Τι κέρδισα διακρίνοντας μια κακοποιό

1 Δεκεμβρίου 2022

Τον Αύγουστο του 2015, είχε απολυθεί μια επικεφαλής, η αδελφή Τσεν, επειδή δεν έκανε πρακτικό έργο, ανταγωνιζόταν άλλους για τη φήμη και το κύρος, και διέδιδε κρίσεις για τη συνεργάτιδά της μεταξύ των αδελφών, γεγονός που ενοχλούσε και διατάρασσε το έργο της εκκλησίας. Μετά την απόλυση, μέσω συναναστροφής, κλαδέματος και αντιμετώπισης, κατανόησε λίγο την παράβαση και τις διεφθαρμένες διαθέσεις της, ένιωσε πολλές τύψεις κι ενοχές, και ήταν πρόθυμη να μετανοήσει. Η Λι Κιν, η συνεργάτιδά μου, ήταν κάποτε συνεργάτιδα της αδελφής Τσεν. Όταν άκουσε ότι εκείνη είχε χαρακτηριστεί ψευδής επικεφαλής, είπε: «Μόλις έγινε επικεφαλής, συμπεριφερόταν λες και ήταν πάνω από όλους. Συνήθως με αγνοούσε όταν της μιλούσα, δεν άκουγε τους άλλους και ήταν πολύ αλαζονική. Έφτιαχνε μέχρι και κλίκες και έσπερνε τη διχόνοια για το κύρος. Μόνο ένας αντίχριστος θα έκανε τέτοια πράγματα. Δεν είναι απλώς ψευδή επικεφαλής. Θα έπρεπε να είχε χαρακτηριστεί ως αντίχριστος». Σχεδίαζε και να ζητήσει απ’ τους ανώτερους επικεφαλής να την ορίσουν ξανά. Μια άλλη συνεργάτιδα, η Ζιαομίν, συμφώνησε με όλα όσα είπε η Λι Κιν. Εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα: «Η αδελφή Τσεν είναι αλαζονική και έχει σοβαρή αλαζονική διάθεση, αλλά δεν έκανε κάποιο μεγάλο κακό ούτε προκαλούσε συχνά διαταραχές· θα μπορούσε να μετανοήσει, να σκεφτεί και να γνωρίσει τον εαυτό της. Δεν είναι κάποια που δεν αποδέχεται την αλήθεια. Αν την κατατάσσαμε ως αντίχριστη λόγω μόνο της παράβασης και την προσωρινής διαφθοράς της, δεν θα ήταν υπερβολή; Αν κάναμε αυτό το λάθος, θα βλάπταμε άδικα έναν καλό άνθρωπο». Έτσι, είπα τις απόψεις μου. Αλλά η Λι Κιν δεν δέχτηκε αυτά που είπα και συνέχισε, «Δεν κατανοείς μέρος της συμπεριφοράς της Αδελφής Τσεν. Πρέπει να τηρούμε τις αρχές, να μη χαριστούμε σε κανέναν αντίχριστο». Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα λίγο δυσάρεστα, αλλά αυτό που έκανε η Λι Κιν μετά με εξέπληξε κι άλλο.

Είπε στη Ζιαομίν να συλλέξει τις αξιολογήσεις της Αδελφής Τσεν, χωρίς να ρωτήσει τους ανώτερους επικεφαλής. Μετά, οργάνωσε κρυφά μια συνάθροιση για να διακρίνουν και να αναλύσουν την Αδελφή Τσεν. Στη συνάθροιση, η Λι Κιν επανέλαβε πως η Αδελφή Τσεν είχε συμπεριφερθεί αλαζονικά και τόνισε ότι είχε ενεργήσει αυθαίρετα, αλλά δεν είπε αν η Αδελφή Τσεν αποκάλυψε αυτή τη διαφθορά στιγμιαία ή συνέχεια ούτε ανέφερε αν η Αδελφή Τσεν μπόρεσε αργότερα να αποδεχτεί την αλήθεια και αν μετανόησε. Τίποτα από αυτά δεν αναφέρθηκε. Μια αδελφή παρατήρησε ότι η συνάθροιση είχε σκοπό να διαπομπεύσει την Αδελφή Τσεν, και το υπενθύμισε στη Ζιαομίν, «Τι προσπαθείς να πετύχεις μ’ αυτό; Είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού; Χωρίς αποδείξεις, δεν μπορείς να χαρακτηρίζεις αυθαίρετα τους άλλους. Έτσι μπορεί εύκολα να προσβάλεις τον Θεό». Η Ζιαομίν φοβήθηκε λίγο αφού το άκουσε αυτό, και σκέφτηκε ότι αυτό το φέρσιμο στην αδελφή Τσεν ήταν υπερβολικό, έτσι είπε στη Λι Κιν και σ’ εμένα τις αμφιβολίες της. Απάντησε θυμωμένα, «Όποτε θέλουμε να κάνουμε πράξη την αλήθεια, ο Σατανάς μάς ενοχλεί». Τελικά, ανέλυσε ξανά τη συμπεριφορά της Αδελφής Τσεν, και τόνισε ότι επειδή η Αδελφή Τσεν ζήλευε τη συνεργάτιδά της, σχημάτισε κλίκα, την έκρινε και την καταπίεσε. Είπε και ότι ενεργούσε αυθαίρετα, δεν συζητούσε με τους άλλους, απέλυε ανθρώπους κατά βούληση… Η Λι Κιν μίλησε για πολύ σοβαρές συμπεριφορές, έτσι η Ζιαομίν πείστηκε και στάθηκε και πάλι στο πλευρό της. Τότε, ήμουν κι εγώ λίγο αβέβαιος. Κι αν η άποψη της Λι Κιν ήταν σωστή; Ειδικά όταν άκουσα από τη Λι Κιν λόγια του Θεού που μιλούν για κλίκες από τους αντίχριστους, ως μια αληθοφανή συναναστροφή, μπερδεύτηκα ακόμη περισσότερο. Ίσως η ανάλυσή της να ήταν σωστή. Μήπως οι ανώτεροι επικεφαλής δεν μπορούσαν να τη διακρίνουν, έκριναν μια αντίχριστη ως ψευδή επικεφαλής και την κρατούσαν στην εκκλησία; Αν συνέβαινε αυτό, δεν είχα γίνει κάποιος που μιλούσε για έναν αντίχριστο χωρίς να τον διακρίνει; Ίσως να μη διατηρούσα τη θέση μου, και θα κατηγορούμουν ότι υπερασπίζομαι έναν αντίχριστο. Τότε, η φήμη μου θα καταστρεφόταν. Ίσως ήταν καλύτερα να σταθώ με τον Λι Κιν και τη Ζιαομίν. Έτσι, αν έκανα λάθος, δεν θα έφταιγα μόνο εγώ. Καλύτερα αυτό, παρά να αποκαλυπτόταν ότι έκανα λάθος και να έφερα εγώ όλη την ευθύνη. Όταν ήμουν έτοιμος να συμφωνήσω μαζί τους, ένιωσα κάπως άβολα. Αφού τα πράγματα δεν ήταν ξεκάθαρα, δεν μπορούσα απλώς να ακούσω τα λόγια κάποιου. Αν η Αδελφή Τσεν δεν ήταν αντίχριστη και την χαρακτήριζα κι εγώ τυφλά, θα την καταδίκαζα αυθαίρετα και θα την κατέστρεφα, πράγμα που προσβάλλει τον Θεό. Μόλις γίνει μια παράβαση, δεν μπορεί να διαγραφεί. Λόγω της δυσαρέσκειάς μου, δεν ακολούθησα τη Λι Κιν.

Έπειτα, αναζήτησα την αλήθεια για το πώς να διακρίνω τους αντίχριστους. Στον λόγο του Θεού διάβασα: «Ένα άτομο που έχει μόνο τη διάθεση ενός αντίχριστου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντίχριστος. Μόνο εκείνοι που έχουν τη φύση και ουσία των αντίχριστων είναι πραγματικοί αντίχριστοι. Σίγουρα, υπάρχουν διαφορές στην εξωτερική ανθρώπινη φύση των δύο, και υπό τη διακυβέρνηση και τη λειτουργία διαφορετικών ειδών ανθρώπινης φύσης, οι στάσεις που παίρνουν αυτοί οι άνθρωποι απέναντι στην αλήθεια δεν είναι, ομοίως, ίδιες —και όταν οι στάσεις που παίρνουν οι άνθρωποι απέναντι στην αλήθεια δεν είναι ίδιες, οι δρόμοι που επιλέγουν είναι διαφορετικοί· και όταν οι δρόμοι που επιλέγουν οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, οι αρχές και οι συνέπειες των πράξεών τους έχουν, επίσης, τις διαφορές τους. Επειδή ένας άνθρωπος με τη διάθεση ενός αντίχριστου έχει μια συνείδηση που εργάζεται, και έχει λογική, και γνωρίζει την ντροπή, και αγαπά την αλήθεια, σχετικά μιλώντας, όταν αποκαλύπτει τη διεφθαρμένη του διάθεση, στην καρδιά του υπάρχει αποδοκιμασία γι’ αυτήν. Σε τέτοιες στιγμές, μπορεί να κάνει αυτοκριτική και να γνωρίσει τον εαυτό του, και μπορεί να παραδεχτεί τη διεφθαρμένη του διάθεση και την αποκάλυψη της διαφθοράς του, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα να απαρνηθεί τη σάρκα και τη διεφθαρμένη διάθεσή του, και να καταλήξει να κάνει πράξη την αλήθεια και να υποταχθεί στον Θεό. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει με έναν αντίχριστο. Καθώς αυτός δεν έχει συνείδηση που εργάζεται ή συνειδητή επίγνωση, και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζει ντροπή, όταν αποκαλύπτει τη διεφθαρμένη του διάθεση, δεν υπολογίζει σύμφωνα με τα λόγια του Θεού αν αυτό που αποκαλύπτει είναι σωστό ή λάθος, ή αν η διάθεσή του είναι διεφθαρμένη ή η ανθρώπινη φύση του φυσιολογική, ή αν συμφωνεί με την αλήθεια. Δεν αναλογίζεται αυτά τα πράγματα. Έτσι, πώς συμπεριφέρεται; Υποστηρίζει σταθερά ότι η διεφθαρμένη διάθεση που αποκαλύπτει και ο δρόμος που επιλέγει είναι τα σωστά. Νομίζει πως ό,τι κάνει είναι σωστό, πως ό,τι λέει είναι σωστό· είναι αποφασισμένος να προστατεύσει τον εαυτό του. Και έτσι τελικά, όσο μεγάλο λάθος και αν κάνει, όσο σοβαρή και αν είναι η διεφθαρμένη διάθεση που αποκαλύπτει, δεν θα αναγνωρίσει τη σοβαρότητα του θέματος και σίγουρα δεν θα έχει επίγνωση της διεφθαρμένης διάθεσης που έχει αποκαλύψει. Ούτε, φυσικά, θα παραμερίσει τις επιθυμίες του, θα απαρνηθεί τη φιλοδοξία του ή θα επαναστατήσει εναντίον της διεφθαρμένης διάθεσής του υπέρ της επιλογής ενός μονοπατιού όπως αυτό της υπακοής στον Θεό και την αλήθεια. Μπορεί κανείς να δει από αυτά τα δύο διαφορετικά αποτελέσματα ότι ένα άτομο με διάθεση αντίχριστου έχει την ευκαιρία να κατανοήσει την αλήθεια και να την κάνει πράξη, και να επιτύχει τη σωτηρία, ενώ το είδος του ατόμου με την ουσία ενός αντίχριστου δεν μπορεί να κατανοήσει την αλήθεια ή να την κάνει πράξη, ούτε μπορεί να επιτύχει τη σωτηρία. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των δύο» («Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Παράρτημα πέμπτο: Συνοψίζοντας τον χαρακτήρα των αντίχριστων και την ουσία της διάθεσής τους (Μέρος δεύτερο)). «Κάποιοι επικεφαλής και εργάτες έχουν, στο παρελθόν, αποκαλύψει συχνά συγκεκριμένες διαθέσεις αντίχριστου: Ήταν ασύδοτοι και αυθαίρετοι, ήθελαν να γίνεται πάντα το δικό τους, ο κόσμος να χαλάσει. Αλλά δεν διέπραξαν κανένα προφανές κακό και η ανθρώπινη φύση τους δεν ήταν τρομερή. Μέσω του κλαδέματος και της αντιμετώπισης, μέσω της βοήθειας των αδελφών, μέσω της μετάθεσης ή της αντικατάστασης, μέσω του να είναι αρνητικοί για ένα διάστημα, τελικά συνειδητοποιούν ότι αυτά που αποκάλυπταν προηγουμένως ήταν διεφθαρμένες διαθέσεις, προθυμοποιούνται να μετανοήσουν και σκέφτονται: “Ό,τι και να γίνει, το πιο σημαντικό είναι να επιμείνω στην εκτέλεση του καθήκοντός μου. Αν και βάδιζα στο μονοπάτι ενός αντίχριστου, δεν είχα ακόμη ταξινομηθεί σ’ αυτήν την κατηγορία. Αυτό προέρχεται από τη συμπόνοια του Θεού, άρα πρέπει να είμαι καλός στην πίστη μου, πρέπει να επιδιώκω ειλικρινά. Δεν υπάρχει τίποτε λάθος με το μονοπάτι της επιδίωξης της αλήθειας.” Λίγο-λίγο, μεταστρέφονται και μετανοούν. Υπάρχουν καλές ενδείξεις μέσα τους, μπορούν να αναζητήσουν τις θεμελιώδεις αρχές της αλήθειας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους και, επίσης, αναζητούν τις θεμελιώδεις αρχές τη αλήθειας κατά την εμπλοκή τους με άλλους. Από κάθε άποψη, προχωρούν σε μια καλύτερη κατεύθυνση. Δεν έχουν αλλάξει, τότε; Αυτό αποτελεί μεταστροφή από το να βαδίζεις στο μονοπάτι του αντίχριστου στο να βαδίζεις στο μονοπάτι της άσκησης και της επιδίωξης της αλήθειας. Έχουν ελπίδα και μια ευκαιρία να επιτύχουν τη σωτηρία. Μπορείς να κατηγοριοποιήσεις τέτοιους ανθρώπους ως αντίχριστους επειδή κάποτε επέδειξαν κάποιες εκδηλώσεις αντίχριστου ή βάδισαν στο μονοπάτι των αντίχριστων; Όχι. Οι αντίχριστοι προτιμούν να πεθάνουν παρά να μετανοήσουν. Δεν έχουν κανένα αίσθημα ντροπής· είναι μοχθηροί και κακοί στη διάθεση, και έχουν κουραστεί υπερβολικά από την αλήθεια. Μπορεί κάποιος που έχει κουραστεί τόσο πολύ από την αλήθεια να την κάνει πράξη ή να μετανοήσει; Αυτό θα ήταν αδύνατο. Το ότι έχουν κουραστεί τόσο πολύ από την αλήθεια προδιαγράφει ότι δεν πρόκειται ποτέ να μετανοήσουν» («Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο όγδοο: Θα έκαναν τους άλλους να υπακούν μόνο σ’ αυτούς, όχι στην αλήθεια ή στον Θεό (Μέρος πρώτο)). Οι αληθινοί αντίχριστοι έχουν φαύλη διάθεση, δηλητηριώδη ανθρώπινη φύση και είναι κακοποιοί. Δεν έχουν συνείδηση και ντροπή, όσο κακό κι αν κάνουν, ή όση ζημιά κι αν προκαλούν στο έργο ή στην είσοδο των άλλων στη ζωή, η συνείδησή τους δεν ενοχλείται. Σιχαίνονται και μισούν την αλήθεια σε ακραίο βαθμό, δεν την αποδέχονται ποτέ, ποτέ δεν παραδέχονται το λάθος τους ούτε μετανοούν, όσο κακό κι αν έχουν κάνει. Αλλά όσοι έχουν διάθεση αντίχριστου δεν είναι κακοί στην ανθρώπινη φύση ή κακοποιοί. Αν και μερικές φορές έχουν εκδηλώσεις αντίχριστου, όπως το να ενεργούν αυθαίρετα ή μόνοι τους και να απορρίπτουν τη διαφωνία, μέσω κλαδέματος και αντιμετώπισης ή απόλυσης και προσαρμογής, μπορούν να αναζητήσουν την αλήθεια και να κάνουν αυτοκριτική, να νιώσουν τύψεις και στη συνέχεια, να μετανοήσουν και να αλλάξουν. Κάποιοι ψευδείς επικεφαλής μπορούν να κάνουν αυτοκριτική αφού απολυθούν αρκετές φορές, και τελικά, να βαδίσουν στο μονοπάτι της αναζήτησης της αλήθειας. Αν τους προσδιορίσουμε ως αντίχριστους επειδή κάποιες συμπεριφορές τους μοιάζουν με αυτές των αντίχριστων, τους κατηγορούμε άδικα. Ξαναδιάβασα τα αρχεία της Λι Κιν για τις συμπεριφορές της αδελφής Τσεν και είδα ότι οι περισσότερες απλώς έδειχναν διαφθορά, όπως αλαζονεία, υποτίμηση των άλλων, αυθαιρεσία, μεταθέσεις χωρίς συζήτηση με τους συνεργάτες της, και ούτω καθεξής. Ωθούσε και τους αδελφούς να κρίνουν τη συνεργάτιδά της, γεγονός που διατάραξε τη ζωή της εκκλησίας —αυτό ήταν σίγουρα κακή πράξη, μα δεν ήταν σύνηθες εκ μέρους της. Στο παρελθόν, δεν είχε ποτέ καταπιέσει ή κρίνει κανέναν. Μετά την απόλυσή της, αναλογίστηκε την παράβασή της και τη διεφθαρμένη διάθεσή της, και μίσησε τον εαυτό της και μετανόησε. Δεν ήταν κάποια που δεν άλλαζε ή δεν αποδεχόταν την αλήθεια. Με βάση αυτό, είχε μόνο κάποιες εκδηλώσεις αντίχριστου, όχι όμως τέτοια ουσία. Το να ονομαστεί αντίχριστη γι’ αυτήν την παράβαση θα ήταν υπερβολή, δεν θα συμφωνούσε με τις αρχές της αλήθειας. Θα ήταν καταπίεση και καταδίκη της, δηλαδή μια κακή πράξη.

Μετά απ’ αυτό, οι ανώτεροι επικεφαλής μάς μίλησαν για τη διαφορά μεταξύ των διεφθαρμένων εκδηλώσεων και ουσιών. Σκέφτηκα, «Τώρα η Λι Κιν θα καταλάβει και δεν θα εμμένει πια σ’ αυτό». Ωστόσο, μετά τη συνάθροιση, η Λι Κιν μάς είπε, «Η ανώτερη ηγεσία προστατεύει την αδελφή Τσεν. Δεν εξετάζουν τα προβλήματα βάσει της ουσίας της συμπεριφοράς της. Δεν ξέρω αν προστατεύουν την Αδελφή Τσεν επειδή πιστεύουν ότι έχει κάποιο επίπεδο». Σκέφτηκα, «Γιατί η Λι Κιν κολλάει σ’ αυτή τη μία παράβαση της Αδελφής Τσεν και δεν την ξεχνάει; Δεν ήταν ξεκάθαρη η συναναστροφή των επικεφαλής; Η συμπεριφορά της ήταν απλώς διαφθορά. Ήταν μια προσωρινή παράβαση. Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καθόλου ως αντίχριστος». Μα η Λι Κιν και η κλίκα της δεν το δέχονταν. Είπε και ότι αν δεν την διαχειρίζονταν οι επικεφαλής, θα το ανέφεραν πιο ψηλά. Η στάση της ήταν τόσο πεισματική, και οι άλλες δύο συνεργάτιδες ήταν κι αυτές με το μέρος της. Ήμουν ο μόνος που διαφωνούσε μαζί τους. Αυτό με προβλημάτισε πολύ. Αν συνέχιζα να εγκρίνω το πώς ενεργούσαν οι επικεφαλής μου, η Λι Κιν και η κλίκα της θα έλεγαν ότι λάτρευα το κύρος, ότι δεν είχα διάκριση, και παπαγάλιζα ό,τι έλεγαν οι επικεφαλής; Αλλά αν συμφωνούσα με την άποψή τους, δεν θα καταδίκαζα τυφλά κάποιο άτομο; Θεώρησα καλύτερη επιλογή μου να πω ότι δεν ήξερα πώς να διακρίνω. Έτσι, δεν θα γνώριζαν τις πραγματικές μου απόψεις και δεν θα έλεγαν ότι δεν καταλαβαίνω ή ότι ήμουν στο πλευρό ενός αντίχριστου. Έτσι, είπα διστακτικά: «Δεν ξέρω πολλά για τη συμπεριφορά της Αδελφής Τσεν, οπότε δεν ξέρω πώς να την κατατάξω». Η έκφραση της Λι Κιν άλλαξε αμέσως μόλις είδε ότι δεν την ακολούθησα. Έπειτα, με απέφευγαν σκόπιμα όταν συζητούσαν να αναφέρουν την Αδελφή Τσεν. Ένιωσα να με απομονώνουν και ήταν πολύ άβολο, «Έκανα κάτι λάθος; Γιατί μου φέρονται έτσι;» Αυτό με ενοχλούσε και δεν μπορούσα να κάνω ήρεμα το καθήκον μου. Φοβόμουν μήπως έλεγαν ότι κατανοούσα την αλήθεια επιφανειακά και ότι δεν είχα διάκριση. Θα συνέχιζαν να με απορρίπτουν γι’ αυτό; Όταν το σκέφτηκα αυτό, η καρδιά μου πόνεσε περισσότερο, «Ξέχνα το, αφού δεν ακούν τις προτάσεις μου και δεν θέλουν να εμπλακώ, τότε δεν θα αναμειχθώ χωρίς λόγο, και δεν θα επινοήσουν λόγους για να με απολύσουν επειδή τους προσέβαλα. Ας φερθούν στην αδελφή Τσεν όπως θέλουν. Δεν είναι δική μου δουλειά». Μα αφού έκανα αυτή την επιλογή, ένιωσα ενοχές, «Δεν το βάζω στα πόδια; Δεν προστατεύω το έργο της εκκλησίας». Αργότερα, συναναστράφηκα με τους επικεφαλής μου για την κατάστασή μου, και μου υπενθύμισαν να αναζητώ το θέλημα του Θεού και να στηρίζω το έργο, και ότι αν αποσυρόμουν παθητικά, ή ακόμα και αν κρυβόμουν επειδή η Λι Κιν με απομόνωνε, θα αγνοούσα την ευθύνη μου. Αφού άκουσα τους επικεφαλής, είδα ότι σκεφτόμουν μόνο τα δικά μου συμφέροντα. Είδα ότι η αδελφή Τσεν καταπιεζόταν, αλλά δεν με ένοιαζε. Ήθελα να κρυφτώ για να αποφύγω τον αποκλεισμό. Ήμουν τόσο εγωιστής και ποταπός! Αργότερα, διάβασα κάποια λόγια του Θεού, και μόνο τότε είδα τη φύση μου λίγο πιο καθαρά. Ο Θεός λέει: «Τι διάθεση είναι αυτή κατά την οποία οι άνθρωποι δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη απέναντι στο καθήκον τους, το κάνουν απρόσεκτα και επιπόλαια, συμπεριφέρονται δουλοπρεπώς και δεν υπερασπίζονται τα συμφέροντα του οίκου του Θεού; Είναι πονηριά, είναι η διάθεση του Σατανά. Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των φιλοσοφιών του ανθρώπου για τη ζωή είναι η πονηριά. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι αν δεν είναι πονηροί, θα διακινδυνεύουν να προσβάλουν τους άλλους και θα είναι ανίκανοι να προστατέψουν τον εαυτό τους· πιστεύουν ότι θα πρέπει να είναι αρκετά πονηροί ώστε να μην προσβάλουν ή δυσαρεστήσουν κανέναν, διατηρώντας έτσι τον εαυτό τους ασφαλή, προστατεύοντας τους πόρους τους για τα προς το ζην και κερδίζοντας ένα σταθερό στήριγμα ανάμεσα στις μάζες. Όλοι οι άπιστοι ζουν σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σατανά. Όλοι είναι δουλοπρεπείς και δεν προσβάλλουν κανέναν. Έχεις έρθει στον οίκο του Θεού, έχεις διαβάσει τον λόγο του Θεού και έχεις ακούσει κηρύγματα του οίκου του Θεού. Γιατί, λοιπόν, είσαι πάντα δουλοπρεπής; Οι δουλοπρεπείς προστατεύουν μόνο τα δικά τους συμφέροντα και όχι τα συμφέροντα της εκκλησίας. Όταν βλέπουν κάποιον να πράττει το κακό και να βλάπτει τα συμφέροντα της εκκλησίας, το αγνοούν. Τους αρέσει να είναι δουλοπρεπείς και δεν προσβάλλουν κανέναν. Αυτό είναι ανευθυνότητα, και αυτού του είδους τα άτομα είναι υπερβολικά πονηρά και αναξιόπιστα. Για να προστατέψουν τη δική τους ματαιοδοξία και φήμη, και να διατηρήσουν το καλό τους όνομα και την κοινωνική τους θέση, κάποιοι άνθρωποι ευχαρίστως βοηθούν τους άλλους και θυσιάζονται για τους φίλους τους, ανεξάρτητα από το κόστος. Μα όταν χρειάζεται να προστατέψουν τα συμφέροντα του οίκου του Θεού, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, δεν τρέφουν τέτοιες καλές προθέσεις· αυτές έχουν εξαφανιστεί εντελώς. Όταν θα έπρεπε να κάνουν πράξη την αλήθεια, δεν το κάνουν. Τι συμβαίνει; Για να προστατέψουν τη δική τους αξιοπρέπεια και φήμη, είναι πρόθυμοι να πληρώσουν οποιοδήποτε τίμημα και να υποστούν τα πάντα. Αλλά όταν χρειάζεται να κάνουν αληθινό έργο, να προστατέψουν τα θετικά πράγματα, και να προστατέψουν και να μεριμνήσουν για τον εκλεκτό λαό του Θεού, γιατί δεν έχουν πλέον τη δύναμη να πληρώσουν οποιοδήποτε τίμημα και να υποστούν το παραμικρό; Αυτό είναι αδιανόητο. Στην πραγματικότητα, έχουν ένα είδος διάθεσης που έχει κουραστεί από την αλήθεια. Γιατί να πω ότι η διάθεσή τους έχει κουραστεί από την αλήθεια; Επειδή κάθε φορά που κάτι αφορά την κατάθεση μαρτυρίας για τον Θεό, την άσκηση της αλήθειας, την προστασία του εκλεκτού λαού του Θεού, τον αγώνα κατά των πλανών του Σατανά ή την προστασία των θετικών πραγμάτων, τρέπονται σε φυγή και κρύβονται, και δεν κάνουν αυτό που πρέπει. Πού είναι ο ηρωισμός τους και το πνεύμα υπομονής των δεινών; Πού τα χρησιμοποιούν αυτά; Αυτό μπορεί εύκολα να το καταλάβει κανείς. Ακόμη και αν κάποιος τους επικρίνει και τους πει ότι δεν θα έπρεπε να είναι τόσο εγωιστές και ποταποί, και να προστατεύουν τον εαυτό τους, δεν τους νοιάζει πραγματικά. Λένε μέσα τους: “Εγώ δεν τα κάνω αυτά, δεν ισχύουν για μένα. Τι όφελος θα είχε για τη φήμη και την κοινωνική θέση μου το να ενεργήσω κατ’ αυτόν τον τρόπο;” Δεν είναι άτομα που επιδιώκουν την αλήθεια. Αρέσκονται στο να επιδιώκουν τη φήμη και την κοινωνική θέση, και απλώς δεν κάνουν το έργο που τους έχει εμπιστευτεί ο Θεός. Έτσι, όταν τους χρειάζονται για να κάνουν το έργο της εκκλησίας, επιλέγουν να τραπούν σε φυγή. Μέσα τους, δεν αρέσκονται στα θετικά πράγματα και δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι έχουν κουραστεί από την αλήθεια. Μόνο εκείνοι που αγαπούν την αλήθεια και κατέχουν την πραγματικότητα της αλήθειας μπορούν να βγουν μπροστά όταν απαιτείται από το έργο του οίκου του Θεού και των εκλεκτών, μόνο αυτοί μπορούν να ορθώσουν το ανάστημά τους, με γενναιότητα και δέσμευση απέναντι στο καθήκον, για να μαρτυρήσουν στον Θεό και να συναναστραφούν σχετικά με την αλήθεια, καθοδηγώντας τους εκλεκτούς του Θεού στον σωστό δρόμο και επιτρέποντάς τους να επιτύχουν υπακοή στο έργο του Θεού· και μόνο αυτό αποτελεί στάση ευθύνης και εκδήλωση ενδιαφέροντος για το θέλημα του Θεού» («Ο Λόγος», τόμ. 3: «Οι συνομιλίες του Χριστού των Εσχάτων Ημερών», Η γνώση της διάθεσης κάποιου είναι το θεμέλιο της αλλαγής της). Μέσω του λόγου του Θεού, είδα ότι ήμουν ιδιαίτερα πονηρός και δόλιος. Ήθελαν να κατατάξουν την Αδελφή Τσεν ως αντίχριστο. Προφανώς δεν συμφωνούσα μαζί τους, και ήξερα ότι καταδίκαζαν άδικα και αυθαίρετα την Αδελφή Τσεν, αλλά φοβόμουν να τους προσβάλω και να με καταδικάσουν ή να με απολύσουν. Για να προστατεύσω το κύρος μου, άλλαξα τα λόγια μου και είπα κάτι διφορούμενο. Δεν τόλμησα να έχω καθόλου τη σωστή άποψη. Ραδιουργούσα για τα συμφέροντά μου και προστάτευα τον εαυτό μου, Δεν προστάτεψα το έργο της εκκλησίας, και δεν σκέφτηκα πόσο θα διατάρασσαν το έργο της εκκλησίας. Σε ένα σημαντικό θέμα που αφορούσε το έργο και την είσοδο των αδελφών μου στη ζωή, έκανα πως ήμουν σε σύγχυση για να μην προσβληθεί ή πληγωθεί κανείς, και χάριν της θέσης μου, πήγαινα με το ρεύμα και μιλούσα ενάντια στις αρχές. Ήμουν πραγματικά πολύ πονηρός. Δεν ήμουν μόνο πονηρός, αλλά είχα βαρεθεί την αλήθεια. Ήξερα ότι η άσκηση της αλήθειας και η προστασία του έργου είναι κάτι δίκαιο και θετικό, αλλά όταν έβλεπα ότι θα απειλούνταν τα συμφέροντά μου, δεν την έκανα πράξη· μάλιστα, πίστευα ότι θα υπέφερα για τη διατήρηση της δικαιοσύνης. Δεν ήταν αυτό αντιπάθεια για τα θετικά πράγματα και την αλήθεια; Ένιωσα πολλές τύψεις κι ενοχές.

Έπειτα, οι επικεφαλής μου μου υπενθύμισαν ότι μετά την απόλυση της Αδελφής Τσεν, η Λι Κιν την ανέφερε ως αντίχριστη και δεν ησύχαζε μέχρι να αποβληθεί, πράγμα που δεν ήταν πλέον μια συνηθισμένη εκδήλωση διαφθοράς. Αν η πρόθεση της Λι Κιν ήταν να διακρίνει έναν αντίχριστο και να υποστηρίξει το έργο, μα δεν είχε ακριβή κατανόηση, μετά τη συναναστροφή των επικεφαλής για τις αρχές της αλήθειας, θα έπρεπε να δει τα λάθη της και να δει σωστά την παράβαση της αδελφής Τσεν. Όμως, δεν δέχτηκε καθόλου τη συναναστροφή και δεν άφηνε την αδελφή Τσεν, πράγμα που έχει την ουσία της καταπίεσης και της τιμωρίας. Οι επικεφαλής μού ζήτησαν να ερευνήσω τη Λι Κιν, και συμφώνησα. Αλλά όταν ήταν να ρωτήσω άλλους για το θέμα, ήθελα ξανά να αποσυρθώ. Δεν ήταν μόνο η Ζιαομίν που δεν διέκρινε τη Λι Κιν. Ακόμη και κάποιοι αδελφοί και αδελφές της εκκλησίας στάθηκαν στο πλευρό της. Αν προσπαθούσα κρυφά να ερευνήσω το θέμα, και έλεγαν στη Λι Κιν για την έρευνά μου, θα προσπαθούσαν αυτή και η κλίκα της να με απομακρύνουν; Μόλις το σκέφτηκα, άρχισα να αισθάνομαι πάλι διχασμένος. Έπειτα, θυμήθηκα τα λόγια του Θεού: «Όλοι σας λέτε ότι ενδιαφέρεστε για το φορτίο του Θεού και ότι θα υπερασπιστείτε τη μαρτυρία της εκκλησίας, όμως ποιος ανάμεσά σας έχει ενδιαφερθεί αληθινά για το φορτίο του Θεού; Διερωτήσου το εξής: Είσαι κάποιος που έχει δείξει ενδιαφέρον για το φορτίο Του; Μπορείς να κάνεις πράξη τη δικαιοσύνη για Εκείνον; Μπορείς να ορθώσεις το ανάστημά σου και να μιλήσεις για Μένα; Μπορείς να κάνεις ακλόνητα πράξη την αλήθεια; Είσαι αρκετά θαρραλέος ώστε να αγωνιστείς ενάντια σε όλες τις πράξεις του Σατανά; Θα μπορούσες να παραμερίσεις τα συναισθήματά σου και να εκθέσεις τον Σατανά για χάρη της αλήθειας Μου; Μπορείς να επιτρέψεις να εκπληρωθούν μέσα σου οι προθέσεις Μου; Έχεις προσφέρει την καρδιά σου την πιο κρίσιμη στιγμή; Είσαι κάποιος που κάνει το θέλημά Μου; Θέσε στον εαυτό σου αυτά τα ερωτήματα, και να τα σκέφτεσαι συχνά» («Ο Λόγος», τόμ. 1: «Η εμφάνιση και το έργο του Θεού», Ομιλίες του Χριστού στην αρχή, Κεφάλαιο 13). Τα λόγια του Θεού με αναστάτωσαν. Μπροστά στις ερωτήσεις του Θεού, ένιωθα δειλός. Όποτε συνέβαινε κάτι, ήθελα να το βάλω στα πόδια. Δεν σκεφτόμουν καθόλου το φορτίο του Θεού. Δεν προστάτευα το έργο, μήπως προσβάλλω τους άλλους και βλάψω τον εαυτό μου. Ήμουν τόσο εγωιστής και ποταπός! Τα λόγια Του με αφύπνισαν. Ήταν ένα περιβάλλον που είχε κανονίσει για μένα ο Θεός, καθώς και μια δοκιμασία. Η συμπεριφορά της Λι Κιν αναστάτωνε στην εκκλησιαστική ζωή. Αν δεν όρθωνα ανάστημα, θα έβλαπτε ακόμα περισσότερο το έργο της εκκλησίας. Η δειλία και ο φόβος μου ήταν έλλειψη πίστης στον Θεό. Δεν πίστευα ότι όλα ήταν στο χέρι του Θεού, οπότε πάντα φοβόμουν ότι θα καταπιέζομαι. Ο Θεός είναι δίκαιος, η αλήθεια κυριαρχεί στον οίκο Του, και οι αρνητικοί άνθρωποι και οι κακοποιοί δεν έχουν θέση εδώ, μα η πίστη μου ήταν πολύ μικρή. Έτσι, προσευχήθηκα ενώπιον του Θεού: «Θεέ μου, έχω φόβο και δειλία στην καρδιά μου. Δώσε μου πίστη για να σταθώ όρθιος και να διαφυλάξω το έργο της εκκλησίας». Κατόπιν, σκέφτηκα έναν επικεφαλής ομάδας ο οποίος ήταν αρκετά τίμιος και είχε ικανότητα διάκρισης. Του ζήτησα να συνεργαστούμε στη διερεύνηση του θέματος. Αφού επαληθεύσαμε τις αναφορές της Λι Κιν για την αδελφή Τσεν, μας κόπηκε η ανάσα με αυτά που ανακαλύψαμε. Είδαμε ότι ορισμένες από αυτές δεν ήταν πραγματικές. Σε κάποιες, είχε επιδείξει διαφθορά, μα αυτά δεν ήταν προβλήματα ουσίας. Καταδικάζοντας την αδελφή Τσεν ως αντίχριστη με βάση αυτά τα πράγματα, δεν διαστρέβλωνε τα γεγονότα για να την καταστείλει; Είδε και ο διάκονος των γενικών υποθέσεων ότι η Λι Κιν ήταν ανυποχώρητη, και την προειδοποίησε να μην πράττει το κακό, μα η Λι Κιν αδιαφόρησε και συνέχισε καταδικάζει την Αδελφή Τσεν ως αντίχριστο. Η Λι Κιν μισούσε την Αδελφή Τσεν τόσο πολύ, που ήθελε να την αποβάλει, έτσι αρχίσαμε να ερευνούμε τη συνεργασία των δύο και ανακαλύψαμε ότι όταν ήταν συνεργάτιδες, επειδή το επίπεδο και οι ικανότητες της Αδελφής Τσεν ήταν πολύ καλύτερα, οι ανώτεροι επικεφαλής ανέθεταν πολλές σημαντικές εργασίες σ’ αυτήν. Η Λι Κιν πίστευε ότι η Αδελφή Τσεν τής έκλεβε τη δόξα, γι’ αυτό και τη ζήλευε και ήταν δυσαρεστημένη. Η Αδελφή Τσεν επεσήμαινε συχνά και τα προβλήματα στο έργο της, έτσι η Λι Κιν ένιωθε ότι η Αδελφή Τσεν την υποτιμούσε και της κρατούσε κακία, και έψαχνε πάντα την ευκαιρία να πάρει εκδίκηση. Όταν έτυχε η Αδελφή Τσεν να παραβιάσει τις αρχές και αποδείχθηκε ψευδής επικεφαλής, η Λι Κιν βρήκε ευκαιρία να χαρακτηρίσει την Αδελφή Τσεν ως αντίχριστο και να την αποβάλει. Στην αρχή, πάντα πίστευα ότι καταδίκαζε την Αδελφή Τσεν επειδή δεν κατανοούσε την αλήθεια. Τώρα, είδα ότι η επιθυμία της Λι Κιν για εκδίκηση ήταν τόσο ισχυρή, που διαστρέβλωνε τα γεγονότα για να παρασύρει τους ανθρώπους να καταδικάσουν την Αδελφή Τσεν. Η ουσία αυτού ήταν τόσο σατανική!

Στη συνέχεια, μέσω της αποκάλυψης στον λόγο του Θεού, είδα πιο καθαρά την ουσία της Λι Κιν. Ο Θεός λέει: «Τι είναι ο αντιφρονών; Ποιοι είναι οι άνθρωποι που ο αντίχριστος θεωρεί αντιφρονούντες; Κατ’ ελάχιστο, είναι εκείνοι που δεν παίρνουν στα σοβαρά τον αντίχριστο ως επικεφαλής· είναι εκείνοι που δεν τον θαυμάζουν ή δεν τον λατρεύουν, που τον αντιμετωπίζουν ως ένα συνηθισμένο άτομο. Αυτό είναι ένα είδος. Έπειτα, υπάρχουν εκείνοι που αγαπούν την αλήθεια, επιδιώκουν την αλήθεια, επιδιώκουν την αλλαγή της διάθεσής τους και επιδιώκουν την αγάπη για τον Θεό· αυτοί ακολουθούν διαφορετικό δρόμο από εκείνον του αντίχριστου και στα μάτια του αντίχριστου είναι αντιφρονούντες. Πέρα από αυτό, όποιον τολμά να προσφέρει στον αντίχριστο τις υποδείξεις του και να τον εκθέσει ή όποιον έχει διαφορετικές απόψεις από τις δικές του, τον θεωρεί αντιφρονούντα. Και υπάρχει και ένα άλλο είδος: όσοι είναι ισάξιοι με τον αντίχριστο σε επίπεδο και ικανότητες, όσοι έχουν ικανότητα λόγου και δράσης παρόμοια με τη δική του, ή όσους βλέπει ως ανώτερους από αυτόν και ικανούς να τον αναγνωρίσουν. Για έναν αντίχριστο, αυτό είναι πέρα από κάθε όριο, είναι απειλή για την κοινωνική τους θέση. Τέτοιοι άνθρωποι είναι οι μεγαλύτεροι αντιφρονούντες για τον αντίχριστο. Ο αντίχριστος δεν τολμά να παραμελήσει τέτοιους ανθρώπους ή να χαλαρώσει στο ελάχιστο. Τους θεωρεί ως αγκάθια στο πλάι του, και επαγρυπνεί και φυλάσσεται απέναντί τους ανά πάσα στιγμή. Τους αποφεύγει σε ό,τι κάνει. Όταν ο αντίχριστος βλέπει ότι ένας αντιφρονών πρόκειται να τον αναγνωρίσει και να τον εκθέσει, καταλαμβάνεται από μεγάλο πανικό· προσπαθεί απεγνωσμένα να αποκλείσει και να επιτεθεί σε έναν τέτοιο αντιφρονούντα, σε βαθμό που δεν θα ησυχάσει μέχρι να απομακρύνει αυτόν τον αντιφρονούντα από την εκκλησία. […] Για έναν αντίχριστο, ο αντιφρονών αποτελεί απειλή για την κοινωνική του θέση και την εξουσία του. Όποιον απειλεί τη θέση και την εξουσία τους, όποιος κι αν είναι αυτός, οι αντίχριστοι θα κάνουν τα πάντα για να τον “τακτοποιήσουν”. Αν αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά δεν μπορούν να υποταχθούν ή να ενσωματωθούν στις δυνάμεις των αντίχριστων, τότε οι τελευταίοι θα τους γκρεμίσουν ή θα τους καθάρουν. Στο τέλος, οι αντίχριστοι θα επιτύχουν τον στόχο τους να έχουν απόλυτη εξουσία και να είναι οι ίδιοι νόμος για τον εαυτό τους. Αυτή είναι μία από τις τεχνικές που χρησιμοποιούν συνήθως οι αντίχριστοι για να διατηρήσουν την κοινωνική θέση και την εξουσία τους —επιτίθενται και αποκλείουν τους αντιφρονούντες» («Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο δεύτερο: Επιτίθενται και αποκλείουν τους διαφωνούντες). «Όταν ένας άγριος άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με οποιαδήποτε καλοπροαίρετη προτροπή, κατηγορία, διδασκαλία ή βοήθεια, η στάση του δεν είναι να την καλοδεχτεί ή να την αποδεχτεί ταπεινά, αλλά αντίθετα εξοργίζεται και νιώθει άκρατο μίσος, εχθρότητα, ακόμη και επιθυμία για εκδίκηση. […] Βέβαια, όταν αντεκδικείται κάποιον άλλον λόγω μίσους, δεν είναι επειδή τρέφει μνησικακία από παλιά, αλλά επειδή το άτομο αυτό εξέθεσε τα λάθη του. Αυτό δείχνει ότι ανεξάρτητα από το ποιος το κάνει και ανεξάρτητα από τη σχέση του με τον αντίχριστο, και μόνο η πράξη της έκθεσής του μπορεί να πυροδοτήσει το μίσος του και να υποκινήσει την εκδίκησή του. Δεν έχει σημασία ποιος είναι, αν το άτομο που το κάνει αυτό κατανοεί την αλήθεια ή αν είναι επικεφαλής ή εργάτης, ή ένα συνηθισμένο μέλος του εκλεκτού λαού του Θεού. Αν τυχόν κάποιος εκθέσει, κλαδέψει και αντιμετωπίσει τον αντίχριστο, εκείνος θα θεωρήσει το άτομο αυτό ως εχθρό, και μάλιστα θα πει ανοιχτά: “Αν κάποιος με αντιμετωπίσει, θα του επιτεθώ σκληρά. Αν κάποιος με αντιμετωπίσει, με κλαδέψει, εκθέσει τα μυστικά μου, με κάνει να αποβληθώ από τον οίκο του Θεού και μου στερήσει το μερίδιο των ευλογιών που μου αναλογεί, δεν θα τον αφήσω ποτέ στην ησυχία του. Έτσι είμαι στα εγκόσμια: Κανείς δεν τολμά να μου δημιουργήσει πρόβλημα, δεν έχει γεννηθεί ακόμα αυτός που θα τολμήσει να με ενοχλήσει!” Τέτοια λόγια οργής λένε οι αντίχριστοι όταν υφίστανται κλάδεμα και αντιμετώπιση. Όταν λένε αυτά τα οργισμένα λόγια, δεν είναι για να εκφοβίσουν τους άλλους ούτε είναι ξέσπασμα για να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Πρόκειται για γνήσιες υποσχέσεις μοχθηρίας και μπορούν να καταφύγουν σε κάθε μέσο που έχουν στη διάθεσή τους. Αυτή είναι η άγρια διάθεση των αντίχριστων» («Ο Λόγος», τόμ. 4: «Εκθέτοντας τους αντίχριστους», Σημείο ένατο: Κάνουν το καθήκον τους μόνο για να διακριθούν και να τροφοδοτήσουν τα δικά τους συμφέροντα και φιλοδοξίες· ποτέ δεν λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα του οίκου του Θεού, και μάλιστα ξεπουλάνε αυτά τα συμφέροντα με αντάλλαγμα την προσωπική δόξα (Μέρος όγδοο)). Μόνο μέσα από τα λόγια του Θεού κατάλαβα τα κίνητρα της Λι Κιν. Έλεγε ότι προστάτευε το έργο της εκκλησίας φανερώνοντας έναν αντίχριστο, αλλά εφάρμοζε τη δημόσια δικαιοσύνη για εκδίκηση. Απλώς επειδή η αδελφή Τσεν επισήμαινε τις αποκλίσεις στο έργο της, ένιωσε πικρία, και χρησιμοποίησε την απόλυσή της για να προκαλέσει τέτοια αναστάτωση, και εκμεταλλεύτηκε τη στιγμιαία παράβασή της για να τη χαρακτηρίσει ως αντίχριστη. Αφού οι επικεφαλής μας συναναστράφηκαν για τη διαφορά μεταξύ διαφθοράς και κακού, δεν το άφησε έτσι, συνέχισε να συγκεντρώσει πληροφορίες για την Αδελφή Τσεν. Υπερέβαλλε και καταδίκαζε αδιακρίτως την Αδελφή Τσεν, και παρέσυρε τους αδελφούς και τις αδελφές να την καταδικάσουν κι αυτοί, στην προσπάθειά της να την απομακρύνει. Όταν οι επικεφαλής δεν χειρίστηκαν την Αδελφή Τσεν όπως ήλπιζε, δυσαρεστήθηκε και διέδωσε κρίσεις στους συνεργάτες ότι οι επικεφαλής προστάτευαν την Αδελφή Τσεν, παραπλανώντας κάποιους, ώστε να αναπτύξουν προκαταλήψεις εναντίον των επικεφαλής. Όταν διατύπωσα διαφορετική άποψη για την Αδελφή Τσεν, με απομόνωσε. Όταν κάποιοι αδελφοί και αδελφές την προειδοποίησαν, όχι μόνο δεν το δέχτηκε, αλλά είπε ότι ήταν διαταραχή του Σατανά. Από αυτά τα γεγονότα, είδαμε ότι η Λι Κιν μισούσε την αλήθεια και είχε πολύ κακή διάθεση. Αν κάποιος τη διέκρινε ή αποτελούσε απειλή για την υπόστασή της, γινόταν εχθρική απέναντί του, του επιτιθόταν, τον απέκλειε και τον τιμωρούσε. Η Λι Κιν ήταν κακοποιός. Μετά από αυτό, ανέφερα όσα έμαθα στους επικεφαλής, οι οποίοι απέλυσαν την Λι Κιν, την απομόνωσαν και παρατήρησαν τη συμπεριφορά της, ώστε αν προκαλούσε περαιτέρω αναστάτωση, να αποβαλλόταν. Μέσω της συναναστροφής, κατάλαβε και η Ζιαομίν τη Λι Κιν. Όταν είδε ότι είχε ακολουθήσει τη Λι Κιν στο κακό, είχε τύψεις και μίσησε τον εαυτό της.

Αν και αυτό συνέβη πριν από καιρό, όταν σκέφτομαι πώς, κατά τη διάρκειά του, θα άφηνα να υποστεί απώλειες το έργο για τα δικά μου συμφέροντα, ντρέπομαι πολύ! Χωρίς τη βοήθεια και τη συναναστροφή των αδελφών μου, δεν θα είχα καν το κουράγιο να προστατεύσω το έργο της εκκλησίας. Ήταν ο λόγος του Θεού που μου έδωσε τις αρχές της άσκησης. Όση αλήθεια κι αν καταλαβαίνω, αν εμπλέκονται τα συμφέροντα της εκκλησίας, πρέπει να τα υπερασπίζομαι. Αυτή είναι μια αδιαπραγμάτευτη ευθύνη.

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Απάντηση