2. Οι διαφορές ανάμεσα στα συμμορφούμενα με την αλήθεια λόγια των ανθρώπων που χρησιμοποιεί ο Θεός και στα λόγια του ίδιου του Θεού

Σχετικά λόγια του Θεού:

Ο λόγος του Θεού δεν μπορεί να εκφέρεται όπως ο λόγος του ανθρώπου, πόσο μάλλον μπορεί ο λόγος του ανθρώπου να εκφέρεται όπως ο λόγος του Θεού. Ένας άνθρωπος που χρησιμοποιείται από τον Θεό δεν είναι ο ενσαρκωμένος Θεός, και ο ενσαρκωμένος Θεός δεν είναι ένας άνθρωπος που χρησιμοποιείται από τον Θεό. Υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά. Ίσως, αφότου διαβάσεις αυτά τα λόγια, να μη δεχθείς ότι είναι λόγια του Θεού, παρά μόνο να τα δεχθείς ως λόγια ενός ανθρώπου που διαφωτίστηκε. Σε αυτήν την περίπτωση, έχεις τυφλωθεί από την άγνοια. Πώς είναι δυνατόν τα λόγια του Θεού να είναι το ίδιο πράγμα με τα λόγια ενός ανθρώπου που διαφωτίστηκε; Τα λόγια του ενσαρκωμένου Θεού εισάγουν μια νέα εποχή, καθοδηγούν ολόκληρη την ανθρωπότητα, αποκαλύπτουν μυστήρια και δείχνουν στον άνθρωπο την κατεύθυνση προς μια νέα εποχή. Η διαφώτιση που αποκτά ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια απλή άσκηση ή γνώση. Δεν μπορεί να καθοδηγήσει ολόκληρη την ανθρωπότητα προς μια νέα εποχή ούτε να αποκαλύψει το μυστήριο του ίδιου του Θεού. Ο Θεός, εν τέλει, είναι Θεός, ενώ ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Ο Θεός έχει την ουσία του Θεού, ενώ ο άνθρωπος έχει την ουσία του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος θεωρεί τα λόγια που εκφέρει ο Θεός ως μια απλή διαφώτιση από το Άγιο Πνεύμα και εκλαμβάνει τα λόγια των αποστόλων και των προφητών ως λόγια που είπε ο ίδιος ο Θεός, τότε ο άνθρωπος κάνει λάθος. Όπως και να ’χει, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να μετατρέπεις το σωστό σε λάθος ή να μιλάς για το υψηλό σαν να ήταν χαμηλό ή να μιλάς για το βαθύ σαν να ήταν ρηχό. Όπως και να ’χει, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να διαψεύδεις σκόπιμα κάτι που ξέρεις ότι είναι αλήθεια. Όλοι όσοι πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός θα πρέπει να διερευνούν τα προβλήματα από τη σωστή οπτική γωνία και να αποδέχονται το νέο έργο του Θεού και τα νέα Του λόγια από τη σκοπιά του δημιουργημένου όντος Του· διαφορετικά, θα εξοντωθούν από τον Θεό.

Απόσπασμα από τον Πρόλογο του βιβλίου «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»

Η αλήθεια είναι ο πιο πραγματικός αφορισμός της ζωής και ο υψηλότερος των αφορισμών όλης της ανθρωπότητας. Ονομάζεται «αφορισμός της ζωής» επειδή είναι η απαίτηση του Θεού από τον άνθρωπο και το έργο που γίνεται προσωπικά από τον Θεό. Δεν είναι ένας αφορισμός που προέκυψε από κάτι, ούτε μια διάσημη ρήση από κάποια μεγάλη προσωπικότητα. Αντίθετα, είναι η ομιλία που απηύθυνε στην ανθρωπότητα ο Κύριος των ουρανών και της γης και όλων των πραγμάτων· δεν πρόκειται για κάποια λόγια που συνόψισε ο άνθρωπος, αλλά για την έμφυτη ζωή του Θεού. Κι έτσι ονομάζεται «ο υψηλότερος από όλους τους αφορισμούς της ζωής».

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Μόνο όσοι γνωρίζουν τον Θεό και το έργο Του μπορούν να Τον ικανοποιήσουν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»

[…] Ο καθένας μπορεί να βιώσει την αλήθεια, αλλά οι συνθήκες των εμπειριών τους θα είναι διαφορετικές, κι αυτό που ο κάθε άνθρωπος αποκτά από την ίδια αλήθεια είναι διαφορετικό. Αλλά, ακόμα και όταν συνδυάσεις την κατανόηση όλων, και πάλι δεν θα μπορείς να εξηγήσεις πλήρως αυτή την αλήθεια∙ η αλήθεια είναι τόσο βαθιά! Γιατί λέω ότι όλα τα πράγματα που έχεις επιτύχει, κι όλη σου η κατανόηση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την αλήθεια; Εάν κοινωνήσεις τη δική σου κατανόηση μ’ αυτή των άλλων, τότε αυτοί μπορεί να αρχίσουν να συλλογίζονται πάνω σ’ αυτήν για δύο ή τρεις μέρες και, μετά, θα πάψουν να τη βιώνουν. Αλλά ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βιώσει πλήρως την αλήθεια, ακόμα και στη διάρκεια μας ζωής. Ακόμα και όλοι οι άνθρωποι μαζί δεν μπορούν να τη βιώσουν ολοκληρωτικά. Επομένως, μπορούμε να δούμε ότι η αλήθεια είναι πολύ βαθυστόχαστη! Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να διατυπώσουμε την αλήθεια πλήρως με λόγια και ότι η αλήθεια, όταν εκφράζεται με την ανθρώπινη γλώσσα, αποτελεί τον αφορισμό του ανθρώπου. Η ανθρωπότητα δεν πρόκειται ποτέ να τη βιώσει πλήρως και η ανθρωπότητα θα πρέπει να ζει βασιζόμενη σ’ αυτήν. Ένα μικρό ίχνος αλήθειας μπορεί να επιτρέψει στην ανθρωπότητα να ζήσει για χιλιάδες χρόνια.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Ξέρεις ποια είναι πράγματι η αλήθεια;» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»

Η αλήθεια είναι η ζωή του ίδιου του Θεού· αντιπροσωπεύει τη διάθεσή Του, την ουσία Του, και τα πάντα μέσα Του. Αν λες ότι το να έχεις μια σταλιά εμπειρία ισοδυναμεί με το να κατέχεις την αλήθεια, τότε μπορείς να αντιπροσωπεύεις τη διάθεση του Θεού; Ενδεχομένως να έχεις κάποια εμπειρία ή κάποιο φως όσον αφορά μια συγκεκριμένη πτυχή ή πλευρά της αλήθειας, αλλά δεν μπορείς να την παρέχεις στους άλλους για πάντα, άρα αυτό το φως που έχεις κερδίσει δεν είναι η αλήθεια· είναι απλώς ένα συγκεκριμένο σημείο στο οποίο μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι. Είναι απλώς η δέουσα εμπειρία και η δέουσα κατανόηση που θα πρέπει να κατέχει κάποιος: κάποια πραγματική εμπειρία και γνώση της αλήθειας. Αυτό το φως, η διαφώτιση και η βιωματική κατανόηση δεν μπορούν ποτέ να υποκαταστήσουν την αλήθεια· ακόμα κι αν όλοι οι άνθρωποι είχαν βιώσει πλήρως αυτήν την αλήθεια και συγκέντρωναν όλη τη βιωματική κατανόησή τους, και πάλι αυτό δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει αυτήν τη μία αλήθεια. Όπως έχει ειπωθεί στο παρελθόν: «Συνοψίζω με μια ρήση για τον ανθρώπινο κόσμο: Δεν υπάρχει κανείς ανάμεσα στους ανθρώπους που να Με αγαπά». Αυτή είναι μια δήλωση αλήθειας· είναι η αληθινή ουσία της ζωής. Είναι το πιο βαθύ από όλα τα πράγματα· αυτή συνιστά έκφραση του ίδιου του Θεού. Μπορείς να συνεχίσεις να τη βιώνεις, και αν τη βιώσεις για τρία χρόνια, θα την κατανοήσεις επιφανειακά· αν τη βιώσεις για επτά ή οκτώ χρόνια, θα την κατανοήσεις ακόμα περισσότερο —αλλά ανεξάρτητα από το πόσο την κατανοείς, δεν θα είσαι ποτέ σε θέση να υποκαταστήσεις αυτήν τη μία δήλωση αλήθειας. Κάποιος άλλος, αφού τη βιώσει για ένα-δύο χρόνια, ίσως να την κατανοήσει λιγάκι, και κατόπιν λίγο πιο βαθιά αφού τη βιώσει για δέκα χρόνια, και κατόπιν να την κατανοήσει περισσότερο αφού τη βιώσει εφ’ όρου ζωής —αλλά αν και οι δυο σας συνδυάσετε αυτά που έχετε κατανοήσει από κοινού, ακόμα και τότε —ανεξάρτητα από το πόση κατανόηση, πόση εμπειρία, πόσες γνώσεις, πόσο φως ή πόσα παραδείγματα κατέχετε και οι δύο— όλα αυτά και πάλι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν αυτήν τη μία δήλωση αλήθειας. Τι εννοώ μ’ αυτό; Εννοώ ότι η ζωή του ανθρώπου θα είναι πάντα η ζωή του ανθρώπου, και ανεξάρτητα από το πόσο ενδεχομένως συνάδει η κατανόησή σου με την αλήθεια, τις προθέσεις του Θεού και τις απαιτήσεις Του, δεν θα μπορέσει ποτέ να υποκαταστήσει την αλήθεια. Το να λέγεται ότι οι άνθρωποι έχουν αποκτήσει την αλήθεια σημαίνει ότι κατέχουν κάποια πραγματικότητα, ότι έχουν αποκτήσει κάποια κατανόηση της αλήθειας, ότι έχουν επιτύχει κάποια πραγματική είσοδο στα λόγια του Θεού, ότι έχουν κάποια πραγματική εμπειρία αυτών και ότι είναι στον σωστό δρόμο στην πίστη τους στον Θεό. Μόνο μία δήλωση από τον Θεό αρκεί για να τη βιώσει κάποιος εφ’ όρου ζωής· ακόμα κι αν οι άνθρωποι επρόκειτο να τη βιώσουν για πολλές ζωές ή και για πολλές χιλιετίες, και πάλι δεν θα ήταν σε θέση να βιώσουν πλήρως και απολύτως έστω και μία αλήθεια. […]

[…] Αν έχεις κάποια εμπειρία από μια πτυχή της αλήθειας, μπορεί αυτή και μόνο να αντιπροσωπεύει την αλήθεια; Σε καμία περίπτωση. Μπορείς να εξηγήσεις διεξοδικά την αλήθεια; Μπορείς να ανακαλύψεις τη διάθεση του Θεού και την ουσία Του από την αλήθεια; Δεν μπορείς. Όλοι έχουν απλώς βιώσει μία πτυχή και ένα πεδίο της αλήθειας. Με το να τη βιώνεις εντός του περιορισμένου σου πεδίου δεν μπορείς να θίξεις όλες τις πτυχές της αλήθειας. Μπορούν οι άνθρωποι να βιώσουν το αρχικό νόημα της αλήθειας; Πόση είναι η ελάχιστη εμπειρία σου; Ένας και μόνο κόκκος άμμου σε μια παραλία, μια σταγόνα στον ωκεανό. Συνεπώς, όσο πολύτιμα κι αν είναι η κατανόηση και τα συναισθήματα που έχεις αποκομίσει από τις εμπειρίες σου, και πάλι δεν μπορούν να λογίζονται ως η αλήθεια. Η πηγή της αλήθειας και το νόημα της αλήθειας καλύπτουν ένα πολύ μεγάλο εύρος. Τίποτα δεν μπορεί να την αντικρούσει. […] Ωστόσο, τα πράγματα που έχουν οι άνθρωποι, το φως που έχουν αποκτήσει, είναι κατάλληλα μόνο για τους ίδιους ή για κάποιους άλλους εντός ενός ορισμένου πεδίου, αλλά δεν θα είναι κατάλληλα για κάποιο άλλο πεδίο. Η εμπειρία ενός ανθρώπου είναι εξαιρετικά περιορισμένη, ασχέτως του πόσο βαθιά είναι, και η εμπειρία του δεν θα φτάσει ποτέ το πεδίο της αλήθειας. Το φως ενός ανθρώπου, η κατανόηση ενός ανθρώπου, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συγκριθούν με την αλήθεια.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Ξέρεις ποια είναι πράγματι η αλήθεια;» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»

Οι επιστολές του Παύλου στην Καινή Διαθήκη είναι επιστολές τις οποίες έγραψε ο Παύλος για τις εκκλησίες, και όχι έμπνευση από το Άγιο Πνεύμα, ούτε άμεσες ομιλίες του Αγίου Πνεύματος. Είναι απλώς λόγια προτροπής, παρηγοριάς και ενθάρρυνσης που έγραψε για τις εκκλησίες κατά τη διάρκεια του έργου του. Είναι, επίσης, μια καταγραφή μεγάλου μέρους του έργου του Παύλου εκείνον τον καιρό. Γράφτηκαν για όλους τους εν Κυρίω αδελφούς και τις εν Κυρίω αδελφές, ώστε οι αδελφοί και οι αδελφές των εκκλησιών εκείνη την εποχή να ακολουθούσαν τις συμβουλές του και να συμμορφώνονταν με την οδό της μετάνοιας του Κυρίου Ιησού. Ο Παύλος επ’ ουδενί δεν είπε, είτε πρόκειται για τις εκκλησίες εκείνης της εποχής είτε για αυτές του μέλλοντος, ότι όλοι πρέπει να τρώνε και να πίνουν όσα εκείνος έγραψε, ούτε είπε ότι όλα τα λόγια του προέρχονταν από τον Θεό. Σύμφωνα με τις συνθήκες της εκκλησίας εκείνη την εποχή, απλώς επικοινωνούσε με τους αδελφούς και τις αδελφές, τους παρότρυνε και τους ενέπνεε πίστη, και απλώς κήρυττε στους ανθρώπους ή τους έδινε υπενθυμίσεις και τους παρότρυνε. Τα λόγια του βασίζονταν στο δικό του φορτίο και υποστήριζε τους ανθρώπους μέσω αυτών των λόγων. Επιτέλεσε το έργο ενός αποστόλου των εκκλησιών εκείνης της εποχής, ήταν ένας εργάτης που χρησιμοποιήθηκε από τον Κύριο Ιησού, και έτσι έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη για τις εκκλησίες και έπρεπε να αναλάβει το έργο των εκκλησιών, έπρεπε να μάθει για τις καταστάσεις των αδελφών —και, λόγω αυτού, έγραψε επιστολές για όλους τους εν Κυρίω αδελφούς και τις εν Κυρίω αδελφές. Όλα τα εποικοδομητικά και θετικά πράγματα που είπε στους ανθρώπους ήταν σωστά, αλλά δεν εκπροσωπούσαν τις ομιλίες του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούσαν να εκπροσωπήσουν τον Θεό. Αποτελεί εξωφρενική κατανόηση και τεράστια βλασφημία να αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τις καταγραφές των εμπειριών ενός ανθρώπου και τις επιστολές ενός ανθρώπου ως τα λόγια που εξέφερε το Άγιο Πνεύμα στις εκκλησίες! Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά τις επιστολές που έγραψε ο Παύλος για τις εκκλησίες, διότι οι επιστολές του γράφτηκαν για τους αδελφούς και τις αδελφές βάσει των συνθηκών και της κατάστασης κάθε εκκλησίας εκείνον τον καιρό, και είχαν σκοπό να προτρέψουν τους εν Κυρίω αδελφούς και τις εν Κυρίω αδελφές ώστε να μπορέσουν να λάβουν τη χάρη του Κυρίου Ιησού. Οι επιστολές του είχαν σκοπό να αφυπνίσουν τους αδελφούς και τις αδελφές εκείνης της εποχής. Μπορεί να ειπωθεί ότι αυτό ήταν το δικό του φορτίο και ήταν, επίσης, το φορτίο που του έδωσε το Άγιο Πνεύμα. Στο κάτω κάτω, ήταν ένας απόστολος που καθοδήγησε τις εκκλησίες του καιρού εκείνου, που έγραψε επιστολές για τις εκκλησίες και τις παρότρυνε —αυτή ήταν η ευθύνη του. Η ταυτότητά του ήταν απλώς εκείνη ενός εργαζόμενου αποστόλου, κι εκείνος ήταν απλώς ένας απόστολος που εστάλη από τον Θεό. Δεν ήταν ούτε προφήτης ούτε μάντης. Για εκείνον, το έργο του και η ζωή των αδελφών ήταν υψίστης σημασίας. Συνεπώς, δεν μπορούσε να μιλά εξ ονόματος του Αγίου Πνεύματος. Τα λόγια του δεν ήταν τα λόγια του Αγίου Πνεύματος, πολύ λιγότερο δε, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ήταν τα λόγια του Θεού, διότι ο Παύλος δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα πλάσμα του Θεού και σίγουρα δεν ήταν η ενσάρκωση του Θεού. Η ταυτότητά του δεν ήταν ίδια με αυτή του Ιησού. Τα λόγια του Ιησού ήταν τα λόγια του Αγίου Πνεύματος, ήταν τα λόγια του Θεού, διότι η ταυτότητά Του ήταν εκείνη του Χριστού —του Υιού του Θεού. Πώς θα μπορούσε ο Παύλος να είναι ισότιμος με Εκείνον; Εάν οι άνθρωποι βλέπουν τις επιστολές ή τα λόγια του Παύλου ως τις ομιλίες του Αγίου Πνεύματος και τα λατρεύουν ως Θεό, τότε μπορεί να ειπωθεί μονάχα ότι δεν έχουν καμία ικανότητα διάκρισης. Για να μιλήσουμε πιο σκληρά, αυτό δεν αποτελεί απλώς βλασφημία; Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να μιλά εξ ονόματος του Θεού; Και πώς θα μπορούσαν οι άνθρωποι να προσκυνούν ενώπιον των καταγραφών των επιστολών του και των λόγων που εξέφερε σαν να ήταν ένα ιερό βιβλίο ή ένα θεϊκό βιβλίο; Θα μπορούσαν τα λόγια του Θεού να ειπωθούν τυχαία από έναν άνθρωπο; Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να μιλά εξ ονόματος του Θεού; Οπότε, τι λες εσύ —θα μπορούσαν οι επιστολές που έγραψε για τις εκκλησίες να μην είναι νοθευμένες με τις δικές του ιδέες; Πώς θα μπορούσαν να μην είναι νοθευμένες με ανθρώπινες ιδέες; Έγραψε επιστολές για τις εκκλησίες με βάση τις προσωπικές του εμπειρίες και τη δική του γνώση. Παραδείγματος χάριν, ο Παύλος έγραψε μια επιστολή στις εκκλησίες της Γαλατίας, η οποία περιείχε μια συγκεκριμένη άποψη, και ο Πέτρος έγραψε μια άλλη, η οποία περιείχε μια άλλη άποψη. Ποια από τις δύο προήλθε από το Άγιο Πνεύμα; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ως εκ τούτου, μπορεί μονάχα να ειπωθεί ότι και οι δύο έφεραν ένα φορτίο για τις εκκλησίες, όμως οι επιστολές τους εκπροσωπούν το ανάστημά τους, εκπροσωπούν την προμήθεια και την υποστήριξή τους προς τους αδελφούς και τις αδελφές, και το φορτίο τους προς τις εκκλησίες, και εκπροσωπούν μόνο ανθρώπινο έργο —δεν προήλθαν εξ ολοκλήρου από το Άγιο Πνεύμα. Αν λες ότι οι επιστολές του είναι τα λόγια του Αγίου Πνεύματος, τότε είσαι παράλογος και διαπράττεις βλασφημία! Οι επιστολές του Παύλου και οι λοιπές επιστολές της Καινής Διαθήκης ισοδυναμούν με τα απομνημονεύματα των πιο πρόσφατων πνευματικών μορφών: Είναι εφάμιλλες με τα βιβλία του Γουότσμαν Νι ή τις εμπειρίες του Λόρενς και ούτω καθεξής. Απλώς τα βιβλία των πρόσφατων πνευματικών μορφών δεν συμπεριλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη, αλλά η ουσία αυτών των ανθρώπων ήταν ίδια: Ήταν άνθρωποι που χρησιμοποιήθηκαν από το Άγιο Πνεύμα κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου και δεν μπορούσαν να εκπροσωπήσουν άμεσα τον Θεό.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Σχετικά με τη Βίβλο (3)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»

Οι οδοί πράξης του ανθρώπου και οι γνώσεις του για την αλήθεια εφαρμόζονται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο. Δεν μπορείς να πεις ότι το μονοπάτι που περνά ο άνθρωπος είναι απόλυτα το θέλημα του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο άνθρωπος μόνο να διαφωτιστεί μπορεί από το Άγιο Πνεύμα, αλλά όχι να γεμίσει εντελώς με το Άγιο Πνεύμα. Τα πράγματα που μπορεί να βιώσει ο άνθρωπος είναι όλα μέσα στο πεδίο της κανονικής ανθρώπινης φύσης και δεν μπορούν να ξεπεράσουν το εύρος των σκέψεων στο κανονικό ανθρώπινο μυαλό. Όλοι όσοι μπορούν να βιώσουν την πραγματικότητα της αλήθειας, βιώνουν πράγματα μέσα σε αυτό το εύρος. Όταν βιώνουν την αλήθεια, είναι πάντα μια εμπειρία της κανονικής ανθρώπινης ζωής με τη διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος, όχι όμως με τρόπο που αποκλίνει από την κανονική ανθρώπινη ζωή. Βιώνουν την αλήθεια καθώς διαφωτίζονται από το Άγιο Πνεύμα με την προϋπόθεση ότι ζουν την ανθρώπινη ζωή τους. Επιπλέον, αυτή η αλήθεια ποικίλλει από άτομο σε άτομο και το βάθος της σχετίζεται με την κατάσταση του ατόμου. Μπορούμε μόνο να πούμε ότι το μονοπάτι που περπατά κανείς είναι η κανονική ανθρώπινη ζωή ενός ανθρώπου που επιδιώκει την αλήθεια και ότι είναι το μονοπάτι που περπατάει ένας κανονικός άνθρωπος που έχει τη διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το μονοπάτι που ακολουθεί είναι το μονοπάτι που έχει υποδείξει το Άγιο Πνεύμα. Στην κανονική ανθρώπινη εμπειρία, επειδή οι άνθρωποι που ακολουθούν δεν είναι ίδιοι, έτσι το έργο του Αγίου Πνεύματος δεν είναι το ίδιο. Επιπλέον, επειδή τα περιβάλλοντα που βιώνουν και η έκταση της εμπειρίας τους δεν είναι τα ίδια, λόγω του συνδυασμού του μυαλού και των σκέψεών τους, η εμπειρία τους αναμειγνύεται σε διαφορετικούς βαθμούς. Κάθε άτομο αντιλαμβάνεται μια αλήθεια σύμφωνα με τις μεμονωμένες διαφορετικές συνθήκες του. Η κατανόησή τους για το πραγματικό νόημα της αλήθειας δεν είναι πλήρης και είναι μόνο μία ή λίγες πτυχές αυτής. Το πεδίο με το οποίο η αλήθεια βιώνεται από τον άνθρωπο βασίζεται πάντα στις διαφορετικές συνθήκες των ατόμων και επομένως δεν είναι το ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο, η γνώση που εκφράζεται για την ίδια αλήθεια από διαφορετικούς ανθρώπους δεν είναι η ίδια. Δηλαδή, η εμπειρία του ανθρώπου έχει πάντα περιορισμούς και δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει πλήρως το θέλημα του Αγίου Πνεύματος και το έργο του ανθρώπου δεν μπορεί να θεωρηθεί έργο του Θεού, ακόμα κι αν αυτό που εκφράζεται από τον άνθρωπο αντιστοιχεί σε πολύ μεγάλο βαθμό στο θέλημα του Θεού, ακόμα και αν η εμπειρία του ανθρώπου είναι πολύ κοντά στο έργο τελείωσης που το Άγιο Πνεύμα έχει κλιθεί να εκτελέσει. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι μόνο ο υπηρέτης του Θεού, επιτελώντας το έργο που του εμπιστεύεται ο Θεός. Ο άνθρωπος μπορεί μόνο να εκφράσει τη γνώση υπό τη διαφώτιση του Αγίου Πνεύματος και τις αλήθειες που αποκτήθηκαν από τις προσωπικές του εμπειρίες. Ο άνθρωπος δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα, ούτε τις προϋποθέσεις, για να γίνει η διέξοδος του Αγίου Πνεύματος. Δεν έχει το δικαίωμα να πει ότι το έργο του ανθρώπου είναι το έργο του Θεού.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Το έργο του Θεού και το έργο του ανθρώπου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»

Η συναναστροφή του ανθρώπου διαφέρει από τον λόγο του Θεού. Οι συναναστροφές των ανθρώπων εκφράζουν την ατομική τους θεώρηση και εμπειρία, εκφράζοντας αυτό που βλέπουν και βιώνουν στο θεμέλιο του έργου του Θεού. Η ευθύνη τους είναι να μάθουν, μετά το έργο ή τον λόγο του Θεού, τι πρέπει να πράξουν ή πού να εισέλθουν, και στη συνέχεια να το παραδώσουν στους ακολούθους. Ως εκ τούτου, το έργο του ανθρώπου αντιπροσωπεύει την είσοδό του και την πράξη του. Φυσικά, ένα τέτοιο έργο αναμιγνύεται με ανθρώπινα διδάγματα και εμπειρίες ή με κάποιες ανθρώπινες σκέψεις. Ανεξάρτητα από το πώς εργάζεται το Άγιο Πνεύμα, αν εργάζεται στον άνθρωπο ή στον ενσαρκωμένο Θεό, πάντοτε όσοι εκτελούν το έργο είναι εκείνοι που εκφράζουν αυτό που πραγματικά είναι αυτοί. Παρόλο που το Άγιο Πνεύμα είναι Αυτό που εργάζεται, το έργο βασίζεται σε αυτό που είναι έμφυτα ο άνθρωπος, διότι το Άγιο Πνεύμα δεν εργάζεται χωρίς θεμέλια. Με άλλα λόγια, το έργο δεν εκτελείται από το μηδέν, αλλά είναι πάντοτε σύμφωνο με τις πραγματικές περιστάσεις και τις αληθινές συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο, μόνο η διάθεση του ανθρώπου μπορεί να μετασχηματιστεί, δηλαδή οι παλιές του αντιλήψεις και οι παλιές σκέψεις του μπορούν να αλλάξουν. Αυτό που εκφράζει ο άνθρωπος είναι αυτό που βλέπει, βιώνει και μπορεί να φανταστεί. Ακόμη και αν πρόκειται για δόγματα ή έννοιες, όλα αυτά είναι προσπελάσιμα δια μέσου της σκέψης του ανθρώπου. Ανεξάρτητα από το μέγεθός του, το έργο του ανθρώπου δεν μπορεί να υπερβεί το πεδίο της εμπειρίας του ανθρώπου, το τι βλέπει ο άνθρωπος ή τι μπορεί να φανταστεί ή να συλλάβει. Αυτό που εκφράζει ο Θεός είναι αυτό που ο ίδιος ο Θεός είναι, και αυτό είναι πέρα από το τι μπορεί να σκεφτεί ο άνθρωπος, δηλαδή πέρα από την ίδια την ανθρώπινη σκέψη. Εκφράζει το έργο Του της καθοδήγησης όλης της ανθρωπότητας, και αυτό δεν σχετίζεται με τις λεπτομέρειες της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά αφορά τη δική Του διαχείριση. Ο άνθρωπος εκφράζει την εμπειρία του, ενώ ο Θεός εκφράζει το Είναι Του —αυτό το Είναι είναι η έμφυτή Του διάθεση και είναι πέρα από όσα ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει. Η εμπειρία του ανθρώπου είναι η θεώρηση και η γνώση του που αποκτήθηκαν με βάση την έκφραση του Θεού ως προς το Είναι Του. Αυτή η θεώρηση και η γνώση ονομάζονται ανθρώπινη υπόσταση. Εκφράζονται με βάση την έμφυτη διάθεση του ανθρώπου και το πραγματικό του επίπεδο. Ως εκ τούτου, ονομάζονται επίσης ανθρώπινη υπόσταση. Ο άνθρωπος είναι σε θέση να συναναστρέφεται ό,τι βιώνει και βλέπει. Αυτό που δεν έχει βιώσει ή δει ή που το μυαλό του δεν μπορεί να συλλάβει, δηλαδή τα πράγματα που δεν έχει μέσα του, δεν είναι σε θέση να τα συναναστραφεί. Εάν αυτό που εκφράζει ο άνθρωπος δεν είναι η εμπειρία του, τότε είναι η φαντασία του ή το δόγμα του. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει καμία πραγματικότητα στον λόγο του. Εάν δεν έχεις έρθει ποτέ σε επαφή με τα πράγματα της κοινωνίας, δεν θα είσαι σε θέση να συναναστραφείς με σαφήνεια τις περίπλοκες σχέσεις μέσα στην κοινωνία. Εάν δεν έχεις οικογένεια, αλλά άλλοι άνθρωποι μιλούν για οικογενειακά ζητήματα, δεν μπορείς να καταλάβεις τα περισσότερα από αυτά που λένε. Έτσι, οι συναναστροφές του ανθρώπου και το έργο που κάνει αντιπροσωπεύουν την εσωτερική του ύπαρξη.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Το έργο του Θεού και το έργο του ανθρώπου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»

Προηγούμενο: 1. Τα πρόβατα του Θεού ακούν τη φωνή Του, και μόνο αν ακούσει κανείς τη φωνή του Θεού μπορεί να συναντήσει τον επιστρέψαντα Κύριο

Επόμενο: 3. Οι διαφορές ανάμεσα στα λόγια του Θεού, όπως λέγονται από τους προφήτες, και στα λόγια που εκφράζει ο ενσαρκωμένος Θεός

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Ερώτηση 25: Καταθέτετε ότι ο Κύριος Ιησούς έχει ήδη επιστρέψει ως Παντοδύναμος Θεός, ότι εκφράζει ολόκληρη την αλήθεια που θα επιτρέψει στους ανθρώπους να επιτύχουν εξαγνισμό και να σωθούν, και ότι, επί του παρόντος, επιτελεί το έργο της κρίσης ξεκινώντας από τον οίκο του Θεού, αλλά εμείς δεν τολμάμε να δεχτούμε κάτι τέτοιο. Τούτο οφείλεται στο ότι οι θρησκευτικοί πάστορες και πρεσβύτεροι συχνά μας διδάσκουν ότι όλα τα λόγια και το έργο του Θεού είναι καταγεγραμμένα στη Βίβλο και είναι αδύνατον να υπάρχουν άλλα λόγια ή έργα του Θεού εκτός της Βίβλου, και ό,τι αντιβαίνει στη Βίβλο ή είναι εκτός της Βίβλου αποτελεί αίρεση. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε το πρόβλημα αυτό, μπορείτε να μας το εξηγήσετε;

Απαντήση:Αυτό το είδος άποψης της θρησκευτικής κοινότητας δεν βασίζεται στον λόγο του Θεού: προέκυψε εξ ολοκλήρου ως αποτέλεσμα μιας...

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο