Μία αξέχαστη απόφαση

20 Ιουλίου 2022

από την Μπέι Γιανγκ, Κίνα

Όταν ήμουν 15 χρονών, ο πατέρας μου πέθανε από μια αρρώστια και η οικογένειά μου έχασε το στήριγμά της. Δεν μπορούσα να το αποδεχτώ. Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Ούτε η μαμά μου μπορούσε να το διαχειριστεί. Αρρώστησε πολύ και για πέντε μέρες, είχε υψηλό πυρετό. Κανένας συγγενής δεν ήρθε, για να μη χρειαστεί να μας ενισχύσει οικονομικά. Καθώς βοηθούσα τη μαμά μου να πάει στο νοσοκομείο, εκείνη κατέρρευσε σε ένα παγκάκι. Κανείς δεν ήρθε να βοηθήσει, και έπεσα σε απόγνωση. Σκέφτηκα: «Ο μπαμπάς μου πέθανε. Αν συμβεί κάτι στη μαμά μου, τι θα κάνουμε εγώ κι η αδελφή μου;» Αργότερα, κάποιος κήρυξε σ’ εμάς το ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού. Με τη χάρη του Κυρίου και ύστερα από μόλις δύο συναθροίσεις, η μαμά μου έγινε καλά. Έτσι, καταλήξαμε να πιστεύουμε στον Κύριο. Όταν είδα πως είχε σταυρωθεί για να λυτρώσει την ανθρωπότητα, η μεγάλη αγάπη του Θεού με συγκίνησε. Ο Κύριος είπε στους μαθητές Του: «Έλθετε οπίσω μου» (Κατά Ματθαίον 4:19). «Ταύτα ελάλησα προς εσάς, διά να έχητε ειρήνην εν εμοί. Εν τω κόσμω θέλετε έχει θλίψιν· αλλά θαρσείτε, εγώ ενίκησα τον κόσμον» (Κατά Ιωάννην 16:33). Τα λόγια αυτά με παρηγόρησαν πολύ. Ειδικά όταν άκουσα για τους δυτικούς ιεραποστόλους που αφιέρωναν τη ζωή τους στον Κύριο, εμπνεύστηκα, έτσι, πήρα την απόφαση να δαπανήσω τον εαυτό μου για τον Κύριο και να κηρύξω το ευαγγέλιο! Εκείνον τον καιρό, ένιωθα ότι η ζωή μου δεν είχε νόημα. Μόνο όταν ακολουθούσα τον Κύριο, εργαζόμουν για Εκείνον και οδηγούσα ανθρώπους ενώπιόν Του αποκτούσε νόημα και αξία. Ανυπομονούσα να έρθει η μέρα που θα πήγαινα να κηρύξω και να εργαστώ για τον Κύριο. Σε μία συνάθροιση προσευχήθηκα στον Κύριο και Του είπα την επιθυμία μου. Η μαμά μου ήταν εκείνη την ώρα εκεί. Όταν γυρίσαμε σπίτι, με επέπληξε λέγοντας: «Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανόητη; Γιατί το είπες αυτό; Πίστευε στον Κύριο, εντάξει. Αλλά μην αφήνεις τις σπουδές σου. Πρέπει να συγκεντρωθείς στα μαθήματά σου στο λύκειο. Οι συγγενείς μας θα σε θαυμάζουν μόνο αν πετύχεις». Αυτό με έκανε να διστάσω. Σκέφτηκα: «Έχει δίκιο. Η οικογένειά μου ελπίζει σ’ εμένα. Αν παρατήσω τις σπουδές μου για να κηρύξω το ευαγγέλιο, η μαμά μου θα πληγωθεί πολύ. Δυσκολευόταν πολύ να μας συντηρήσει. Δεν μπορώ να της δώσω κι άλλες στενοχώριες». Έτσι, συνέχισα να πηγαίνω στο σχολείο, σε συναθροίσεις και κηρύγματα, κι έθαψα την επιθυμία μου να κηρύξω και να εργαστώ για τον Κύριο.

Τον Ιούλιο του 2001, μετά τις εισαγωγικές εξετάσεις για το κολέγιο, συνάντησα κάποιους που διέδιδαν το ευαγγέλιο της βασιλείας των ουρανών. Η αδελφή μου κι εγώ διαβάσαμε τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού και μάθαμε πως ήταν ο Κύριος που επέστρεψε για να εκφράσει την αλήθεια, να κάνει το έργο της κρίσεως, ξεκινώντας από τον οίκο του Θεού, για να μας καθάρει και να μας σώσει οριστικά. Ενθουσιάστηκα. Ο Κύριος που περίμενα καιρό είχε επιτέλους επιστρέψει. Το ότι ακούγαμε τη φωνή Του, μας καθοδηγούσε και μας έσωζε προσωπικά οφειλόταν στη μεγάλη Του χάρη! Παλιά, όταν διάβαζα τη Βίβλο, ζήλευα τους μαθητές του Κυρίου που μπορούσαν να ακούν τις διδαχές Του ανά πάσα στιγμή. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα ήμουν τόσο τυχερή όσο εκείνοι. Καθώς σκεφτόμουν όλους εκείνους που λαχταρούσαν την εμφάνιση του Κυρίου, αλλά δεν γνώριζαν πως είχε επιστρέψει, και πως εγώ είχα ακούσει αυτά τα σπουδαία νέα πριν απ’ αυτούς, ήξερα πως έπρεπε να διαδώσω το ευαγγέλιο της βασιλείας των ουρανών. Σκέφτηκα: «Θα είναι υπέροχο αν δεν καταφέρω να μπω στο κολέγιο. Τότε, θα έχω έναν καλό λόγο να πω στη μαμά μου πως θα κηρύξω και θα υπηρετήσω τον Θεό».

Μετά από μία εβδομάδα, πήρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ο δάσκαλός μου μου είπε όλο χαρά πως είχα μπει σε ένα καλό κολέγιο. Οι συμμαθητές μου με επαίνεσαν λέγοντας: «Από χιλιάδες, μόνο δέκα επιλέχτηκαν από την επαρχία μας. Για να μπήκες σ’ αυτό το κολέγιο, τα πήγες πολύ καλά». Όσο άκουγα τον δάσκαλο και τους συμμαθητές μου να τα λένε όλα αυτά, ένιωθα διχασμένη, διότι σκεφτόμουν πως αν αποτύγχανα στις εξετάσεις, θα μπορούσα να κηρύξω το ευαγγέλιο. Όμως, τώρα που η μαμά μου ήξερε πως είχα μπει στο κολέγιο, θα ήταν ακόμη πιο αντίθετη με αυτήν την ιδέα. Όταν γύρισα σπίτι, η μαμά μου συνεχώς χαμογελούσε, όμως εγώ ένιωθα απαίσια. Όλα αυτά τα χρόνια, περίμενα πώς και πώς τον Κύριο να έρθει και να μας πάρει στον ουρανό. Τώρα που είχε έρθει και εξέφραζε την αλήθεια για να μας σώσει προσωπικά, δεν ήθελα να χάσω μια τόσο σπάνια ευκαιρία. Μόλις οι συγγενείς μας έμαθαν για τις εξετάσεις μου, ήρθαν όλοι να με συγχαρούν και να μου πουν κολακείες. Εγώ όμως σκεφτόμουν: «Είναι όλοι τόσο ψεύτικοι. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, κανείς τους δεν ήρθε να μας δει. Τώρα που μπήκα στο κολέγιο, είναι όλοι εδώ. Απλώς ελπίζουν πως αν κάποια μέρα πετύχω, θα πάρουν κι εκείνοι λίγη απ’ τη λάμψη». Όσο τους παρακολουθούσα να δείχνουν το «ενδιαφέρον» τους για μένα, τόσο έβλεπα πόσο ευμετάβλητοι είναι οι άνθρωποι. Όμως, η μαμά μου συζητούσε με τόση χαρά μαζί τους! Ήξερα πως ήταν πολύ περήφανη που μπήκα στο κολέγιο και πως τώρα οι άλλοι τη σέβονταν χάρη σ’ εμένα. Αν αποφάσιζα να μην πάω στο κολέγιο, η μαμά μου θα καταρρακωνόταν, και οι συγγενείς μας θα μας περιφρονούσαν και πάλι. Όσο έφερνα στο μυαλό μου το πόσο υπέφερε η μαμά μου με τον τρόπο που μας φέρονταν οι συγγενείς μας, σκεφτόμουν: «Η μαμά μας κόπιασε πολύ να μας μεγαλώσει. Αν δεν κάνω αυτό που θέλει, θα την απογοητεύσω πολύ. Η καρδιά μου θέλει να ικανοποιήσει τον Θεό, όμως δεν μπορώ να πληγώσω έτσι τη μαμά μου». Κι έτσι, ένιωθα πως δεν είχα επιλογή: Έπρεπε να πάω στο κολέγιο. Όταν ξεκίνησα το κολέγιο, είδα ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους σπουδαστές. Όσοι ήταν από πλούσιες οικογένειες υποτιμούσαν τους φτωχούς και τους διέταζαν. Μετά από δύο εβδομάδες στρατιωτικής εκπαίδευσης, δύο εκπαιδευτές άρχισαν να βγαίνουν με μερικά όμορφα κορίτσια της τάξης. Κι όταν ένας συμφοιτητής είχε γενέθλια, όλοι προσπαθούσαν να κάνουν καλύτερο δώρο απ’ τους άλλους. Έβγαιναν για φαγητό σε ωραία εστιατόρια και μου φαινόταν πως οι συμφοιτητές μου εξαπατούσαν και χρησιμοποιούσαν ο ένας τον άλλον. Δεν υπήρχαν πραγματικές φιλίες εκεί. Είχα αηδιάσει με όλα αυτά. Δεν άντεχα να σκέφτομαι πώς θα καταντούσα ύστερα από τέσσερα χρόνια σπουδών εκεί. Τότε, άρχισαν να μου λείπουν ακόμα περισσότερο η εκκλησιαστική ζωή και τα άλλα μέλη της εκκλησίας στον τόπο μου. Ήθελα τόσο πολύ να αφήσω το κολέγιο και να επιστρέψω σ’ αυτούς.

Μετά από τρεις μήνες αγώνα στο κολέγιο, ήρθε η περίοδος των χειμερινών διακοπών. Αποφάσισα να αντιμετωπίσω τη μαμά μου όταν θα γύριζα πίσω και να της πω ότι σταματούσα τη σχολή. Την πρώτη μέρα στο σπίτι μου, έβαλα έναν ύμνο των λόγων του Θεού: «Αγνή αγάπη αψεγάδιαστη». «Η “αγάπη”, αναφέρεται σ’ ένα συναίσθημα που είναι αγνό και αψεγάδιαστο, για το οποίο χρησιμοποιείς την καρδιά σου για να αγαπάς, να νιώθεις και να νοιάζεσαι για τους άλλους. Στην αγάπη δεν υπάρχουν προϋποθέσεις, δεν υπάρχουν φραγμοί, ούτε κι απόσταση. Στην αγάπη δεν υπάρχει καχυποψία, ούτε δόλος, ούτε πονηρία. Στην αγάπη δεν υπάρχει κανένα εμπόριο και τίποτε το ακάθαρτο. Αν αγαπάς, τότε δεν εξαπατάς, δεν παραπονιέσαι, δεν προδίδεις, δεν επαναστατείς, δεν απαιτείς, ούτε ζητάς να κερδίσεις κάτι ή να κερδίσεις μια ορισμένη ποσότητα. Αν αγαπάς, τότε πρόθυμα θα αφοσιωθείς, πρόθυμα θα υποφέρεις κακουχίες, θα είσαι σε αρμονία με Εμένα, θα απαρνηθείς όλα όσα έχεις για Εμένα, θα εγκαταλείψεις την οικογένειά σου, το μέλλον σου, τη νιότη σου και τον γάμο σου. Χωρίς αυτά, η αγάπη σου δεν θα ήταν καθόλου αγάπη, αλλά απάτη και προδοσία!» (Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια). Τα λόγια του Θεού με συγκίνησαν βαθιά. Ένιωσα συγκίνηση, αλλά και τύψεις. Είχα αποφασίσει να ακολουθώ τον Θεό για όλη μου τη ζωή, να αναζητώ να γνωρίσω και να αγαπήσω τον Θεό. Στην αγάπη, δεν υπάρχει απάτη ή προδοσία. Αν Τον είχα αγαπήσει αληθινά, θα Του είχα αφοσιωθεί και θα είχα δώσει τα πάντα για Εκείνον. Όμως, ήταν όλα μόνο λόγια. Την κρίσιμη στιγμή, σκέφτηκα μόνο την οικογένειά μου και τα συναισθήματά τους. Δεν αγαπούσα τον Θεό. Τον είχα εξαπατήσει και προδώσει.

Τότε, διάβασα ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Για όλους όσοι φιλοδοξούν να αγαπήσουν τον Θεό, δεν υπάρχουν άπιαστες αλήθειες ούτε μια δικαιοσύνη για την οποία δεν μπορούν να παραμείνουν πιστοί. Πώς πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου; Πώς πρέπει να αγαπάς τον Θεό και να χρησιμοποιήσεις αυτή την αγάπη για να ικανοποιήσεις την επιθυμία Του; Δεν υπάρχει πιο σημαντικό θέμα από αυτό στη ζωή σου. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να έχεις τέτοιες φιλοδοξίες και επιμονή, και δεν θα πρέπει να είσαι σαν εκείνους που είναι δειλοί, που είναι αδύναμοι. Πρέπει να μάθεις πώς να αποκτάς εμπειρία μιας ουσιαστικής ζωής και να βιώνεις ουσιαστικές αλήθειες και να μην συμπεριφέρεσαι στον εαυτό σου επιπόλαια με αυτόν τον τρόπο. Χωρίς να το συνειδητοποιήσεις, η ζωή σου θα σε προσπεράσει· μετά από αυτό, θα έχεις, άραγε, άλλη μια ευκαιρία να αγαπήσεις τον Θεό; Μπορεί ο άνθρωπος να αγαπάει τον Θεό όταν πεθάνει; Πρέπει να έχεις τις ίδιες φιλοδοξίες και την ίδια συνείδηση με τον Πέτρο. Η ζωή σου πρέπει να έχει νόημα και δεν πρέπει να παίζεις παιχνίδια με τον εαυτό σου. Ως άνθρωπος και ως άτομο που ακολουθεί τον Θεό, πρέπει να είσαι σε θέση να εξετάσεις προσεκτικά το πώς αντιμετωπίζεις τη ζωή σου, πώς πρέπει να προσφέρεις τον εαυτό σου στον Θεό, πώς πρέπει να έχεις μια πιο ουσιαστική πίστη στον Θεό και πώς, εφόσον αγαπάς τον Θεό, θα πρέπει να Τον αγαπάς με έναν τρόπο που είναι πιο καθαρός, πιο όμορφος και πιο καλός» («Οι εμπειρίες του Πέτρου: η γνώση του για την παίδευση και την κρίση» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Στα λόγια Του, ένιωσα τις ελπίδες του Θεού για τον άνθρωπο. Είναι πολύ σπάνιο να συναντήσουμε τον Θεό στη ζωή μας. Πριν δύο χιλιάδες χρόνια, οι μαθητές του Κυρίου συνάντησαν τον Θεό, και τώρα, ο Θεός μού πρόσφερε μια σπάνια ευκαιρία να Τον ακολουθήσω, να Τον γνωρίσω και να Τον αγαπήσω. Αν φοβόμουν μην πληγώσω τη μαμά μου λόγω των οικογενειακών δεσμών και συνέχιζα να επιδιώκω το κοσμικό μονοπάτι του Σατανά, δεν θα έχανα τον χρόνο μου; Το έργο του Θεού δεν περιμένει κανέναν, κι Εκείνος εργάζεται στη γη μόνο για μικρό διάστημα. Αν το άφηνα να χαθεί, δεν θα το ξανάβρισκα ποτέ. Θυμήθηκα τον Πέτρο. Οι γονείς του ήθελαν να γίνει αξιωματούχος, όμως εκείνος δεν δεσμευόταν από οικογενειακούς δεσμούς. Επέλεξε να ακολουθήσει και να αγαπήσει τον Θεό και ο Κύριος τον οδήγησε στην τελείωση. Παρόλο που δεν μπορούσα να συγκριθώ με τον Πέτρο, έπρεπε να επιζητήσω να γνωρίσω και να αγαπήσω τον Θεό όπως εκείνος. Αυτή θα ήταν η πιο ουσιαστική ζωή. Μετά απ’ αυτό, δεν ένιωθα πια δέσμια των οικογενειακών δεσμών κι αυτήν τη φορά, αποφάσισα να ικανοποιήσω τον Θεό!

Μία μέρα πριν ξαναρχίσει η σχολή, είπα στη μαμά μου με μεγάλη σοβαρότητα πως δεν θα επέστρεφα. Εκείνη με επέπληξε, λέγοντας: «Ξέρω πως θέλεις να αφήσεις τη σχολή για τον Θεό, όμως δεν μπορείς, άρα ξέχνα αυτήν την ιδέα!» Εγώ είπα: «Ο Θεός μάς έφτιαξε όλους. Πρέπει να Τον λατρεύουμε. Είναι σωστό και πρέπον. Η Βίβλος επίσης μας διδάσκει: “Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω. Εάν τις αγαπά τον κόσμον, η αγάπη του Πατρός δεν είναι εν αυτώ” (Α’ Ιωάννου 2:15). Οι πιστοί του Θεού δεν θα έπρεπε να βαδίζουν στο κοσμικό μονοπάτι επιδιώκοντας μελλοντικές προοπτικές. Δεν είναι το θέλημα του Θεού. Θα ακολουθήσω τον Θεό και θα κάνω το καθήκον μου». Τότε, η μαμά μου είπε: «Άλλες οικογένειες έχουν περισσότερα χρήματα από εμάς. Αν θέλουν, μπορούν να ξοδεύουν όλη τους την ώρα υπηρετώντας τον Κύριο. Ο μπαμπάς σου πέθανε νέος, δεν έχουμε χρήματα και οι συγγενείς μάς περιφρονούν. Γιατί υπέφερα όλα αυτά τα χρόνια; Για να μπορέσεις να πας στο κολέγιο, να πετύχεις και να έχεις μια καλή ζωή! Ήταν πολύ δύσκολο. Είσαι σχεδόν στη γραμμή του τερματισμού, όμως θέλεις να εγκαταλείψεις τον αγώνα. Πώς μπόρεσες να με πληγώσεις έτσι;» Όταν το είπε αυτό, άρχισα να λυγίζω. Σκέφτηκα: «Έχει δίκιο. Αν πάω στο κολέγιο, θα βρω μία καλή δουλειά και θα έχω χρήματα, και κανείς δεν θα περιφρονεί πια τη μαμά μου». Έπειτα όμως, σκέφτηκα: «Μπορεί να ζω μια καλή υλική ζωή και οι άλλοι να με θαυμάζουν, όμως όταν το έργο του Θεού τελειώσει, αυτός ο κόσμος του Σατανά θα καταστραφεί και θα παραμείνει μόνο η βασιλεία του Χριστού. Όλες οι απολαύσεις και η ματαιοδοξία θα γίνουν καπνός». Έτσι, είπα στη μαμά μου: «Είμαστε απλώς επισκέπτες εδώ στη γη. Όσο καλά κι αν ζούμε, όταν το έργο της σωτηρίας του Θεού τελειώσει, θα έρθουν οι μεγάλες συμφορές και η ζωή μας θα καταστραφεί. Τα χρήματα δεν θα κάνουν τη διαφορά. Ο Κύριος Ιησούς είπε: “Επειδή τι ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; ή τι θέλει δώσει άνθρωπος εις ανταλλαγήν της ψυχής αυτού;” (Κατά Ματθαίον 16:26)». Η μαμά μου με διέκοψε και είπε: «Δεν λέω να μην πιστεύεις στον Θεό. Απλώς μην το παίρνεις τόσο σοβαρά. Πίστευε στον Θεό, εντάξει. Όμως, μην παραιτείσαι από τον κόσμο. Διαφορετικά, δεν θα έχεις ευτυχισμένη ζωή. Πώς θα σας μεγάλωνα και τις δύο σας αν δεν έβγαζα χρήματα;» Όταν το είπε αυτό, κατάλαβα πως η πίστη της ήταν μόνο στα λόγια. Ήθελε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, και τις ευλογίες του Θεού και τον κόσμο. Εγώ συνέχισα λέγοντας: «Χωρίς την ευλογία του Θεού, κανείς δεν μπορεί να κερδίζει χρήματα, όσο σκληρά κι αν εργάζεται. Ο Θεός αποφασίζει πόσα χρήματα θα έχουμε στη ζωή, και χωρίς την αλήθεια, όλα είναι, ούτως ή άλλως, ανούσια». Όμως, δεν άκουγε και είχε αποφασίσει να αντιταχθεί στις επιθυμίες μου. Έπειτα, κάλεσε την ξαδέλφη μου και τη θεία μου και τους ζήτησε να μου μιλήσουν. Βλέποντας τη μαμά μου να μην αλλάζει γνώμη, στενoχωριόμουν πολύ. Σκεφτόμουν: «Γιατί δεν το καταλαβαίνει;» Δεν είχα ιδέα τι θα συνέβαινε στη συνέχεια, έτσι προσευχήθηκα μέσα μου στον Θεό και Του ζήτησα να με κρατήσει ακλόνητη σε ό,τι επακολουθούσε.

Η μαμά μου έφερε στο σπίτι όσους συγγενείς μπόρεσε να βρει. Μόλις ήρθε ο θείος μου, είπε θυμωμένος: «Τι είναι όλα αυτά τα περί Θεού; Είσαι πολύ νέα για να είσαι τόσο προληπτική!» Η θεία μου είπε: «Η μαμά σου θέλει μόνο το καλό σου». Όλοι συνέχιζαν να με επικρίνουν. Ήξερα πως ήταν άθεοι και πως δεν θα με άκουγαν, αλλά απλώς θα βλασφημούσαν τον Θεό περισσότερο αν έλεγα κάτι, έτσι, δεν είπα τίποτα. Ξαφνικά, ο θείος μου γύρισε και είπε στη μαμά μου: «Πιστεύει στον Θεό επειδή φοβάται μην πεθάνει στις συμφορές. Άσ’ την λοιπόν να πεθάνει πριν τις συμφορές. Κάλεσε την αστυνομία κι άσ’ τους να τη χτυπήσουν με ηλεκτρικά κλομπ, να δούμε μετά αν θα συνεχίσει να πιστεύει!» Ποτέ δεν πίστευα πως ο θείος μου θα έλεγε κάτι τέτοιο. Σκέφτηκα: «Είναι συγγενής μου ή διάβολος;» Προς έκπληξή μου, η μαμά μου πήρε το μέρος του και είπε: «Της χρειάζεται πειθαρχία, είναι πολύ ανυπάκουη!» Βλέποντάς τη με το μέρος τους, να με πιέζει να αφήσω την πίστη μου, η καρδιά μου ράγισε. Η ξαδέλφη μου, τότε, πήρε τον λόγο και είπε: «Αν σταματήσεις να πιστεύεις και επικεντρωθείς στο να τελειώσεις το κολέγιο, τότε θα σας βοηθήσουμε όλοι. Θα φροντίσουμε τη μαμά σου και θα βρούμε μια καλή δουλειά στην αδελφή σου. Όμως, αν κρατήσεις την πίστη σου, θα κόψουμε κάθε δεσμό με την οικογένειά σας, και στο εξής, ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα βοηθήσουμε κανέναν σας. Δεν θα υπάρχει πια καμία σχέση μεταξύ μας. Σκέψου το καλά!» Ήθελε να με αποτρέψει να ακολουθήσω τον Χριστό. Κι όσο διάστημα πήγαινα στο λύκειο, κανείς τους δεν μας βοήθησε! Τώρα που ήθελα να ακολουθήσω τον Θεό και να βαδίσω στο σωστό μονοπάτι, ήρθαν όλοι να με εμποδίσουν, λέγοντας «ωραία» λόγια για να με δελεάσουν. Ήταν σχέδιο του Σατανά και δεν επρόκειτο να υποκύψω. Τότε όμως σκέφτηκα: «Αν δεν επιστρέψω στο κολέγιο, η μαμά μου θα πληγωθεί πολύ. Έχει υποφέρει αρκετά. Πώς θα το αντέξω αν της προκαλέσω κι άλλες στενοχώριες;» Στη συνέχεια, προσευχήθηκα μέσα μου στον Θεό. Είπα: «Θεέ μου, δεν θέλω να Σε αφήσω. Ξέρω πως το να Σε ακολουθώ και να επιδιώκω την αλήθεια είναι το σωστό μονοπάτι, όμως νιώθω διχασμένη όταν σκέφτομαι τη μαμά. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με». Έπειτα, θυμήθηκα τα εξής λόγια του Παντοδύναμου Θεού: «Ο βαθμός στον οποίο πρέπει να υποφέρει ένας άνθρωπος και η απόσταση που πρέπει διανύσει πάνω στο μονοπάτι του καθορίζονται από τον Θεό, και πως κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει πραγματικά κάποιον άλλο» («Το μονοπάτι… (6)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ξαφνικά, κατάλαβα. «Ναι», σκέφτηκα. «Ο Θεός αποφασίζει πόσο υποφέρει κάθε άτομο. Δεν εξαρτάται από εμάς, και η μαμά μου δεν θα σταματήσει να υποφέρει αν βγάζω πολλά λεφτά και της τα δίνω. Η ρίζα του πόνου μας είναι η διαφθορά του Σατανά και όλα τα σατανικά δηλητήρια και οι αχαλίνωτες επιθυμίες μέσα μας. Αν οι άνθρωποι δεν λατρέψσουν τώρα τον Θεό και δεν αποδεχτούν την κρίση Του για να καθαρθούν, δεν θα απαλλαχθούν ποτέ απ’ τον πόνο. Όμως αν πιστεύουν στον Θεό και επιδιώκουν την αλήθεια, ακόμα κι αν είναι σκληρή η ζωή τους, με τον Θεό και τις ευλογίες Του, θα έχουν την πιο ευτυχισμένη ζωή». Παλιά, νόμιζα πως αν διάβαζα πολύ, έβγαζα πολλά χρήματα και κέρδιζα τον σεβασμό των άλλων, θα ελάφρυνα τη μαμά μου από τα βάσανα. Όμως αυτό ήταν παράλογο. Παραλίγο να πέσω στην παγίδα του Σατανά. Οι σκέψεις αυτές ενίσχυσαν την αποφασιστικότητά μου. Όσο κι αν βλασφημούσαν και διέβαλλαν τον Θεό, η καρδιά μου παρέμενε γαλήνια ενώπιον του Θεού και Τον επικαλούμουν όλη την ώρα. Καθώς δεν έλεγα τίποτα, η μαμά μου θύμωσε πολύ. Με έσπρωξε και με πέταξε στο κρεβάτι μου. Με συντάραξε η κίνησή της. Ήμουν πολύ αναστατωμένη κι άρχισα να κλαίω. Όμως, συνέχιζα να προσεύχομαι στον Θεό αδιάκοπα και να Του ζητώ να μου δώσει δύναμη για να μείνω ακλόνητη στη μαρτυρία μου για Εκείνον και να μην ενδώσω. Θυμήθηκα αυτό που είπε ο Κύριος κάποτε: «Όστις δεν λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος εμού» (Κατά Ματθαίον 10:38). Κι ο Παντοδύναμος Θεός λέει: «Οι νέοι θα πρέπει να έχουν την επιμονή να συνεχίζουν στην οδό της αλήθειας που έχουν τώρα επιλέξει —να κάνουν πραγματικότητα την επιθυμία τους να δαπανήσουν όλη τους τη ζωή για Μένα. Δεν θα πρέπει να μην έχουν την αλήθεια, ούτε θα πρέπει να υποθάλπουν την υποκρισία και την αδικία —θα πρέπει να παραμένουν σταθεροί στη σωστή στάση. Δεν θα πρέπει απλώς να περιφέρονται άσκοπα, αλλά να έχουν το πνεύμα να τολμούν να κάνουν θυσίες και να αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Οι νέοι θα πρέπει να έχουν τη γενναιότητα να μην υποκύπτουν στην καταπίεση των δυνάμεων του σκότους και να μεταμορφώνουν τη σημασία της ύπαρξής τους» («Λόγια για τους νέους αλλά και τους μεγαλύτερους» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν πίστη και δύναμη και την αυτοπεποίθηση να μείνω στο μονοπάτι που είχα επιλέξει.

Η μητέρα μου δεν πήγαινε για δουλειά στην αγορά, αλλά έμενε σπίτι να παρακολουθεί εμένα και την αδελφή μου σαν γεράκι. Έψαξε στα πράγματά μου να βρει τα βιβλία των λόγων του Θεού και τις κασέτες με τους ύμνους και είπε θυμωμένη: «Στο εξής, απαγορεύω και στις δύο να πηγαίνετε σε συναθροίσεις. Όπου κι αν πηγαίνετε, θα έρχομαι μαζί σας. Θα βρω το μέρος που συναθροίζεστε». Ένιωθα πως ήμουν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Έχασα την ελευθερία μου στο ίδιο μου το σπίτι. Δεν μπορούσα να διαβάσω τα λόγια του Θεού ούτε να μιλήσω στην αδελφή μου για την πίστη μας, πόσο μάλλον να ζω την εκκλησιαστική ζωή. Ήταν πολύ οδυνηρό. Προσευχόμουν συνεχώς στον Θεό να μας δείξει μια διέξοδο. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ η μαμά μου ήταν στο μπάνιο, υπό την κάλυψη της αδελφής μου, άρπαξα τα βιβλία των λόγων του Θεού και τις κασέτες με τους ύμνους κι έτρεξα στο σπίτι της αδελφής Τανγκ, της επικεφαλής της εκκλησίας μας. Της είπα τι είχε συμβεί και ποια ήταν η άποψή μου. Είπα: «Ξέρω από τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού πως το να ακολουθώ τον Θεό είναι το φωτεινό μονοπάτι προς τη σωτηρία. Θέλω να κάνω το καθήκον μου στον οίκο του Θεού, όμως η μαμά μου με εμποδίζει. Η αδελφή μου κι εγώ δεν μπορούμε να πηγαίνουμε σε συναθροίσεις. Γιατί μας συμβαίνουν όλα αυτά;» Τότε, η αδελφή Τανγκ συναναστράφηκε ως εξής: «Η πίεση από μέλη της οικογενείας είναι στην ουσία μια μάχη στον πνευματικό κόσμο. Θέλουμε να δαπανήσουμε για τον Θεό, όμως ο Σατανάς χρησιμοποιεί τις οικογένειές μας για να μας εμποδίσει και τις αδυναμίες μας για να μας επιτεθεί, ώστε να μη σωθούμε. Για να διακρίνουμε τα σχέδιά του, πρέπει να βασιστούμε στον Θεό». Έπειτα, μου διάβασε ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Σε κάθε βήμα του έργου που επιτελεί ο Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, εξωτερικά φαίνεται να είναι αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων, σαν να γεννήθηκαν από ανθρώπινες ρυθμίσεις ή από ανθρώπινη παρέμβαση. Αλλά στα παρασκήνια, κάθε στάδιο του έργου και ό,τι συμβαίνει είναι ένα στοίχημα του Σατανά ενώπιον του Θεού και απαιτεί από τους ανθρώπους να παραμείνουν σταθεροί στη μαρτυρία τους προς τον Θεό. Πάρε τη δοκιμασία του Ιώβ για παράδειγμα: Στα παρασκήνια, ο Σατανάς έβαζε ένα στοίχημα με τον Θεό και αυτό που συνέβη στον Ιώβ ήταν οι πράξεις των ανθρώπων και η παρέμβαση των ανθρώπων. Πίσω από κάθε βήμα του έργου που κάνει ο Θεός σε σας είναι το στοίχημα του Σατανά με τον Θεό —πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια μάχη. […] Όταν ο Θεός και ο Σατανάς μάχονται στο πνευματικό βασίλειο, πώς πρέπει να ικανοποιήσεις τον Θεό και πώς πρέπει να είσαι σταθερός στη μαρτυρία σου σ’ Εκείνον; Θα πρέπει να γνωρίζεις ότι όλα όσα σου συμβαίνουν είναι μια μεγάλη δοκιμασία και η στιγμή που ο Θεός σε χρειάζεται για να γίνεις μάρτυρας» («Μόνο αγαπώντας τον Θεό πιστεύεις αληθινά στον Θεό» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια αυτά μου έδειξαν πως αν ήθελα να ακολουθήσω τον Χριστό σε αυτόν τον σκοτεινό και κακό κόσμο, δεν θα ήταν εύκολο. Θα ήταν γεμάτος με πνευματικές μάχες και δύσκολες επιλογές. Ο Παντοδύναμος Θεός κάνει τώρα το έργο της κρίσεως, το τελευταίο και πιο κρίσιμο στάδιο, της κάθαρσης και σωτηρίας των ανθρώπων. Ο Θεός ελπίζει πως όλοι θα αποκτήσουν την αλήθεια και τη ζωή Του, θα σωθούν και θα επιβιώσουν. Όμως δεν μας εξαναγκάζει, αλλά μας αφήνει να επιλέξουμε μόνοι μας. Η μαμά μου ήθελε να πάω στο κολέγιο, να σπουδάσω και να πετύχω. Όμως, δεν κατανοούσε την αλήθεια. Είχε εξαπατηθεί από τα δηλητήρια του Σατανά και δεν έβλεπε την κενότητα σ’ αυτές τις επιδιώξεις. Δεν έπρεπε να την ακούσω και να διαλέξω το λανθασμένο μονοπάτι. Η αδελφή Τανγκ συνέχισε λέγοντας: «Βλέπεις πόσο ανούσιο είναι να επιδιώκεις τη γνώση, και έχεις αποφασίσει να δαπανήσεις για τον Θεό και να επιδιώξεις το μονοπάτι προς την αλήθεια. Αυτό είναι αποδεκτό από τον Θεό. Όμως το μονοπάτι που επιλέγεις στη ζωή εσύ το αποφασίζεις, και πρέπει να προσεύχεσαι και να αναζητάς περισσότερο». Σκέφτηκα: «Ναι. Μπορεί να έχω αποφασίσει να ακολουθήσω τον Χριστό, όμως η μαμά μου με παρακολουθεί σαν γεράκι και λέει πως θέλει να βρει το μέρος όπου συναθροιζόμαστε. Αν δεν επιστρέψω στο κολέγιο, σίγουρα θα δημιουργήσει πρόβλημα στους αδελφούς και τις αδελφές». Έτσι, της είπα πως θα γύριζα στο κολέγιο.

Όταν πήγα εκεί, έκανα αίτηση διακοπής των σπουδών μου και εγκρίθηκε. Όχι, δεν το ενέκρινε. Έκλαιγε και έλεγε πόσο είχε υποφέρει και πόσο δύσκολο ήταν να μεγαλώσει εμένα και την αδελφή μου. Καθώς την έβλεπα έτσι, στενοχωριόμουν πολύ και σκεφτόμουν: «Η μαμά μου αγωνίστηκε να μας μεγαλώσει και εγώ δεν της το ανταπέδωσα. Αν δεν κάνω αυτό που θέλει, δεν θα είμαι μια εντελώς αχάριστη κόρη;» Προσευχήθηκα αμέσως στον Θεό και Του είπα: «Θεέ μου, τι να κάνω; Σε παρακαλώ, βοήθησέ με». Τότε, μου ήρθε στο μυαλό ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Όταν έρθει η ζέστη της άνοιξης και τα λουλούδια ανθίσουν, όταν όλα κάτω από τους ουρανούς πρασινίσουν και τα πάντα στη γη είναι στη θέση τους, όλοι οι άνθρωποι και τα πράγματα θα εισέλθουν σταδιακά στο παίδεμα του Θεού, και εκείνη την ώρα όλο το έργο του Θεού στη γη θα περατωθεί. Ο Θεός δεν θα εργάζεται πλέον ούτε θα ζει στη γη, διότι το μεγάλο έργο του Θεού θα έχει ολοκληρωθεί. Δεν μπορούν οι άνθρωποι να παραμερίσουν τη σάρκα τους για αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα; Τι μπορεί να διασπάσει την αγάπη μεταξύ ανθρώπου και Θεού; Ποιος μπορεί να διαλύσει την αγάπη μεταξύ ανθρώπου και Θεού; Οι γονείς, οι σύζυγοι, οι αδελφές, ή το οδυνηρό ραφινάρισμα; Μπορούν τα συναισθήματα της συνείδησης να σβήσουν την εικόνα του Θεού που έχει μέσα του ο άνθρωπος; Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι υπεύθυνοι για το χρέος και τις πράξεις τους μεταξύ τους; Μπορούν να διορθωθούν από τον άνθρωπο; Ποιος είναι ικανός να προστατεύσει τον εαυτό του; Μπορούν οι άνθρωποι να αυτοσυντηρηθούν; Ποιοι είναι οι δυνατοί στη ζωή; Ποιος μπορεί να Με εγκαταλείψει και να ζήσει μόνος του;» («Κεφάλαια 24 και 25» του «Ερμηνείες των μυστηρίων των λόγων του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού έδειξαν πως ο Θεός κυβερνά και προκαθορίζει τη ζωή του καθενός μας. Φαινομενικά, με είχε μεγαλώσει η μαμά μου, όμως, στην πραγματικότητα, η ζωή μας προέρχεται από τον Θεό Ο Θεός μάς φροντίζει και μας ανατρέφει. Η ανατροφή των παιδιών είναι απλώς μια υποχρέωση των γονιών και κανείς δεν χρωστά τίποτα σε κανέναν. Ο Θεός μού είχε δώσει όλα όσα χρειαζόμουν και είχε κανονίσει κάθε άνθρωπο και πράγμα για να με οδηγήσουν ενώπιόν Του για να αποδεχτώ τη σωτηρία Του. Η αγάπη του Θεού είναι πολύ μεγάλη! Είχα απολαύσει πάρα πολλά από τον Θεό και δεν Του είχα ανταποδώσει τίποτα. Εξαιτίας αυτού που συνέβη, η υπόσχεση που είχα δώσει στον Θεό είχε καταστεί απατηλή. Στον Θεό, στον Δημιουργό, όφειλα ένα χρέος. Καθώς σκεφτόμουν πως το τρέχον έργο του Θεού στη γη θα ήταν σύντομο, όπως κι εκείνο του Κυρίου Ιησού, έπρεπε να εκτιμήσω αυτήν τη σπάνια ευκαιρία για να ανταποδώσω την αγάπη Του, κάνοντας το καθήκον μου ως δημιούργημά Του. Και μόλις αποφάσισα να ακολουθήσω τον Χριστό, τα πράγματα άλλαξαν απρόσμενα. Η μαμά μου άκουσε πως αν έχανα πάρα πολλά μαθήματα, θα με απέβαλαν, και φοβόταν πως δεν θα μπορούσα πια να πάω στο κολέγιο, έτσι συμφώνησε να επιστρέψω στο σπίτι. Όταν γύρισα σπίτι, με προειδοποίησε λέγοντας: «Δεν θα πιστεύεις πια στον Θεό. Πρέπει να βρεις μια δουλειά εδώ και να εργαστείς για έναν χρόνο. Έπειτα, θα επιστρέψεις στο κολέγιο». Της το υποσχέθηκα, όμως μέσα μου σκεφτόμουν: «Ο Θεός με έχει προκαθορίσει να ακολουθήσω τον Χριστό, κι αυτή είναι η επιλογή μου. Δεν θα τα παρατήσω εύκολα».

Έτσι, βρήκα μια δουλειά, πήγαινα στη δουλειά και σε εκκλησιαστικές συναθροίσεις και στον ελεύθερο χρόνο μου, κήρυττα το ευαγγέλιο με τους άλλους. Κάνοντας πράξη τα λόγια του Θεού, σταδιακά κατανόησα κάποιες αλήθειες και κατάλαβα πως μόνο με την επιδίωξη της αλήθειας η ζωή έχει νόημα. Η αυτοπεποίθησή μου να ακολουθήσω τον Θεό μεγάλωσε. Δόξα Σοι ο Θεός! Πριν το καταλάβω, ήρθε ο καιρός να επιστρέψω στη σχολή κι έπρεπε να πάρω την τελική απόφαση: Διάλεξα τον Θεό. Προσευχήθηκα μέσα μου στον Θεό και Του είπα: «Θεέ μου, δώσε μου πίστη για να μείνω ακλόνητη στη μαρτυρία μου σ’ αυτήν τη δοκιμασία». Εκείνη τη μέρα, γύρισα σπίτι μετά τη συνάθροιση και βρήκα τη μαμά μου να μαζεύει τα πράγματά της. Έμαθα πως ένας γείτονας είχε κάνει στη μαμά μου ένα προξενιό και πως επρόκειτο να παντρευτεί. Ξαφνιάστηκα και πληγώθηκα. Σκέφτηκα: «Η μαμά μάς αφήνει; Ποιος θα μας φροντίζει;» Τη ρώτησα αν δεν μας ήθελε πια. Εκείνη είπε: «Δεν είμαι εγώ αυτή που δεν θα σας θέλει. Είσαι αποφασισμένη να πιστεύεις στον Θεό και δεν μπορώ πια να υπολογίζω σ’ εσένα. Θα σου δώσω μία τελευταία ευκαιρία. Αυτό είναι το τηλέφωνο του μνηστήρα μου. Αν επιστρέψεις στη σχολή, κάλεσε αυτό το νούμερο όταν γυρίσεις σπίτι, και θα έρθουμε να σε πάρουμε. Όμως, αν επιμείνετε να κρατήσετε την πίστη σας, δεν θα είμαι πια εδώ να σας βοηθώ». Στενοχωρήθηκα όταν την άκουσα να το λέει αυτό. Ήμουν αποφασισμένη να ακολουθήσω το μονοπάτι της πίστης, όμως, τότε, η μαμά μου δεν θα μας δεχόταν πια. Ήμουν ακόμη νέα και είχα τη μικρή μου αδελφή. Πού θα μέναμε; Πριν καλά καλά το σκεφτώ, η μαμά μάς έβαλε στο λεωφορείο για τη σχολή. Κατά τη διαδρομή, σκεφτόμουν τι συνέβαινε. Μέσα σε μία μέρα, η αδελφή μου κι εγώ είχαμε γίνει περιπλανώμενοι άστεγοι. Μου ήταν δύσκολο να το αντέξω. Η αδελφή μου είπε απεγνωσμένη: «Η μαμά δεν μας θέλει πια. Τι θα κάνουμε αν δεν επιστρέψεις στη σχολή;» Τα λόγια της αδελφής μου μου έσκισαν την καρδιά. Σκέφτηκα: «Ναι, η μαμά ήταν πάντα εκεί να μας στηρίζει παλιά. Τώρα δεν έχουμε φίλους ούτε οικογένεια, και η μαμά παντρεύεται κάποιον άλλον. Πώς θα ζήσουμε αν κρατήσω την πίστη μου στον Θεό; Πού θα πάμε; Τι στην ευχή να κάνω;» Ήμουν πολύ πικραμένη και αδύναμη, έτσι προσευχήθηκα στον Θεό και Του είπα: «Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο. Θέλω να Σε ικανοποιήσω, όμως δεν έχω πια πίστη και δύναμη για να συνεχίσω. Ξέρω πως έχεις κάνει πάρα πολλά για μένα, όμως είμαι πολύ αδύναμη. Δεν αξίζω να σωθώ».

Τότε, μου ήρθε στο μυαλό ένα χωρίο των λόγων του Θεού: «Όταν έρθει η μέρα για να εξαπλωθεί αυτό το έργο και δεις το σύνολό του, θα το μετανιώσεις και εκείνη την στιγμή θα μείνεις με το στόμα ανοιχτό. Υπάρχουν ευλογίες, όμως δεν ξέρεις να τις απολαμβάνεις, και υπάρχει και η αλήθεια, αλλά δεν την επιδιώκεις. Δεν επισύρεις την περιφρόνηση, λοιπόν, στον εαυτό σου; […] Κανείς δεν είναι πιο ανόητος από εκείνους που έχουν δει τη σωτηρία, αλλά δεν επιδιώκουν να την κερδίσουν· αυτοί είναι άνθρωποι που πέφτουν με τα μούτρα στη σάρκα και απολαμβάνουν τον Σατανά» («Οι εμπειρίες του Πέτρου: η γνώση του για την παίδευση και την κρίση» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Σκέφτηκα: «Ναι. Το έργο του Θεού σύντομα θα τελειώσει κι έχω δει την αληθινή οδό. Αν επιλέξω να ικανοποιήσω τη σάρκα μου επειδή δεν αντέχω τον σαρκικό πόνο, όταν το έργο του Θεού τελειώσει, θα έχω χάσει αυτήν τη σπάνια ευκαιρία να αποκτήσω την αλήθεια και θα το μετανιώσω». Συλλογίστηκα τον τελευταίο χρόνο που πέρασα κάνοντας το καθήκον μου στην εκκλησία. Παρόλο που οι αδελφοί και οι αδελφές προέρχονταν από διαφορετικά μέρη, ήταν όλοι στοργικοί και ειλικρινείς μεταξύ τους. Επισήμαιναν με αγάπη ο ένας τις διεφθαρμένες διαθέσεις του άλλου και συναναστρέφονταν πάνω στην αλήθεια για να στηρίξουν ο ένας τον άλλο, όπως μια οικογένεια. Καθώς ποτιζόμουν και τρεφόμουν από τα λόγια του Θεού, κατανόησα κάποιες αλήθειες και σταδιακά, κατάλαβα πολλά πράγματα σχετικά με τον κόσμο. Κατάλαβα πως μόνο τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού καθαίρουν και σώζουν τον άνθρωπο και πως όταν ακολουθείς τον Χριστό, βρίσκεσαι στο φωτεινό μονοπάτι προς τη σωτηρία. Έπρεπε να αποφασίσω. Η ζωή μου προερχόταν από τον Θεό και μου είχε δώσει τα πάντα. Ήταν απόλυτα δικαιολογημένο να επιτελέσω το καθήκον μου ως δημιουργημένο ον! Η μαμά μου δεν στήριζε την πίστη μου, αλλά ήθελε να επιδιώξω τη γνώση και να πετύχω. Αν έκανα ό,τι ήθελε και επέλεγα το εσφαλμένο μονοπάτι, θα διαφθειρόμουν όλο και περισσότερο από τον Σατανά και θα κατέληγα να τιμωρηθώ και να καταστραφώ. Η γνώση δεν μπορούσε να με απαλλάξει από τις διεφθαρμένες διαθέσεις μου ούτε να με καθάρει. Μόνο ο Θεός μπορεί να μας σώσει. Αν η οικογένειά μου δεν με ήθελε, είχα ακόμα τον Θεό. Πολλές φορές, καθώς σκεφτόμουν όλα όσα είχαν συμβεί, γινόμουν αδύναμη, όμως τα λόγια του Θεού με είχαν στηρίξει, με είχαν βοηθήσει και μου είχαν δώσει δύναμη. Στην πιο αδύναμη στιγμή μου, όταν ήθελα να εγκαταλείψω τον Θεό, τα λόγια του Θεού συγκινούσαν την καρδιά μου. Ποτέ δεν με εγκατέλειψε. Η αγάπη του Θεού για μένα είναι το πιο αληθινό πράγμα στον κόσμο! Καθώς το σκεφτόμουν, συνειδητοποίησα πως χρωστούσα πάρα πολλά στον Θεό, και η αυτοπεποίθησή μου επέστρεψε. Σκούπισα τα δάκρυά μου και είπα στην αδελφή μου: «Μόνο στον Θεό μπορούμε να βασιζόμαστε κι Εκείνος θα μας καθοδηγήσει. Πάμε πίσω στην εκκλησία». Την επόμενη μέρα, πήραμε το λεωφορείο για να γυρίσουμε πίσω κι αρχίσαμε να κάνουμε το καθήκον μας στην εκκλησία. Δόξα Σοι ο Θεός! Τα λόγια του Θεού με οδήγησαν να ξεπεράσω τις σαρκικές αδυναμίες και να επιλέξω το πιο φωτεινό μονοπάτι. Ένας ύμνος των λόγων του Θεού έρχεται στο μυαλό μου: «Ως κάποιος που επιδιώκει την αγάπη προς τον Θεό, η είσοδος στη Βασιλεία για να καταστείτε μέλη του λαού του Θεού είναι το αληθινό μέλλον σας, καθώς και μια ζωή που έχει ύψιστη αξία και σπουδαιότητα· κανείς δεν είναι πιο ευλογημένος από εσάς. Γιατί σήμερα, εσείς ζείτε για τον Θεό και ζείτε για να κάνετε το θέλημά Του. Γι’ αυτό λέω ότι η ζωή σας είναι υψίστης σημασίας. Μόνο η ομάδα των ανθρώπων που έχει επιλεγεί από τον Θεό, είναι σε θέση να διαγάγει μια ζωή υψίστης σημασίας: Κανείς άλλος στη γη δεν είναι ικανός να διαγάγει μια ζωή τέτοιας αξίας και νοήματος» («Το να ζεις για να πραγματοποιείς το θέλημα του Θεού έχει το πλέον ουσιαστικό νόημα» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»).

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.

Σχετικό περιεχόμενο

Δεν φοβάμαι πια την ευθύνη

Από την Τσενγκ Νούο, Κίνα Μια μέρα, τον Νοέμβριο του 2020, ένας επικεφαλής παρευρέθηκε στη συνάθροιση της ομάδας μας. Όταν αυτή...

Τι βρίσκεται πίσω από τα ψέματα

Από τη Σιαοτσίν, πόλη Χετζέ, επαρχία Σαντόνγκ Κάθε φορά που έβλεπα τον λόγο του Θεού να μας καλεί να είμαστε έντιμοι άνθρωποι και να...