27. Τα δεινά ενέπνευσαν την αγάπη μου για τον Θεό

Από τον Μενγκ Γιονγκ, επαρχία Σανξί

Είμαι καλός άνθρωπος από τη φύση μου. Σε αυτή τη σκοτεινή και κακή κοινωνία, έπεφτα πάντα θύμα εκφοβισμού των άλλων ανθρώπων, έτσι έχω γευτεί την ψυχρότητα του κόσμου του ανθρώπου και ένοιωθα ότι η ζωή μου ήταν άδεια και χωρίς νόημα. Αφότου άρχισα να πιστεύω στον Παντοδύναμο Θεό, μέσα από την ανάγνωση των λόγων του Θεού και βιώνοντας την εκκλησιαστική ζωή, απολάμβανα έναν ενθουσιασμό και χαρά στην καρδιά μου, που δεν είχα αισθανθεί ποτέ πριν. Βλέποντας τους αδελφούς και τις αδελφές της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού να αγαπούν ο ένας τον άλλο σαν οικογένεια, συνειδητοποίησα ότι μόνο ο Θεός είναι δίκαιος, και ότι μόνο στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού υφίσταται φως. Έπειτα από πολλά χρόνια προσωπικής βίωσης του έργου του Παντοδύναμου Θεού, έχω φτάσει να αναγνωρίζω στ’ αλήθεια ότι τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού μπορούν πράγματι να αλλάξουν και να σώσουν τους ανθρώπους. Ο Παντοδύναμος Θεός είναι αγάπη και σωτηρία. Για να μπορέσουν περισσότεροι άνθρωποι να απολαύσουν την αγάπη του Θεού και να λάβουν τη σωτηρία Του, οι αδελφοί, οι αδελφές μου και εγώ, προσπαθούμε όλοι να κάνουμε το καλύτερο δυνατόν προκειμένου να διαδώσουμε το ευαγγέλιο, αλλά ποτέ δεν περιμέναμε να συλληφθούμε και να διωχθούμε από την κυβέρνηση του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος.

Στις 12 Ιανουαρίου του 2011, αρκετοί αδελφοί και αδελφές κι εγώ πήγαμε οδικώς σε ένα μέρος για να διαδώσουμε το ευαγγέλιο, και καταλήξαμε να μας καταγγείλουν κάποιοι κακοήθεις άνθρωποι. Λίγο αργότερα, η τοπική αυτοδιοίκηση χρησιμοποίησε αξιωματικούς από την ταξιαρχία της εγκληματολογικής αστυνομίας, τις δυνάμεις εθνικής ασφαλείας, τη μονάδα δίωξης ναρκωτικών, τις ένοπλες αστυνομικές δυνάμεις και το τοπικό αστυνομικό τμήμα, προκειμένου να έρθουν με περισσότερα από 10 αστυνομικά οχήματα για να μας συλλάβουν. Την ώρα που ένας αδελφός κι εγώ ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, τέσσερις αστυνομικοί έτρεξαν γρήγορα και απέκλεισαν το αυτοκίνητό μας. Χωρίς να μας αφήσει να πούμε κουβέντα, ένας από αυτούς έβγαλε το κλειδί του αυτοκινήτου και μας διέταξε να μείνουμε στο αυτοκίνητο και να μην το κουνήσουμε. Εγώ είχα ήδη δει ότι επτά ή οκτώ αστυνομικοί με γκλομπ χτυπούσαν άγρια έναν άλλο αδελφό, και ότι ο αδελφός ήταν κιόλας τόσο χτυπημένος, που ήταν ανίκανος να κινηθεί. Δεν μπορούσα παρά να νοιώσω γεμάτος από δίκαιη αγανάκτηση και όρμησα έξω από το αυτοκίνητο, προσπαθώντας να σταματήσω τη βία τους, αλλά οι αστυνομικοί μού έστριψαν το χέρι και με έσπρωξαν πέρα. Προσπάθησα να συζητήσω λογικά μαζί τους: «Ό,τι κι αν συμβαίνει, μπορούμε να το συζητήσουμε. Πώς μπορείτε να αρχίζετε να χτυπάτε ανθρώπους έτσι απλά;» Εκείνοι απάντησαν, ωρυόμενοι άγρια: «Γυρίστε γρήγορα στο αυτοκίνητό σας, σύντομα θα έρθει και η δική σας η σειρά!» Αργότερα, μας πήγαν στο αστυνομικό τμήμα και δέσμευσαν και το αυτοκίνητό μας.

Μετά τις εννιά εκείνο το βράδυ, ήρθαν να με ανακρίνουν δύο αστυνομικοί του εγκληματολογικού. Όταν είδαν ότι δεν μπορούσαν να μου αποσπάσουν κάποια χρήσιμη πληροφορία, συγχίστηκαν και εξοργίστηκαν, τρίζοντας τα δόντια τους με θυμό, καθώς έβριζαν: «Στα κομμάτια, θα σε κανονίσουμε αργότερα εσένα!» Στη συνέχεια, με κλείδωσαν στην αίθουσα αναμονής των ανακρίσεων. Στις 11.30 μ.μ., με πήγαν σε ένα δωμάτιο χωρίς κάμερες παρακολούθησης. Είχα το προαίσθημα ότι επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν βία εναντίον μου, έτσι άρχισα να προσεύχομαι στον Θεό ξανά και ξανά μέσα μου, ικετεύοντάς Τον να με προστατεύσει. Εκείνην την ώρα, ένας αστυνομικός ονόματι Ζία ήρθε να με ανακρίνει: «Βρισκόσουν μέσα σε ένα Volkswagen Jetta αυτές τις τελευταίες ημέρες;» Απάντησα όχι, κι εκείνος φώναξε έξαλλος: «Κάποιοι σε είδαν, κι εσύ εξακολουθείς να το αρνείσαι;» Λέγοντας αυτό, με χαστούκισε άγρια. Το μόνο που ένοιωσα, ήταν το τσούξιμο στο μάγουλό μου. Στη συνέχεια, βρυχήθηκε: «Ας δούμε πόσο σκληρός είσαι!» Ενώ μιλούσε, πήρε μια φαρδιά ζώνη και με μαστίγωνε συνεχώς στο πρόσωπο· δεν ξέρω πόσες φορές με μαστίγωσε, αλλά δεν μπορούσα παρά να ουρλιάζω ξανά και ξανά από τον πόνο. Βλέποντας αυτό, τράβηξαν τη ζώνη γύρω από το στόμα μου. Έπειτα, μερικοί αστυνομικοί μού κάλυψαν το σώμα με ένα πάπλωμα, προτού αρχίσουν να με χτυπούν άγρια με τα γκλομπ τους, σταματώντας μόνο για να πάρουν ανάσα, όταν κουράζονταν. Με είχαν χτυπήσει τόσο άσχημα, ώστε το κεφάλι μου γύριζε και το σώμα μου πονούσε, λες και όλα μου τα κόκαλα είχαν σκορπίσει. Εκείνην την ώρα, δεν ήξερα γιατί με χτυπούσαν με τον συγκεκριμένο τρόπο, αλλά αργότερα ανακάλυψα ότι μου είχαν βάλει το πάπλωμα, για να μην επιτρέψουν στα χτυπήματα να αφήσουν σημάδια πάνω στη σάρκα μου. Η τοποθέτησή μου σε ένα δωμάτιο χωρίς κάμερες, η φίμωση και η κάλυψή μου με το πάπλωμα — όλα έγιναν επειδή φοβούνταν μήπως αποκαλυφθούν οι σατανικές τους πράξεις. Η αστυνομία του ΚΚΚ είναι τρομερά ύπουλη και μοχθηρή! Όταν οι τέσσερίς τους κουράστηκαν να με χτυπούν, άλλαξαν τη μέθοδο βασανισμού μου: Δύο αστυνομικοί έστριψαν το ένα μου χέρι πίσω και το τράβηξαν με δύναμη προς τα πάνω, ενώ άλλοι δύο σήκωσαν το άλλο μου χέρι πάνω από τον ώμο προς τα πίσω και το τράβηξαν δυνατά κάτω. (Το συγκεκριμένο είδος βασανισμού το ονόμαζαν «σπαθί στην πλάτη», το οποίο ο μέσος άνθρωπος είναι εντελώς ανίκανος να αντέξει.) Αλλά ήταν εντελώς αδύνατον να τραβηχτούν και τα δύο μου χέρια μαζί, οπότε μου έριξαν μία βίαιη γονατιά στο μπράτσο μου. Το μόνο που άκουσα ήταν ένα «κλικ», και ένοιωσα λες και είχαν ξεκολλήσει και τα δυο μου χέρια. Πονούσα τόσο πολύ, που σχεδόν εξέπνευσα. Δεν άργησα να χάσω την αίσθηση και των δύο χεριών μου. Αλλά ούτε κι αυτό τούς ήταν αρκετό για να τα παρατήσουν, έτσι μου έδωσαν εντολή να γονατίσω, για να προσθέσουν κι άλλα στα δεινά μου. Πονούσα τόσο πολύ που ολόκληρο το σώμα μου λούστηκε στον κρύο ιδρώτα, το κεφάλι μου κουδούνιζε, και οι αισθήσεις μου άρχισαν να θολώνουν. Σκέφτηκα: «Παρ’ όλο που υποφέρω μόνιμα από χρόνιες ασθένειες, ποτέ, σε όλη μου τη ζωή, δεν έχω νοιώσει ανίκανος να ελέγξω τις ίδιες μου τις αισθήσεις. Λες να πεθαίνω;» Αργότερα, στ’ αλήθεια δεν μπορούσα να αντέξω άλλο, έτσι σκέφτηκα να αναζητήσω ανακούφιση στον θάνατο. Εκείνη τη στιγμή, τα λόγια του Θεού με διαφώτισαν από μέσα: «Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν αυτή τη γνώση. Πιστεύουν ότι η ταλαιπωρία δεν έχει αξία […] Η ταλαιπωρία μερικών ανθρώπων φτάνει σε ορισμένο σημείο, και οι σκέψεις τους στρέφονται στον θάνατο. Αυτή δεν είναι η πραγματική αγάπη προς τον Θεό. Οι άνθρωποι αυτοί είναι δειλοί, δεν έχουν επιμονή, είναι ασθενείς και αδύναμοι!» (από «Την ομορφιά του Θεού μπορείς να τη γνωρίσεις μόνο βιώνοντας επίπονες δοκιμασίες» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού με έκαναν ξαφνικά να αφυπνιστώ και να συνειδητοποιήσω ότι ο τρόπος σκέψης μου δεν ήταν σύμφωνος με το θέλημα του Θεού και ότι το μόνο που θα προκαλούσε στον Θεό, ήταν θλίψη και απογοήτευση. Διότι μέσα από αυτόν τον πόνο και τα δεινά, αυτό που θέλει να δει ο Θεός, δεν είναι εμένα να αποζητώ τον θάνατο, αλλά ότι μπορώ να καταπιώ την ταπείνωση και να σηκώσω το βαρύ φορτίο, και ότι μπορώ να στηριχτώ στην καθοδήγηση του Θεού για να πολεμήσω τον Σατανά, να γίνω μάρτυρας του Θεού, και να ντροπιάσω και να νικήσω τον Σατανά. Η επιζήτηση του θανάτου θα σήμαινε ότι είχα πέσει στην παγίδα του Σατανά και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μαρτυρία υπέρ του Θεού αλλά, αντίθετα, θα καθίστατο σημάδι ντροπής. Έχοντας κατανοήσει τις προθέσεις του Θεού, προσευχήθηκα σε Εκείνον σιωπηλά: «Θεέ μου! Η πραγματικότητα απέδειξε ότι η φύση μου είναι πολύ αδύναμη. Δεν έχω τη θέληση και το θάρρος να υποφέρω για Εσένα και ήθελα να πεθάνω εξαιτίας λίγου σωματικού πόνου. Τώρα ξέρω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να ντροπιάσω το όνομά Σου και πρέπει να καταθέσω μαρτυρία και να Σε ικανοποιήσω, όσα δεινά κι αν πρέπει να υπομείνω. Αλλά τούτη τη στιγμή, το σώμα μου πονά σε ακραίο βαθμό και είναι αδύναμο, και γνωρίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να υπερνικήσω μόνος μου τα χτυπήματα αυτών των δαιμόνων. Σε παρακαλώ, δώσε μου περισσότερη εμπιστοσύνη και δύναμη, ώστε να μπορώ να στηριχτώ σε Εσένα για να νικήσω τον Σατανά. Ορκίζομαι στη ζωή μου ότι δεν θα Σε προδώσω, ούτε θα ξεπουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου». Καθώς προσευχόμουν ξανά και ξανά στον Θεό, η καρδιά μου σιγά-σιγά ηρέμησε. Οι μοχθηροί αστυνομικοί είδαν ότι μόλις που ανέπνεα και φοβήθηκαν ότι, αν πέθαινα, θα θεωρούνταν υπεύθυνοι οι ίδιοι, έτσι ήρθαν να μου βγάλουν τις χειροπέδες. Αλλά τα χέρια μου είχαν ήδη γίνει άκαμπτα και οι χειροπέδες ήταν τόσο σφιχτές, που κατέστη πολύ δύσκολο να λυθούν. Οι τέσσερις μοχθηροί αστυνομικοί χρειάστηκαν αρκετά λεπτά για να λύσουν τις χειροπέδες, προτού με σύρουν πίσω στην αίθουσα αναμονής των ανακρίσεων.

Το επόμενο απόγευμα, η αστυνομία μού φόρτωσε αυθαίρετα κάποιο «ποινικό αδίκημα» και με πήγε στο σπίτι μου για να κάνει έφοδο και, στη συνέχεια, με έστειλε σε κέντρο κράτησης. Αμέσως μόλις μπήκα στο κέντρο κράτησης, τέσσερις σωφρονιστικοί υπάλληλοι κατάσχεσαν το ενισχυμένο μπουφάν, το παντελόνι, τις μπότες και το ρολόι μου, καθώς και τα 1.300 γουάν σε μετρητά που είχα μαζί μου. Με υποχρέωσαν να φορέσω τη συνήθη στολή της φυλακής και με ανάγκασαν να ξοδέψω 200 γουάν για να αγοράσω ένα πάπλωμα από αυτούς. Έπειτα, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι με έκλεισαν μαζί με ληστές, δολοφόνους, βιαστές και λαθρεμπόρους ναρκωτικών. Μπαίνοντας στο κελί μου, είδα δώδεκα φαλακρούς φυλακισμένους να με κοιτάζουν εχθρικά. Η ατμόσφαιρα ήταν ζοφερή και τρομακτική, και ξαφνικά ένοιωσα την καρδιά μου να ανεβαίνει στο στόμα μου. Δύο από τους αρχηγούς του κελιού με πλησίασαν και ρώτησαν: «Γιατί βρίσκεσαι εδώ;» Εγώ είπα: «Διέδιδα το ευαγγέλιο». Χωρίς άλλη κουβέντα, ένας από αυτούς με χαστούκισε δυο φορές και είπε: «Είσαι θρησκευτικός ηγέτης, έτσι;» Όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι άρχισαν να γελούν άγρια και με περιέπαιζαν, ρωτώντας: «Γιατί δεν αφήνεις τον Θεό σου να σε σώσει από εδώ;» Ανάμεσα στις αποδοκιμασίες και τη γελοιοποίηση, ο αρχηγός του κελιού με χαστούκισε μερικές φορές ακόμα. Από τότε, μου κόλλησαν το παρατσούκλι «θρησκευτικός ηγέτης» και συχνά με ταπείνωναν και με περιέπαιζαν. Ο άλλος αρχηγός του κελιού είδε τις παντόφλες που φορούσα και φώναξε αλαζονικά: «Δεν ξέρεις καθόλου τη θέση σου. Είσαι εσύ άξιος να φοράς αυτά τα παπούτσια; Βγάλ’ τα!» Λέγοντας αυτό, με υποχρέωσε να τις βγάλω και να βάλω ένα ζευγάρι από τις δικές τους φθαρμένες παντόφλες. Επίσης έδωσαν το πάπλωμά μου στους άλλους κρατουμένους. Οι εν λόγω κρατούμενοι έκαναν γερό καβγά για το πάπλωμά μου και τελικά μου άφησαν ένα παλιό πάπλωμα που ήταν φτενό, σκισμένο, βρώμικο και δύσοσμο. Με την παρακίνηση των σωφρονιστικών υπαλλήλων, οι κρατούμενοι με υπέβαλαν σε κάθε είδους κακουχίες και μαρτύρια. Τη νύχτα, το φως του κελιού ήταν πάντα αναμμένο, αλλά ένας αρχηγός του κελιού μου είπε με ένα κακό χαμόγελο: «Σβήσε το φως». Καθώς δεν μπόρεσα να το κάνω (δεν υπήρχε καν διακόπτης), άρχισαν και πάλι να γελούν εις βάρος μου και να με περιπαίζουν. Την επομένη, μερικοί νεαροί κρατούμενοι με υποχρέωσαν να σταθώ σε μια γωνιά και να απομνημονεύσω τους κανόνες της φυλακής, απειλώντας: «Αν δεν τους απομνημονεύσεις μέσα σε δυο μέρες, την έβαψες!» Δεν μπόρεσα να μην τρομοκρατηθώ, και όσο σκεφτόμουν όλα αυτά που είχα υποστεί εκείνες τις τελευταίες μέρες, τόσο πιο φοβισμένος ένοιωθα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν να συνεχίσω να κάνω έκκληση στον Θεό και να Του ζητώ να με προστατεύει, ώστε να καταφέρω να το υπερνικήσω. Εκείνη τη στιγμή, μου ήρθε στο μυαλό ένας ύμνος με τα λόγια του Θεού0: «[…] είτε αντιμετωπίζεις φυλάκιση, είτε ασθένεια, είτε γελοιοποίηση, είτε συκοφαντία από άλλους, είτε σου φαίνεται ότι δεν υπάρχει διέξοδος, μπορείς ακόμα να αγαπάς τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι η καρδιά σου έχει στραφεί στον Θεό» (από «Έχει στραφεί η καρδιά σου στον Θεό;» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Ο λόγος του Θεού μού έδωσε δύναμη και μου υπέδειξε ένα μονοπάτι για να κάνω πράξη — να επιδιώκω να αγαπώ τον Θεό και να στρέφω την καρδιά μου στον Θεό! Εκείνη τη στιγμή, ξάφνου κατέστη μέσα μου σαφές το εξής: Ο Θεός επέτρεψε να μου συμβούν αυτά τα δεινά, όχι για να με βασανίσει ή να με κάνει σκόπιμα να υποφέρω, αλλά για να με εκπαιδεύσει να στρέφω σε ένα τέτοιο περιβάλλον την καρδιά μου στον Θεό, ώστε να μπορώ να αντιστέκομαι στην εξουσία των σκοτεινών επιρροών του Σατανά, και η καρδιά μου να μπορεί να εξακολουθεί να βρίσκεται πλησίον του Θεού και να Τον αγαπά, να μην παραπονιέται ποτέ, πάντα να αποδέχεται και να υπακούει στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις Του. Έχοντας αυτό στο μυαλό μου, έπαψα να φοβάμαι. Όπως κι αν με μεταχειρίζεται ο Σατανάς, εμένα το μόνο που θα με απασχολεί, θα είναι να δίνω τον εαυτό μου στον Θεό και να κάνω ό, τι μπορώ για να επιδιώκω να αγαπώ και να ικανοποιώ τον Θεό, και ποτέ να μην υποκύπτω στον Σατανά.

Η ζωή στη φυλακή είναι πρακτικά κόλαση επί γης. Οι δεσμοφύλακες συνέχισαν να μηχανεύονται τρόπους για να με βασανίζουν: Όταν κοιμόμουν τη νύχτα, άλλοι κρατούμενοι συνωθούνταν γύρω μου για να μην μπορώ καθόλου να γυρίσω, αναγκάζοντάς με να κοιμάμαι ακουμπισμένος στην τουαλέτα. Μετά τη σύλληψή μου, για αρκετές μέρες δεν κοιμόμουν και κατέληξα να νυστάζω τόσο πολύ που δεν μπορούσα να αντέξω και αποκοιμιόμουν. Οι κρατούμενοι που είχαν υπηρεσία και στέκονταν φρουρά έρχονταν να με παρενοχλήσουν, χτυπώντας με επίτηδες στο κεφάλι μέχρι να ξυπνήσω, προτού φύγουν. Μια φορά, γύρω στις τρεις το πρωί, ένας κρατούμενος με ξύπνησε επίτηδες και έκλεψε διά της βίας τη μακρυμάνικη φανέλα που φορούσα και στη συνέχεια μού έδωσε μια βρώμικη, κουρελιασμένη και φτενή μακρυμάνικη φανέλα. Εκείνες ήταν οι πιο κρύες μέρες του χρόνου αλλά, και πάλι, ο εν λόγω κρατούμενος μού πήρε τη μοναδική μακρυμάνικη φανέλα που φορούσα. Οι άνθρωποι εκεί πέρα ήταν άγριοι σαν ζώα. Ήταν μοχθηροί και δόλιοι, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, σαν δαίμονες που βασανίζουν τους ανθρώπους στην κόλαση για πλάκα. Επιπλέον, το φαγητό εκεί ήταν ακόμη χειρότερο από αυτό που δίνουν στους σκύλους και τα γουρούνια. Την πρώτη φορά, πήρα μισό μπολ σούπα ρύζι, και είδα ότι, μέσα, υπήρχαν πολλά μαύρα στίγματα. Δεν ήξερα τι ήταν, αλλά και το χρώμα της σούπας ήταν μαυριδερό. Ήταν πολύ δύσκολο στην κατάποση. Εκείνη την ώρα, ήθελα πραγματικά να μείνω νηστικός, αλλά τα λόγια του Θεού με διαφώτισαν: «Κατά τις έσχατες αυτές ημέρες, πρέπει να γίνετε μάρτυρες του Θεού. Άσχετα από το πόσο υποφέρετε, θα πρέπει να προχωρήσετε μέχρι το τέλος και, ακόμα και στην τελευταία σας πνοή, πρέπει να είστε ακόμα πιστοί στον Θεό, να είστε στο έλεός Του. Μόνο έτσι αγαπά κανείς αληθινά τον Θεό και μόνο αυτή είναι η δυνατή και ηχηρή μαρτυρία» (από «Την ομορφιά του Θεού μπορείς να τη γνωρίσεις μόνο βιώνοντας επίπονες δοκιμασίες» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού ήταν γεμάτα αγάπη και στοργή σαν τη μητρική παρηγοριά, κεντρίζοντας το θάρρος μου να αντιμετωπίσω τα δεινά. Ο Θεός θέλει να συνεχίσω να ζω, αλλά εγώ ήμουν πάρα πολύ αδύναμος, επιθυμώντας συνεχώς ανακούφιση μέσα από τον θάνατο. Εγώ δεν αγαπώ καν τον εαυτό μου· ο Θεός εξακολουθεί να είναι Εκείνος που με αγαπάει περισσότερο! Ζεστασιά πλημμύρισε ξαφνικά την καρδιά μου, καθιστώντας με τόσο συναισθηματικό, που δάκρυα ξεπήδησαν από τα μάτια μου. Η συγκίνηση από την αγάπη του Θεού για άλλη μια φορά μού έδωσε ενέργεια, και έπρεπε να φάω αυτό το γεύμα ό,τι γεύση κι αν είχε. Έτσι, παίρνοντας βαθιά ανάσα, αποτελείωσα τη σούπα. Μετά το πρωινό, ο αρχηγός του κελιού με ανάγκασε να σφουγγαρίσω τα πατώματα. Ήταν οι πιο κρύες μέρες του χρόνου και δεν υπήρχε ζεστό νερό, οπότε μπορούσα να χρησιμοποιήσω μόνο κρύο νερό για το πανί που χρησίμευε για σφουγγαρίστρα. Επίσης, ο αρχηγός του κελιού μού έδωσε εντολή να σφουγγαρίζω με αυτόν τον τρόπο καθημερινά. Στη συνέχεια, αρκετοί καταδικασμένοι ληστές με ανάγκασαν να απομνημονεύσω τους κανόνες της φυλακής. Αν δεν μπορούσα να τους απομνημονεύσω, με γρονθοκοπούσαν και με κλώτσαγαν· τα χαστούκια ήταν κάτι ακόμα πιο σύνηθες. Αντιμέτωπος με ένα τέτοιο περιβάλλον, συχνά αναρωτιόμουν τι έπρεπε να κάνω για να είμαι ικανός να ικανοποιήσω το θέλημα του Θεού. Τη νύχτα, τράβηξα το πάπλωμα πάνω από το κεφάλι μου και προσευχήθηκα σιωπηλά: «Θεέ μου, Εσύ επέτρεψες να με πλήξει αυτό το περιβάλλον, άρα κάπου εδώ πρέπει να βρίσκονται οι καλές Σου προθέσεις. Σε παρακαλώ, αποκάλυψέ μου τις προθέσεις Σου.» Εκείνη τη στιγμή, τα λόγια του Θεού με διαφώτισαν: «Θαυμάζω τους ανθισμένους κρίνους στα λόφους. Τα λουλούδια και το γρασίδι καλύπτουν τις πλαγιές, αλλά τα κρίνα προσθέτουν λάμψη στη δόξα Μου επί γης πριν από την άφιξη της άνοιξης —μπορεί ο άνθρωπος να τα επιτύχει όλα αυτά; Θα μπορούσε να γίνει μάρτυράς Μου στη γη πριν από την επιστροφή Μου; Θα μπορούσε να αφοσιωθεί χάριν του ονόματός Μου στη χώρα του μεγάλου κόκκινου δράκοντα;» («Κεφάλαιο 34» από «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ναι, τα λουλούδια και το γρασίδι και εγώ είμαστε όλοι δημιούργημα του Θεού. Ο Θεός μάς δημιούργησε για να Τον εκφράζουμε, να Τον εξυμνούμε. Τα κρίνα είναι ικανά να προσθέσουν λάμψη στη δόξα του Θεού πάνω στη γη προτού έρθει η άνοιξη, που σημαίνει ότι έχουν εκπληρώσει το καθήκον τους ως δημιούργημα του Θεού. Το καθήκον μου σήμερα είναι να υπακούσω στην ενορχήστρωση του Θεού και να γίνω μάρτυρας του Θεού ενώπιον του Σατανά, να επιτρέψω σε όλους να δουν ότι ο Σατανάς βλάπτει και κατασπαράσσει τον άνθρωπο, ενώ ο Θεός είναι ο ένας και αληθινός Θεός, που αγαπά και σώζει τον άνθρωπο. Όλα αυτά τα δεινά και η ταπείνωση που υφίσταμαι τώρα, δεν είναι επειδή διέπραξα κάποια ύβρι, αλλά χάριν του ονόματος του Θεού. Το ότι υφίσταμαι τα δεινά αυτά, είναι λαμπρό. Όσο περισσότερο με ταπεινώνει ο Σατανάς, τόσο περισσότερο πρέπει εγώ να στέκομαι στο πλευρό του Θεού και να Τον αγαπώ. Με αυτόν τον τρόπο, ο Θεός μπορεί να κερδίσει δόξα, κι εγώ θα έχω εκπληρώσει το καθήκον που όφειλα να εκπληρώσω. Όσο ο Θεός είναι ευτυχής και ευχαριστημένος, η δική μου καρδιά θα λαμβάνει, και εκείνη, παρηγοριά. Προκειμένου να ικανοποιήσω τον Θεό, είμαι πρόθυμος να υπομείνω τα τελικά δεινά και να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις του Θεού στα πάντα. Όταν άρχισα να σκέφτομαι κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένοιωσα ιδιαίτερα συγκινημένος μέσα μου και, για άλλη μια φορά, ήμουν ανίκανος να ελέγξω τα δάκρυά μου. Προσευχήθηκα στον Θεό σιωπηλά: «Θεέ μου, είσαι στ’ αλήθεια άξιος να Σε αγαπούν! Σε ακολουθώ εδώ και πολλά χρόνια, αλλά ποτέ δεν ένοιωσα την τρυφερή αγάπη Σου, ούτε έχω αισθανθεί τόσο κοντά σε Εσένα όπως σήμερα». Ξέχασα εντελώς τα δικά μου δεινά και βυθίστηκα σε αυτό το συγκινητικό συναίσθημα για πολλή, πολλή ώρα...

Την τρίτη μέρα μου στο κέντρο κράτησης, ένας σωφρονιστικός υπάλληλος με πήρε στο γραφείο τους. Είδα πάνω από δώδεκα ανθρώπους να με κοιτούν παράξενα. Ένας από αυτούς κρατούσε μια βιντεοκάμερα αριστερά μπροστά μου, ενώ ένας άλλος με πλησίασε με ένα μικρόφωνο και ρώτησε: «Γιατί πιστεύεις στον Παντοδύναμο Θεό;» Τότε συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για συνέντευξη των ΜΜΕ, κι έτσι απάντησα με περήφανη ταπεινοφροσύνη: «Από μικρός, έχω υποστεί συχνά τον εκφοβισμό και την περιφρόνηση των ανθρώπων και έχω δει τους ανθρώπους να εξαπατούν και να εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλον. Αισθανόμουν ότι αυτή η κοινωνία ήταν υπερβολικά σκοτεινή και επικίνδυνη· οι άνθρωποι ζούσαν κενές και άχρηστες ζωές, χωρίς να περιμένουν τίποτα και χωρίς στόχους για τη ζωή. Αργότερα, όταν κάποιος μού κήρυξε το ευαγγέλιο του Παντοδύναμου Θεού, άρχισα να πιστεύω σε αυτό. Αφού πίστεψα στον Παντοδύναμο Θεό, ένοιωσα ότι οι άλλοι πιστοί με αντιμετωπίζουν σαν οικογένειά τους. Κανείς στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού δεν συνωμοτεί εναντίον μου. Όλοι επιδεικνύουν αμοιβαία κατανόηση και στοργή μεταξύ τους. Φροντίζουν ο ένας τον άλλον και δεν φοβούνται να πουν αυτό που σκέπτονται. Στον λόγο του Παντοδύναμου Θεού ανακάλυψα τον σκοπό και την αξία της ζωής. Νομίζω ότι το να πιστεύει κανείς στον Θεό είναι πολύ ωραίο». Στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος ρώτησε: «Ξέρεις γιατί βρίσκεσαι εδώ;» Εγώ απάντησα: «Από τότε που πιστεύω στον Παντοδύναμο Θεό, με απασχολούν λιγότερο τα κοσμικά οφέλη και το όνομα και αισθάνομαι ότι αυτά τα πράγματα είναι κενά και χωρίς νόημα. Μόνο αν καταφέρνω να είμαι καλός άνθρωπος και να ακολουθώ το σωστό μονοπάτι, μπορώ να ζω με δίκαιο τρόπο. Η καρδιά μου στρέφεται όλο και περισσότερο προς την καλοσύνη, και είμαι όλο και περισσότερο πρόθυμος να είμαι καλός άνθρωπος. Βλέποντας ότι ο λόγος του Παντοδύναμου Θεού μπορεί στ’ αλήθεια να αλλάξει τους ανθρώπους και να τους καθοδηγήσει να πάρουν το σωστό μονοπάτι, σκέφτηκα ότι αν όλη η ανθρωπότητα μπορεί να πιστέψει στον Θεό, τότε η χώρα μας θα ήταν πολύ πιο εύτακτη και το ποσοστό εγκληματικότητας θα μειωνόταν. Ως εκ τούτου, αποφάσισα να πω τα καλά αυτά νέα σε άλλους ανθρώπους, αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μια τέτοια καλή πράξη θα ήταν απαγορευμένη στην Κίνα. Και έτσι με συνέλαβαν και με έφεραν εδώ». Ο δημοσιογράφος είδε ότι οι απαντήσεις μου δεν ήταν επωφελείς γι’ αυτούς, οπότε σταμάτησε αμέσως τη συνέντευξη κι έφυγε. Εκείνη την ώρα, ο αναπληρωτής επικεφαλής της Ταξιαρχίας Εθνικής Ασφάλειας ήταν τόσο έξαλλος, που χτυπούσε συνεχώς τα πόδια του στο πάτωμα. Με κοίταξε μοχθηρά και, τρίζοντας τα δόντια του, ψιθύρισε: «Περίμενε και θα δεις!» Αλλά εγώ δεν φοβήθηκα καθόλου τις απειλές ή τον εκφοβισμό του. Αντιθέτως, αισθάνθηκα βαθιά τιμή που υπήρξα ικανός να γίνω μάρτυρας του Θεού σε μια τέτοια περίσταση και, επιπλέον, δόξασα τον Θεό για την εξύψωση του ονόματός Του και την ήττα του Σατανά.

Στις 17 Ιανουαρίου, η θερμοκρασία ήταν πολύ χαμηλή. Καθώς η κακή αστυνομία είχε κατασχέσει το ενισχυμένο μου μπουφάν, φορούσα μόνο ένα σετ εσωρούχων με μακριά μανίκια και μπατζάκια και, τελικά, κρυολόγησα. Ανέβασα υψηλό πυρετό και έβηχα ασταμάτητα. Τη νύχτα, τυλίχτηκα με ένα φθαρμένο πάπλωμα, υπομένοντας το μαρτύριο της ασθένειας, ενώ σκεπτόμουν επίσης την ατελείωτη κακομεταχείριση και κακοποίηση των φυλακισμένων απέναντί μου. Ένοιωθα πολύ δυστυχής και αβοήθητος. Τη στιγμή ακριβώς που η δυστυχία μου έφτανε σε κάποιο βαθμό, μου ήρθε στο μυαλό η αληθινή και ειλικρινής προσευχή του Πέτρου ενώπιον του Θεού: «Αν μου δώσεις ασθένειες και πάρεις την ελευθερία μου, μπορώ να συνεχίσω να ζω, αλλά αν η παίδευση και η κρίση Σου με εγκατέλειπαν, δεν θα είχα κανένα τρόπο να συνεχίσω να ζω. Εάν ήμουν χωρίς την παίδευση και την κρίση Σου, θα είχα χάσει την αγάπη Σου, μια αγάπη που είναι πολύ βαθιά για μένα για να την περιγράψω με λέξεις. Χωρίς την αγάπη Σου, θα ζούσα υπό τη σφαίρα επιρροής του Σατανά […]» (από «Οι εμπειρίες του Πέτρου: η γνώση του για την παίδευση και την κρίση» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Αυτά τα λόγια με ενέπνευσαν, χαρίζοντάς μου πίστη και δύναμη. Ο Πέτρος δεν παρασύρθηκε ποτέ από τη σάρκα. Αυτό που αγαπούσε πολύ και εκτιμούσε, ήταν το παίδεμα και η κρίση του Θεού. Όσο δεν τον εγκατέλειπαν το παίδεμα και η κρίση του Θεού, η καρδιά του λάμβανε τη σπουδαιότερή της παρηγοριά. Τώρα θα έπρεπε να ακολουθήσω κι εγώ το παράδειγμα της επιδίωξης και της κατανόησης του Πέτρου. Η σάρκα είναι διεφθαρμένη και, αναπόφευκτα, θα παρακμάσει. Ακόμη και αν αντιμετωπίσω ασθένεια και χάσω την ελευθερία μου, πρόκειται για δεινά που θα πρέπει να υπομείνω. Αλλά αν χάσω το παίδεμα και την κρίση του Θεού, τούτο ισοδυναμεί με την απώλεια της παρουσίας και της αγάπης του Θεού και σημαίνει, επίσης, απώλεια της ευκαιρίας να καθαρθώ. Αυτό είναι και το πλέον οδυνηρό. Υπό τη διαφώτιση του Θεού, βίωσα και πάλι την αγάπη Του. Επίσης, μίσησα την ίδια μου την αδυναμία και ανικανότητα, και κατανόησα ότι η φύση μου είναι υπερβολικά εγωιστική, μη λαμβάνοντας καθόλου υπ’ όψιν τα αισθήματα θλίψης του Θεού. Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα απόλυτα υπόχρεος προς τον Θεό, έτσι πήρα ήσυχα την απόφαση μου: Όσο μεγάλα κι αν είναι τα δεινά μου, εγώ θα καταθέτω μαρτυρία για τον Θεό και θα τον ικανοποιώ. Την επομένη, αρκετοί από τους άλλους κρατουμένους του κελιού αρρώστησαν, αλλά ο δικός μου υψηλός πυρετός ως εκ θαύματος υποχώρησε. Ένοιωσα τη φροντίδα και την προστασία του Θεού προς εμένα, και είδα επίσης τις θαυμαστές πράξεις Του. Δεν μπορούσα παρά να δοξάσω και να ευχαριστήσω σιωπηλά τον Θεό.

Μια νύχτα, ήρθε στο παράθυρο ένας προμηθευτής, και ο αρχηγός του κελιού αγόρασε πολύ ζαμπόν, κρέας σκύλου, μπούτια κοτόπουλου και ούτω καθεξής. Στο τέλος, με διέταξε να πληρώσω εγώ. Εγώ είπα ότι δεν είχα τα λεφτά, έτσι εκείνος είπε μοχθηρά: «Αν δεν έχεις χρήματα, θα σε υποβάλω σε αργά μαρτύρια!» Την επομένη, με ανάγκασε να πλύνω τα σεντόνια, τα ρούχα και τις κάλτσες. Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι του κέντρου κράτησης με ανάγκασαν να πλύνω και τις δικές τους κάλτσες. Στο κέντρο κράτησης, έπρεπε να υπομένω σχεδόν καθημερινά τους ξυλοδαρμούς τους. Όποτε δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο, πάντα με καθοδηγούσαν μέσα μου τα λόγια του Θεού: «Πρέπει να εκτελέσεις το τελευταίο σου καθήκον για τον Θεό κατά το χρονικό σου διάστημα στη γη. Στο παρελθόν, ο Πέτρος σταυρώθηκε ανάποδα για τον Θεό. Ωστόσο, εσύ πρέπει να ικανοποιήσεις τον Θεό στο τέλος και να εξαντλήσεις όλη σου την ενέργεια για τον Θεό. Τι μπορεί να κάνει ένα πλάσμα για τον Θεό; Λοιπόν, θα πρέπει να αφήσεις τον εαυτό σου στο έλεος του Θεού, το συντομότερο δυνατό. Αρκεί να είναι ο Θεός ευτυχισμένος και ευχαριστημένος, κι ας κάνει ό,τι Εκείνος επιθυμεί. Τι δικαίωμα έχουν οι άνθρωποι να διαμαρτύρονται;» («Κεφάλαιο 41» από «Ερμηνείες των μυστηρίων των λόγων του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού έδιναν άπειρη δύναμη. Αν και από καιρό σε καιρό εξακολουθούσα να υπόκειμαι στις επιθέσεις, την κακοποίηση, την καταδίκη και τους ξυλοδαρμούς των κρατουμένων, η καρδιά μου ήταν ικανή να επιτυγχάνει παρηγοριά και χαρά. Σαν ισχυρό ζεστό ρεύμα, η αγάπη του Θεού με ενθάρρυνε να συνεχίσω, επιτρέποντάς μου να νοιώσω αληθινά ότι η αγάπη του Θεού είναι πάρα πολύ μεγάλη.

Ένα πρωί, ένας σωφρονιστικός υπάλληλος παρέδωσε ειδικά ένα φύλλο εφημερίδας. Οι κρατούμενοι χαμογελούσαν αποτρόπαια, ενώ χρησιμοποιούσαν κοροϊδευτικό τόνο για να διαβάσουν λέξεις της εφημερίδας που συκοφαντούσαν και βλασφημούσαν τον Παντοδύναμο Θεό. Ήμουν τόσο εξοργισμένος που άρχισα να τρίζω τα δόντια μου. Οι φυλακισμένοι ήρθαν να με ρωτήσουν τι συνέβαινε, κι εγώ είπα δυνατά: «Αυτά είναι λασπολογίες του Κομμουνιστικού Κόμματος!» Ακούγοντας τους φυλακισμένους απλά να παπαγαλίζουν όσα ανέφερε η εφημερίδα, λέγοντας αναληθή πράγματα και βλασφημώντας τον Θεό, αφού μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τον διάβολο, μου φάνηκε ότι είδα να έρχεται το τέλος τους. Καθώς η αμαρτία της βλασφημίας κατά του Θεού δεν συγχωρείται ποτέ, όποιος προσβάλλει τη διάθεση του Θεού, θα δέχεται την τιμωρία και τα αντίποινά Του! Πράττοντας τούτο, το Κομμουνιστικό Κόμμα οδηγεί ολόκληρο τον λαό της Κίνας στην απόλυτη καταστροφή του, αποκαλύπτοντας εντελώς το αληθινό του πρόσωπο ως ψυχοβόρου δαίμονα! Αργότερα, ο αστυνομικός που ήταν υπεύθυνος για την υπόθεσή μου με ανέκρινε ξανά. Τούτη τη φορά, δεν χρησιμοποίησε βασανιστήρια για να προσπαθήσει να αποσπάσει ομολογία και, αντ’ αυτού, πήρε μια ευγενική έκφραση για να με ρωτήσει: «Ποιος είναι ο ηγέτης σας; Θα σου δώσω άλλη μια ευκαιρία. Αν μας πεις, θα είσαι ασφαλής. Θα σου δείξω μεγάλη επιείκεια. Στην πραγματικότητα, ήσουν αθώος, αλλά κάποιοι σε κάρφωσαν. Γιατί, λοιπόν, να τους καλύψεις; Φαίνεσαι καλός άνθρωπος. Γιατί να δώσεις τη ζωή σου για χάρη τους; Αν μας πεις, μπορείς να πας σπίτι σου. Γιατί να μένεις εδώ και να υποφέρεις;» Αυτοί οι διπρόσωποι υποκριτές κατάλαβαν ότι η σκληρή προσέγγιση δεν λειτουργούσε, έτσι αποφάσισαν να δοκιμάσουν τη μαλακή. Πραγματικά, είναι γεμάτοι πανούργα τεχνάσματα και παλιές αυθεντίες στις μηχανορραφίες και τα στρατηγήματα! Το υποκριτικό του πρόσωπο γέμισε την καρδιά μου με μίσος για τούτη την αγέλη δαιμόνων. Του είπα: «Σας έχω πει όλα όσα γνωρίζω. Δεν ξέρω τίποτα άλλο». Αυτός είδε την αποφασιστική μου στάση και ότι δεν μπορούσε να βγάλει τίποτα από μένα· απογοητευμένος, αποχώρησε.

Αφού με κράτησαν στο κέντρο κράτησης για μισό μήνα, με ελευθέρωσαν μόνο αφού η αστυνομία ζήτησε από την οικογένειά μου να πληρώσει 8.000 γουάν σε ομολογίες. Αλλά με προειδοποίησαν να μην πάω πουθενά και ότι πρέπει να μείνω στο σπίτι και να εγγυηθώ ότι θα είμαι σε ετοιμότητα. Την ημέρα που αφέθηκα ελεύθερος, οι φυλακισμένοι είπαν: «Ο Θεός σου είναι αξιοθαύμαστος. Δεν ήμασταν άρρωστοι, αλλά όλοι μας αρρωστήσαμε εδώ. Εσύ ήρθες εδώ γεμάτος ασθένειες, αλλά τώρα φεύγεις καθ’ όλα υγιής. Μπράβο σου!» Εκείνη τη στιγμή, μέσα μου ένοιωσα ακόμη πιο ευγνώμων και γεμάτος δοξολογίες προς τον Θεό! Ο θείος μου είναι δεσμοφύλακας. Συνέχισε να υποπτεύεται ότι αφέθηκα ελεύθερος, επειδή ο πατέρας μου έχει ιδιαίτερες διασυνδέσεις με κάποιο ισχυρό πρόσωπο, διαφορετικά δεν υπήρχε περίπτωση να με ελευθερώσουν από φυλακή υψηλής ασφαλείας μέσα σε διάστημα μισού μηνός — έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον τρεις. Όλη μου η οικογένεια γνώριζε πολύ καλά ότι τούτο το καθόρισε η παντοδυναμία του Θεού και ότι ο Θεός αποκάλυψε το θαυμάσιο έργο Του πάνω μου. Εγώ κατανόησα ξεκάθαρα ότι επρόκειτο για τη διαμάχη μεταξύ του Θεού και του Σατανά. Όσο άγριος και μοχθηρός κι αν είναι ο Σατανάς, ο Θεός πάντα θα τον νικά. Από εκείνη τη στιγμή, πείστηκα ότι όλα όσα συναντούσα αποτελούσαν μέρος της διευθέτησης του Θεού. Στα τέλη Μαΐου του 2011, εξαιτίας μιας αβάσιμης κατηγορίας για «διατάραξη της κοινωνικής τάξης», το ΚΚΚ με καταδίκασε σε έναν χρόνο αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικής εργασίας, που θα εκτελούνταν εκτός φυλακής υπό επιτήρηση και με αναστολή δύο ετών.

Μετά από αυτόν τον διωγμό και αυτά τα δεινά, είχα, πλέον, αποκτήσει κατανόηση και μπορούσα να διακρίνω το διαβολικό πρόσωπο και την κακή ουσία του αθεϊστικού Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, αναπτύσσοντας βαθύ μίσος απέναντί του. Χρησιμοποιεί βία και ψέματα, προκειμένου να προστατεύσει τη δική του θέση κυριαρχίας· καταπνίγει λυσσαλέα και διώκει τους ανθρώπους που πιστεύουν στον Θεό. Χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα που υπάρχει, προκειμένου να παρακωλύσει και να διαταράξει το έργο του Θεού πάνω στη γη, και μισεί την αλήθεια σε ακραίο σημείο. Είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του Θεού, αλλά και εχθρός όσων από εμάς είμαστε πιστοί. Έπειτα από αυτά τα δεινά, κατανοώ ότι μόνο ο λόγος του Θεού μπορεί να φέρει ζωή στους ανθρώπους. Όταν ήμουν βουτηγμένος στην πιο βαθιά απελπισία ή στο χείλος του θανάτου, ο λόγος του Θεού μού έδωσε πίστη και θάρρος, και μου επέτρεψε να κρατηθώ πεισματικά στη ζωή. Σε όλον αυτόν τον μισό μήνα της ζωής στη φυλακή, αν ο Θεός δεν ήταν μαζί μου, χρησιμοποιώντας τα λόγια Του για να μου υπενθυμίσει, να με διαφωτίσει και να με ενθαρρύνει, δεν υπήρχε περίπτωση εγώ, με την αδύναμη φύση μου, να μπορούσα να παραμείνω ανυποχώρητος σε τέτοια δεινά. Αν δεν είχα τον Θεό να με φροντίζει και να με προστατεύει, δεν υπήρχε περίπτωση το αδύναμο και εύθραυστο σώμα μου να μπορούσε να αντέξει τα βασανιστήρια και την κακομεταχείριση του ΚΚΚ, το οποίο, αν και δεν με βασάνισε μέχρι θανάτου, θα είχε αφήσει το σώμα μου άρρωστο και τραυματισμένο. Αλλά ο Θεός με προστάτεψε έξοχα εκείνες τις πλέον σκοτεινές, δύσκολες μέρες και θεράπευσε ακόμα και την αρχική μου ασθένεια. Ο Θεός είναι πραγματικά παντοδύναμος! Η αγάπη Του για εμένα είναι πάρα πολύ βαθιά, πάρα πολύ μεγάλη! Πραγματικά δεν ξέρω πώς να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς τον Θεό και μπορώ μόνο να πω από τα βάθη της καρδιάς μου: «Θεέ μου, ελπίζω να Σε αγαπώ ακόμη βαθύτερα! Όσο πόσο τραχύς και ανώμαλος κι αν είναι ο δρόμος μπροστά ή όσα δεινά κι αν πρέπει να υπομείνω, εγώ θα υπακούω στις ενορχηστρώσεις Σου και θα Σε ακολουθώ αποφασιστικά μέχρι τέλους!»

Η εμπειρία αυτή δεν αποτελεί μόνο θησαυρό, αλλά και νέο σημείο εκκίνησης για το μονοπάτι της πίστης μου. Αισθάνομαι βαθιά μέσα μου ότι, στα δέκα χρόνια που πιστεύω στον Θεό, ποτέ δεν εκτίμησα την αγάπη του Θεού τόσο βαθιά όσο σήμερα, ούτε ένοιωσα αληθινά ότι η αξία και το νόημα του να πιστεύει κανείς στον Θεό, να ακολουθεί τον Θεό και να λατρεύει τον Θεό είναι κάτι τόσο μεγάλο· και επιπλέον, ποτέ δεν ήμουν τόσο πρόθυμος να επιδιώκω να αγαπώ τον Θεό και να προσφέρω την εναπομένουσα ζωή μου για να ξεπληρώσω την αγάπη Του, όσο είμαι σήμερα. Θα ήθελα να εκμεταλλευτώ αυτή την ευκαιρία για να προσφέρω τη βαθιά μου ευγνωμοσύνη και δοξολογία. Δόξα και αίνος στον Παντοδύναμο Θεό!

Προηγούμενο: 26. Η υπερβατικότητα και το μεγαλείο της δύναμης ζωής του Θεού

Επόμενο: 28. Μια βαθύτερη εμπειρία της αγάπης του Θεού μέσω της εισόδου σε ένα λημέρι δαιμόνων

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο