάχα να είμαι γονατιστή και ασάλευτη, με το κεφάλι στο πάτωμα. Νόμιζα πως οι κραυγές μου θα τους μαλάκωναν, αλλά, αντ’ αυτού, έβαλαν ένα φλιτζάνι ανάμεσα στα αλυσοδεμένα χέρια μου και την πλάτη μου, κάτι που με έκανε να πονώ διπλά. Ένιωθα λες και τα κόκαλα του κορμού μου είχαν σπάσει στα δύο. Πονούσα τόσο που δεν τολμούσα να εκπνεύσω, και κρύος ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό μου. Εκεί που ένιωθα πως δεν άντεχα άλλο τον πόνο, ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς μού είπε «Δώσε μας ένα όνομα και θα σε ελευθερώσουμε αμέσως». Εκείνη τη στιγμή, επικαλέστηκα τον Θεό να προφυλάξει την καρδιά μου, και μου ήρθε αμέσως κατά νου ένας ύμνος: «Ο ενσαρκωμένος πονάει, να μην πονάω κι εγώ; Αν δινόμουν στο σκότος, πώς να δω τον Θεό; Όταν σκέφτομαι τα λόγια Σου, Σε λαχταρώ. Σαν το πρόσωπό Σου δω, Σε χαιρετώ, στην ενοχή μου. Πώς να Σ’ αφήσω για τη δήθεν ελευθερία; Προτιμώ να υποφέρω για να Σου φέρω τη χαρά» («Αναμένοντας τα καλά νέα του Θεού» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). «Ναι», σκέφτηκα. «Ο Χριστός είναι ο άγιος και δίκαιος Θεός. Ενσαρκώθηκε και ήρθε στη γη για να φέρει σωτηρία στη βαθιά διεφθαρμένη ανθρωπότητα. Είναι καιρός τώρα που υφίσταται διωγμό και κυνήγι από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, και εναντίωση και καταδίκη από το ανθρώπινο γένος. Ο Θεός δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε υποφέρει έτσι, και όμως, υπομένει σιωπηλά όλα αυτά για να μας σώσει». Έτσι, αφού το σκέφτηκα, είδα ότι υπέφερα εκείνη τη στιγμή για να κερδίσω σωτηρία – έπρεπε να περάσω αυτό το βάσανο. Αν υπέκυπτα στον Σατανά επειδή δεν άντεχα τον πόνο, πώς θα αντίκριζα ξανά τον Θεό; Η σκέψη αυτή μού έδωσε δύναμη και ξαναέγινα ανένδοτη. Οι μοχθηροί αστυνομικοί με βασάνιζαν επί μία ώρα περίπου. Όταν μου έλυσαν τις χειροπέδες, το σώμα μου σωριάστηκε σαν σακί στο πάτωμα. «Αν δεν μιλήσεις, θα το ξανακάνουμε!» μου φώναξαν. Τους κοίταξα και δεν είπα τίποτα. Η καρδιά μου ήταν γεμάτη μίσος για τους μοχθηρούς αστυνομικούς. Ένας από αυτούς πλησίασε για να μου ξαναπεράσει τις χειροπέδες. Στη σκέψη του αφόρητου πόνου που είχα νιώσει πριν, συνέχισα να προσεύχομαι στον Θεό μέσα μου. Προς έκπληξή μου, όταν επιχείρησε να τραβήξει τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου, δεν μπόρεσε να τα κουνήσει. Ούτε με πονούσαν ιδιαίτερα τα μπράτσα μου. Κατέβαλλε τόσο μεγάλη προσπάθεια, που όλο το κεφάλι του ήταν καταϊδρωμένο, αλλά του ήταν αδύνατο να περάσει τις χειροπέδες. «Είσαι πολύ δυνατή!» ξεφύσησε θυμωμένος. Ήξερα ότι με αυτόν τον τρόπο με φρόντιζε ο Θεός και ότι ο Θεός μού έδινε δύναμη. Δόξα τω Θεώ!

Οι ώρες μέχρι το ξημέρωμα ήταν δύσκολες. Ένιωθα ακόμα το ψυχικό τραύμα όταν σκεφτόμουν πώς με είχαν βασανίσει οι μοχθηροί αστυνομικοί. Με είχαν επίσης απειλήσει πως αν δεν έλεγα τίποτα, θα με πήγαιναν βαθιά μέσα στα βουνά και θα με εκτελούσαν και ότι, ύστερα, όταν θα συλλάμβαναν κι άλλους πιστούς, θα έλεγαν ότι πρόδωσα την εκκλησία – θα αμαύρωναν το όνομά μου και θα έκαναν τους αδελφούς και τις αδελφές μου να με μισήσουν και να με αποκηρύξουν. Και μόνο που το φανταζόμουν, την καρδιά μου κατέκλυζαν κύματα απόγνωσης και ανημποριάς. Βρέθηκα να νιώθω άτολμη και αδύναμη. Σκέφτηκα μέσα μου: «Καλύτερα να πεθάνω. Έτσι δεν θα γίνω Ιούδας, δεν θα προδώσω τον Θεό ούτε θα με αποκηρύξουν οι αδελφοί και οι αδελφές μου. Θα γλιτώσω έτσι και το μαρτύριο των βασανιστηρίων της σάρκας». Περίμενα λοιπόν τη στιγμή που δεν πρόσεχαν οι μοχθηροί αστυνομικοί που με φύλαγαν και χτύπησα με δύναμη το κεφάλι μου στον τοίχο. Μα το μόνο που έγινε ήταν ότι ζαλίστηκα έντονα· δεν πέθανα. Εκείνη τη στιγμή, τα λόγια του Θεού με διαφώτισαν από μέσα μου. «Όταν οι άλλοι σε παρερμηνεύουν, μπορείς να προσευχηθείς στον Θεό, λέγοντας: “Ω, Θεέ μου! Δεν ζητώ οι άλλοι να με ανέχονται και να μου φέρονται καλά, μήτε να με καταλαβαίνουν και να με επιδοκιμάζουν. Ζητώ μόνο να είμαι ικανός να Σε αγαπώ στην καρδιά μου, να είμαι γαλήνιος στην καρδιά μου και να έχω καθαρή τη συνείδησή μου. Δεν ζητώ να με επιδοκιμάζουν οι άλλοι, ούτε να με έχουν σε μεγάλη εκτίμηση· επιδιώκω μόνο να Σε ικανοποιώ από καρδιάς […]”» («Μόνο μέσα από τον εξευγενισμό, μπορεί ο άνθρωπος να αγαπήσει πραγματικά τον Θεό» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού έδιωξαν τον ζόφο από την καρδιά μου. «Ναι», σκέφτηκα. «Ο Θεός βλέπει πολύ βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων. Αν μου στήσει παγίδα η αστυνομία, ακόμα κι αν οι αδελφοί και οι αδελφές μου πραγματικά με παρεξηγήσουν και με αποκηρύξουν από άγνοια για τα πραγματικά γεγονότα, πιστεύω ότι οι προθέσεις του Θεού είναι αγαθές· ο Θεός δοκιμάζει την πίστη μου και την αγάπη μου γι’ Αυτόν και θα πρέπει να επιζητώ να ικανοποιήσω τον Θεό». Αφού διέκρινα τα πανούργα σχέδια του διαβόλου, ένιωσα ξαφνικά αμηχανία και ντροπή. Είδα ότι η πίστη μου στον Θεό ήταν υπερβολικά μικρή. Είχα σταθεί ανίκανη να μείνω ακλόνητη όταν υπέστην λίγο πόνο και είχα σκεφτεί να γλιτώσω και να αποφύγω τις ενορχηστρώσεις του Θεού πεθαίνοντας. Ο στόχος των μοχθηρών αστυνομικών ήταν να με κάνουν να απαρνηθώ τον Θεό με τις απειλές τους. Και αν δεν ήταν ο Θεός να με προστατέψει, θα είχα υποκύψει στο πανούργο σχέδιό τους. Όσο συλλογιζόμουν τα λόγια του Θεού, η καρδιά μου πλημμύριζε από φως. Δεν ήθελα πλέον να πεθάνω, αλλά να ζήσω καλά και να χρησιμοποιήσω όσα βίωσα στην πραγματικότητα για να γίνω μάρτυρας για τον Θεό και να ατιμάσω τον Σατανά.

Οι δύο μοχθηροί αστυνομικοί που είχαν αναλάβει να με φυλάνε ρώτησαν γιατί είχα χτυπήσει το κεφάλι μου στον τοίχο. Είπα ότι το έκανα επειδή με είχαν ξυλοφορτώσει οι άλλοι αστυνομικοί. «Η δουλειά μας βασίζεται κατ’ εξοχήν στην κατήχηση. Μην ανησυχείς, δεν θα τους αφήσω να σε ξαναχτυπήσουν», είπε ο ένας χαμογελώντας. Στο άκουσμα των παρήγορων λόγων του, σκέφτηκα: «Αυτοί οι δύο δεν είναι κακοί. Από τη στιγμή που με συνέλαβαν, μου φέρονται αρκετά καλά». Στη σκέψη αυτή, έπαψα να είμαι τόσο επιφυλακτική. Εκείνη τη στιγμή, όμως, τα λόγια του Θεού άστραψαν στην καρδιά μου: «Οι άνθρωποί Μου πρέπει να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα απέναντι στα πανούργα σχέδια του Σατανά, να προστατεύουν την πύλη του οίκου Μου για εμένα […] και αυτό θα σας αποτρέψει από το να πέσετε στην παγίδα του Σατανά, που τότε θα είναι πολύ αργά για μετάνοια» («Κεφάλαιο 3» του «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού πρόσφεραν μια καίρια υπενθύμιση πως τα πανούργα σχέδια του διαβόλου είναι πολλά και ότι πρέπει να είμαι διαρκώς σε επιφυλακή απέναντι σε τέτοιους δαίμονες. Πού να φανταστώ ότι σύντομα θα αποκάλυπταν το πραγματικό ποιόν τους! Ο ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς άρχισε να διαβάλλει τον Θεό, ενώ ο άλλος κάθισε δίπλα μου, μου χάιδευε το πόδι, με κοίταζε λάγνα και με ρωτούσε για τα οικονομικά της εκκλησίας. Το βράδυ, όταν είδε ότι μισοκοιμόμουν, άρχισε να πασπατεύει το στήθος μου. Όταν είδα το πραγματικό πρόσωπό τους, κυριεύτηκα από αγανάκτηση. Μόνο τότε κατάλαβα πως οι φερόμενοι ως «Λαϊκή Αστυνομία» δεν ήταν παρά χούλιγκαν και νταήδες. Ήταν πράγματι ικανοί να κάνουν τέτοια ποταπά και πρόστυχα πράγματα! Ως αποτέλεσμα, δεν μπορούσα παρά να προσευχηθώ επειγόντως στον Θεό να με προστατέψει από το κακό που μου έκαναν.

Τις επόμενες ημέρες, οι μοχθηροί αστυνομικοί όχι μόνο με ανέκριναν στενά για την εκκλησία, αλλά και με φύλαγαν εκ περιτροπής και δεν με άφηναν να κοιμηθώ. Έπειτα, αφού πια είδαν ότι δεν μου είχαν αποσπάσει τίποτα, οι δύο μοχθηροί αστυνομικοί που με ανέκριναν εξοργίστηκαν. Ο ένας μού χίμηξε χαστουκίζοντάς με στο πρόσωπο, ούτε ξέρω πόσες φορές. Το πρόσωπό μου έτσουζε, άρχισε να πρήζεται και, τελικά, μούδιασε τόσο που δεν ένιωθα τίποτα. Επειδή οι ερωτήσεις τους δεν είχαν αποδώσει καρπούς, ένα βράδυ ο διοικητής των μοχθηρών αστυνομικών μού είπε ουρλιάζοντας «Πρέπει να αρχίσεις να ανοίγεις το στόμα σου. Δοκιμάζεις την αναθεματισμένη υπομονή μου –δεν θεωρώ ότι χάνουμε τον χρόνο μας μαζί σου. Έχω γνωρίσει πολλούς πολύ πιο ζόρικους από εσένα. Αν δεν είμαστε αρκετά σκληροί απέναντί σου, αποκλείεται να υποκύψεις, ανάθεμά σε!» Έδωσε εντολή και κάμποσοι μοχθηροί αστυνομικοί άρχισαν να με βασανίζουν. Το βράδυ, η αίθουσα ανακρίσεων ήταν σκοτεινή και τρομακτική –ένιωθα σαν να ήμουν στην κόλαση. Με διέταξαν να κάνω βαθύ κάθισμα στο πάτωμα και να φέρω τα αλυσοδεμένα χέρια μου πάνω από τα πόδια μου. Κατόπιν, πέρασαν μια ξύλινη ράβδο από το εσωτερικό των αγκώνων μου και πίσω από τα γόνατά μου, αναγκάζοντας έτσι όλο μου το σώμα να κουλουριαστεί. Μετά, σήκωσαν τη ράβδο και την ακούμπησαν πάνω σε δύο τραπέζια, τη μία άκρη στο ένα και την άλλη στο άλλο, με το σώμα μου να αιωρείται στον αέρα με το κεφάλι προς τα κάτω. Μόλις με σήκωσαν, ζαλίστηκα και δυσκολευόμουν να αναπνεύσω. Ένιωθα να ασφυκτιώ. Επειδή κρεμόμουν στον αέρα ανάποδα, όλο το βάρος μου κρεμόταν από τους καρπούς μου. Στην αρχή, για να μη μου κόβουν οι χειροπέδες τη σάρκα, κρατούσα τα χέρια μου σφιχτά, κουλουριάστηκα και έβαλα τα δυνατά μου να κρατηθώ σε αυτή τη στάση. Όμως οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν. Τα χέρια μου γλίστρησαν από τους αστραγάλους στα γόνατά μου, και οι χειροπέδες χώθηκαν βαθιά στη σάρκα μου προκαλώντας μου αφόρητο πόνο. Αφού έμεινα έτσι κρεμασμένη για μισή ώρα περίπου, ένιωθα να έχει κατέβει όλο το αίμα μου στο κεφάλι. Ένιωθα πως θα εκραγούν το κεφάλι και τα μάτια μου από την επώδυνη διαστολή. Οι καρποί μου είχαν κοπεί βαθιά και τα χέρια μου ήταν τόσο πρησμένα που έμοιαζαν σαν δυο φρατζόλες ψωμί. Ένιωθα πως ήμουν στα πρόθυρα του θανάτου. «Δεν αντέχω άλλο, κατεβάστε με!» φώναξα απεγνωσμένα. «Μόνο εσύ μπορείς να σώσεις τον εαυτό σου. Πες μας ένα όνομα και θα σε κατεβάσουμε», είπε αγριωπά ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς. Τελικά, είδαν ότι κινδύνευα πραγματικά και με κατέβασαν. Μου έδωσαν να πιω σιρόπι γλυκόζης και άρχισαν πάλι να με ανακρίνουν. Ήμουν σωριασμένη κάτω σαν σακί, με τα μάτια ερμητικά κλειστά και δεν τους έδινα καμία σημασία. Εκεί που δεν το περίμενα, οι μοχθηροί αστυνομικοί με κρέμασαν ξανά. Χωρίς δυνάμεις να κρατηθώ με τα χέρια, αναγκαστικά άφησα τις χειροπέδες να χωθούν βαθιά στους καρπούς μου, με τις τραχιές άκρες τους να πριονίζουν τη σάρκα μου. Εκείνη τη στιγμή, πόνεσα τόσο πολύ που έβγαλα μια σπαραξικάρδια κραυγή. Δεν είχα τη δύναμη να συνεχίσω να αγωνίζομαι και η αναπνοή μου έγινε εξαιρετικά ρηχή. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Ένιωθα σαν να παρέπαια μεταξύ ζωής και θανάτου. Με τη σκέψη πως αυτή τη φορά πράγματι θα πέθαινα, θέλησα να πω στον Θεό τα λόγια που είχα στην καρδιά μου πριν τελειώσει η ζωή μου: «Ω, Θεέ μου! Ετούτη τη στιγμή που είμαι στα πρόθυρα του θανάτου, νιώθω φόβο –μα ακόμα κι αν πράγματι πεθάνω απόψε, θα συνεχίσω να εξυμνώ τη δικαιοσύνη Σου. Ω, Θεέ μου! Στη σύντομη πορεία της ζωής μου, Σε ευχαριστώ που επιλέγεις να γυρίσω σπίτι από αυτόν τον κόσμο της αμαρτίας, που λήγεις την περιπλάνησή μου και μου επιτρέπεις να ζήσω για πάντα στη θερμή αγκάλη Σου. Ω, Θεέ μου, έχω απολαύσει τόσο πολλή από την αγάπη Σου –και παρ’ όλα αυτά, μόνο τώρα, που η ζωή μου φτάνει στο τέρμα της, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω δώσει αξία στην αγάπη Σου. Πολλές φορές Σε έχω στεναχωρήσει και απογοητεύσει· είμαι σαν αφελές παιδί που ξέρει μόνο να απολαμβάνει την αγάπη της μάνας του, αλλά δεν έχει σκεφτεί ποτέ να την ανταποδώσει. Μόνο τώρα που κοντεύω να χάσω τη ζωή μου κατανοώ ότι πρέπει να κρατώ την αγάπη Σου ως κάτι πολύτιμο και μόνο τώρα μετανιώνω που έχασα τόσες καλές περιστάσεις. Γι’ αυτό που μετανιώνω πιότερο είναι που δεν έχω σταθεί ικανή να κάνω οτιδήποτε για Εσένα και Σου χρωστώ πολλά. Αν, παρ’ όλα αυτά, συνεχίσω να ζω, σίγουρα θα κάνω τα πάντα για να εκτελώ το καθήκον μου, για να ξεπληρώσω όσα Σου χρωστώ. Αυτή τη στιγμή, ζητώ μονάχα να μου δώσεις δύναμη ώστε να μη φοβάμαι πια τον θάνατο και να αντικρύσω τον θάνατο με σθένος…» Τα δάκρυά μου έπεφταν το ένα μετά το άλλο, κυλώντας στο μέτωπό μου. Η νύχτα ήταν τρομακτικά ήσυχη. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του ρολογιού, που ήταν σαν να μετρούσε αντίστροφα τα δευτερόλεπτα που μου απέμεναν να ζήσω. Τότε ήταν που συνέβη κάτι θαυμαστό. Είχα την αίσθηση πως με έλουζε ζεστό φως ηλίου και σιγά σιγά έπαψα να αισθάνομαι τον πόνο στο σώμα μου. Τα λόγια του Θεού αντήχησαν στον νου μου: «Από τη στιγμή που έρχεσαι σ’ αυτόν τον κόσμο κλαίγοντας, αρχίζεις να εκτελείς το καθήκον σου. Υιοθετείς τον ρόλο σου στο σχέδιο του Θεού και με τη χειροτονία του Θεού. Ξεκινάς το ταξίδι της ζωής. Όποιο και αν είναι το παρελθόν σου και όποιο ταξίδι και αν απλώνεται μπροστά σου, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την ενορχήστρωση και τη ρύθμιση που ο Ουρανός επιφυλάσσει, και κανείς δεν έχει τον έλεγχο του πεπρωμένου του, διότι μόνον Εκείνος που κυβερνάει όλη την πλάση είναι ικανός για ένα τέτοιο έργο» («Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής του ανθρώπου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Ναι», σκέφτηκα. «Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής μου, ο Θεός ελέγχει τη μοίρα μου και εγώ πρέπει να αφεθώ στα χέρια του Θεού και να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις Του». Ο στοχασμός πάνω στα λόγια του Θεού μού έφερε μια ευχάριστη, γαλήνια αίσθηση στην καρδιά, σαν να ξάπλωνα στη θερμή αγκάλη του Θεού. Βρέθηκα να αποκοιμιέμαι. Οι μοχθηροί αστυνομικοί, φοβούμενοι ότι πέθαινα, με κατέβασαν κάτω και μου έδωσαν γρήγορα σιρόπι γλυκόζης και νερό. Στο συναπάντημά μου με τον θάνατο, είχα δει τα θαυμαστά έργα του Θεού.

Την επόμενη ημέρα, οι μοχθηροί αστυνομικοί με κρεμούσαν ανάποδα ξανά και ξανά όλο το βράδυ. Με ρωτούσαν πού βρίσκονταν τα λεφτά στα οποία αναφέρονταν τα αποδεικτικά συναλλαγών που είχαν κατασχέσει. Δεν είπα τίποτα καθ’ όλη αυτή τη διαδικασία, αλλά, παρά ταύτα, δεν το έβαλαν κάτω. Για να βάλουν στο χέρι τα λεφτά της εκκλησίας, χρησιμοποίησαν κάθε αθέμιτο μέσο για να με βασανίσουν. Εκείνη τη στιγμή, τα λόγια του Θεού ήχησαν μες στην καρδιά μου: «Χιλιάδες χρόνια μίσους έχουν συγκεντρωθεί μέσα στην καρδιά, χιλιετίες αμαρτιών έχουν χαραχτεί στην καρδιά. Πώς θα μπορούσε αυτό να μην προκαλεί την απέχθεια; Εκδικηθείτε για τον Θεό, αποτελειώστε τον εχθρό Του, μην τον αφήνετε να δρα πλέον ανεξέλεγκτος και μην του επιτρέπετε να δημιουργεί πλέον τόσα προβλήματα όπως αυτός επιθυμεί! Τώρα είναι η ώρα: ο άνθρωπος έχει από καιρό συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του, έχει αφιερώσει όλες του τις προσπάθειες, έχει πληρώσει κάθε τίμημα για έναν λόγο, για να ξεσκίσει το χυδαίο πρόσωπο αυτού του δαίμονα και να δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους, που έχουν τυφλωθεί και έχουν υποστεί κάθε είδους δυστυχίας και δυσκολιών, να ξεσηκωθούν από τον πόνο τους και να γυρίσουν την πλάτη σε αυτόν τον σατανικό παλιό διάβολο» («Έργο και είσοδος (8)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν μεγάλη δύναμη και πίστη. Θα πολεμούσα τον Σατανά μέχρι τελικής πτώσης και, ακόμα κι αν πέθαινα, θα παρέμενα σταθερή στη μαρτυρία μου για τον Θεό. Εμπνευσμένη από τα λόγια του Θεού, χωρίς να το επιδιώξω, λησμόνησα τον πόνο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε φορά που με κρεμούσαν ανάποδα, τα λόγια του Θεού με ενέπνεαν και με παρακινούσαν, οπότε όσο αυτοί με κρεμούσαν ανάποδα τόσο εγώ έβλεπα τη δαιμονική ουσία τους και τόσο μεγάλωνε η αποφασιστικότητά μου να μείνω σταθερή στη μαρτυρία μου και να ικανοποιήσω τον Θεό. Με τα πολλά, άρχισαν να κουράζονται μαζί μου. «Οι περισσότεροι δεν αντέχουν ούτε μισή ώρα κρεμασμένοι έτσι, αλλά αυτή έχει αντέξει τόση ώρα. Είναι πολύ σκληρό καρύδι!» τους άκουσα να σχολιάζουν. Πήρα μεγάλη χαρά όταν το άκουσα αυτό. Στο μυαλό μου, λογιζόμουν: «Με τον Θεό ως στήριγμά μου, δεν μπορείτε να με λυγίσετε». Πέρα από τα σωματικά βασανιστήρια, τις εννέα ημέρες και νύχτες που έμεινα στο αστυνομικό τμήμα, οι μοχθηροί αστυνομικοί μού στερούσαν και τον ύπνο. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια και άρχιζα να αποκοιμιέμαι, χτυπούσαν τα γκλομπ τους στο τραπέζι ή με έβαζαν να σηκώνομαι και να τρέχω πέρα δώθε ή απλώς μου φώναζαν, προσπαθώντας να με κάνουν να καταρρεύσω και να θολώσουν τον νου μου. Όταν, μετά από εννέα ημέρες, η αστυνομία είδε πως δεν είχε πετύχει τον στόχο της, δεν το έβαλε κάτω. Με πήγαν σε ένα ξενοδοχείο, όπου μου αλυσόδεσαν τα χέρια μπροστά από τα πόδια μου και πέρασαν μια ξύλινη ράβδο ανάμεσα στις κλειδώσεις των χεριών και των ποδιών μου, αναγκάζοντάς με να κάθομαι κουλουριασμένη στο πάτωμα. Με κρατούσαν καθιστή στο πάτωμα για αρκετές ημέρες, με αποτέλεσμα οι χειροπέδες να χωθούν στη σάρκα μου. Τα χέρια και οι καρποί μου πρήστηκαν και μελάνιασαν, και ο πισινός μου πονούσε τόσο που δεν τολμούσα να τον τρίψω ούτε να τον αγγίξω· ήταν σαν να καθόμουν σε βελόνες. Μια μέρα, ένας από τους επικεφαλής των μοχθηρών αστυνομικών βλέποντας πως η ανάκρισή μου είχε αποβεί άκαρπη, με πλησίασε βράζοντας από θυμό και με χαστούκισε δυνατά –τόσο δυνατά που άρχισαν να κουνιούνται δύο δόντια μου.

Τελικά, ήρθαν δύο τμηματάρχες από το Επαρχιακό Τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας. Μόλις ήρθαν, μου έβγαλαν τις χειροπέδες, με βοήθησαν να κάτσω σε έναν καναπέ και μου έβαλαν ένα ποτήρι νερό. «Έχεις περάσει δύσκολα τις τελευταίες ημέρες. Μην το παίρνεις κατάκαρδα, εντολές εκτελούσαν», είπαν, προσποιούμενοι τους ευγενικούς. Η υποκρισία τους με έκανε να τους μισήσω τόσο πολύ που έτριξα τα δόντια μου. Άνοιξαν έναν υπολογιστή και μου έδειξαν πλαστά στοιχεία, είπαν πολλά που καταδίκαζαν και βλασφημούσαν τον Θεό. Ένιωσα οργισμένη. Ήθελα να κάνω αντίλογο μαζί τους, αλλά ήξερα πως αν το έκανα, το αποτέλεσμα θα ήταν να βλασφημούν τον Θεό με ακόμα μεγαλύτερο μένος. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα πραγματικά πόσο είχε δεινοπαθήσει ο ενσαρκωμένος Θεός και πόση ταπείνωση είχε υπομείνει ο Θεός για χάρη της σωτηρίας του ανθρώπου. Επιπλέον, είδα πόσο αξιοκαταφρόνητοι και απεχθείς ήταν αυτοί οι μοχθηροί δαίμονες. Πήρα μέσα στην καρδιά μου όρκο να έρθω σε πλήρη ρήξη με τον Σατανά και να είμαι παντοτινά πιστή στον Θεό. Μετά από αυτό, όσο κι αν προσπαθούσαν να με ξεγελάσουν, εγώ κρατούσα το στόμα μου κλειστό και δεν έλεγα τίποτα. Αφού είδαν πως τα λόγια τους δεν έπιαναν τόπο, οι δύο τμηματάρχες έφυγαν αγανακτισμένοι.

Εκείνες τις δέκα ημέρες και νύχτες στο ξενοδοχείο, με κρατούσαν αλυσοδεμένη και με ανάγκαζαν να κρατώ τα πόδια μου σε βαθύ κάθισμα στο πάτωμα. Αναλογιζόμενη τον χρόνο που πέρασα υπό κράτηση, πέρασα δεκαεννέα μερόνυχτα στο αστυνομικό τμήμα και το ξενοδοχείο, ήταν η προστασία της αγάπης του Θεού που μου είχε επιτρέψει να ξεκλέψω λίγο ύπνο. Πέρα από εκείνο τον πολύ σύντομο ύπνο, οι μοχθηροί αστυνομικοί δεν με είχαν αφήσει να κοιμηθώ καθόλου όλο εκείνο το διάστημα. Και στιγμιαία να έκλεινα τα μάτια μου, έκαναν τα πάντα για να με κρατάνε ξύπνια – βροντούσαν το τραπέζι, με κλοτσούσαν δυνατά, μου φώναζαν, με διέταζαν να τρέχω γύρω-γύρω και λοιπά. Κάθε φορά που με τρόμαζαν, η καρδιά μου βροντοχτυπούσε στο στήθος μου και τα νεύρα μου τσίτωναν. Με την αναγκαστική αϋπνία και τα συχνά βασανιστήρια της μοχθηρής αστυνομίας, οι δυνάμεις μου τελικά στέρεψαν, πρήστηκε και με ενοχλούσε όλο μου το κορμί και άρχισα να βλέπω τα πάντα διπλά. Ήξερα ότι υπήρχαν μπροστά μου άνθρωποι που μιλούσαν, αλλά ο ήχος της φωνής τους έμοιαζε να έρχεται από κάπου μακριά. Επιπλέον, οι αντιδράσεις μου γίνονταν πολύ αργές. Το γεγονός ότι κατάφερα με κάποιον τρόπο να τα βγάλω πέρα οφειλόταν εξ ολοκλήρου στη μεγάλη δύναμη του Θεού! Όπως είπε ο Θεός: «Εκείνος είναι η αιτία που ο άνθρωπος ξαναγεννιέται, και τον κάνει ικανό να ζει ακλόνητα τον κάθε του ρόλο. Χάρη στην ισχύ Του και στην ακατάσβεστη ζωτική Του δύναμη, ο άνθρωπος έχει κατορθώσει να επιβιώνει από γενιά σε γενιά, στην πορεία της οποίας η δύναμη της ζωής του Θεού είναι ο στυλοβάτης της ύπαρξης του ανθρώπου, και για την οποία ο Θεός έχει πληρώσει ένα τίμημα που δεν έχει ποτέ πληρώσει κανένας συνηθισμένος άνθρωπος. Η ζωτική δύναμη του Θεού υπερνικά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Επιπλέον, ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Η ζωή Του είναι αιώνια, η δύναμή Του είναι εκπληκτική, και η ζωτική Του δύναμη δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί από οποιοδήποτε δημιουργημένο ον ή εχθρική δύναμη» («Μόνο ο Χριστός των εσχάτων ημερών μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την οδό για την αιώνια ζωή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Μέσα στην καρδιά μου, ευχαριστούσα ειλικρινά και εξυμνούσα τον Θεό: «Ω, Θεέ μου! Εσύ εξουσιάζεις τα πάντα, τα έργα Σου είναι ανυπολόγιστα, μόνον Εσύ είσαι παντοδύναμος, είσαι η άσβεστη δύναμη ζωής και Εσύ είσαι η πηγή του ζώντος ύδατος της ζωής μου. Σε αυτό το ιδιάζον περιβάλλον, είδα τη μοναδική Σου δύναμη και εξουσία». Τελικά, οι μοχθηροί αστυνομικοί δεν πήραν απαντήσεις στις ερωτήσεις τους και με έστειλαν στο δεσμωτήριο.

Στη διαδρομή για το δεσμωτήριο, δύο αστυνομικοί μού είπαν «Τα πήγες πολύ καλά. Οι άνθρωποι του σιναφιού σου μπορεί να βρεθείτε στο δεσμωτήριο, αλλά είστε καλοί άνθρωποι. Εκεί βρίσκεις κάθε καρυδιάς καρύδι: εμπόρους ναρκωτικών, δολοφόνους, πόρνες –θα δεις όταν φτάσεις». «Αφού ξέρετε ότι είμαστε καλοί άνθρωποι, γιατί μας συλλαμβάνετε; Δεν μιλά η κυβέρνηση για ανεξιθρησκία;» ρώτησα. «Αυτά είναι ψέματα του Κομουνιστικού Κόμματος. Το Κόμμα μάς δίνει τα προς το ζην, οπότε πρέπει να κάνουμε ό,τι λέει. Δεν σε μισούμε ούτε έχουμε τίποτα εναντίον σου. Σε συλλάβαμε επειδή πιστεύεις στον Θεό», είπε ο ένας αστυνομικός. Μόλις το άκουσα αυτό, αναλογίστηκα όσα είχα περάσει. Αναπόφευκτα, θυμήθηκα τα λόγια του Θεού: «Θρησκευτική ελευθερία; Τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των πολιτών; Όλα είναι κόλπα συγκάλυψης της αμαρτίας!» («Έργο και είσοδος (8)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού ήταν απόλυτα εύστοχα και πράγματι μου επέτρεψαν να δω το αληθινό πρόσωπο της κυβέρνησης του ΚΚΚ και τον τρόπο που προσπαθεί να κερδίσει εύσημα που δεν της αξίζουν. Επιφανειακά, φέρει τη σημαία της ανεξιθρησκίας, αλλά μυστικά συλλαμβάνει, καταπιέζει και χτυπά βάναυσα όσους πιστεύουν στον Θεό, από άκρη σε άκρη στη χώρα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να θέσει υπό απαγόρευση το έργο του Θεού, και φτάνει στο σημείο να κατακλέβει ξεδιάντροπα τα χρήματα της εκκλησίας. Όλα αυτά ξεγυμνώνουν τη δαιμονική ουσία της, η οποία αποστρέφεται τον Θεό και απεχθάνεται την αλήθεια.

Όσο ήμουν στο δεσμωτήριο, υπήρχαν φορές που ένιωθα αδυναμία και πόνο. Όμως τα λόγια του Θεού εξακολουθούσαν να με εμπνέουν, δίνοντάς μου δύναμη και πίστη. Μου επέτρεψαν να καταλάβω πως, μολονότι ο Σατανάς μού είχε στερήσει την ελευθερία της σάρκας, το βάσανό μου είχε αποδειχθεί εποικοδομητικό και με είχε μάθει να στηρίζομαι στον Θεό όσο με βασάνιζαν αυτοί οι μοχθηροί δαίμονες, με έκανε να κατανοήσω το πραγματικό νόημα για πολλές αλήθειες και να δω πόσο πολύτιμη είναι η αλήθεια. Ενίσχυσε επίσης την αποφασιστικότητά μου και μου έδωσε μεγαλύτερο κίνητρο για να επιδιώκω την αλήθεια. Έγινα πρόθυμη να συνεχίσω να υπακούω τον Θεό και να βιώνω όλα όσα ο Θεός είχε κανονίσει για εμένα. Ως αποτέλεσμα, όταν δούλευα στο δεσμωτήριο, τραγουδούσα ύμνους και συλλογιζόμουν σιωπηλά την αγάπη του Θεού. Αισθανόμουν την καρδιά μου πιο κοντά στον Θεό και δεν θεωρούσα πια τις ημέρες τόσο οδυνηρές και στενάχωρες.

Εκείνο το διάστημα, οι μοχθηροί αστυνομικοί με ανέκριναν πολλές ακόμα φορές. Ευχαριστούσα τον Θεό που με καθοδηγούσε να ξεπερνώ τα βασανιστήριά τους ξανά και ξανά. Έπειτα, οι μοχθηροί αστυνομικοί τράβηξαν όλα τα λεφτά από τις τρεις τραπεζικές κάρτες μου. Μου ράγιζε την καρδιά να παρακολουθώ ανήμπορη τους μοχθηρούς αστυνομικούς να παίρνουν τα λεφτά της εκκλησίας. Η καρδιά μου κυριεύτηκε από μίσος για αυτή την άπληστη, μοχθηρή συμμορία δαιμόνων και λαχταρούσα να έρθει σύντομα η βασιλεία του Χριστού. Εντέλει, χωρίς να έχουν κανένα πειστήριο, με καταδίκασαν σε έναν χρόνο και τρεις μήνες αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικών έργων για «διατάραξη της δημόσιας τάξης».

Μέσα από τη βάναυση δίωξη της κυβέρνησης του ΚΚΚ, γεύτηκα πραγματικά την αγάπη και τη σωτηρία του Θεού για εμένα, έφτασα να εκτιμώ την παντοδυναμία και κυριαρχία του Θεού και τα θαυμαστά έργα Του, και είδα την εξουσία και τη δύναμη των λόγων του Θεού. Επιπλέον, έφτασα να απεχθάνομαι πραγματικά τον Σατανά. Εκείνη την περίοδο του κατατρεγμού, τα λόγια του Θεού με συντρόφευαν τις στενάχωρες ημέρες και νύχτες, μου επέτρεπαν να αντιλαμβάνομαι τις πονηρές πλεκτάνες του Σατανά και μου πρόσφεραν καίρια προστασία. Τα λόγια του Θεού με έκαναν δυνατή και ανδρειωμένη, με έκαναν να ξεπερνάω τα άγρια βασανιστήρια ξανά και ξανά. Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν δύναμη και πίστη και μου έδωσαν το κουράγιο να πολεμήσω τον Σατανά μέχρι τελικής πτώσης… Δόξα Σοι ο Θεός! Ο Παντοδύναμος Θεός είναι η αλήθεια, η οδός και η ζωή! Θα ακολουθώ για πάντα τον Παντοδύναμο Θεό μέχρι το τέλος!

Σχετικό περιεχόμενο