Το αστραφτερό φως της ζωής στη σκοτεινή φωλιά του τέρατος

20 Οκτωβρίου 2019

Από τη Λιν Γινγκ, επαρχία Σαντόνγκ

Το όνομά μου είναι Λιν Γινγκ, και είμαι χριστιανή της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού. Προτού αρχίσω να πιστεύω στον Παντοδύναμο Θεό, πάντα ήθελα να βασίζομαι στις δικές μου ικανότητες και να εργάζομαι σκληρά για να κάνω τη ζωή μου λίγο καλύτερη, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν όπως επιθυμούσα· αντιθέτως, έπεφτα συνεχώς πάνω σε τοίχους, και δεινοπάθησα από τις αλλεπάλληλες ατυχίες. Έχοντας μπουχτίσει από τις πικρές δυσκολίες της ζωής, ένοιωθα εξουθενωμένη και σωματικά και διανοητικά, και υπέφερα απερίγραπτα. Μέσα στον πόνο και την απόγνωσή μου, μια αδελφή μού κήρυξε το ευαγγέλιο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Όταν διάβασα τα λόγια του Θεού που έλεγαν: «Όταν θα είσαι κουρασμένος κι όταν θα αρχίσεις να νιώθεις την απόγνωση του κόσμου αυτού, μη μπερδευτείς, μην κλάψεις. Ο Παντοδύναμος Θεός, ο Παρατηρητής, θ’ αγκαλιάσει την άφιξή σου ανά πάσα στιγμή» («Ο αναστεναγμός του Παντοδύναμου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»), δεν μπορούσα να σταματήσω τα δάκρυά μου. Τα στοργικά λόγια του Παντοδύναμου Θεού με παρηγόρησαν πολύ, και ένοιωσα σαν ορφανό που, έχοντας περιπλανηθεί για πολλά χρόνια, βρήκε τελικά τον δρόμο για να γυρίσει στην αγκαλιά της μητέρας του —δεν αισθανόμουν πια μόνη και αβοήθητη. Από εκείνη τη μέρα, καθημερινά διάβαζα αχόρταγα τα λόγια του Θεού. Μέσα από τη συμμετοχή σε συναθροίσεις και συναναστροφές με τους αδελφούς και τις αδελφές της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού, κατάφερα να κατανοήσω πολλές αλήθειες και κατάλαβα ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν όλοι τους πάρα πολύ καλοί και ειλικρινείς. Μεταξύ τους δεν υπήρχαν αντιζηλίες ούτε μηχανορραφούσε ο ένας εναντίον του άλλου, και όποτε κάποιος είχε ένα πρόβλημα, όλοι οι αδελφοί και οι αδελφές συναναστρέφονταν με ειλικρίνεια πάνω στην αλήθεια, για να τον βοηθήσουν να το επιλύσει. Η βοήθεια δινόταν πάντα άνευ όρων, χωρίς ποτέ κανείς να ζητά ανταλλάγματα, ενώ ανάμεσά τους είχα μια αίσθηση απελευθέρωσης και χαράς που δεν είχα νοιώσει ποτέ πριν. Βαθιά μέσα μου είχα την αίσθηση ότι η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού ήταν ένας τόπος αγνότητας, και απέκτησα τη βεβαιότητα ότι ο Παντοδύναμος Θεός είναι ο ένας και αληθινός Θεός που μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα από τη θάλασσα του πόνου! Παρ’ όλα αυτά, την εποχή ακριβώς που απολάμβανα την αγάπη του Θεού, η κυβέρνηση του ΚΚΚ με συνέλαβε και με καταδίωξε παράνομα και κατέστρεψε την ευτυχή και χαρούμενη ζωή μου.

Στις 12 Αυγούστου του 2003, μέσα στη νύχτα, και ενώ κοιμόμουν βαθιά, πετάχτηκα ξαφνικά πάνω από τρομερά γρονθοκοπήματα στην πόρτα, και άκουσα κάποιον να φωνάζει: «Ανοίξτε! Ανοίξτε!» Προτού καν καταφέρω να ντυθώ, άκουσα έναν δυνατό γδούπο, η πόρτα του διαμερίσματός μου άνοιξε απότομα και έξι βίαιοι και κτηνώδεις αστυνομικοί όρμησαν μέσα. Ταραγμένη, εγώ ρώτησα: «Τι συμβαίνει;» Ο επικεφαλής αστυνομικός μου φώναξε: «Μην κάνεις τη χαζή!» Εν συνεχεία, με μια κίνηση του χεριού του, ούρλιαξε: «Κάντε το μέρος φύλλο και φτερό!» Διάφοροι αστυνομικοί άρχισαν, τότε, να ψάχνουν μέσα στις ντουλάπες και τα ντουλάπια μου, σαν να ήταν ληστές. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα κατσαρολικά, τα ρούχα, τα στρωσίδια, τα τρόφιμά μου... τα πάντα είχαν πεταχτεί στο πάτωμα και στο διαμέρισμά μου επικρατούσε το απόλυτο χάος. Αφού έψαξαν το σπίτι μου, με έσπρωξαν και με έσυραν σε ένα περιπολικό. Πήραν ένα CD player που είχα μόλις αγοράσει 240 γιουάν, 80 γιουάν σε μετρητά, καθώς και μια στοίβα βιβλία με τα λόγια του Θεού. Ούτε στα όνειρά μου δεν θα μπορούσα να φανταστώ τέτοια σκηνή: Αυτά συνέβαιναν μόνο στα σίριαλ της τηλεόρασης, κι όμως τώρα συνέβαιναν σ’ εμένα. Ήμουν απίστευτα πανικόβλητη και φοβισμένη, και η καρδιά μου ήταν έτοιμη να σπάσει. Προσευχόμουν συνεχώς στον Θεό, ζητώντας Του να με προστατεύσει, ώστε να παραμείνω ακλόνητος στην μαρτυρία μου γι’ Αυτόν, και να πεθάνω προτού να ξεπουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου και γίνω Ιούδας. Τότε ακριβώς, ξεπήδησαν στο μυαλό μου τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού: «Δεν πρέπει να φοβάσαι το ένα και τ’ άλλο. Όσες δυσκολίες και κινδύνους κι αν αντιμετωπίσεις, θα παραμείνεις σταθερός ενώπιόν Μου· να μη σε εμποδίζει τίποτα, ώστε να μπορεί να πραγματοποιηθεί το θέλημά Μου. […] Μη φοβάσαι· με την υποστήριξή Μου, ποιος θα μπορούσε ποτέ να κλείσει τον δρόμο; Να το θυμάσαι αυτό! Να θυμάσαι!» («Κεφάλαιο 10» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού πρόσφεραν μεγάλη παρηγοριά και βοήθησαν την καρδιά μου σιγά-σιγά να ηρεμήσει. Με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι Εκείνος στον οποίο πίστευα, ήταν ο Ηγέτης που δημιούργησε όλα τα πράγματα στον ουρανό και στη γη, ότι όλα βρίσκονται στα χέρια Του, ότι ο Σατανάς και οι δαίμονες είναι κάτω από τα πόδια Του και ότι, χωρίς την άδεια του Θεού, ο Σατανάς δεν μπορούσε να μου κάνει τίποτε. Τώρα, βρισκόμουν σε μια κρίσιμη στιγμή στη μάχη του Θεού με τον Σατανά: Τώρα ο Θεός χρειαζόταν από εμένα να παραμείνω ακλόνητος στη μαρτυρία μου, και είχε έρθει η ώρα να βιώσω τα λόγια Του και να αποκτήσω την αλήθεια· ήξερα ότι έπρεπε να πάρω θέση και να κάνω πράξη σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να υποκλιθώ ή να υποχωρήσω στον Σατανά!

Το περιπολικό ηχούσε διαπεραστικά σαν να ούρλιαζε στην αυλή του αστυνομικού τμήματος. Αμέσως μόλις σταματήσαμε, οι αστυνομικοί με τράβηξαν βίαια έξω από το αυτοκίνητο. Κουτρουβάλησα μπροστά με τα χέρια μου τεντωμένα, και σταμάτησα μόνο όταν κοπάνησα πάνω σε έναν τοίχο. Τους άκουσα να γελούν υστερικά πίσω μου. Εν συνεχεία, με έσπρωξαν μέσα σε ένα δωματιάκι και, προτού προλάβω να ξαναβρώ την ανάσα μου, ένας από τους αστυνομικούς διάβασε έναν κατάλογο με ονόματα και με ρώτησε αν γνώριζα κάποιο από αυτά. Βλέποντας ότι δεν απαντούσα, με περικύκλωσαν, γρονθοκοπώντας, κλωτσώντας, και βρίζοντάς με καθ’ όλη τη διάρκεια. Μετά, ένας κακός αστυνομικός με άρπαξε από τα μαλλιά και με σήκωσε πάνω, κι ύστερα με χαστούκισε άγρια δύο φορές. Το κεφάλι μου γύρισε και τα μάτια μου θόλωσαν, και κατακόκκινο αίμα κύλησε αργά από την άκρη του στόματός μου.

Τότε, ένας από τους αστυνομικούς έβγαλε ένα χαρτί με έναν κατάλογο ονομάτων, το πέταξε μπροστά μου και είπε με μανία: «Τα ξέρεις τα ονόματα αυτών των ανθρώπων, έτσι δεν είναι; Πώς λέγεσαι;» Εκείνη τη στιγμή πονούσα τόσο πολύ που δεν μπορούσα καν να μιλήσω και, βλέποντας ότι δεν επρόκειτο να απαντήσω, τρεις κακοί αστυνομικοί χίμηξαν πάνω μου χτυπώντας και κλωτσώντας με ξανά, ώσπου έχασα τις αισθήσεις μου.

Νωρίς το επόμενο πρωί, οι κακοί αστυνομικοί με πήγαν σε μια αίθουσα ανακρίσεων στο Τμήμα Εγκληματολογικών Ερευνών του Γραφείου Δημόσιας Ασφάλειας. Όταν μπήκα στο δωμάτιο, είδα πολλούς μεγαλόσωμους άντρες που με κοιτούσαν σαν να ήθελαν να με σκοτώσουν. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με κάθε είδους εργαλεία βασανιστηρίων, και το σκηνικό με το οποίο ήρθα αντιμέτωπη, με έκανε αμέσως να αισθανθώ νευρικότητα —ένιωθα λες και είχα πέσει σε πηγάδι με δαίμονες. Ήμουν απόλυτα τρομοκρατημένη, και αισθήματα φόβου και ανασφάλειας με έπληξαν εκ νέου. Είπα μέσα μου: «Χθες με βασάνισαν με τέτοιον τρόπο, και δεν ήταν καν η επίσημη ανάκριση. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγω από αυτό που πρόκειται να συμβεί σήμερα. Θα καταφέρω να αντέξω αν με βασανίσουν σκληρά;» Απηύθυνα μια ειλικρινή προσευχή στον Θεό: «Θεέ μου, είμαι τόσο τρομαγμένη αυτή τη στιγμή, που φοβάμαι ότι δεν θα είμαι ικανή να αντέξω τα μαρτύρια στα οποία θα με υποβάλουν αυτοί οι δαίμονες και ότι θα χάσω τη μαρτυρία μου. Σε παρακαλώ, προστάτεψε την καρδιά μου. Προτιμώ να με χτυπήσουν μέχρι θανάτου, παρά να Σε προδώσω!» Ένας στίχος από τα λόγια του Θεού ήρθε, τότε, στο μυαλό μου: «Εκείνοι που βρίσκονται στην εξουσία μπορεί να δείχνουν μοχθηροί εξωτερικά, αλλά μη φοβάστε, καθότι αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχετε πολλή πίστη. Εφόσον η πίστη σας μεγαλώσει, τίποτα δεν θα είναι υπερβολικά δύσκολο» («Κεφάλαιο 75» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού φέρουν εξουσία και δύναμη. Αμέσως με γέμισαν με εσωτερική δύναμη, και σκέφτηκα: «Με τον Θεό στο πλάι μου, δεν φοβάμαι τίποτα. Όσο κι αν το παίζουν καμπόσοι, δεν είναι παρά τίγρεις από χαρτί, που φαίνονται άγριες μόνο από έξω. Δεν έχω να φοβάμαι τίποτε από αυτούς, καθώς τους έχει νικήσει ήδη ο Θεός». Τότε ακριβώς, ένας από τους κακούς αστυνομικούς φώναξε: «Πες μας ποια είναι η θέση σου στην εκκλησία! Σε ποιον δίνεις αναφορά;» Έχοντας τα λόγια του Θεού για στήριγμα, δεν ένοιωσα καθόλου φόβο, κι έτσι δεν απάντησα στις ερωτήσεις του. Βλέποντας ότι αρνιόμουν να απαντήσω, βρυχήθηκε σαν εξαγριωμένο θηρίο: «Σηκώστε όρθια αυτήν την παλιοβρόμα! Στηρίξτε τη στις μύτες των ποδιών της, για να καταλάβει καλά πόσο σοβαροί είμαστε!» Δύο κακοί αστυνομικοί έπεσαν, τότε, πάνω μου, μου έστριψαν βίαια τα χέρια πίσω από την πλάτη και τα σήκωσαν ψηλά. Αμέσως ένοιωσα σαν να με έσκιζαν στα δύο και ούρλιαξα, και έχασα τις αισθήσεις μου... Όταν συνήλθα, είδα ότι βρισκόμουν πεσμένη στο πάτωμα και η μύτη μου έτρεχε αίμα. Κατάλαβα ότι, όταν λιποθύμησα, οι κακοί αστυνομικοί απλά με πέταξαν στο πάτωμα. Βλέποντας ότι είχα ξυπνήσει, με έσυραν, στη συνέχεια, σε ένα δωμάτιο που ήταν τόσο σκοτεινό, ώστε δεν έβλεπα ούτε το χέρι μου, όταν το έφερνα μπροστά στα μάτια μου. Το δωμάτιο ήταν κατασκότεινο, κρύο και υγρό, βρομούσε ούρα και σχεδόν αδυνατούσα να αναπνεύσω. Ένας από τους κακούς αστυνομικούς είπε σαρκαστικά, καθώς έκλεινε την πόρτα: «Σκέψου το καλά. Αν δεν τα ξεράσεις όλα, θα σε αφήσουμε νηστική μέχρι να πεθάνεις». Εγώ κατέρρευσα στο παγωμένο πάτωμα. Το σώμα μου πονούσε παντού και δεν μπορούσα παρά να νοιώθω αδύναμη και πολύ απογοητευμένη. Σκεπτόμουν: «Η πίστη και η λατρεία προς τον Θεό αποτελεί αμετάβλητο νόμο για τα δημιουργήματα, άρα γιατί είναι κακό να πιστεύει κανείς στον Παντοδύναμο Θεό; Η πίστη στον Θεό μάς επιτρέπει να βαδίζουμε στο σωστό μονοπάτι, και τούτο δεν είναι ούτε παράνομο ούτε έγκλημα. Κι όμως, αυτή η συμμορία των διαβόλων με μεταχειρίζεται σαν να έχω διαπράξει έγκλημα που αξίζει τη θανατική ποινή. Είναι άκρως απαράδεκτο!» Καθώς υπέφερα μέσα στον πόνο μου, μου ήρθε στο μυαλό ένας ύμνος από τα λόγια του Θεού: «Κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει το έργο που έχει γίνει σ’ εσάς και τις ευλογίες που έχουν δοθεί μέσα σας, και κανείς δεν μπορεί να πάρει όλα όσα σας έχουν δοθεί. […] Εξαιτίας αυτού, πρέπει να είστε ακόμη πιο αφοσιωμένοι και πιστοί στον Θεό. Επειδή ο Θεός σε εξυψώνει, πρέπει να ενισχύσεις τις προσπάθειές σου και να προετοιμάσεις το ανάστημά σου να δεχτείς τις αποστολές Του. Πρέπει να παραμείνεις σταθερός στη θέση που σου έδωσε ο Θεός, να επιδιώξεις να γίνεις ένας από τους ανθρώπους Του, να αποδεχθείς την εκπαίδευση της Βασιλείας, να αποτελέσεις απόκτημα του Θεού και, τελικά, να γίνεις λαμπρός μάρτυράς Του. Εάν έχεις λάβει τέτοιες αποφάσεις, τότε σίγουρα θα αποτελέσεις απόκτημα του Θεού στο τέλος και θα γίνεις λαμπρός μάρτυράς Του. Πρέπει να κατανοήσεις ότι η κυριότερη αποστολή είναι να αποτελέσεις απόκτημα του Θεού και να γίνεις λαμπρός μάρτυράς Του. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού» («Δεν μπορείς να μην ανταποκριθείς στο θέλημα του Θεού» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Συνέχισα να τον ψέλνω από μέσα μου, και σε ολόκληρο το σώμα μου απλώθηκε μια ζεστασιά. Ένοιωθα λες κι ο Θεός, ανησυχώντας μήπως φανώ αδύναμη, πέσω κάτω και χάσω την πίστη μου, βρισκόταν ακριβώς δίπλα μου, παρηγορώντας και εμψυχώνοντάς με σαν στοργική μητέρα, νουθετώντας και κατευθύνοντάς με τρυφερά. Ήταν λες και μου έλεγε ότι η οδυνηρή κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, αποτελούσε εκπαίδευση για τη βασιλεία, ότι ήταν μια νικητήρια μαρτυρία επί του Σατανά προκειμένου να λάβω την αιώνια ευλογία του Θεού, ότι ήταν ο πλέον πολύτιμος πλούτος στη ζωή που μπορούσε να δώσει ποτέ ο Θεός, και ότι αποτελούσε μια όμορφη μαρτυρία που γινόταν ειδικά για την είσοδο στη βασιλεία. Ήμουν τόσο συγκινημένη, που δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου, και σκέφτηκα: «Παντοδύναμε Θεέ, θα θυμάμαι καλά αυτό που μου έχεις εμπιστευτεί να κάνω και δέχομαι να αναλάβω αυτήν την εκπαίδευση. Θα συνεργαστώ ειλικρινά μαζί Σου και θα γίνω λαμπρή μάρτυράς Σου, και δεν θα φανώ δειλή, επιτρέποντας στον εαυτό μου να γίνει περίγελως του Σατανά!»

Το πρωί της τρίτης ημέρας, κάμποσοι αστυνομικοί με πήραν και πάλι στην αίθουσα ανακρίσεων. Ένας κακός αστυνομικός αξιωματούχος με χτύπησε στο κεφάλι με το κλομπ του και, χαμογελώντας ψεύτικα, είπε: «Το ξανασκέφτηκες;» Εν συνεχεία, μου έδειξε μια λίστα με ονόματα μελών της εκκλησίας και μου ζήτησε να τα αναγνωρίσω. Προσευχήθηκα σιωπηρά στον Θεό: «Παντοδύναμε Θεέ, ο Σατανάς έρχεται και πάλι να με βάλει σε πειρασμό, και προσπαθεί να με κάνει να προδώσω Εσένα και να ξεπουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Αρνούμαι κατηγορηματικά να κάνω μια ποταπή ζωή ως Ιούδας. Το μόνο που Σου ζητώ είναι να προστατέψεις την καρδιά μου και να με καταραστείς, έτσι και κάνω οτιδήποτε για να Σε προδώσω!» Αμέσως ένοιωσα να γεμίζω δύναμη μέσα μου, και είπα αποφασιστικά: «Δεν ξέρω κανέναν τους!» Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου, και δύο κακοί αστυνομικοί χίμηξαν πάνω μου. Ο ένας μου τράβηξε το ένα πόδι, και ο άλλος μου ποδοπάτησε το γόνατο με ένα σκληρό, δερμάτινο παπούτσι. Καθώς με ποδοπατούσε, έλεγε λυσσαλέα: «Δεν ξέρεις κανέναν, ε; Αλήθεια δεν ξέρεις κανέναν;» Ο απίστευτος πόνος με έκανε να χάσω και πάλι τις αισθήσεις μου. Δεν ξέρω πόσην ώρα έμεινα αναίσθητη, προτού με συνεφέρουν, ρίχνοντάς μου παγωμένο νερό. Μόλις συνήλθα, ένας κακός αστυνομικός μού έριξε μια γροθιά στο στήθος χτυπώντας με τόσο δυνατά, που πέρασε πολλή ώρα μέχρι να καταφέρω να ανασάνω ξανά. Ένας άλλος κακός αστυνομικός με άρπαξε, τότε, από τα μαλλιά, με έσυρε σε μια μεταλλική καρέκλα και με έδεσε εκεί με χειροπέδες, για να μην μπορώ να κουνηθώ. Μετά, μου έδεσε τα μάτια με ένα βρόμικο κουρέλι. Μια μου τραβούσαν τα αφτιά προς τα πάνω με όλη τους τη δύναμη, και μια μου ποδοπατούσαν τα πόδια όσο πιο δυνατά μπορούσαν —ο ανυπόφορος πόνος με έκανε να κραυγάζω σπασμωδικά. Βλέποντάς με καταβεβλημένη από τον πόνο και την οδύνη, η συμμορία των κακών αστυνομικών γελούσε δυνατά. Το γέλιο τους ακουγόταν σαν να αντηχούσε από τα έγκατα της κολάσεως —ήταν τρομερό στο άκουσμα κι έκανε την καρδιά μου να τρέμει. Αντιμέτωπη με τέτοια σκληρότητα, είδα στ’ αλήθεια ξεκάθαρα ότι αυτή η «Λαϊκή Αστυνομία», όπως είχε ανακηρυχθεί από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, ήταν όλοι τους άγρια, κακά κτήνη. Ήταν δαίμονες που τριγυρνούσαν μόνο για να βλάπτουν τους ανθρώπους! Πάντα σκεπτόμουν τους αστυνομικούς ως ήρωες που υπερασπίζονταν τη δικαιοσύνη, που έχωναν μέσα τους κακούς και κρατούσαν ασφαλείς τους καλούς ανθρώπους, και ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να καταφεύγουν στην αστυνομία κάθε φορά που κινδύνευαν ή είχαν πρόβλημα. Παρόλο που, από τότε που άρχισα να πιστεύω στον Θεό, με είχαν συλλάβει και καταδιώξει, ποτέ δεν τους είχα σκεφτεί πραγματικά σαν τον διάβολο Σατανά. Τώρα, ο Παντοδύναμος Θεός μού είχε αποκαλύψει ο ίδιος την πραγματική αλήθεια, και τότε μόνο είδα ότι έφεραν τα άγρια και κακόβουλα πρόσωπα σατανικών δαιμόνων. Μέσα μου, ευχαρίστησα σιωπηλά τον Παντοδύναμο Θεό που μου άνοιξε επιτέλους τα πνευματικά μου μάτια και μου επέτρεψε να δω ξεκάθαρα τη διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους· ένοιωσα ότι όλος αυτός ο πόνος άξιζε τον κόπο, προκειμένου να γνωρίζω κάτι τέτοιο! Αν ο Θεός δεν το είχε πράξει αυτό, ποτέ δεν θα είχα αφυπνιστεί από τα ψέματα και την απάτη του Σατανά, και θα μου ήταν σχεδόν αδύνατον να ξεφύγω από τη σκοτεινή επιρροή του Σατανά και να επιτύχω τη σωτηρία του Θεού.

Μετά από λίγο, ο κακός αστυνομικός αξιωματούχος ρώτησε: «Ούτε τώρα μιλάς; Θα μιλήσεις ή όχι;» Βλέποντας ότι δεν έλεγα τίποτα, δύο κακοί αστυνομικοί με πλησίασαν, κράτησαν το κεφάλι μου ακίνητο κι άρχισαν να μου βγάζουν τα φρύδια. Ένας από τους άνδρες που με κρατούσαν, με χαστούκισε σκληρά δυο-τρεις φορές, χτυπώντας με τόσο δυνατά που μου ήρθε ζάλη. Ο εξευτελισμός και ο πόνος μού προκάλεσαν αισθήματα θλίψης αλλά και μίσους και, από τη ντροπή του όλου πράγματος, έβαλα τα κλάματα. Πόσο μισούσα αυτά τα ασυνείδητα κτήνη που βλασφημούσαν τον Θεό! Μέσα στον πόνο μου, συλλογίστηκα ότι, προκειμένου να λυτρώσει την ανθρωπότητα, ο Κύριος Ιησούς υπέμεινε τον εξευτελισμό, την περιφρόνηση και τα χτυπήματα από τους στρατιώτες, αλλά και τη σταύρωση, και αναλογίστηκα τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις και προτροπές του Θεού: «Ίσως όλοι σας θυμάστε αυτά τα λόγια: “Διότι η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης”. Στο παρελθόν, όλοι σας είχατε ακούσει αυτό το ρητό, όμως κανείς δεν κατάλαβε το αληθινό νόημα των λέξεων. Σήμερα, γνωρίζετε καλά την αληθινή τους σημασία» («Είναι το έργο του Θεού τόσο απλό όσο φαντάζεται ο άνθρωπος;» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού έφεραν μεγάλη παρηγοριά στην καρδιά μου, και συνειδητοποίησα ότι ο Θεός δεν επρόκειτο να ξεχάσει την ταπείνωση και τον πόνο που υπέφερα τώρα· ο πόνος αυτός ήταν για να επιτευχθεί η αλήθεια, αποτελούσε λαμπρή μαρτυρία και ήταν ευλογία στη ζωή μου. «Βλέποντας με την ίδια βεβαιότητα που πιστεύω στον Θεό», σκέφτηκα, «τότε πρέπει να έχω την πίστη και το θάρρος να δεχτώ την ευλογία του Θεού και πρέπει να διαθέτω τα κότσια να γίνω μάρτυρας για τη νίκη του Θεού». Τότε ακριβώς, η έκφραση του αστυνομικού αξιωματούχου άλλαξε, και είπε: «Πες μας αυτό που θέλουμε να μάθουμε κι εγώ θα σε αφήσω να φύγεις αμέσως». Τον κοίταξα με περιφρόνηση, και είπα: «Πάνω από το πτώμα μου!» Έξω φρενών, εκείνος διέταξε τους δύο κακούς αστυνομικούς να με σύρουν πίσω στο σκοτεινό κελί.

Έπειτα από μια σειρά σκληρών βασανιστηρίων, ήμουν κακοποιημένη και μελανιασμένη, και δεν μου είχε απομείνει στάλα δύναμης. Ειδικά τα χέρια και τα πόδια μου ήταν τόσο πρησμένα, που δεν τολμούσα να τα κουνήσω καθόλου. Χωρίς καθόλου δυνάμεις, έμεινα κουλουριασμένη εκεί, σαν αρνί προς σφαγή. Όποτε σκεφτόμουν τα κτηνώδη πρόσωπα και τα απαίσια χαμόγελα των κακών αστυνομικών, όταν κρατούσαν εκείνα τα εργαλεία βασανιστηρίων, το μυαλό μου αναπόφευκτα πλημμύριζε με άγχος. Ειδικά όταν άκουγα βήματα να πλησιάζουν στο κελί μου, η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Τρόμος και φόβος με καταλάμβαναν τότε, και ένοιωθα αβοήθητη κι εγκαταλελειμμένη. Πόσο πολύ έκλαιγα! Κι εξομολογήθηκα στον Θεό τα εξής: «Παντοδύναμε Θεέ μου! Φοβάμαι τόσο πολύ αυτήν τη στιγμή, και νοιώθω πολύ αδύναμη. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σώσε με, Σε παρακαλώ. Δεν θέλω να μείνω άλλο σε αυτό το κολασμένο μέρος». Έτσι όπως ένοιωθα αδύναμη και αποκαρδιωμένη, τα λόγια του Θεού βγήκαν από μέσα μου, εμψυχώνοντας και παρηγορώντας με: «Σε αυτόν τον αχανή κόσμο, ποιος έχει προσωπικά εξεταστεί από Μένα; […] Γιατί έκανα επανειλημμένες αναφορές στον Ιώβ; Και γιατί αναφέρθηκα στον Πέτρο τόσες πολλές φορές; Έχετε αντιληφθεί ποτέ τις ελπίδες Μου για εσάς; Θα πρέπει να αφιερώσετε περισσότερο χρόνο για να αναλογιστείτε τέτοια πράγματα» («Κεφάλαιο 8» του «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν πίστη και δύναμη. «Ναι!» σκέφτηκα. «Σε όλον τον ουρανό και τη γη, ποιος, μεταξύ των ανθρώπων, δύναται να πράξει όπως εμείς, και να αποδεχθεί προσωπικά τη δοκιμή του Θεού σε τούτη τη φωλιά του διαβόλου Σατανά; Ποιος μπορεί να ανυψωθεί από τον Θεό και να έχει την τύχη να υποβληθεί σε αυτήν τη δοκιμασία του πυρός, πολιορκούμενος από παντού από λεγεώνες διαβόλων; Είμαι απόλυτα αδύναμη και ανίσχυρη κι όμως, σήμερα, ο Θεός μού δίνει τόση αγάπη. Είναι τιμή μου, αλλά και ευλογία της ζωής μου το να είμαι εκλεκτή του Θεού. Δεν μπορώ να ξεφύγω από τούτη τη δοκιμασία, ούτε και πρέπει να το προσπαθήσω. Αντιθέτως, πρέπει να έχω αξιοπρέπεια, να πάρω σταθερά θέση ενώπιον του Σατανά όπως ο Ιώβ και ο Πέτρος, να χρησιμοποιήσω τη ζωή μου για να γίνω μάρτυρας για τον Θεό και να υποστηρίξω το όνομά Του, και να μην Του προκαλέσω θλίψη ή απογοήτευση». Εκείνη τη στιγμή, η καρδιά μου γέμισε με ευγνωμοσύνη και υπερηφάνεια. Ένοιωθα ότι το γεγονός ότι ήμουν αρκετά τυχερή σε τούτη τη ζωή, ώστε να υποβληθώ σε τέτοια βάσανα και δοκιμασίες, ήταν κάτι απίστευτα εξαιρετικό και σημαντικό!

Η τέταρτη μέρα ήρθε και, για άλλη μια φορά, αρπάζοντας τον κατάλογο με τα μέλη της εκκλησίας, ο κακός αστυνομικός αξιωματούχος με πίεσε με το δάχτυλό του, λέγοντας: «Πες μου όλους όσους ξέρεις και ποιος είναι ο επικεφαλής σας. Αν μου πεις, θα σε αφήσω να φύγεις. Αν όχι, τότε θα πεθάνεις εδώ!» Καθώς είδε ότι και πάλι δεν επρόκειτο να του πω τίποτε, φώναξε: «Εμπρός, κρεμάστε την με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Αποτελειώστε την!» Αμέσως, δύο υφιστάμενοι μού έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη και με κρέμασαν από αυτά με ένα σχοινί, ώστε να μπορώ να πατώ μόνο στις μύτες των ποδιών μου. Εν συνεχεία, χρησιμοποιώντας πότε απειλές πότε προτροπές, ο αστυνομικός αξιωματούχος είπε: «Τι σε ωφελεί η τόση αντίσταση; Πρέπει να κατανοήσεις την πραγματικότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεσαι. Η Κίνα ανήκει στο Κομμουνιστικό Κόμμα και ό,τι λέμε, αυτό ισχύει. Αν μας πεις αυτά που θέλουμε να μάθουμε, θα σε αφήσω να φύγεις αμέσως, και μπορώ ακόμα και να κανονίσω να βρεις δουλειά. Αν όχι, θα μιλήσω για εσένα στο σχολείο του γιου σου και θα κανονίσω να αποβληθεί...». Ακούγοντας τα αδιάντροπα λόγια του, αισθάνθηκα θλίψη αλλά και αγανάκτηση. Προκειμένου να διακόψει και να καταστρέψει το έργο του Θεού και να διαλύσει τις πιθανότητές μας να επιτύχουμε τη σωτηρία, η κυβέρνηση του ΚΚΚ είναι διατεθειμένη να καταβάλει κάθε προσπάθεια και να διαπράξει οποιοδήποτε κακό! Όπως ακριβώς λένε και τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού: «Σε μια σκοτεινή κοινωνία σαν κι αυτήν, όπου οι δαίμονες είναι ανελέητοι και απάνθρωποι, πώς θα μπορούσε ο βασιλιάς των δαιμόνων, ο οποίος σκοτώνει ανθρώπους εν ριπή οφθαλμού, να ανεχτεί την ύπαρξη ενός Θεού που είναι αξιαγάπητος, ευγενικός, αλλά και άγιος; Πώς θα μπορούσε να χειροκροτεί και να ζητωκραυγάζει για την άφιξη του Θεού; Αυτοί οι λακέδες! Ανταποδίδουν την καλοσύνη με μίσος, εδώ και καιρό έχουν απαξιώσει τον Θεό, Τον κακομεταχειρίζονται, είναι σε ακραίο βαθμό βάναυσοι, δεν έχουν την παραμικρή εκτίμηση για τον Θεό, λεηλατούν και πλιατσικολογούν, έχουν χάσει κάθε ευσυνειδησία και μέσα τους δεν υπάρχει το ελάχιστο ίχνος καλοσύνης, ενώ παρασύρουν τους αθώους στην ανοησία. […] Θρησκευτική ελευθερία; Τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των πολιτών; Όλα είναι κόλπα συγκάλυψης της αμαρτίας!» («Έργο και είσοδος (8)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, απέκτησα απολύτως ξεκάθαρη άποψη για το άσχημο πρόσωπο της κυβέρνησης του ΚΚΚ, και είδα τα διεστραμμένα και αποτρόπαια εγκλήματά της εναντίον του Ουρανού. Το ΚΚΚ είναι ο εχθρός που μισεί τον Θεό και εναντιώνεται σ’ Αυτόν σταθερά, και είναι ο απολύτως αιώνιος, κύριος εχθρός μου —δεν υπήρχε καμία περίπτωση να υποκύψω! Βλέποντας ότι παρέμενα σιωπηλή, με άφησαν να κρέμομαι εκεί και, σιγά-σιγά, έχασα τις αισθήσεις μου: Με άφησαν να κρέμομαι εκεί μια ολόκληρη μέρα και μια ολόκληρη νύχτα. Όταν με κατέβασαν, το μόνο που μπορούσα να νοιώσω ήταν ότι κάποιος άγγιζε τη μύτη μου. Όταν αυτός ο κάποιος είδε ότι ακόμα ανέπνεα, με παράτησε εκεί, στο πάτωμα. Μέσα από την ομίχλη που μου σκότιζε το μυαλό, τους άκουσα να λένε: «Ξέμεινα από ιδέες. Έχω μείνει κατάπληκτος από την αντοχή αυτής της βρομιάρας. Είναι πιο σκληρή από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτοί οι πιστοί του Παντοδύναμου Θεού είναι πράγματι το κάτι άλλο!» Ακούγοντάς τους, ένοιωσα ένα ανείπωτο αίσθημα να αναδεύεται μέσα μου, και δεν μπορούσα παρά να εκφράσω τις ευχαριστίες και τους αίνους μου προς τον Θεό, γιατί Εκείνος ήταν που με είχε καθοδηγήσει να νικήσω τον Σατανά.

Ήμουν φυλακισμένη στο σκοτεινό κελί του Γραφείου Δημόσιας Ασφάλειας για οκτώ ημέρες. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ σκαρφίστηκε κάθε τέχνασμα και χρησιμοποίησε κάθε κόλπο που υπάρχει και, παρ’ όλα αυτά, από εμένα δεν πήρε καμία από τις πληροφορίες που ήθελε. Στο τέλος, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι κακοί αστυνομικοί, ήταν να με στείλουν στο κρατητήριο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εκμεταλλεύτηκαν τις ευκαιρίες που τους πρόσφεραν οι επισκέψεις της οικογένειάς μου, για να αποσπάσουν εκβιαστικά 3.000 γιουάν από τον σύζυγό μου. Είχα πιστέψει ότι το κρατητήριο θα ήταν λίγο καλύτερο, αλλά έκανα λάθος. Στο γεμάτο μίσος για τον Θεό κινέζικο έθνος, η κάθε γωνιά είναι κατασκότεινη και γεμάτη βία, σκληρότητα και φόνο. Ένα τέτοιο μέρος απλά δεν επιτρέπει την ύπαρξη της αλήθειας, ούτε καν υφίσταται χώρος για να σταθεί ένας πιστός του Παντοδύναμου Θεού. Η ζωή στο κρατητήριο ήταν σαν να δραπετεύει κανείς από το τηγάνι μόνο και μόνο για να πέσει στη φωτιά. Οι κακοί αστυνομικοί ήταν ακόμα απρόθυμοι να παραδεχτούν την ήττα τους, οπότε, μετά την άφιξή μου εκεί, συνέχισαν να με ανακρίνουν. Επειδή δεν μου είχαν αποσπάσει καμία από τις πληροφορίες που ήθελαν, τρεις αστυνομικοί όρμησαν αμέσως πάνω μου και με ξυλοφόρτωσαν γερά. Νέες αμυχές και μώλωπες προστέθηκαν στις παλιές που δεν είχαν ακόμα επουλωθεί, και με χτύπησαν πολύ άσχημα μέχρι που με παράτησαν στο πάτωμα, ξαπλωμένη μπρούμυτα και ανίκανη να κουνηθώ. Ο αρχηγός της αστυνομίας έσκυψε και, δείχνοντας με το δάχτυλό του το κεφάλι μου, με απείλησε λέγοντας: «Αν δεν ομολογήσεις, μην περιμένεις να βγεις ζωντανή από εδώ μέσα!» Ένας κακός αστυνομικός ήρθε καταπάνω μου και με κλώτσησε δυνατά μερικές ακόμα φορές και μετά, δυο υφιστάμενοι με έσυραν στην αυλή και με έδεσαν σε έναν τηλεφωνικό στύλο. Έμεινα δεμένη εκεί για μια ολόκληρη μέρα χωρίς να πιώ ούτε μια σταγόνα νερό, και το σώμα μου το κάλυπταν αμυχές και μώλωπες. Φοβούμενοι ότι μπορεί να πέθαινα εκεί, με έριξαν σε ένα κελί. Την ώρα που βρισκόμουν στο κατώφλι του θανάτου και ένοιωθα εντελώς αδύναμη, δυο αδελφές που πίστευαν στον Παντοδύναμο Θεό και που ήταν κι εκείνες φυλακισμένες στο κρατητήριο, έσπευσαν προς το μέρος μου. Ξεκούμπωσαν τα ρούχα τους, τα άνοιξαν και με αγκάλιασαν, χρησιμοποιώντας τη θερμότητα από τα ίδια τους τα σώματα για να με ζεστάνουν. Παρ’ όλο που ήμασταν εντελώς ξένες μεταξύ μας, η αγάπη του Θεού έφερε τις καρδιές μας κοντά. Μπορούσα να ακούσω τις ακαθόριστες κραυγές των αδερφών μου, και τους άλλους κρατούμενους να μας συζητούν, λέγοντας: «Αυτοί οι αστυνομικοί είναι εντελώς ανελέητοι! Οι άνθρωποι που πιστεύουν στον Παντοδύναμο Θεό είναι τόσο συμπονετικοί. Νόμιζα ότι είστε συγγενείς, αλλά στην πραγματικότητα δεν γνωρίζεστε καθόλου». Επίσης, άκουσα τις δυο αδελφές να λένε: «Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο και όλοι είμαστε μια οικογένεια...». Τελικά, ανέβασα υψηλό πυρετό, έπεσα βαριά άρρωστη και ένοιωθα ότι βρισκόμουν κοντά στον θάνατο. Οι κακοί αστυνομικοί δεν πρόσεξαν απολύτως τίποτα, αλλά οι αδελφές πλήρωσαν ένα υπέρογκο ποσό για να αγοράσουν από αυτούς μερικά ρούχα και φάρμακα. Περιποιούνταν τις πληγές μου με προσοχή και με φρόντιζαν καθημερινά. Υπό την προσεκτική φροντίδα τους, άρχισα σιγά-σιγά να βελτιώνομαι. Ήξερα ότι αυτή ήταν η αγάπη του Θεού: Παρόλο που ο Θεός είχε επιτρέψει να με πλήξουν δεινά, είχε πάντα επίγνωση της αδυναμίας και του πόνου μου και, μυστικά, είχε τακτοποιήσει τα πάντα για εμένα, ενορχηστρώνοντας τις δύο εκείνες αδελφές να με φροντίζουν και να με παρηγορούν. Παρηγορούσαμε και εμψυχώναμε η μία την άλλη και, με τις ίδιες επιθυμίες και στόχους κατά νου, η κάθε μια προσευχόταν κρυφά για τις άλλες, ζητώντας από τον Θεό να μας δίνει πίστη και δύναμη, ώστε, σε τούτη τη φωλιά των δαιμόνων, να μπορέσουμε να γίνουμε μάρτυρες για τη νίκη Του.

Η έλευση στο κρατητήριο ήταν σαν είσοδος σε επίγεια κόλαση· μέσα σε αυτούς τους τοίχους, βιώναμε μια απάνθρωπη ζωή. Το φαγητό δεν ήταν ποτέ αρκετό, κι έπρεπε να σκοτωνόμαστε στη δουλειά, δουλεύοντας από τις επτά το πρωί ως τις δέκα το βράδυ, προτού μπορέσουμε να επιστρέψουμε στα κελιά μας —κάθε μέρα εξαντλούμασταν ολοκληρωτικά και όλη μας η ενέργεια χανόταν. Αλλά επειδή μπορούσα να συναναστρέφομαι συχνά με τις δύο αδελφές πάνω στα λόγια του Θεού, παρ’ όλο που η σάρκα μου υπέφερε πολύ και ήταν πάντα εξαντλημένη, η καρδιά μου αισθανόταν αναπαυμένη και γεμάτη φως. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, συχνά ερχόταν στο μυαλό μου ο εξής ύμνος από τα λόγια του Θεού: «Έτσι, κατά τις έσχατες αυτές ημέρες, πρέπει να γίνετε μάρτυρες του Θεού. Άσχετα από το πόσο υποφέρετε, θα πρέπει να προχωρήσετε μέχρι το τέλος και, ακόμα και στην τελευταία σας πνοή, πρέπει να είστε ακόμα πιστοί στον Θεό, να είστε στο έλεός Του. Μόνο έτσι αγαπά κανείς αληθινά τον Θεό και μόνο αυτή είναι η δυνατή και ηχηρή μαρτυρία» («Επιδίωκε να αγαπάς τον Θεό όσο πολύ κι αν υποφέρεις» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Όποτε έψελνα τον συγκεκριμένο ύμνο, αισθανόμουν μια απίστευτη δύναμη να με στηρίζει και, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, η εξάντληση, η κατάθλιψη και ο πόνος που ένοιωθα μέσα μου, χάνονταν. Ταυτόχρονα, κατάφερα να συνειδητοποιήσω, επίσης, ότι η ικανότητά μου να υποφέρω αυτόν τον πόνο, ήταν η μεγαλύτερη καλοσύνη και η μεγαλύτερη ευλογία που μπορούσε να μου δώσει ο Θεός. Όσο μεγάλο κι αν γινόταν το μαρτύριό μου, ήμουν αποφασισμένη να ακολουθώ τον Θεό ως το τέλος, κι ακόμα και με την τελευταία μου ανάσα, εγώ θα επιδίωκα να αγαπώ και να ικανοποιώ τον Θεό. Εμψυχωμένη από την αγάπη του Θεού, άντεξα στο κρατητήριο 20 σχεδόν αφόρητες μέρες. Σε εκείνη τη σκοτεινή φωλιά των τεράτων, το φως της ζωής από τον Παντοδύναμο Θεό διέλυσε τα σκοτάδια και με βοήθησε να συνεχίσω να Τον δοξάζω και να απολαμβάνω την παροχή ζωής από τα λόγια Του —τούτη ήταν η μεγαλύτερη αγάπη και σωτηρία που μπορούσε να μου δώσει ο Θεός. Όταν τελικά με αποφυλάκισαν, οι κακοί αστυνομικοί και πάλι με απείλησαν αδιάντροπα, λέγοντας: «Όταν πας σπίτι, ούτε να το σκεφτείς να πεις σε κανέναν τι σου συνέβη εδώ!» Η θέα των κακών αστυνομικών με τα ανθρώπινα πρόσωπα και τις κτηνώδεις καρδιές, της ασχήμιας της προθυμίας τους να κάνουν κακά πράγματα αλλά να μην αναλαμβάνουν την ευθύνη για αυτά, ενίσχυσε περαιτέρω την πίστη μου και την αποφασιστικότητά μου να απαρνηθώ τον Σατανά και να ακολουθήσω τον Θεό και να γίνω μάρτυρας για Αυτόν. Πήρα την απόφαση να συνεργαστώ με τον Θεό και να διαδώσω το ευαγγέλιο, να φέρω στο φως περισσότερες αδελφές ψυχές που ζουν υπό τη σφαίρα επιρροής του διαβόλου Σατανά, έτσι ώστε και αυτοί να μπορούν να λάβουν την αγάπη και τη σωτηρία του Δημιουργού.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εμπειρίας του ανελέητου διωγμού μου από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, ο Παντοδύναμος Θεός ήταν Εκείνος που με οδήγησε βήμα-βήμα να νικήσω την πολιορκία των δαιμόνων και να βγω από τη φωλιά των τεράτων του Σατανά. Τούτο με έκανε να φτάσω σε μια σοβαρή συνειδητοποίηση: Όσο άγριος, σκληρός και αχαλίνωτος κι αν είναι ο Σατανάς, πάντοτε θα είναι ο κατατροπωθείς εχθρός του Θεού, και μόνο ο Παντοδύναμος Θεός αποτελεί την ύψιστη εξουσία που μπορεί να είναι η αφοσιωμένη ενίσχυσή μας, που μπορεί να μας οδηγήσει να νικήσουμε τον Σατανά και τον θάνατο, και που μπορεί να μας επιτρέψει να ζήσουμε με αποφασιστικότητα στο φως του Θεού. Όπως λέει ο Παντοδύναμος Θεός: «Η ζωτική δύναμη του Θεού υπερνικά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Επιπλέον, ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Η ζωή Του είναι αιώνια, η δύναμή Του είναι εκπληκτική, και η ζωτική Του δύναμη δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί από οποιοδήποτε δημιουργημένο ον ή εχθρική δύναμη. Η ζωτική δύναμη του Θεού υφίσταται και εκπέμπει την εκπληκτική της λάμψη, ανεξαρτήτως χρόνου ή χώρου. Ο ουρανός και η γη μπορεί να υποστούν μεγάλες αλλαγές, όμως η ζωή του Θεού είναι πάντοτε η ίδια. Όλα τα πράγματα κάποτε πεθαίνουν, αλλά η ζωή του Θεού παραμένει, γιατί ο Θεός είναι η πηγή ύπαρξης των πάντων και η ρίζα της ύπαρξής τους» («Μόνο ο Χριστός των εσχάτων ημερών μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την οδό για την αιώνια ζωή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Από σήμερα και στο εξής, επιθυμώ να ακολουθώ πιστά τον Παντοδύναμο Θεό, να καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια να επιδιώκω την αλήθεια, και να κερδίσω την αιώνια ζωή που ο Θεός δίνει στον άνθρωπο.

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Περνώντας το απόγειο της νιότης στη φυλακή

Όλοι λένε ότι το απόγειο της νιότης μας είναι η πιο θαυμάσια και αγνή εποχή της ζωής. Ίσως για πολλούς, τα χρόνια αυτά να είναι γεμάτα όμορφες αναμνήσεις, αλλά αυτό που δεν περίμενα ποτέ ήταν να περάσω το απόγειο της δικής μου νιότης στη φυλακή. Μπορεί να με θεωρήσετε παράξενη, αλλά δεν το μετανιώνω. Παρόλο που ο χρόνος που πέρασα πίσω από τα κάγκελα ήταν γεμάτος πίκρα και δάκρυα, ήταν το πολυτιμότερο δώρο της ζωής μου και κέρδισα πάρα πολλά από αυτόν.

Ο λόγος του Θεού είναι η δύναμή μου στη ζωή

Στο παρελθόν, ήμουν βαθιά επηρεασμένος από τις παραδοσιακές αξίες της Κίνας και είχα βάλει σκοπό της ζωής μου το να αγοράσω ακίνητη περιουσία για τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Για να το επιτύχω αυτό, αφοσιώθηκα στο να μάθω για την τεχνολογία επισκευής αυτοκινήτων. Άνοιξα, επίσης, ένα συνεργείο αυτοκινήτων και η δουλειά πήγαινε πολύ καλά. Εκείνη την περίοδο της ζωής μου πίστευα ότι ήλεγχα τη μοίρα μου, έτσι όταν η κουνιάδα μου κήρυξε σ’ εμένα το ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού, όχι μόνο αρνήθηκα να το αποδεχτώ, μα στην ουσία την κορόιδεψα, καθώς ένιωθα ότι μπορούσα να ζήσω το ίδιο καλά χωρίς να πιστεύω στον Κύριο. Ωστόσο, οι καλές εποχές δεν κράτησαν. Η δουλειά πήγαινε όλο και χειρότερα στο συνεργείο μου και, όσο σκληρά κι αν εργαζόμουν, δεν μπορούσα να αντιστρέψω τα πράγματα. Ξεπατωνόμουν προσπαθώντας να αλλάξω την κατάσταση και ήμουν εξαντλημένος και δυστυχισμένος, έτσι στράφηκα στο να πίνω αλκοόλ όλη την ημέρα ώστε να ανακουφίσω το άγχος μου. Κατά συνέπεια, μια μέρα οδηγούσα απρόσεκτος και κατέληξα να εμπλακώ σε ένα τροχαίο ατύχημα. Το αυτοκίνητό μου έγινε αγνώριστο από τη ζημιά, μα ευτυχώς, ως εκ θαύματος, επέζησα. Λίγο καιρό μετά, την άνοιξη του 1999, η σύζυγός μου μου κήρυξε το ευαγγέλιο των εσχάτων ημερών του Παντοδύναμου Θεού. Κατάφερα να κατανοήσω ορισμένες αλήθειες διαβάζοντας τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού και έμαθα ότι ο λόγος για τον οποίον ζούσα σε μια τόσο δυστυχισμένη και αβοήθητη κατάσταση ήταν ότι είχα αποδεχτεί τις αρχές ζωής με τις οποίες κάνει πλύση εγκεφάλου ο Σατανάς στους ανθρώπους. Ήθελα να στηριχτώ στη δική μου προσπάθεια για να δημιουργήσω ένα ευτυχισμένο σπιτικό για τον εαυτό μου και το αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι γελάστηκα σαν ανόητος, σε σημείο που βρέθηκα να υποφέρω τόσο πολύ και παραλίγο να χάσω τη ζωή μου. Ο Παντοδύναμος Θεός με επανέφερε από τα πρόθυρα του θανάτου και με έφερε στον οίκο Του, και Τον ευγνωμονούσα απίστευτα για το έλεος που μου επέδειξε. Από τότε και στο εξής, κάθε μέρα διάβαζα τα λόγια του Θεού, ενώ παρευρισκόμουν και σε συναθροίσεις και συναναστρεφόμουν με αδελφούς και αδελφές, και η καρδιά μου γέμισε με φως. Το απολάμβανα και χαιρόμουν πάρα πολύ που είχα βρει το αληθινό μονοπάτι στη ζωή. Ωστόσο, δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να γίνω στόχος σύλληψης από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, λόγω της πίστης μου στον Θεό, και αναγκάστηκα να αφήσω την οικογένειά μου και να κρυφτώ. Εκείνο το διάστημα, αν και είχα περάσει περιόδους αδυναμίας, πίστευα πως όπου κι αν πήγαινα και όσο κι αν με κυνηγούσαν οι δαίμονες του Σατανά, τα λόγια του Θεού θα με καθοδηγούσαν. Μετά από δέκα και πλέον χρόνια, μέσω της καθοδήγησης και της πρόνοιας του λόγου του Θεού, κατάφερα σταδιακά να κατανοήσω κάποιες αλήθειες και η ζωή μου ήταν πια ιδιαίτερα ικανοποιητική. Την περίοδο που ακολούθησε, κατά την οποία συνελήφθην και υπέστην διώξεις, βίωσα ακόμα πιο πρακτικά το ότι ο λόγος του Θεού είναι η δύναμή μου στη ζωή, γιατί ο λόγος του Θεού μού επέτρεψε να παραμείνω δυνατός, σταθερός και χωρίς φόβο εν μέσω του σκληρού μαρτυρίου και βασανιστηρίου του Σατανά, κι έτσι τελικά κατάφερα να ταπεινώσω εντελώς τον Σατανά. Μετά από αυτήν την εμπειρία, εκτίμησα ακόμα περισσότερο τον λόγο του Θεού, και δεν μπορούσα να αποχωριστώ τον λόγο του Θεού ούτε για μια στιγμή.

Στο χείλος του θανάτου, ο Παντοδύναμος Θεός ήλθε προς ενίσχυσή μου

Όταν ήμουν πιστός του Κυρίου Ιησού Χριστού, διώχθηκα από την κυβέρνηση του ΚΚΚ. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το «έγκλημα» της πίστης μου στον Κύριο Ιησού ως αιτιολογία για να με κάνει συχνά να κακοπερνάω και να με καταπιέζει. Μάλιστα, διέταξε τα στελέχη του χωριού να κάνουν συχνές επισκέψεις στο σπίτι μου για να διερευνούν την άσκηση της πίστης μου. Το 1998, αποδέχτηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Όταν άκουσα τα λόγια που είχε προφέρει προσωπικά ο Δημιουργός, ενθουσιάστηκα και συγκινήθηκα κατά τρόπο που δεν μπορώ καν να περιγράψω. Με την ενθάρρυνση της αγάπης του Θεού, πήρα την εξής απόφαση: θα ακολουθούσα τον Παντοδύναμο Θεό ως το τέλος, ό,τι κι αν συνέβαινε. Εκείνη την περίοδο, παρευρισκόμουν με ενθουσιασμό σε συναντήσεις και διέδιδα το ευαγγέλιο, κάτι το οποίο προσέλκυσε για άλλη μια φορά την προσοχή της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Αυτήν τη φορά, η εκ μέρους τους δίωξή μου ήταν χειρότερη από ποτέ. Έγινε τόσο άγρια, που δεν μπορούσα να ασκήσω την πίστη μου κανονικά στο ίδιο μου το σπίτι και αναγκάστηκα να φύγω για να εκπληρώνω τα καθήκοντά μου.

Το φως του Θεού με καθοδηγεί μέσα από τις δυσκολίες

Όταν ήμουν παιδί, ζούσα στα βουνά. Δεν είχα δει ποτέ μεγάλο μέρος του κόσμου και, πραγματικά, δεν είχα μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Παντρεύτηκα και απέκτησα παιδιά, οι δύο γιοι μου μεγάλωσαν και έγιναν λογικοί και υπάκουοι, κι ο σύζυγός μου εργαζόταν σκληρά. Μολονότι δεν είχαμε ποτέ πολλά χρήματα, ζούσαμε μαζί αρμονικά ως οικογένεια, κι εγώ αισθανόμουν πολύ χαρούμενη και ικανοποιημένη. Το 1996, παρουσίασα ξαφνικά μια σοβαρή ασθένεια που με οδήγησε στην πίστη στον Κύριο Ιησού. Από τότε, διάβαζα συχνά τη Βίβλο και παρευρισκόμουν ενεργά σε εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις. Προς έκπληξή μου, η ασθένειά μου άρχισε σταδιακά να βελτιώνεται και έτσι, η πίστη μου να ακολουθώ τον Κύριο Ιησού έγινε ακόμη ισχυρότερη.

Απάντηση