Ο Θεός είναι η δύναμή μου στη ζωή

24 Οκτωβρίου 2019

Από τη Σιαόχε, επαρχία Χενάν

Ενώ μοιάζει σαν μία μόνο στιγμή, ακολουθώ τον Παντοδύναμο Θεό εδώ και δεκατέσσερα χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, έχω βιώσει καλές και κακές στιγμές και το μονοπάτι έχει συχνά υπάρξει δύσκολο, μα επειδή ο λόγος του Θεού, καθώς και η αγάπη και το έλεός Του με συνόδευαν, ένιωθα ανέκαθεν ιδιαίτερα ικανοποιημένη. Κατά τα δεκατέσσερα αυτά χρόνια, η εμπειρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν η σύλληψή μου τον Αύγουστο του 2003. Ενώ βρισκόμουν υπό κράτηση, υποβλήθηκα σε κτηνώδη βασανιστήρια από την αστυνομία του ΚΚΚ και έμεινα σχεδόν ανάπηρη. Ο Παντοδύναμος Θεός ήταν Αυτός που με πρόσεχε και με προστάτευε, και που επανειλημμένα χρησιμοποιούσε τα λόγια Του για να με καθοδηγήσει, πράγμα που τελικά μου επέτρεψε να ξεπεράσω τα βασανιστήρια εκείνων των δαιμόνων, να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου. Κατά τη διάρκεια αυτής της εμπειρίας, ένιωσα βαθιά μέσα μου την αξιοθαύμαστη δύναμη των λόγων του Παντοδύναμου Θεού και την ισχύ της δύναμης της ζωής Του, κι έτσι διαπίστωσα πως ο Παντοδύναμος Θεός είναι ο ένας αληθινός Θεός ο οποίος έχει κυριαρχία επί των πάντων και κυβερνά όλα τα πράγματα. Ακόμα περισσότερο, Αυτός αποτελεί τη μοναδική μου σωτηρία, τον μοναδικό στον οποίο μπορώ να στηριχτώ, και καμιά εχθρική δύναμη δεν μπορεί να με απομακρύνει από τον Θεό ή να με σταματήσει από το να ακολουθήσω τα βήματά Του.

Θυμάμαι εκείνο το βράδυ, είχα συναντηθεί με δύο από τις αδελφές μου, όταν ξαφνικά ακούσαμε τον σκύλο έξω να γαβγίζει, καθώς και τον ήχο ανθρώπων να περνούν τη μάντρα της αυλής. Αμέσως μετά, ακούσαμε κάποιον να χτυπά επιτακτικά την πόρτα, φωνάζοντας: «Ανοίξτε την πόρτα! Είστε περικυκλωμένοι!» Γρήγορα μαζέψαμε τα πράγματά μας και τα κρύψαμε, μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η πόρτα έπεσε προς τα μέσα μ’ έναν κρότο, και μας τύφλωσε το φως πολλών φακών στραμμένων προς το μέρος μας, αναγκάζοντάς μας να κλείσουμε τα μάτια μας. Αμέσως, περισσότεροι από δώδεκα άνθρωποι όρμησαν στο δωμάτιο και μας έσπρωξαν με τη βία στον τοίχο, καθώς φώναζαν: «Μην κουνιέστε! Να είστε φρόνιμες!» Μετά απ’ αυτό, έψαξαν το σπίτι, ρημάζοντάς το σαν ληστές. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, άκουσα έξω κρότους από δύο πυροβολισμούς, τους οποίους ακολούθησε η φωνή ενός αστυνομικού από μέσα: «Τις έχουμε! Τρεις απ’ αυτές!» Μας πέρασαν χειροπέδες, έπειτα μας έσπρωξαν βίαια μέσα σε μια αστυνομική κλούβα. Ως τότε, είχα ανακτήσει τις αισθήσεις μου και συνειδητοποίησα πως είχαμε συλληφθεί από την αστυνομία. Με το που μπήκαμε στο όχημα, ένας από τους αστυνομικούς, κρατώντας μια ράβδο ηλεκτροσόκ, φώναξε: «Ακούστε όλες σας: Μείνετε ακίνητες γιατί θα κάνω ηλεκτροσόκ σε όποια κουνηθεί, κι ακόμη κι αν σας σκοτώσει, δεν θα παραβαίνω τον νόμο!» Στη διαδρομή, δύο από αυτούς τους μοχθηρούς αστυνομικούς με στρίμωξαν στη θέση ανάμεσά τους, κι ένας απ’ αυτούς κρατούσε τα πόδια μου πάνω στα δικά του και με τράβηξε στην αγκαλιά του. Είπε, με τρόπο χυδαίο: «Θα χαραμίσω την ευκαιρία μου αν δεν σε εκμεταλλευτώ!» Κόλλησε σφιχτά πάνω μου, παρόλο που πάλευα με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που κάποιος άλλος αστυνομικός είπε: «Σταμάτα τα παιχνίδια! Ας βιαστούμε να ολοκληρώσουμε την αποστολή για να τελειώνουμε μ’ αυτό». Μόνο τότε με άφησε.

Μας μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα και μας κλείδωσαν σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο, κι έπειτα έδεσαν την καθεμιά μας ξεχωριστά με χειροπέδες σε μεταλλικές καρέκλες. Το άτομο στο οποίο ανέθεσαν να μας φυλάει μάς ρώτησε αυστηρά τα ονόματά μας και πού μέναμε. Ήμουν αγχωμένη και δεν γνώριζα τι έπρεπε να απαντήσω, κι έτσι προσευχήθηκα σιωπηλά στον Θεό, ζητώντας Του σοφία και τα σωστά λόγια να πω. Τότε ήταν που τα λόγια του Θεού με διαφώτισαν: «Να έχει πάντα ως προτεραιότητα τα συμφέροντα της οικογένειας του Θεού, οτιδήποτε και αν κάνει, να δέχεται να τον παρατηρεί ο Θεός, και να πειθαρχεί στους κανόνες του Θεού» («Πώς είναι η σχέση σου με τον Θεό;» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Σωστά! Έπρεπε να έχω ως προτεραιότητα τα συμφέροντα της οικογένειας του Θεού. Σε όσα βασανιστήρια και μαρτύρια κι αν με υπέβαλλαν, δεν μπορούσα να πουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου, ούτε μπορούσα να γίνω Ιούδας και να προδώσω τον Θεό. Έπρεπε να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για τον Θεό. Μετά απ’ αυτό, όσο κι αν με ανέκρινε, τον αγνοούσα. Το επόμενο πρωί, ενώ ήταν έτοιμοι να μας μεταφέρουν στο κρατητήριο, ο χυδαίος αστυνομικός είπε: «Στήσαμε κλοιό για να σας πιάσουμε! Χρειάστηκε να ψάχνουμε για ώρα μέχρι να σας βρούμε!» Καθώς μου περνούσε χειροπέδες, έπιασε το στήθος μου, πράγμα που με εξόργισε. Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως η Λαϊκή Αστυνομία θα με παρενοχλούσε έτσι μέρα-μεσημέρι. Δεν ήταν παρά γκάνγκστερ και ληστές! Ήταν πραγματικά αηδιαστικό και απεχθές!

Στο κρατητήριο, προκειμένου να με κάνουν να τους πω τη διεύθυνσή μου και πληροφορίες για την πίστη μου στον Θεό, η αστυνομία έστειλε πρώτα μια γυναίκα αστυνομικό για να με πείσει και να με καλοπιάσει, παίζοντας τον ρόλο του καλού αστυνομικού. Όταν αντιλήφθηκαν πως αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, με τράβηξαν με το ζόρι ένα βίντεο και είπαν πως θα το στείλουν στον τηλεοπτικό σταθμό και θα καταστρέψουν έτσι την υπόληψή μου. Γνώριζα, ωστόσο, πως ήμουν απλώς μια πιστή στον Θεό που επεδίωκε την αλήθεια και βάδιζε στο σωστό μονοπάτι στη ζωή και πως δεν είχα κάνει κάτι αισχρό, ούτε κάτι παράνομο ή εγκληματικό, κι έτσι, με ύφος θιγμένο, απάντησα: «Κάντε ό,τι θέλετε!» Όταν είδαν πως το κόλπο τους δεν έπιανε, αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί αποφάσισαν να με βασανίσουν βάναυσα. Λες και ήμουν κάποιος σκληρός εγκληματίας, μου έβαλαν χειροπέδες και αλυσίδες που ζύγιζαν πέντε κιλά και με συνόδευσαν σ’ ένα όχημα που θα με μετέφερε για ανάκριση. Επειδή οι αλυσίδες στα πόδια μου ήταν τόσο βαριές, έπρεπε να τις σέρνω καθώς περπατούσα. Το περπάτημα ήταν πολύ δύσκολο, και χρειάστηκαν μόνο μερικά βήματα για να ξεφλουδίσει και να κάνει πληγές το δέρμα των ποδιών μου. Με το που μπήκαμε στο όχημα, έβαλαν αμέσως μια μαύρη σακούλα στο κεφάλι μου και με στρίμωξαν μεταξύ δύο αστυνομικών. Ξαφνικά, σοκαρισμένη, σκέφτηκα: «Αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί στερούνται κάθε είδους ανθρώπινης φύσης και κανείς δεν ξέρει πόσο φρικτά πράγματα θα κάνουν για να με βασανίσουν. Τι θα γίνει αν δεν μπορέσω να αντέξω;» Έτσι, προσευχήθηκα γρήγορα στον Θεό: «Παντοδύναμε Θεέ! Η σάρκα μου είναι αδύναμη ενόψει των συνθηκών που πρόκειται να υπομείνω. Σε παρακαλώ προστάτεψέ με και δώσε μου πίστη. Όσα βασανιστήρια κι αν με πλήξουν, επιθυμώ να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου ώστε να Σε ικανοποιήσω, και αρνούμαι κατηγορηματικά να Σε προδώσω». Μπήκαμε σ’ ένα κτίριο και αφαίρεσαν τη σακούλα απ’ το κεφάλι μου, κι έπειτα με διέταξαν να παραμείνω όρθια για μια ολόκληρη ημέρα. Εκείνο το βράδυ, ένας αστυνομικός κάθισε μπροστά μου, σταύρωσε τα πόδια του και μου είπε με βάρβαρο ύφος: «Συνεργάσου και απάντησε στις ερωτήσεις μου και θα αποφυλακιστείς! Πόσα χρόνια πιστεύεις στον Θεό; Ποιος σου κήρυξε την πίστη; Ποιος είναι ο επικεφαλής της εκκλησίας σου;» Όταν δεν απάντησα, φώναξε εκνευρισμένος: «Φαίνεται πως δεν θα απαντήσεις, εκτός κι αν σου δώσουμε σαφή εικόνα της εναλλακτικής!» Με διέταξε να σηκώσω τα χέρια μου πάνω απ’ το κεφάλι και να μην κουνιέμαι ενώ συνεχίζω να είμαι όρθια. Λίγο μετά, τα χέρια μου άρχισαν να πονούν και δεν μπορούσα να τα κρατήσω πάνω απ’ το κεφάλι μου, αλλά δεν με άφηνε να τα χαμηλώσω. Μόνο όταν είχα ιδρώσει κι έτρεμα ολόκληρη και δεν μπορούσα να τα κρατήσω πια ψηλά, μου επέτρεψε να χαμηλώσω τα χέρια μου, μα και πάλι δεν μου επέτρεψε να καθίσω. Ήμουν υποχρεωμένη να στέκομαι μέχρι την αυγή, οπότε τα πόδια και τα πέλματά μου είχαν μουδιάσει και πρηστεί.

Το πρωί της δεύτερης ημέρας, άρχισαν να με ανακρίνουν ξανά, μα εξακολουθούσα να αρνούμαι να τους πω το οτιδήποτε. Αφαίρεσαν μια πλευρά των χειροπεδών, με τις οποίες ήμουν δεμένη, κι έπειτα ο επικεφαλής τους με χτύπησε βίαια πίσω από τα γόνατα με ένα ξύλινο μπαστούνι πάχους δέκα εκατοστών και μήκους εβδομήντα εκατοστών, αναγκάζοντάς με να γονατίσω. Έπειτα πίεσε το μπαστούνι στην κοιλότητα πίσω από τα γόνατά μου, τράβηξε τα χέρια μου κάτω απ’ το μπαστούνι και με ανάγκασε να ξαναβάλω τις χειροπέδες. Αμέσως, ένιωσα το στήθος μου να πιέζεται, ήταν δύσκολο να αναπνεύσω και αισθάνθηκα τους τένοντες των ώμων μου να τεντώνονται σε βαθμό που θα έσπαγαν. Οι γάμπες μου ήταν τόσο τεντωμένες, που τις ένιωθα έτοιμες να σπάσουν. Ήταν τόσο επώδυνο, που έτρεμα ολόκληρη. Περίπου τρία λεπτά μετά, προσπάθησα να προσαρμόσω τη στάση μου μα δεν μπορούσα να στηριχθώ και, μ’ έναν δυνατό γδούπο, έπεσα προς τα πίσω και προσγειώθηκα στο πάτωμα με τον πισινό μου, με το πρόσωπο στραμμένο προς τα πάνω. Ένας από τους τέσσερις αστυνομικούς στο δωμάτιο διέταξε έναν αστυνομικό να έρθει στα αριστερά μου κι έναν στα δεξιά μου, και να τραβήξουν το ξύλινο μπαστούνι προς τα κάτω με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο να πιέζουν τους ώμους μου προς τα εμπρός, και υπέδειξε στον τρίτο αστυνομικό να κρατάει με τα χέρια του το κεφάλι μου ενώ κλωτσάει την πλάτη μου με το πόδι του, βάζοντας με σε στάση βαθιού καθίσματος, την οποία με διέταξαν να διατηρήσω. Μα ολόκληρο το σώμα μου πονούσε αφόρητα και μετά από λίγο έπεσα ξανά, οπότε και με έβαλαν ξανά σε στάση καθίσματος. Συνέχισα να πέφτω και να με σηκώνουν σε στάση καθίσματος ξανά και ξανά, κι αυτό το μαρτύριο συνεχίστηκε για περίπου μία ώρα, μέχρι που, επιτέλους, είχαν όλοι λαχανιάσει και ιδρώσει, και ο επικεφαλής τους είπε: «Αρκετά, φτάνει, είμαι πολύ κουρασμένος για τέτοια!» Μόνο τότε αφαίρεσαν το εργαλείο βασανισμού. Ένιωθα αδύναμη παντού και ξάπλωσα στο πάτωμα πασχίζοντας να αναπνεύσω, εντελώς ανήμπορη. Μέχρι τότε, οι χειροπέδες είχαν γδάρει το δέρμα στους καρπούς μου, και κάτω από τις αλυσίδες οι αστράγαλοί μου ήταν καλυμμένοι με αίμα. Πονούσα τόσο πολύ, που είχα ιδρώσει και έτρεμα ολόκληρη, και καθώς ο ιδρώτας κυλούσε στις πληγές μου, πονούσα σαν να με έκοβαν με μαχαίρι. Μέσα στην τόση εξαθλίωση, δεν μπορούσα να σταματήσω να φωνάζω μέσα από την καρδιά μου: «Ω, Θεέ μου! Σώσε με, δεν μπορώ να το αντέξω για πολύ ακόμα!» Κι εκείνη τη στιγμή, τα λόγια του Θεού με διαφώτισαν: «Όταν οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους, όλα γίνονται ασήμαντα και κανείς δεν μπορεί να τους νικήσει. Τι θα μπορούσε να είναι πιο σημαντικό από τη ζωή;» («Κεφάλαιο 36» του «Ερμηνείες των μυστηρίων των λόγων του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού ξεκαθάρισαν αμέσως τα πάντα. Ο Σατανάς γνωρίζει πως οι άνθρωποι εκτιμούν ιδιαίτερα τη σάρκα τους και πως φοβούνται τον θάνατο ακόμα περισσότερο, κι έτσι ήλπιζε να πληγώσει βάναυσα τη σάρκα μου ώστε να με κάνει να φοβηθώ τον θάνατο, και συνεπώς να με κάνει να προδώσω τον Θεό. Αυτό ήταν το σχέδιό του, μα και ο Θεός χρησιμοποιούσε το σχέδιο του Σατανά ώστε να δοκιμάσει την πίστη και την αφοσίωσή μου σ’ Αυτόν. Ο Θεός ήθελε να γίνω μάρτυρας γι’ Αυτόν στην παρουσία του Σατανά, και συνεπώς να ταπεινώσω τον Σατανά. Μόλις κατανόησα το θέλημα του Θεού, βρήκα ξανά την πίστη και τη δύναμή μου, καθώς και την αποφασιστικότητα να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για τον Θεό, ακόμα και με κόστος την ίδια μου τη ζωή. Μόλις ορκίστηκα να θέσω τη ζωή μου σε κίνδυνο ώστε να ικανοποιήσω τον Θεό, ο πόνος μου μειώθηκε σημαντικά, και μάλιστα δεν ένιωθα τόσο απελπισμένη και δυστυχισμένη. Μετά απ’ αυτό, ο αστυνομικός με διέταξε να σταθώ όρθια και είπε εκνευρισμένα: «Νόμιζα πως σου είπα να μείνεις όρθια! Για να δούμε πόσο θα αντέξεις!» Κι έτσι με ανάγκασαν να σταθώ εκεί μέχρι να σκοτεινιάσει. Το βράδυ, όταν πήγα στο μπάνιο, τα πόδια μου είχαν πρηστεί και καλυφθεί με πηγμένο αίμα εξαιτίας των αλυσίδων, κι έτσι μπορούσα μόνο να σύρω τα πόδια μου στο πάτωμα διανύοντας μικρή απόσταση σε κάθε βήμα. Μου ήταν απίστευτα δύσκολο να κινηθώ, καθώς κάθε φορά που κινούμουν ένιωθα έναν διαπεραστικό πόνο στα πόδια μου, και κάθε μου βήμα άφηνε ένα καθαρό ίχνος νωπού αίματος. Μου πήρε σχεδόν μία ώρα να περπατήσω τα τριάντα μέτρα ως την τουαλέτα και πάλι πίσω. Εκείνο το βράδυ, δεν μπορούσα να μην τρίψω τα πρησμένα πόδια μου με τα χέρια μου, και τα αισθανόμουν άβολα είτε τα έφερνα κοντά μου, είτε τα άπλωνα. Πονούσα υπερβολικά, μα αυτό που με παρηγορούσε ήταν ότι, επειδή είχα την προστασία του Θεού, δεν Τον είχα προδώσει.

Το πρωί της τρίτης ημέρας, αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο για να με βασανίσουν. Κάθε φορά που έπεφτα, ο επικεφαλής αστυνομικός γελούσε χαιρέκακα και έλεγε: «Καλή τούμπα! Για πάμε γι’ άλλη μία!» Και τότε με σήκωναν, κι έπεφτα ξανά, κι εκείνος έλεγε: «Μου αρέσεις σε αυτήν τη στάση, καλή φαίνεται. Ξανακάν’ το!» Με βασάνιζαν με τον τρόπο αυτόν ξανά και ξανά για περίπου μία ώρα, μέχρι που τελικά σταμάτησαν, εξαντλημένοι και με ιδρώτα να τρέχει απ’ το μέτωπό τους. Κατέρρευσα στο πάτωμα, με το πρόσωπό μου στραμμένο προς τα πάνω, νιώθοντας σαν να γυρίζει το δωμάτιο. Δεν μπορούσα να σταματήσω να τρέμω, ο αλμυρός ιδρώτας που έτρεχε σαν ποτάμι μού καθιστούσε αδύνατο να ανοίξω τα μάτια μου, και το στομάχι μου ανακατευόταν τόσο πολύ, που ήθελα να κάνω εμετό. Ένιωθα πως θα πέθαινα. Τότε ήρθαν αστραπιαία στο μυαλό μου τα λόγια του Θεού: «“Διότι η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης”. […] Ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας διώκει τον Θεό και είναι εχθρός Του, έτσι, σε αυτήν τη γη, εκείνοι που πιστεύουν στον Θεό ταπεινώνονται και διώκονται. Αυτός είναι ο λόγος που αυτά τα λόγια θα γίνουν πραγματικότητα στη δική σας ομάδα ανθρώπων» («Είναι το έργο του Θεού τόσο απλό όσο φαντάζεται ο άνθρωπος;» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού με έκαναν να καταλάβω πως στην Κίνα, ένα έθνος που κυβερνάται από δαίμονες, όπου το να πιστεύεις στον Θεό και να Τον ακολουθείς σού εγγυάται πως θα υποφέρεις τεράστια ταπείνωση και κακό, ο Θεός έχει την πρόθεση να χρησιμοποιήσει αυτήν τη δίωξη ώστε να δημιουργήσει μια ομάδα νικητών και να νικήσει έτσι τον Σατανά, κι αυτές είναι ακριβώς οι στιγμές κατά τις οποίες πρέπει να φανερώσουμε τη δόξα του Θεού και να γίνουμε μάρτυρες γι’ Αυτόν. Το ότι κατάφερα να φέρω εις πέρας τον ρόλο μου για τη δόξα του Θεού είναι τιμή μου. Καθοδηγημένη από τα λόγια του Θεού, δεν ανακάλυψα απλώς μια πανίσχυρη δύναμη, μα επιπλέον δήλωσα στον Σατανά μέσα στην καρδιά μου: «Άθλιε δαίμονα, έχω προετοιμαστεί και, όσο κι αν με βασανίσεις, δεν θα υποταχθώ σε σένα. Ακόμη κι αν πεθάνω, ορκίζομαι να σταθώ με τον Θεό». Όταν ο επικεφαλής αστυνόμος είδε πως εξακολουθούσα να μην απαντώ στις ερωτήσεις τους, αφαίρεσε θυμωμένος το μπαστούνι και είπε έξαλλος: «Άντε, σήκω! Θα δούμε πόσο θα διαρκέσει το πείσμα σου. Θα παίξουμε το παιχνίδι της υπομονής με σένα. Είμαι σίγουρος πως θα σε κάνουμε να σπάσεις!» Δεν είχα άλλη επιλογή, κι έτσι σηκώθηκα μαρτυρικά και στάθηκα στα πόδια μου, μα αυτά ήταν τόσο πρησμένα και πονούσαν τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να σταθώ όρθια κι έπρεπε να στηρίζομαι στον τοίχο. Εκείνο το απόγευμα, ο επικεφαλής αστυνομικός μού είπε: «Όταν οι άλλοι ανεβαίνουν στην “κούνια” μιλούν όλοι τους με την πρώτη. Εσύ φαίνεται να αντέχεις αρκετή κακοποίηση! Κοίτα σε τι κατάσταση είναι τα πόδια σου, και πάλι δεν μιλάς. Δεν ξέρω από πού αντλείς δύναμη…» Μετά απ’ αυτό, με κοίταξε και φώναξε: «Έχω κάνει τόσο πολλούς ανθρώπους να μου πουν τα μυστικά τους, κι εσύ έχεις το θράσος να με πολεμάς; Μάλιστα! Ακόμη κι αν δεν σου ανοίξουμε το στόμα, μπορούμε και πάλι να σε καταδικάσουμε σε οχτώ με δέκα χρόνια, και θα κάνουμε τους φυλακισμένους να σε βρίζουν και να σε χτυπούν κάθε μέρα! Θα σε φτιάξουμε!» Όταν τον άκουσα να το λέει αυτό, σκέφτηκα: «Ο Θεός είναι μαζί μου, άρα ακόμη κι αν με καταδικάσεις σε οχτώ με δέκα χρόνια, δεν φοβάμαι». Όταν δεν απάντησα, εκνευρισμένος χτύπησε με το χέρι τον μηρό του, χτύπησε το πόδι του στο έδαφος και είπε: «Περάσαμε μέρες προσπαθώντας να σε κάνουμε να σπάσεις. Αν όλοι ήταν σαν εσένα, πώς θα μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου;» Χαμογέλασα μέσα μου όταν τον άκουσα να το λέει αυτό, καθώς ο Σατανάς ήταν ανίσχυρος, είχε ηττηθεί συντριπτικά από το χέρι του Θεού! Εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ τα λόγια του Θεού: «Η ζωτική δύναμη του Θεού υπερνικά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Επιπλέον, ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Η ζωή Του είναι αιώνια, η δύναμή Του είναι εκπληκτική, και η ζωτική Του δύναμη δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί από οποιοδήποτε δημιουργημένο ον ή εχθρική δύναμη» («Μόνο ο Χριστός των εσχάτων ημερών μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την οδό για την αιώνια ζωή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Κάθε λόγος του Θεού είναι η αλήθεια, και εκείνη την ημέρα το βίωσα προσωπικά. Δεν είχα φάει, ούτε είχα πιει τίποτα, ούτε είχα κοιμηθεί για τρεις ημέρες, και είχα βασανιστεί τόσο πολύ και ακόμη αντιστεκόμουν, κι αυτό οφειλόταν αποκλειστικά στη δύναμη που μου είχε δοθεί από τον Θεό. Ο Θεός ήταν Αυτός που με πρόσεχε και με προστάτευε. Χωρίς τον Θεό ως δυνατό μου στήριγμα, θα είχα σπάσει πολύ νωρίτερα. Η δύναμη ζωής του Θεού είναι πράγματι εξαιρετικά ισχυρή και ο Θεός είναι πραγματικά παντοδύναμος! Αφού έγινα μάρτυρας των πράξεων του Θεού, η πίστη μου να γίνω μάρτυρας για τον Θεό ενώπιον του Σατανά δυνάμωσε.

Το πρωί της τέταρτης ημέρας, οι μοχθηροί αστυνομικοί με εξανάγκασαν να τεντώσω τα χέρια μου μπροστά και στο ύψος των ώμων μου, και να παραμείνω σε στάση ημικαθίσματος· έπειτα από αυτό, τοποθέτησαν ένα ξύλινο ραβδί στις ράχες των χεριών μου. Σύντομα δεν μπορούσα να διατηρήσω πλέον αυτήν τη στάση. Τα χέρια μου λύγισαν και το ραβδί έπεσε στο έδαφος. Το σήκωσαν και με χτύπησαν άγρια με αυτό στις αρθρώσεις των δαχτύλων των χεριών μου και στις αρθρώσεις των γονάτων μου, με κάθε χτύπημα να μου προκαλεί διαπεραστικό πόνο, κι έπειτα με ανάγκασαν να συνεχίσω να κάθομαι σε στάση ημικαθίσματος. Μετά από αρκετές ημέρες βασανιστηρίων, τα πόδια μου είχαν ήδη πρηστεί και πονούσαν, κι έτσι, αφού κάθισα στη στάση αυτή για μια μόλις στιγμή, τα πόδια μου δεν μπορούσαν να στηρίξουν το βάρος μου και κατέρρευσα με δύναμη στο πάτωμα. Με ξανασήκωσαν, μα με το που με άφησαν κατέρρευσα ξανά. Αυτό συνεχίστηκε αρκετές φορές. Τα οπίσθιά μου ήταν ήδη τόσο μελανιασμένα, που δεν άντεχαν να ξαναχτυπήσουν με αυτόν τον τρόπο στο πάτωμα, και πονούσα τόσο που άρχισα να ιδρώνω ολόκληρη. Με βασάνιζαν με αυτόν τον τρόπο για περίπου μία ώρα. Στη συνέχεια, με διέταξαν να καθίσω στο πάτωμα, κι έπειτα έφεραν ένα μπολ με πυκνό αλατόνερο και μου είπαν να το πιω. Αρνήθηκα, κι έτσι ένας από αυτούς τους μοχθηρούς αστυνομικούς με άρπαξε από τα πλαϊνά του προσώπου μου, ενώ ένας άλλος έβαλε το ένα χέρι στο μέτωπό μου και με το άλλο άνοιξε με τη βία το στόμα μου και έχυσε το αλατόνερό στον λάρυγγά μου. Ένιωθα το αλατόνερο πικρό και στυφό μέσα στον λάρυγγά μου, ένιωσα αμέσως το στομάχι μου να παίρνει φωτιά και ήταν τόσο ανυπόφορο που ήθελα να κλάψω. Όταν είδαν τη δυσφορία μου, είπαν άγρια: «Δεν αιμορραγείς τόσο εύκολα όταν σε χτυπάμε αφού πιεις αλατόνερο». Μετά βίας συγκρατούσα την οργή που ένιωσα όταν το άκουσα αυτό. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι η υποτιθέμενα ακέραιη Λαϊκή Αστυνομία της Κίνας θα μπορούσε να είναι τόσο δόλια και κακόβουλη. Αυτοί οι αχρείοι δαίμονες δεν ήθελαν απλώς να παίξουν μαζί μου και να με βλάψουν, ήθελαν να με εξευτελίσουν. Εκείνη τη νύχτα, ένας από αυτούς τους μοχθηρούς αστυνομικούς ήρθε κοντά μου, έσκυψε και άγγιξε το πρόσωπό μου με το χέρι του καθώς μου έλεγε αισχρά λόγια. Ήμουν τόσο εξοργισμένη, που τον έφτυσα απευθείας στο πρόσωπο. Εξοργίστηκε και με χαστούκισε δυνατά, κάνοντας τα μάτια μου να βλέπουν αστεράκια και τα αυτιά μου να βουίζουν. Είπε, τότε, με απειλητικό τόνο: «Δεν έχεις βιώσει ακόμα τις υπόλοιπες ανακριτικές τεχνικές μας. Αν πεθάνεις εδώ, κανείς δεν θα το μάθει ποτέ. Ομολόγησε, αλλιώς υπάρχουν πολλά ακόμα διασκεδαστικά πράγματα που μπορούμε να σου κάνουμε!» Εκείνη τη νύχτα, ξάπλωσα στο πάτωμα, παντελώς ανήμπορη να κουνηθώ. Ήθελα να πάω στην τουαλέτα, κι έτσι μου είπαν να σηκωθώ μόνη μου. Βάζοντας όλη μου τη δύναμη, κατάφερα να σηκωθώ σιγά-σιγά, μα κατέρρευσα και πάλι μετά από ένα μόλις βήμα. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, κι έτσι μια γυναίκα αστυνομικός χρειάστηκε να με σύρει μέχρι την τουαλέτα, όπου λιποθύμησα και πάλι. Όταν ξύπνησα, ήμουν πίσω στο κελί μου. Είδα ότι τα πόδια μου ήταν τόσο πρησμένα που το δέρμα είχε φθαρεί, οι χειροπέδες και οι αλυσίδες είχαν χωθεί βαθιά μέσα στο δέρμα των καρπών και των αστραγάλων μου, αίμα και πύον έσταζαν από τις πληγές, και όλο αυτό ήταν απερίγραπτα επώδυνο. Σκέφτηκα τις υπόλοιπες τεχνικές βασανιστηρίων που μόλις είχε πει ότι θα χρησιμοποιούσαν σε μένα ο αστυνομικός που είχε αγγίξει το πρόσωπό μου, και δεν μπορούσα παρά να νιώσω αδύναμη· έτσι, προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου! Δεν ξέρω τι άλλο θα κάνουν αυτοί οι διάβολοι για να με βασανίσουν και δεν μπορώ να αντέξω για πολύ ακόμα. Σε παρακαλώ, καθοδήγησέ με, δώσε μου πίστη, χάρισέ μου δύναμη και επίτρεψέ μου να μείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για Σένα». Αφού προσευχήθηκα, θυμήθηκα τα βάσανα που υπέμεινε ο Θεός τις δύο φορές που ήρθε ενσαρκωμένος για να σώσει την ανθρωπότητα: Κατά την Εποχή της Χάριτος, προκειμένου να λυτρώσει την ανθρωπότητα, ο Κύριος Ιησούς λοιδορήθηκε, χτυπήθηκε και υπέστη προσβολές από τους στρατιώτες και τα πλήθη, αναγκάστηκε να φορέσει ένα αγκάθινο στεφάνι και τελικά σταυρώθηκε ενώ ήταν ακόμα ζωντανός· σήμερα, ο Θεός έχει διακινδυνεύσει ακόμα περισσότερο ερχόμενος ενσαρκωμένος για να εργαστεί σε μια αθεϊστική χώρα και, σιωπηλά και χωρίς κανένα παράπονο, υπέμεινε διώξεις και συλλήψεις από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, ενώ υπέμεινε και την άγρια αντίσταση, απόρριψη και καταδίκη από τον θρησκευτικό κόσμο. Θυμήθηκα ξανά τα λόγια του Θεού: «Η οδύνη που αντιμετωπίζετε τώρα δεν είναι ακριβώς ίδια με την οδύνη του Θεού; Εσείς υποφέρετε μαζί με τον Θεό και ο Θεός υποφέρει μαζί με τους ανθρώπους. Σήμερα, συμμετέχετε όλοι στα βάσανα, τη βασιλεία και την υπομονή του Χριστού και, στο τέλος, θα αποκτήσετε δόξα. Τα συγκεκριμένα δεινά έχουν νόημα, αλλά πρέπει να είσαι απόλυτα αποφασισμένος. Πρέπει να κατανοήσεις τη σημασία των σημερινών δεινών και το γιατί πρέπει να υποφέρεις τόσο. Αναζήτησε μια μικρή αλήθεια μέσα από αυτό και κατανόησε κάπως την πρόθεση του Θεού, και τότε θα κατέχεις την αποφασιστικότητα να υπομείνεις τα δεινά» («Μόνο αναζητώντας την αλήθεια, μπορείτε να επιτύχετε αλλαγές στη διάθεσή σας» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»). Είναι αλήθεια, ο Θεός πριν από πολύ καιρό υπέμεινε τα βάσανα τα οποία περνούσα κι εγώ. Ο Θεός ήταν αθώος, όμως, για να σώσει τη διεφθαρμένη ανθρωπότητα, υπέμεινε κάθε μαρτύριο και ταπείνωση, ενώ το μαρτύριο που υπέμενα εγώ ήταν μόνο και μόνο για να αποκτήσω εγώ η ίδια αληθινή σωτηρία. Σκεπτόμενη προσεκτικά το παραπάνω ερώτημα, συνειδητοποίησα ότι το δικό μου μαρτύριο ήταν σχεδόν ανάξιο αναφοράς σε σύγκριση με το μαρτύριο που υπέμεινε ο Θεός. Τελικά κατάλαβα το τεράστιο μέγεθος του μαρτυρίου και της ταπείνωσης που υπέμεινε ο Θεός για να μας σώσει, κι ένιωσα ότι η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα είναι στ’ αλήθεια πανίσχυρη και ανιδιοτελής! Στην καρδιά μου ένιωσα μια έντονη επιθυμία και λαχτάρα για τον Θεό. Μέσω του μαρτυρίου μου, ο Θεός μού επέτρεψε να δω περισσότερη από τη δύναμη και την εξουσία Του και να εκτιμήσω ότι τα λόγια Του είναι η δύναμη της ζωής του ανθρώπου και μπορούσαν να με οδηγήσουν στο να ξεπεράσω κάθε δυσκολία· μέσω αυτού του μαρτυρίου, ο Θεός εξευγένιζε, επίσης, την πίστη μου, ενδυνάμωνε τη θέλησή μου και μου επέτρεπε να αναπληρώσω αυτά τα οποία στερούμουν και να φέρω τα ελαττώματά μου στην τελείωση. Κατανόησα το θέλημα του Θεού και συνειδητοποίησα ότι το μαρτύριο που υπέμενα εκείνη την ημέρα ήταν ένα μεγάλο δώρο από τη χάρη του Θεού και ότι ο Θεός ήταν μαζί μου, άρα δεν ήμουν μόνη. Δεν μπορούσα παρά να θυμηθώ έναν εκκλησιαστικό ύμνο: «Με τον Θεό για στήριγμα, τι να φοβηθώ; Ορκίζομαι να αντιμάχομαι τον Σατανά ως το τέλος. Ο Θεός μας ανυψώνει, πρέπει μόνο να παλεύουμε για να γίνουμε μάρτυρες για τον Χριστό. Ο Θεός θα πραγματοποιήσει το θέλημά Του στη γη. Θα αφιερώσω όλη την αγάπη και την πίστη μου στον Θεό. Θα καλωσορίσω την επιστροφή Του όταν κατέβει με δόξα, και θα Τον συναντήσω ξανά στη βασιλεία του Χριστού» («Η βασιλεία» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»).

Την πέμπτη ημέρα, αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί συνέχισαν να με βάζουν στη στάση ημικαθίσματος. Τα πόδια και οι πατούσες μου είχαν ήδη πρηστεί τόσο που δεν μπορούσα να σταθώ καθόλου, κι έτσι οι αστυνομικοί με περικύκλωσαν και με έσπρωχναν ο ένας στον άλλον. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, εκμεταλλεύτηκαν την κατάστασή μου για να με θωπεύσουν. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τους αφήσω απαθώς να παίξουν μαζί μου λες και ήμουν κούκλα. Ήδη είχα βασανιστεί σε βαθμό που το κεφάλι μου γύριζε και η όρασή μου ήταν θολή. Μα ακριβώς τη στιγμή που έλεγα πως δεν θα αντέξω άλλο, άκουσα ξαφνικά βήματα έξω από την πόρτα. Αμέσως εκείνοι έτρεξαν προς αυτήν, την έκλεισαν και σταμάτησαν το βάναυσο παιχνίδι τους. Ήξερα ότι αυτό έγινε χάρη στον Θεό, που μου έδειχνε έλεος και απάλυνε τον πόνο μου. Εκείνη τη νύχτα, ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς ήρθε σ’ εμένα, έβγαλε το παπούτσι του και έβαλε το βρομερό του πόδι μπροστά στο πρόσωπό μου, λέγοντας πρόστυχα: «Τι σκέφτεσαι όταν κάθεσαι εδώ; Σκέφτεσαι άντρες; Λοιπόν, τι λες γι’ αυτό; Πώς σου φαίνεται η βρόμα του ποδιού μου; Πιστεύω ότι η βρόμα του ποδιού μου είναι ακριβώς αυτό που σου λείπει!» Η αισχρή γλώσσα του με γέμισε οργή. Τον κοίταξα εξοργισμένη και, καθώς κοιτούσα την ξεδιάντροπη, αηδιαστική φάτσα του, αναλογιζόμουν πόσο είχα βασανιστεί και εξευτελιστεί ξανά και ξανά με το έτσι θέλω. Εκείνοι στερούνταν κάθε είδους ανθρώπινης φύσης, ήταν χειρότεροι από κτήνη, δεν ήταν τίποτα παρά ένα μάτσο δαίμονες, χωρίς καμία απολύτως λογική, και τους μισούσα αυτούς τους δαίμονες με όλο μου το είναι! Μέσω των προσωπικών εμπειριών μου τις τελευταίες ημέρες, είδα ότι η Λαϊκή Αστυνομία, την οποία παλιά θεωρούσα πρότυπο σεβασμιότητας, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ξεδιάντροπα καθάρματα, κάτι που μου έδωσε την αποφασιστικότητα να απαρνηθώ τον Σατανά και να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου ώστε να ικανοποιήσω τον Θεό.

Την έκτη ημέρα, άρχισα να αποκοιμιέμαι ακούσια. Ο επικεφαλής αστυνομικός δήλωσε με έπαρση: «Επιτέλους, αρχίζεις να αποκοιμιέσαι! Θέλεις ύπνο; Ξέχνα το! Θα σου στερήσουμε τον ύπνο μέχρι να σε λυγίσουμε! Για να δούμε πόσο θα αντέξεις!» Με φύλαγαν με βάρδιες και, τη στιγμή που έκλεινα τα μάτια μου ή έγερνα το κεφάλι μου, χτύπαγαν το τραπέζι με τα μαστίγιά τους ή χρησιμοποιούσαν ένα λεπτό ξύλινο ραβδί για να με χτυπήσουν στα πόδια, τα οποία ήταν τόσο πρησμένα που το δέρμα μου είχε φθαρεί, ή τραβούσαν βίαια τα μαλλιά μου ή ποδοπατούσαν το πόδι μου, και κάθε φορά με ξυπνούσαν απότομα. Κάποιες φορές κλωτσούσαν τις αλυσίδες μου, και όταν αυτές άγγιζαν τις κακοφορμισμένες μου πληγές, ο πόνος μού προκαλούσε τέτοιο σοκ που ξυπνούσα. Τελικά, το κεφάλι μου πονούσε τόσο πολύ που ένιωθα ότι θα εκραγεί, ένιωθα όλο το δωμάτιο να γυρίζει και κατέρρευσα με το κεφάλι στο πάτωμα και λιποθύμησα… Μέσα στη θολούρα της αναισθησίας μου, άκουσα τον γιατρό να λέει: «Δεν την έχετε αφήσει να φάει ή να κοιμηθεί για μέρες; Είστε υπερβολικά σκληροί. Και αυτές οι αλυσίδες έχουν ήδη χωθεί μέσα στο δέρμα της. Δεν γίνεται να τις φοράει πια». Αφού έφυγε ο γιατρός, οι αστυνομικοί μού έβαλαν αλυσίδες που ζύγιζαν 2,5 κιλά και έβαλαν φάρμακο στις πληγές μου, και μόνο τότε ανέκτησα τις αισθήσεις μου. Γνώριζα ότι είχα επιβιώσει μόνο λόγω της παντοδυναμίας του Θεού και λόγω του ότι ο Θεός με προστάτευε κρυφά, απαλύνοντας τον πόνο μου και μειώνοντας το μαρτύριό μου μιλώντας μέσω του γιατρού. Είχα περισσότερη πίστη στον Θεό από ποτέ και βρήκα την αποφασιστικότητα να πολεμήσω τον Σατανά μέχρι τέλους. Ο Θεός ήταν το ισχυρό στήριγμά μου και το καταφύγιό μου. Ήξερα ότι, χωρίς την άδεια του Θεού, όσο κι αν με βασάνιζε ο Σατανάς, δεν μπορούσε να πάρει τη ζωή μου.

Το πρωί της έβδομης ημέρας, ήμουν τόσο κουρασμένη που δεν μπορούσα να αντέξω άλλο, έτσι αποκοιμιόμουν διαρκώς. Ένας από τους μοχθηρούς αστυνομικούς είδε την κατάστασή μου και πατούσε συνεχώς στα δάχτυλα των ποδιών μου, τσιμπούσε τις ράχες των χεριών μου και με χαστούκιζε στο πρόσωπο. Εκείνο το απόγευμα, οι μοχθηροί αστυνομικοί μού ζήτησαν ξανά να τους δώσω πληροφορίες για την εκκλησία. Προσευχήθηκα γρήγορα στον Θεό: «Ω, Θεέ μου! Έχω τέτοια στέρηση ύπνου που δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά. Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με και δώσε μου καθαρό μυαλό, ώστε να μπορώ να μένω συνεχώς ακλόνητη στη μαρτυρία μου για Σένα». Χάρη στην προστασία του Θεού, παρά το γεγονός ότι ήμουν ξύπνια για εφτά μέρες κι έξι νύχτες, χωρίς φαγητό, νερό ή ύπνο, το μυαλό μου καθάρισε εντελώς και, όσο κι αν με έβαζαν στον πειρασμό, εξακολουθούσα να μην τους λέω τίποτα. Μετά από αυτό, ο επικεφαλής αστυνομικός έφερε μια λίστα με εργαζόμενους στις ιεραποστολές, την οποία εγώ είχα γράψει, και προσπάθησε να με εξαναγκάσει να αποκαλύψω κι άλλα ονόματα. Μα εφόσον είχα βιώσει τη σκληρότητα που μου είχαν επιβάλει αυτοί οι διάβολοι, δεν θα άφηνα τους αδελφούς και τις αδελφές μου να πέσουν στα χέρια τους, έτσι ζήτησα από τον Θεό να μου δώσει δύναμη και, κάποια στιγμή που ο αστυνομικός δεν πρόσεχε, χίμηξα, άρπαξα τη λίστα των ονομάτων, την έβαλα στο στόμα μου και την κατάπια. Δύο από τους μοχθηρούς αστυνομικούς με έβριζαν οργισμένοι, καθώς έσπευσαν και προσπάθησαν να ανοίξουν το στόμα μου με τη βία, ενώ με χτυπούσαν με μανία στο πρόσωπο. Εξαιτίας των χτυπημάτων, άρχισε να τρέχει αίμα από τις άκρες των χειλιών μου, το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει και το πρόσωπό μου πρήστηκε.

Μετά από αρκετούς γύρους μάταιης ανάκρισης, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τα παρατήσουν, έτσι με έστειλαν πίσω στο κρατητήριο. Οι αστυνομικοί στο κρατητήριο είδαν πόσο άσχημα είχα τραυματιστεί και φοβήθηκαν για την ευθύνη που θα έπαιρναν αν πέθαινα εκεί, έτσι αρνήθηκαν να με δεχτούν. Αγανακτισμένοι, οι μοχθηροί ανακριτές αναγκάστηκαν να με πάνε στο νοσοκομείο για διασωλήνωση με οξυγόνο. Μετά από αυτό, με επέστρεψαν στο κρατητήριο και ήμουν σε κώμα για τέσσερα μερόνυχτα. Αφού με ξύπνησαν οι άλλοι κρατούμενοι, λιποθύμησα και πάλι άλλες δύο φορές. Τελικά, η κυβέρνηση του ΚΚΚ με καταδίκασε σε έναν χρόνο και εννέα μήνες αναμόρφωσης μέσω εργασίας για το έγκλημα της «συμμετοχής σε οργάνωση Σιέ Τζιάο». Ωστόσο, λόγω του ότι είχα βασανιστεί τόσο πολύ, είχα παραλύσει και δεν μπορούσα να περπατήσω, και το στρατόπεδο εργασίας δεν με δεχόταν, έτσι η αστυνομία δημοσίευσε ένα βίντεό μου στην τηλεόραση. Τρεις μήνες μετά, ο σύζυγός μου τελικά έμαθε τι μου είχε συμβεί και πλήρωσε 12.000 γουάν ως εγγύηση για να με βγάλει από τη φυλακή και να είμαι ελεύθερη υπό επιτήρηση. Όταν ο σύζυγός μου ήρθε να με πάρει, ήμουν τόσο τραυματισμένη που δεν μπορούσα να περπατήσω, κι έτσι αναγκάστηκε να με κουβαλήσει μέχρι το αυτοκίνητο. Αφού επέστρεψα στο σπίτι, οι γιατροί που με εξέτασαν διέγνωσαν ότι είχαν μετατοπιστεί δύο δίσκοι της σπονδυλικής μου στήλης, ότι δεν θα μπορούσα πλέον να αυτοσυντηρούμαι και ότι θα ήμουν παράλυτη για όλη μου τη ζωή. Σκέφτηκα ότι θα περνούσα την υπόλοιπη ζωή μου ξαπλωμένη στο κρεβάτι, μα χάρη στο έλεος του Θεού και τη συνεχιζόμενη θεραπεία, έναν χρόνο μετά, το σώμα μου άρχισε σιγά-σιγά να αναρρώνει. Έγινα στ’ αλήθεια μάρτυρας της πανίσχυρης δύναμης του Θεού, όπως και της αγάπης Του για μένα. Δόξα τω Θεώ, μπορούσα να συνεχίσω τα καθήκοντά μου ως δημιουργημένο ον!

Μέσω αυτών των μαρτυρίων και των δυσκολιών, αν και γεύτηκα τον πόνο στο έπακρο, κέρδισα, επίσης, και τον πλούτο της ζωής. Δεν είναι μόνο ότι είδα καθαρά τη δαιμονική ουσία της κυβέρνησης του ΚΚΚ, μα, κυρίως, είδα τις θαυμαστές πράξεις του Θεού, είδα την εξουσία και τη δύναμη των λόγων του Θεού και ένιωσα την υπεροχή και την απεραντοσύνη της δύναμης ζωής του Θεού: Τη στιγμή που ήμουν πιο αδύναμη και πιο αβοήθητη από ποτέ, ο Θεός ήταν που μου έδωσε δύναμη και θάρρος, καθώς και την πίστη να απελευθερωθώ από τις δυνάμεις του σκότους του Σατανά· όταν η σάρκα μου δεν μπορούσε να υπομείνει άλλο μαρτύριο και βασανιστήριο, ο Θεός κανόνισε ανθρώπους, ζητήματα και πράγματα για να ελαφρύνει το βάρος μου· όταν βασανιζόμουν από δαίμονες σε σημείο που έπεσα αναίσθητη, το θαυμαστό έργο του Θεού άνοιξε ένα μονοπάτι και με έβγαλε με ασφάλεια από τον κίνδυνο… Αφού είχα βιώσει αυτά τα πράγματα, είδα ότι ο Θεός ήταν πάντα δίπλα μου, προσέχοντάς με, προστατεύοντας με και βαδίζοντας μαζί μου. Η αγάπη του Θεού για μένα είναι στ’ αλήθεια πολύ μεγάλη! Ο Θεός είναι η δύναμή μου στη ζωή, το βοήθημα και το στήριγμά μου όποτε τα χρειάζομαι, και επιθυμώ να αφιερώσω τον εαυτό μου, ψυχή τε και σώματι στον Θεό, να επιζητήσω να γνωρίσω τον Θεό και να βιώσω μια ζωή με νόημα!

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Το βίωμα μιας βάναυσης δίωξης έχει ενδυναμώσει την πίστη μου στον Θεό

Ονομάζομαι Ζάο Ρουί. Λόγω της χάριτος του Θεού, σύσσωμη η οικογένειά μου άρχισε να ακολουθεί τον Κύριο Ιησού το 1993. Το 1996, όταν ήμουν δεκαέξι, με τράβηξε η αγάπη του Κυρίου Ιησού και άρχισα να εργάζομαι στην εκκλησία και να κηρύττω. Ωστόσο, όχι πολύ αργότερα, άρχισα να παρατηρώ πολλά πράγματα μέσα στην εκκλησία που με απογοήτευαν οικτρά. Συνεργάτες επιδίδονταν σε ίντριγκες μεταξύ τους, περιθωριοποιούσαν αλλήλους και ανταγωνίζονταν για εξουσία και οικονομικό κέρδος. Ήταν λες και η διδασκαλία του Κυρίου να αγαπάμε αλλήλους είχε προ πολλού λησμονηθεί. Εκείνα τα κηρύγματα προσφοράς έδειχναν να μην έχουν τίποτα να πουν και δεν υπήρχε ευχαρίστηση να αντλήσει κανείς από την εκκλησιαστική ζωή. Πολλές αδελφές και πολλοί αδελφοί είχαν γίνει αρνητικοί και αδύναμοι και μέχρι που έπαψαν να παρευρίσκονται σε συναθροίσεις… Αντιμέτωπη με την ψυχρότητα και ερήμωση της εκκλησίας, ένιωθα ιδιαίτερα πικραμένη και αδύναμη. Τον Ιούλιο του 1999, από μία θαυμαστή ενορχήστρωση και ρύθμιση του Θεού, καλωσόρισα την επιστροφή του Κυρίου Ιησού —τον Παντοδύναμο Θεό. Μέσα από αναγνώσεις των λόγων του Παντοδύναμου Θεού και την ανάμειξή μου στη ζωή της εκκλησίας, απολάμβανα για άλλη μία φορά το έργο του Αγίου Πνεύματος. Όταν παρευρισκόμουν σε συναθροίσεις με τους αδελφούς και τις αδελφές μου, ο θρησκευτικός τρόπος ζωής που είχα ακολουθήσει κάποτε εκμηδενιζόταν. Ο καθένας μπορούσε να πει πώς πραγματικά ένιωθε, συναναστρεφόμασταν για το φως που μας παρείχε η διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος και συζητούσαμε πώς βιώναμε τον λόγο του Θεού, όπως και πώς να βασιζόμαστε στον Θεό για να απαλλαγούμε από τη διαφθορά. Επιπλέον, οι αδελφοί και οι αδελφές ζούσαν με τρόπο πολύ ευσεβή και αξιοπρεπή. Συγχωρούσαν και ανέχονταν τα ελαττώματα και τα δείγματα διαφθοράς ο ένας του άλλου και ήταν αλληλέγγυοι. Αν κάποιος περνούσε δυσκολίες, κανείς δεν τον υποτιμούσε ούτε τον ταπείνωνε, αλλά αναζητούσαν την αλήθεια από κοινού για να βρεθεί λύση στα προβλήματά τους. Αυτή ήταν η ζωή στην εκκλησία που ανέκαθεν επιθυμούσα —η αληθινή οδός, την οποία αναζητούσα τόσα χρόνια! Είχα, εντέλει, επιστρέψει ενώπιον του Θεού μετά από τόσα χρόνια που ήμουν χαμένη! Ανέλαβα μια δέσμευση απέναντι στον Θεό: «Θα φέρω εκείνες τις αθώες ψυχές που ζουν ακόμα στο σκοτάδι ενώπιον του Θεού, θα τους δώσω τη δυνατότητα να ζήσουν με την καθοδήγηση και την ευλογία του έργου του Αγίου Πνεύματος και να ποτιστούν με το θείο ζων ύδωρ της ζωής. Αυτή είναι η αποστολή μου ως πλάσμα και είναι ο πιο ουσιαστικός και πολύτιμος τρόπος να ζω τη ζωή μου». Και με αυτό, ρίχτηκα στην εκτέλεση των καθηκόντων μου.

Μετά την ταλαιπωρία που υπέμεινα, η αγάπη μου για τον Θεό είναι ακόμα πιο δυνατή

Το όνομά μου είναι Ζου Ρουί και είμαι χριστιανός της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού. Από τη στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο, έβλεπα τους γονείς μου να εργάζονται σκληρά από το πρωί ως το βράδυ στους αγρούς για να βγάλουν τα ως προς το ζην. Παρά τις σημαντικές προσπάθειές τους, κέρδιζαν ελάχιστα χρήματα κάθε χρόνο, έτσι η οικογένειά μας ζούσε πάντα σε μεγάλη φτώχεια. Όποτε έβλεπα τους ανθρώπους με δύναμη και επιρροή που ζούσαν άνετα χωρίς να χρειάζεται να δουλεύουν σκληρά, ένοιωθα ζήλια γι’ αυτούς, γι’ αυτό, πήρα μια ακλόνητη απόφαση: Όταν μεγάλωνα, θα αποκτούσα οπωσδήποτε μια επιτυχημένη καριέρα ή θα καταλάμβανα κάποιο κυβερνητικό πόστο, προκειμένου να επανορθώσω τη φτώχεια και την υστέρηση της οικογένειάς μου, ώστε οι γονείς μου να μπορέσουν να ζήσουν κι εκείνοι τη ζωή των πλουσίων. Ωστόσο, αν και αγωνίστηκα πολλά χρόνια για αυτό το ιδανικό, ποτέ δεν κατάφερα να πετύχω αυτό που ήθελα· συνέχισα να διάγω έναν φτωχικό βίο. Συχνά, αναστέναζα από ανησυχία που δεν είχα να επιδείξω τίποτα για το πόσο απασχολημένος ήμουν και, σταδιακά, έχασα την πίστη μου στη ζωή. Μόλις είχα αρχίσει να αποκαρδιώνομαι και να απελπίζομαι για τη ζωή, με βρήκε η σωτηρία του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Μέσα από τα λόγια Του, κατανόησα κάποιες αλήθειες και, τελικά, έμαθα τη βασική αιτία του ανθρώπινου πόνου στον κόσμο. Κατάλαβα, επίσης, πώς πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, προκειμένου να διάγουν έναν βίο πιο ουσιαστικό και που να αξίζει τον κόπο. Από τότε, παρ’ όλο που ήμουν μπερδεμένος και απροστάτευτος, βρήκα την κατεύθυνσή μου στη ζωή. Αφήνοντας κατάθλιψη και αποκαρδίωση πίσω, ένοιωσα μια νέα ζωτικότητα και όρεξη για ζωή και είδα την ελπίδα στη ζωή. Στη συνέχεια, προκειμένου κι εκείνοι που ζούσαν ακόμα μέσα στον πόνο και την ανημποριά να μπορέσουν να αποκτήσουν αυτή την εξαιρετικά σπάνια σωτηρία, άρχισα να πηγαίνω από τόπο σε τόπο, κηρύσσοντας ενεργά τη σωτηρία του Θεού τις έσχατες ημέρες. Αυτό που δεν περίμενα, ωστόσο, ήταν, κατά τη διάδοση του ευαγγελίου, να συλληφθώ δυο φορές από την κινεζική κυβέρνηση και να υποστώ κτηνώδη και απάνθρωπα βασανιστήρια... Σε αυτή τη σκοτεινή άβυσσο των τερατωδιών, ο Παντοδύναμος Θεός δεν έφυγε ποτέ από το πλευρό μου· τα λόγια Του μου έδιναν πίστη και δύναμη, οδηγώντας με ξανά και ξανά σε νίκη επί των σκοτεινών δυνάμεων του Σατανά και ενισχύοντας την αγάπη μου για Αυτόν.

Αφύπνιση εν μέσω δεινών και δυσκολιών

Είμαι χριστιανός στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού. Ήμουν το πιο τυχερό παιδί μεταξύ των ομήλικών μου, γιατί στην ηλικία των οκτώ, ακολούθησα τους γονείς μου αποδεχόμενος το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Παρόλο που ήμουν νέος την εποχή εκείνη, ήμουν πολύ ευτυχής που πίστευα στον Θεό και διάβαζα τον λόγο του Θεού. Συνεχίζοντας να διαβάζω τον λόγο του Θεού και να συναναστρέφομαι τα παλαιότερα μέλη της εκκλησίας, μετά από αρκετά χρόνια, κατόρθωσα να κατανοήσω ένα μέρος της αλήθειας. Ιδιαίτερα όταν έβλεπα όλους τους αδελφούς και τις αδελφές μου να επιδιώκουν την αλήθεια και να εργάζονται για να γίνουν έντιμοι άνθρωποι, και τους έβλεπα όλους να έχουν αρμονικές σχέσεις, ένιωθα ότι αυτές ήταν οι πιο ευτυχισμένες, οι πιο χαρούμενες στιγμές. Αργότερα, άκουσα το εξής σε ένα κήρυγμα: «Στην ηπειρωτική Κίνα, αν κάποιος πιστεύει στον Θεό, επιδιώκει την αλήθεια και ακολουθεί τον Θεό, παίζει πραγματικά τη ζωή του κορώνα γράμματα. Αυτό δεν αποτελεί επ’ ουδενί υπερβολή» (από το κεφάλαιο «Ερωτήσεις και απαντήσεις» στο βιβλίο «Κηρύγματα και Συναναστροφή για την Είσοδο στη Ζωή, Τόμος Γ'»).Τότε, δεν κατάλαβα τι σήμαινε αυτό, αλλά μέσω της συναναστροφής των αδελφών μου, έμαθα ότι οι πιστοί στον Θεό συλλαμβάνονται από την αστυνομία και ότι επειδή η Κίνα είναι αθεϊστική χώρα, δεν υπάρχει ανεξιθρησκεία. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, δεν πίστεψα αυτά τα λόγια. Νόμιζα ότι επειδή ήμουν παιδί, ακόμα κι αν με συνελάμβαναν, η αστυνομία δεν θα μου έκανε τίποτα. Αυτό άλλαξε την ημέρα που προσωπικά βίωσα τη σύλληψη και τη βαναυσότητα στα χέρια της αστυνομίας. Τελικά, είδα ξεκάθαρα ότι οι αστυνομικοί, τους οποίους εκτιμούσα σαν να ήταν θείοι μου, ήταν στην πραγματικότητα μια αγέλη μοχθηρών διαβόλων!

Ο λόγος του Θεού είναι η δύναμή μου στη ζωή

Στο παρελθόν, ήμουν βαθιά επηρεασμένος από τις παραδοσιακές αξίες της Κίνας και είχα βάλει σκοπό της ζωής μου το να αγοράσω ακίνητη περιουσία για τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Για να το επιτύχω αυτό, αφοσιώθηκα στο να μάθω για την τεχνολογία επισκευής αυτοκινήτων. Άνοιξα, επίσης, ένα συνεργείο αυτοκινήτων και η δουλειά πήγαινε πολύ καλά. Εκείνη την περίοδο της ζωής μου πίστευα ότι ήλεγχα τη μοίρα μου, έτσι όταν η κουνιάδα μου κήρυξε σ’ εμένα το ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού, όχι μόνο αρνήθηκα να το αποδεχτώ, μα στην ουσία την κορόιδεψα, καθώς ένιωθα ότι μπορούσα να ζήσω το ίδιο καλά χωρίς να πιστεύω στον Κύριο. Ωστόσο, οι καλές εποχές δεν κράτησαν. Η δουλειά πήγαινε όλο και χειρότερα στο συνεργείο μου και, όσο σκληρά κι αν εργαζόμουν, δεν μπορούσα να αντιστρέψω τα πράγματα. Ξεπατωνόμουν προσπαθώντας να αλλάξω την κατάσταση και ήμουν εξαντλημένος και δυστυχισμένος, έτσι στράφηκα στο να πίνω αλκοόλ όλη την ημέρα ώστε να ανακουφίσω το άγχος μου. Κατά συνέπεια, μια μέρα οδηγούσα απρόσεκτος και κατέληξα να εμπλακώ σε ένα τροχαίο ατύχημα. Το αυτοκίνητό μου έγινε αγνώριστο από τη ζημιά, μα ευτυχώς, ως εκ θαύματος, επέζησα. Λίγο καιρό μετά, την άνοιξη του 1999, η σύζυγός μου μου κήρυξε το ευαγγέλιο των εσχάτων ημερών του Παντοδύναμου Θεού. Κατάφερα να κατανοήσω ορισμένες αλήθειες διαβάζοντας τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού και έμαθα ότι ο λόγος για τον οποίον ζούσα σε μια τόσο δυστυχισμένη και αβοήθητη κατάσταση ήταν ότι είχα αποδεχτεί τις αρχές ζωής με τις οποίες κάνει πλύση εγκεφάλου ο Σατανάς στους ανθρώπους. Ήθελα να στηριχτώ στη δική μου προσπάθεια για να δημιουργήσω ένα ευτυχισμένο σπιτικό για τον εαυτό μου και το αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι γελάστηκα σαν ανόητος, σε σημείο που βρέθηκα να υποφέρω τόσο πολύ και παραλίγο να χάσω τη ζωή μου. Ο Παντοδύναμος Θεός με επανέφερε από τα πρόθυρα του θανάτου και με έφερε στον οίκο Του, και Τον ευγνωμονούσα απίστευτα για το έλεος που μου επέδειξε. Από τότε και στο εξής, κάθε μέρα διάβαζα τα λόγια του Θεού, ενώ παρευρισκόμουν και σε συναθροίσεις και συναναστρεφόμουν με αδελφούς και αδελφές, και η καρδιά μου γέμισε με φως. Το απολάμβανα και χαιρόμουν πάρα πολύ που είχα βρει το αληθινό μονοπάτι στη ζωή. Ωστόσο, δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να γίνω στόχος σύλληψης από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, λόγω της πίστης μου στον Θεό, και αναγκάστηκα να αφήσω την οικογένειά μου και να κρυφτώ. Εκείνο το διάστημα, αν και είχα περάσει περιόδους αδυναμίας, πίστευα πως όπου κι αν πήγαινα και όσο κι αν με κυνηγούσαν οι δαίμονες του Σατανά, τα λόγια του Θεού θα με καθοδηγούσαν. Μετά από δέκα και πλέον χρόνια, μέσω της καθοδήγησης και της πρόνοιας του λόγου του Θεού, κατάφερα σταδιακά να κατανοήσω κάποιες αλήθειες και η ζωή μου ήταν πια ιδιαίτερα ικανοποιητική. Την περίοδο που ακολούθησε, κατά την οποία συνελήφθην και υπέστην διώξεις, βίωσα ακόμα πιο πρακτικά το ότι ο λόγος του Θεού είναι η δύναμή μου στη ζωή, γιατί ο λόγος του Θεού μού επέτρεψε να παραμείνω δυνατός, σταθερός και χωρίς φόβο εν μέσω του σκληρού μαρτυρίου και βασανιστηρίου του Σατανά, κι έτσι τελικά κατάφερα να ταπεινώσω εντελώς τον Σατανά. Μετά από αυτήν την εμπειρία, εκτίμησα ακόμα περισσότερο τον λόγο του Θεού, και δεν μπορούσα να αποχωριστώ τον λόγο του Θεού ούτε για μια στιγμή.