26. Η υπερβατικότητα και το μεγαλείο της δύναμης ζωής του Θεού

Από τη Λιν Λινγκ, επαρχία Σαντόνγκ

Γεννήθηκα σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια και, επειδή η οικογένειά μας δεν είχε δύναμη ή κύρος, από νεαρή ηλικία οι άλλοι με καταφρονούσαν και συχνά αποτελούσα αντικείμενο εκφοβισμού. Κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, αισθανόμουν ιδιαίτερα ταπεινωμένη και δυστυχής, και περίμενα με λαχτάρα τη μέρα που θα έλθει ένας σωτήρας να αλλάξει τη μοίρα μου. Αφού παντρεύτηκα, επειδή η ζωή ήταν δύσκολη και ο γιος μου συχνά άρρωστος, οι γείτονές μου μού μίλησαν σχετικά με την πίστη στον Ιησού, και όταν έμαθα ότι ο Κύριος Ιησούς μπορεί να σώσει όσους υποφέρουν από τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες τους, συγκινήθηκα πολύ. Αισθάνθηκα ότι είχα βρει τελικά τον Σωτήρα μου, και έτσι από τότε πίστεψα στον Ιησού και παρευρισκόμουν με πάθος σε συναντήσεις και άκουγα κηρύγματα παντού όπου μπορούσα. Όμως, αργότερα, συνειδητοποίησα ότι οι εκκλησίες ερημώνονταν ολοένα και περισσότερο και ότι οι ζήλιες, οι διαμάχες και οι δολοπλοκίες στους κόλπους των πιστών γίνονταν όλο και σοβαρότερες. Δεν ήταν καθόλου διαφορετικά από την ευρύτερη κοινωνία. Δεν μπόρεσα να μην απογοητευτώ πολύ, η πίστη που αισθάνθηκα αρχικά, σταδιακά ξεθώριασε και δεν πήγαινα πλέον στις συναντήσεις.

Το 2000, μια αδελφή μού κήρυξε το ευαγγέλιο των εσχάτων ημερών του Παντοδύναμου Θεού. Όταν έμαθα ότι ο Παντοδύναμος Θεός είναι ο Κύριος Ιησούς που επέστρεψε, η χαρά που ένιωσα στην καρδιά μου δεν μπορούσε να εκφραστεί με λόγια. Καθημερινά, κάθε φορά που είχα χρόνο, κρατούσα τον λόγο του Θεού στο χέρι μου και τον διάβαζα όπως τρώει κάποιος που πεθαίνει της πείνας. Η ειλικρίνεια στον λόγο του Θεού με θέρμαινε και με παρηγορούσε. Ένιωθα τη φροντίδα, το έλεος και τη σωτηρία του Δημιουργού για μένα, και το διψασμένο μου πνεύμα κέρδισε πότισμα και παροχή. Μετά από αυτό, ζούσα μέσα στη μεγάλη οικογένεια της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού, όπου παρευρισκόμουν σε συναντήσεις και εκτελούσα τα καθήκοντά μου μαζί με τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Όλοι προσπαθούσαμε να επιδιώκουμε την αλήθεια μέσα στο πότισμα και την παροχή του λόγου του Παντοδύναμου Θεού, υπήρχε αγάπη μεταξύ των αδελφών μου και όλοι βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον. Δεν υπήρχαν δολοπλοκίες, δόλος ή περιφρόνηση της φτώχειας και αγάπη για τον πλούτο, πόσω μάλλον κακομεταχείριση ή καταπίεση. Στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού, απολάμβανα πραγματικά ευτυχία και χαρά που δεν είχα βιώσει ποτέ πριν. Ωστόσο, επειδή πίστευα στον Παντοδύναμο Θεό, συνελήφθην και βασανίστηκα βάναυσα από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, και στη συνέχεια φυλακίστηκα για ένα χρόνο. Σε αυτήν τη σκοτεινή φωλιά του δαίμονα, ο λόγος του Παντοδύναμου Θεού μού έδωσε πίστη και δύναμη και, βήμα-βήμα, με οδήγησε να νικήσω τον Σατανά και να ξεπεράσω τους περιορισμούς του θανάτου.

Τη νύχτα της 24ης Αυγούστου 2009, είχα μόλις πέσει για ύπνο, όταν με ξύπνησε ξαφνικά ένα οργισμένο κτύπημα στην πόρτα. Προτού προλάβω να αντιδράσω, 7-8 αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα και μπήκαν στο δωμάτιο. Μόλις μπήκαν μέσα, φώναξαν: «Ακίνητη! Σήκω από το κρεβάτι κι έλα μαζί μας!» Προτού καν προλάβω να βάλω τα ρούχα μου, άκουσα το κλικ από το κλείστρο μιας φωτογραφικής μηχανής καθώς με έβγαζαν φωτογραφία. Η αστυνομία στη συνέχεια έκανε το σπίτι άνω-κάτω ψάχνοντάς το, χωρίς να τους ξεφύγει ούτε ένα κομματάκι χαρτί. Μέσα σε λίγη ώρα, το σπίτι ήταν ένα χάος, σαν να το είχαν ψάξει ληστές. Όλα ήταν στο πάτωμα, και δεν υπήρχε χώρος να περπατήσεις. Κατόπιν, τρεις αστυνομικοί με μετέφεραν βίαια σε ένα φορτηγάκι που περίμενε έξω.

Αφού με έφεραν στο αστυνομικό τμήμα, με ανάγκασαν να σταθώ κοιτώντας έναν τοίχο. Ένας αστυνομικός με ανέκρινε με αυστηρή φωνή, λέγοντας: «Πες μας την αλήθεια για την πίστη σου στον Παντοδύναμο Θεό! Ποιος είναι ο ρόλος σου στην εκκλησία; Ποιος είναι ο ηγέτης σας; Πού είναι; Πες μας τα πάντα!» Είπα, χωρίς φόβο: «Δεν ξέρω τίποτα!» Η δυσαρέσκειά τους μετατράπηκε αμέσως σε οργή. Με κλωτσούσαν καθώς μου φώναζαν βρομόλογα και με απειλούσαν βάναυσα: «Εάν μας πεις, θα σε αφήσουμε να φύγεις, εάν όμως δεν μιλήσεις, θα σε ξυλοκοπήσουμε μέχρι θανάτου!» Καθώς μιλούσαν, με έσπρωξαν να καθίσω σε μια μεταλλική καρέκλα με μια μεγάλη μπάρα, που στη συνέχεια κλείδωσαν αναλόγως, κρατώντας με έτσι ακίνητη. Βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο οι κακοί αυτοί αστυνομικοί με συνέλαβαν κάνοντας τέτοια επίδειξη δύναμης, αλλά και τις σατανικές εκφράσεις και τα θυμωμένα βλέμματα που μου έριχναν, καθώς και τον τρόπο που με αντιμετώπιζαν, εμένα, μια ανυπεράσπιστη γυναίκα, σαν να είχα διαπράξει κάποιο τρομερό έγκλημα, δεν μπόρεσα παρά να νιώσω πανικό και φόβο. Σκεφτόμουν: «Πώς σκοπεύουν να με βασανίσουν; Εάν πραγματικά με βασανίσουν ή με ξυλοκοπήσουν, τι θα κάνω;» Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να προσευχηθώ απεγνωσμένα στον Θεό μέσα από την καρδιά μου: «Παντοδύναμε Θεέ! Το ανάστημά μου είναι πραγματικά πολύ μικρό και, περιβαλλόμενη από τις δυνάμεις του κακού του Σατανά, έχω φοβηθεί. Σε παρακαλώ να μου δώσεις πίστη και δύναμη. Προστάτεψέ με, ώστε να μη σκύψω το κεφάλι στον Σατανά και στους δαίμονες αυτούς και να μπορέσω να μείνω ακλόνητη στη μαρτυρία μου για Σένα!» Τότε ακριβώς θυμήθηκα τον λόγο του Θεού: «Πρέπει να γνωρίζεις πως τα πάντα στο περιβάλλον γύρω σου βρίσκονται εκεί επειδή Εγώ το επέτρεψα· Εγώ διευθετώ τα πάντα. Δες ξεκάθαρα και ικανοποίησε την καρδιά Μου στο περιβάλλον που σου προσέφερα. Μη φοβάσαι· ο Παντοδύναμος Θεός των δυνάμεων θα είναι σίγουρα μαζί σου· φυλάει τα νώτα σας και είναι η ασπίδα σας» («Κεφάλαιο 26» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ναι, όλα όσα μου συνέβαιναν εκείνη την ημέρα είχαν την άδεια του θρόνου του Θεού, οπότε, μολονότι ήμουν παγιδευμένη μέσα στη φωλιά ενός δαίμονα και αντιμετώπιζα μια αγέλη φαύλων και δαιμονικών αχρείων, δεν αγωνιζόμουν μόνη. Ο Παντοδύναμος Θεός ήταν μαζί μου. Μπορούσα να βασίζομαι πάνω Του, ήταν το ισχυρό μου στήριγμα, τι είχα λοιπόν να φοβάμαι; Σκεπτόμενη αυτά τα πράγματα, δεν ένιωθα πλέον δειλία ή φόβο, είχα τη δύναμη να πολεμήσω τον Σατανά μέχρι τέλους και ορκίστηκα ότι θα έμενα σταθερή στη μαρτυρία μου για τον Θεό, ακόμη κι αν αυτό μου στοίχιζε τη ζωή μου!

Μετά από αυτό, η αστυνομία άρχισε να προσπαθεί να μου αποσπάσει ομολογία με βασανιστήρια. Το πρωί της πρώτης μέρας μού πέρασαν χειροπέδες και, όταν με μετέφεραν για εξετάσεις αίματος, με τραβούσαν δια της βίας, με αποτέλεσμα οι αιχμηρές άκρες των χειροπεδών να χώνονται μέσα στη σάρκα μου. Μετά από λίγο, το δέρμα στους καρπούς μου ήταν γεμάτο τρυπήματα και ο πόνος οξύς και έντονος. Μετά από αυτό, με έδεσαν με τις χειροπέδες σε ένα καλοριφέρ και, επειδή φοβούνταν ότι θα το σκάσω, έσφιξαν τις χειροπέδες τόσο πολύ, που οι καρποί μου γέμισαν με αίματα από την τριβή. Οι κακοί αυτοί αστυνομικοί με ανέκριναν ξανά και ξανά, προσπαθώντας μάταια να με αναγκάσουν να αποκαλύψω πληροφορίες για την εκκλησία, επειδή όμως κάθε φορά έλεγα ότι δεν ξέρω τίποτα, εκείνοι εξαγριώνονταν και έχαναν την ψυχραιμία τους. Ένας από αυτούς ήλθε οργισμένος προς τα μένα και με χαστούκισε δυνατά στο πρόσωπο. Αμέσως είδα αστεράκια, σχεδόν λιποθύμησα, τα δόντια μου κροτάλιζαν μέσα στα ούλα μου και δάκρυα έτρεξαν άθελα από τα μάτια μου. Όταν ο αστυνομικός με είδε να κλαίω, αλλά να εξακολουθώ ν’ αρνούμαι να μιλήσω, έκανε μια γκριμάτσα γεμάτη οργή, άρπαξε αλύπητα πολλές τούφες από τα μαλλιά στο μέτωπό μου και τις τύλιξε γύρω από το χέρι του, κι έπειτα κοπάνησε δυνατά το πίσω μέρος του κεφαλιού μου στον τοίχο. Αυτό το άγριο χτύπημα με έκανε να ζαλιστώ και τ’ αυτιά μου να κουδουνίζουν. Επειδή η οργή του δεν είχε ακόμη κορεστεί, με χαστούκισε αρκετές φορές συνεχόμενα και φώναξε θυμωμένος: «Θα σε κάνω να κλαις! Αυτά παθαίνεις όταν δεν μιλάς!» Καθώς μιλούσε, μου πάτησε άγρια το πόδι με το παπούτσι του. Αφού υπέστην τον άγριο ξυλοδαρμό και τα βασανιστήρια αυτών των διαβόλων, πονούσα παντού και ένιωθα όλο το σώμα μου αδύναμο. Ξάπλωσα στο πάτωμα, ακίνητη, σαν να ήμουν έτοιμη να πεθάνω. Βλέποντας την κατάστασή μου, οι αστυνόμοι μού πέταξαν μια σειρά βρισιές και αποχώρησαν, χτυπώντας την πόρτα καθώς έβγαιναν. Το απόγευμα, με υπέβαλαν σε ακόμη περισσότερους από τους άγριους αυτούς ξυλοδαρμούς, καθώς προσπαθούσαν να με εξαναγκάσουν να αποκαλύψω πληροφορίες για την εκκλησία. Μετά από αρκετούς γύρους, αισθανόμουν ζάλη και ναυτία, και το σώμα μου πονούσε τόσο πολύ, που ένιωθα απλά ότι ήταν έτοιμο να γίνει κομμάτια. Ένιωθα σαν να ήταν πιθανό να πεθάνω ανά πάσα στιγμή. Όμως οι κακοί εκείνοι αστυνόμοι δεν περιόρισαν την ανάκρισή τους στο παραμικρό. Χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, χρησιμοποίησαν έναν αναπτήρα για να κάψουν τα πόδια μου, κάνοντας αμέσως να σχηματιστούν δυο μεγάλες φουσκάλες. Πόναγε τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Κάθισα πονεμένη στο πάτωμα και κοίταζα τους κακούς αυτούς αστυνομικούς να με κοιτάζουν όλοι με ζωώδη οργή, σαν δαίμονες του κάτω κόσμου που δεν ήθελαν τίποτε περισσότερο από να με σκίσουν σε κομμάτια, και άρχισα αναπόφευκτα να νιώθω αδύναμη. Παραπονέθηκα σιωπηλά στον Θεό: «Παντοδύναμε Θεέ, πότε θα σταματήσουν οι κακοί αυτοί αστυνομικοί να με βασανίζουν; Δεν μπορώ πραγματικά να αντέξω άλλο…» Ένιωθα τόσο αδύναμη, που ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω, και άθελά μου σκέφτηκα: «Κι αν τους πω απλώς ένα πράγμα; Έπειτα δεν θα χρειάζεται να υποφέρω...» Όμως τότε σκέφτηκα αμέσως: «Εάν πω έστω κι ένα πράγμα, είμαι Ιούδας, κάτι που σημαίνει ότι προδίδω τον Θεό». Μια πικρή πάλη μαινόταν στην καρδιά μου, και τότε ακριβώς θυμήθηκα τον λόγο του Θεού: «Να κάνετε εκείνο που είναι ευχάριστο σε όλους, που φέρει όφελος σε όλη την ανθρωπότητα και εκείνο που ωφελεί τον προορισμό σας, διαφορετικά εκείνος που θα υποφέρει εν μέσω της καταστροφής δε θα είναι κανένας άλλος παρά εσύ» («Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Δεν θα δώσω περισσότερο έλεος σε όσους δεν έδειξαν την παραμικρή πίστη σ’ Εμένα κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών, γιατί το έλεός Μου φτάνει μόνο μέχρι εκεί. Επιπλέον, δεν Μου αρέσουν εκείνοι που κάποτε Mε πρόδωσαν, πολύ λιγότερο δε, Μ’ αρέσει να συναναστρέφομαι όσους ξεπουλούν τα συμφέροντα των φίλων τους. Αυτή είναι η διάθεσή Μου, ανεξαρτήτως ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί» («Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). O λόγος του Θεού με έκανε ξαφνικά να συνειδητοποιήσω την αλήθεια και δεν μπορούσα παρά να εκπλαγώ με τις προηγούμενες σκέψεις μου. Σκεφτόμουν: «Σήμερα υπέστην την καταδίωξη του Σατανά και, αντί να σκεφτώ πώς να στηριχτώ στον Θεό για να νικήσω αυτούς τους διάβολους και να μείνω ακλόνητη στη μαρτυρία μου γι’ Αυτόν, εγώ ανησύχησα για τη σάρκα μου. Δεν με κάνει αυτό εγωίστρια και απαίσια; Ο Θεός είναι δίκαιος και άγιος, εάν λοιπόν ξεπουλούσα τους αδελφούς και τις αδελφές μου και γινόμουν ένας αξιοθρήνητος Ιούδας, δεν θα προσέβαλλα τη διάθεση του Θεού και δεν θα βάδιζα έτσι στην καταστροφή; Το θέλημα του Θεού, που επιτρέπει στους κακούς αυτούς αστυνομικούς να με βασανίζουν σήμερα, είναι να μου δώσει τη δυνατότητα να δω ξεκάθαρα τη δαιμονική ουσία του ΚΚΚ που αντιστέκεται άγρια ​​στον Θεό και γίνεται εχθρός Του, ώστε να μπορώ καλύτερα να στρέφω την καρδιά μου στον Θεό, να διατηρώ την πίστη μου σ’ Αυτόν και να μένω ακλόνητη στη μαρτυρία μου γι’ Αυτόν». Έχοντας καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα, αισθάνθηκα τύψεις και ενοχές για την ανυπακοή μου. Ήθελα να μετανοήσω προς τον Θεό. Ανεξάρτητα από το πώς η αστυνομία θα με έβλαπτε ή θα με βασάνιζε, θα αρνιόμουν να ικανοποιήσω τη σάρκα μου. Ήθελα μόνο να υπακούσω στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις του Θεού, να υποφέρω όλα τα δεινά και να παραμείνω ακλόνητη στη μαρτυρία μου για τον Θεό, ώστε να αποδείξω την πίστη μου σ’ Αυτόν μέσω των ενεργειών μου. Ακόμη κι αν αυτό μού κόστιζε τη ζωή, δεν θα γινόμουν Ιούδας να προδώσω τον Θεό! Όσο μου έμενε έστω και μία μόνο ανάσα μέσα μου, ποτέ δεν θα παραδινόμουν ούτε θα υπέκυπτα στον Σατανά! Εκείνο το βράδυ, οι κακοί αυτοί αστυνομικοί με διέταξαν να καθίσω στο πάτωμα με τα πόδια τεντωμένα, και στη συνέχεια μου σήκωσαν τα χέρια με τη βία, τα οποία ήταν δεμένα με χειροπέδες πίσω από την πλάτη μου, ψηλά στον αέρα, και ένιωσα αμέσως έντονο πόνο στα χέρια και στους ήδη τραυματισμένους καρπούς μου. Οι αστυνομικοί, έξαλλοι από οργή, ρύθμισαν έναν ανεμιστήρα στην υψηλότερη ένταση και τον έστρεψαν προς τα μένα, να φυσά ένα ρεύμα ψυχρού αέρα πάνω στο σώμα μου. Κρύωνα τόσο που έτρεμα συνεχώς, και τα δόντια μου χτυπούσαν μέσα στο στόμα μου. Είχα εμμηνόρροια και, αντί να μου επιτρέψουν να αλλάξω σερβιέτα, οι κακοί αυτοί αστυνόμοι απαίτησαν να «επιλύσω» το θέμα στο παντελόνι μου. Όμως ακόμη και με αυτό, οι κακοί εκείνοι αστυνομικοί δεν σταμάτησαν. Έφεραν μια βέργα από ένα μαλακό κλαδί δέντρου και με μαστίγωσαν παντού μ’ αυτή, με κάθε κτύπημα ν’ αφήνει ένα αποτύπωμα από αίμα. Ήταν τόσο οδυνηρό, που προσπάθησα να ξεφύγω κάνοντας στην άκρη, όταν όμως με είδαν να αποφεύγω τα χτυπήματα, οι αστυνομικοί με ξυλοκόπησαν ακόμη αγριότερα, λέγοντας ταυτόχρονα: «Για να δούμε αν θα μιλήσεις τώρα! Θα σε αφήσω ανάπηρη απόψε!» Η απανθρωπιά και η αγριότητα αυτών των κακών αστυνομικών ήταν αποτρόπαια, χάριν όμως στην καθοδήγηση και την προστασία του Θεού δεν υποτάχθηκα σ’ αυτούς και δεν κέρδισαν τίποτα από αυτόν τον γύρο ανάκρισης.

Μέσα στις κάμποσες ημέρες βάναυσης ανάκρισης, ένας αξιωματικός από την Ταξιαρχία Εθνικής Ασφάλειας προσποιείτο συνεχώς ότι ήταν «καλός αστυνομικός», προσπαθώντας μάταια να με κάνει να ξεπουλήσω την εκκλησία με ήπιες τακτικές. Με μια γλυκιά, ευγενική έκφραση στο πρόσωπο, μου έβαλε νερό, μου έφερε ένα μήλο και, με ψεύτικη καλοσύνη, είπε: «Είναι πολύ κρίμα να υποφέρεις έτσι σε τόσο μικρή ηλικία. Απλώς πες μας όσα θέλουμε να μάθουμε, και μπορεί να σταματήσει. Μπορείς να πας σπίτι σου. Ο άντρας σου κι ο γιος σου ανυπομονούν να σε δουν!» Αρχικά σκέφτηκα ότι φαινόταν καλός, όμως ήταν πιο άγριος και μοχθηρός από οποιονδήποτε απ’ αυτούς. Όταν είδε ότι δεν επρόκειτο να του πω, το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση έντονου θυμού, αποκαλύπτοντας πλήρως την αληθινή κτηνώδη φύση του, και άρχισε να με βασανίζει ακόμη πιο σκληρά και ανελέητα. Με έφερε στην κύρια αίθουσα του αστυνομικού τμήματος, όπου με ανάγκασε να καθίσω μόνη μου στη γωνία για δύο ώρες στον παγωμένο αέρα, και έπειτα, όταν επέστρεψε και με φώναξε, θεώρησε ότι δεν είχα απαντήσει αρκετά δυνατά, κι έτσι με ανάγκασε να τεντώσω τα πόδια μου, έπειτα ποδοπάτησε άγρια τα γόνατά μου και, στη συνέχεια, σήκωσε βίαια τα χέρια μου που ήταν δεμένα με χειροπέδες πίσω από την πλάτη μου. Άκουσα ένα ράγισμα στη μέση μου, έπειτα ένιωσα έναν πόνο που μου ξέσκισε την καρδιά και ούρλιαξα, και μετά από αυτό έπαψα να αισθάνομαι τελείως τη μέση μου. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η κραυγή μου θα εξόργιζε αυτόν τον διάβολο. Ούρλιαξε έξαλλος σε έναν από τους λακέδες του: «Φέρε ένα κουρέλι και χώσε το στο στόμα της να μην ξαναουρλιάξει!» Έφεραν ένα σιχαμερό, βρώμικο κουρέλι και το έχωσαν στο στόμα μου, κάτι που με έκανε να θέλω να κάνω εμετό. Μου φώναξε: «Κράτα το με τα δόντια σου! Μην τολμήσεις ν’ αφήσεις να πέσει το κουρέλι!», καθώς συνέχιζε να το χώνει στο στόμα μου. Αντιμέτωπη με αυτά τα άθλια ζώα, δεν υπήρχε τίποτε στην καρδιά μου παρά μόνο σφοδρό μίσος. Τους μισούσα τόσο βαθιά, που δεν μου είχαν μείνει δάκρυα. Έπειτα, ο διαβολικός αυτός αξιωματικός συνέχισε να με ανακρίνει και, όταν είδε ότι και πάλι δεν θα του πω, πίεσε ξανά τα πόδια μου κάτω καθώς σήκωνε τα δεμένα με χειροπέδες χέρια μου στον αέρα. Ήταν τόσο οδυνηρό, που με έλουσε κρύος ιδρώτας και άθελά μου ούρλιαξα ξανά. Όταν είδε ότι και πάλι δεν θα μιλήσω, είπε στους λακέδες του: «Πάρτε την από δω!» Δύο κακοί αστυνομικοί με σήκωσαν από το πάτωμα, όμως ήδη εκείνη τη στιγμή η μέση μου δεν μπορούσε να σταθεί ίσια. Έπρεπε να περπατώ σιγά-σιγά, με την πλάτη σκυμμένη, ένα βήμα κάθε φορά. Πονώντας φρικτά, στο μυαλό μου παρεισέφρησαν και πάλι η αδυναμία, η απελπισία και η ανημποριά. Δεν ήξερα πόσο περισσότερο θα μπορούσα να αντέξω, προσευχόμουν λοιπόν ξανά και ξανά στον Θεό μέσα από την καρδιά μου, ζητώντας την προστασία του Παντοδύναμου Θεού, ώστε, ακόμη κι αν έπρεπε να πεθάνω, να μην Τον προδώσω.

Μετά από αυτό, διαπίστωσα ότι ο Παντοδύναμος Θεός καταλάβαινε την αδυναμία μου με κάθε τρόπο, και ήταν ελεήμων και με προστάτευε μυστικά όλη την ώρα. Όταν οι κακοί αυτοί αστυνομικοί ήλθαν και πάλι να με ανακρίνουν, με απείλησαν: «Εάν δεν μιλήσεις, θα σε μεταφέρουμε σε άλλο χώρο και θα σε βάλουμε στην ηλεκτρική καρέκλα. Μόλις ανοίξουμε το ρεύμα, θα λιποθυμήσεις, κι ακόμα κι αν δεν πεθάνεις, θα μείνεις σακάτισσα!» Ακούγοντας τα λόγια του κακού αστυνομικού, αναγκαστικά φοβήθηκα. Πίστευα ότι πραγματικά δεν μπορούσα να αντέξω τέτοια απάνθρωπη μεταχείριση, προσευχήθηκα λοιπόν επειγόντως στον Θεό, κι εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα τον λόγο Του: «Όταν οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους, όλα γίνονται ασήμαντα και κανείς δεν μπορεί να τους νικήσει. Τι θα μπορούσε να είναι πιο σημαντικό από τη ζωή;» («Κεφάλαιο 36» του «Ερμηνείες των μυστηρίων των λόγων του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ναι, η ζωή μου ήταν στα χέρια του Θεού. Ο Θεός την ελέγχει και την κυβερνά, και το αν θα ζούσα ή θα πέθαινα δεν εξαρτάτο από την αστυνομία. Εάν έπαιζα πραγματικά τη ζωή μου κορώνα-γράμματα, θα μπορούσα να νικήσω τον Σατανά. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν γεμάτη πίστη, και πρόθυμη να παίξω τη ζωή μου κορώνα-γράμματα, να την εναποθέσω στα χέρια του Θεού και να υπακούσω στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις Του. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, θα άκουγα έναν από τους κακούς αυτούς αστυνομικούς να λέει ότι η ηλεκτρική καρέκλα ήταν στην πραγματικότητα χαλασμένη και ότι δεν άνοιγε το ρεύμα. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα βαθιά ότι ο Παντοδύναμος Θεός ήταν μαζί μου ανά πάσα στιγμή. Μολονότι βρισκόμουν σε μια φωλιά δαιμόνων, ο Θεός παρέμενε δίπλα μου. Μου επέτρεπε να βιώνω ταλαιπωρίες, δεν επέτρεπε, όμως, στους σατανικούς αυτούς δαίμονες να πάρουν τη ζωή μου. Ευχαρίστησα τον Παντοδύναμο Θεό για τη θαυματουργή προστασία Του και για το ότι με άφηνε να ξεφύγω! Η πίστη μου έγινε σταθερότερη και ήμουν πρόθυμη να υποφέρω οποιαδήποτε ταλαιπωρία ώστε να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για τον Θεό. Οι φρενιασμένοι και κακοί αυτοί αστυνομικοί με βασάνιζαν και με ανέκριναν επί έξι μέρες και πέντε νύχτες, χωρίς να μου επιτρέπουν να φάω, να πιω νερό ή να κοιμηθώ. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να δω ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση του ΚΚΚ δεν είναι παρά μια ομάδα κακοποιών και μαφιόζων. Το να πέσεις στα χέρια τους σήμαινε να πέσεις στα χέρια σκληρών, βίαιων διαβόλων, και χωρίς τη φροντίδα και την προστασία του Παντοδύναμου Θεού, θα με είχαν βασανίσει μέχρι θανάτου. Παρά το γεγονός ότι οι κακοί αυτοί αστυνομικοί δεν μου επέτρεπαν να φάω, να πιω ή να κοιμηθώ για αρκετές ημέρες και, επιπλέον, με βασάνιζαν με κάθε είδους τρόπο, ποτέ δεν ένιωσα καθόλου δίψα, πείνα ή κούραση. Οι αξιωματικοί της Ταξιαρχίας Εθνικής Ασφάλειας δήλωσαν ότι δεν είχαν δει ποτέ κάποιον νέο να αντέχει τόσες μέρες. Κατάλαβα πολύ καλά ότι επρόκειτο για την τεράστια δύναμη ζωής του Θεού που στήριζε το σαρκικό περίβλημά μου, που μου παρείχε ζωή και μου έδινε τη δύναμη να επιμείνω ως το τέλος. Ακριβώς όπως είπε και ο Κύριος Ιησούς: «Με άρτον μόνον δεν θέλει ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με πάντα λόγον εξερχόμενον διά στόματος Θεού» (Κατά Ματθαίον 4:4). Ο λόγος του Παντοδύναμου Θεού λέει: «Ο Θεός χρησιμοποιεί τη ζωή Του για να προμηθεύσει το καθετί, τόσο τα ζωντανά όσο και τα άψυχα, φέρνοντας τα πάντα σε ευταξία χάρη στη δύναμη και την εξουσία Του. Αυτή είναι μια αλήθεια που κανένας δεν μπορεί να συλλάβει ή να κατανοήσει εύκολα, και αυτές οι ακατανόητες αλήθειες είναι η ίδια η εκδήλωση κι η απόδειξη της ζωτικής δύναμης του Θεού» («Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής του ανθρώπου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Μετά από αυτό, όταν η αστυνομία είδε ότι οι σκληρές τακτικές δεν απέδιδαν, αποφάσισαν να δοκιμάσουν ήπιες τακτικές. Ο αρχηγός της Ταξιαρχίας Εθνικής Ασφάλειας ήλθε να με ανακρίνει ο ίδιος. Μου έβγαλε απαλά και με δουλοπρέπεια τις χειροπέδες, με κάλεσε να καθίσω και είπε με «ευγενική» φωνή: «Είσαι πολύ ανόητη. Δεν είσαι και κανένας αξιωματούχος ή “εξουσία” στην εκκλησία. Αυτοί σε πούλησαν, κι εσύ είσαι εδώ να μας αντιστέκεσαι για λογαριασμό τους. Αξίζει πραγματικά; Επιπλέον, εάν πιστεύεις στον Παντοδύναμο Θεό, στο μέλλον ο γιος σου θα έχει περιορισμούς στο να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, να καταταγεί στον στρατό ή να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Ο σύζυγός σου, πάλι, δεν νοιάζεται για σένα. Μπορεί να έχει ήδη βρει κάποια άλλη και να σε έχει εγκαταλείψει... Το γεγονός είναι ότι ήδη γνωρίζουμε τα πάντα για την κατάστασή σου. Ακόμη κι αν δεν μας πεις τίποτα, μπορούμε και πάλι να σου φορτώσουμε κάποιο έγκλημα, διότι αυτή είναι η χώρα του ΚΚΚ. Εμείς αποφασίζουμε τι συμβαίνει. Εμείς, επίσης, αποφασίζουμε πόσες μέρες θα σε κρατήσουμε. Ακόμη κι αν πεθάνεις εδώ, τίποτε δεν θα συμβεί σε μας, οπότε μπορείς να ομολογήσεις! Η Κίνα είναι διαφορετική από άλλες χώρες. Ακόμη κι αν δεν μας πεις τίποτα, μπορούμε και πάλι να σου φορτώσουμε κάποιο έγκλημα και να σε καταδικάσουμε». Ακούγοντας όλους αυτούς τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους προσπαθούσε να με δελεάσει με ευγένεια, η καρδιά μου τη μια φτερούγιζε και την άλλη απογοητευόταν, κι ένιωθα πραγματικά χάλια. Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα λοιπόν την εξής επίκληση μέσα από την καρδιά μου: «Παντοδύναμε Θεέ! Ξέρεις ότι το ανάστημά μου είναι πολύ μικρό και ότι μου λείπουν πάρα πολλά. Δεν ξέρω πώς να βιώνω ή να αντιμετωπίζω τέτοιου είδους περιστάσεις. Σε παρακαλώ, καθοδήγησέ με». Τότε ακριβώς, βρήκα και πάλι καθοδήγηση στον λόγο του Θεού: «Οι άνθρωποί Μου πρέπει να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα απέναντι στα πανούργα σχέδια του Σατανά […] και αυτό θα σας αποτρέψει από το να πέσετε στην παγίδα του Σατανά, που τότε θα είναι πολύ αργά για μετάνοια» («Κεφάλαιο 3» του «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Για χάρη Μου, δεν πρέπει επίσης να υποχωρείς σε καμιά από τις σκοτεινές δυνάμεις. Να βασίζεσαι στη σοφία Μου για να βαδίζεις στην τέλεια οδό· μην επιτρέπεις να επικρατούν οι σκευωρίες του Σατανά» («Κεφάλαιο 10» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ο λόγος του Θεού φώτισε την καρδιά μου και βρήκα ένα μονοπάτι για να τον κάνω πράξη. Είπα από μέσα μου: «Φυσικά! Ήταν ο Σατανάς που χρησιμοποιούσε συναισθηματικά δολώματα για να με παραπλανήσει και να με εξαπατήσει. Θα πρέπει να διαβλέπω τα τεχνάσματά του, να τον νικήσω με σοφία και να μην τον αφήσω να με ξεγελάσει. Όλα τα πράγματα και όλες οι υποθέσεις βρίσκονται στα χέρια του Θεού. Ακόμη κι αν καθίσω στη φυλακή τόσο πολύ καιρό, ώστε να σκουριάσουν τα κάγκελα, δεν πρέπει ποτέ να υποταχθώ στον Σατανά και να προδώσω τον Θεό!» Τώρα, ήταν πολύ πιο σαφές για μένα το τι έπρεπε να κάνω. Απέναντι στις προκλήσεις και τους πειρασμούς του, κάθισα σιωπηλή, προσευχήθηκα και ηρέμησα την καρδιά μου ενώπιον του Θεού. Έπειτα, του είπα θυμωμένη: «Θα σου κάνω μήνυση! Όχι μόνο προσπάθησες να με κάνεις να ομολογήσω μέσω βασανιστήριων, αλλά και με κατηγόρησες ψευδώς για έγκλημα!» Με ένα χαχανητό γεμάτο κακία είπε: «Πάντως, εγώ δεν σε χτύπησα. Άντε, κάνε μήνυση. Αυτή είναι η χώρα του ΚΚΚ. Κανείς δεν θα σε υπερασπιστεί». Τα ψέματά του με έκαναν να σιχαθώ την κακή κυβέρνηση του ΚΚΚ μέχρι το μεδούλι μου. Κι αυτός ο γερο-διάβολος, πραγματικά δεν έδινε δεκάρα για τον νόμο ή την ηθική. Μετά από αυτό, έβγαλε έναν μεγάλο σωρό με ταυτότητες αδελφών μου για να τους ταυτοποιήσω, ρωτώντας με αν τους ξέρω και ελπίζοντας μάταια ότι θα τους ξεπουλούσα. Απάντησα με πικρία: «Δεν ξέρω ούτε έναν απ’ αυτούς!» Όταν το άκουσε αυτό, το πρόσωπό του έγινε μωβ από οργή. Διαπίστωσε ότι πραγματικά δεν θα του έλεγα τίποτα και έφυγε αγανακτισμένος. Εκείνο το απόγευμα, με πήγαν στο κρατητήριο και με απείλησαν γεμάτοι κακία, λέγοντας: «Στο κρατητήριο θα σε βάλουμε να κάθεσαι στις φτέρνες δίπλα στο νερό και να ξεφλουδίζεις σκόρδα. Αφού το κάνεις για λίγες μέρες, τα χέρια σου θα είναι τελείως σάπια!» Μόρφαζαν και γέλαγαν με υπερηφάνεια καθώς μιλούσαν, και, στις κτηνώδεις εκφράσεις τους, έβλεπα το δαιμονικό πρόσωπο του Σατανά, απάνθρωπο και μοχθηρό!

Μετά από έναν μήνα κράτησης στο κρατητήριο, η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι εάν κατέβαλλα 20.000 γουάν, θα μπορούσα να γυρίσω στο σπίτι. Είπα ότι δεν είχα και, σαν να διαπραγματεύονταν, είπαν ότι και 10.000 αρκούν. Όταν είπα ότι δεν είχα δεκάρα, η ενόχλησή τους μετατράπηκε αμέσως σε θυμό, και είπαν μορφάζοντας: «Εάν δεν έχεις καθόλου χρήματα, τότε σε περιμένει αναμόρφωση μέσω καταναγκαστικών έργων! Όταν βγεις έξω, ο άντρας σου δεν θα σε θέλει καν!» Είπα αποφασιστικά: «Καλώς, λοιπόν, δεν με νοιάζει!» Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, με κατηγόρησαν για τα εγκλήματα της «διατάραξης της κοινωνικής τάξης» και της «παρακώλυσης της επιβολής του νόμου» και με καταδίκασαν σε έναν χρόνο αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικών έργων. Αυτό μου έδειξε με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η κυβέρνηση του ΚΚΚ είναι ένας σατανικός διάβολος, χωρίς σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή, που εχθρεύεται τον Θεό! Και, μάλιστα, σε αυτήν την επίγεια κόλαση που κυβερνάται από δαίμονες και όπου ο Θεός θεωρείται θανάσιμος εχθρός, το κόμμα που κυβερνά είναι θεία εντολή και νόμος, και όσοι ζουν υπό την εξουσία του δεν έχουν καθόλου ανθρώπινα δικαιώματα ή ελευθερία, για να μη μιλήσει κανείς για θρησκευτική ελευθερία! Εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού: «Σημαίνει να εκτονώσετε, χωρίς καμία επιφύλαξη, το μίσος που φουντώνει στα στήθια σας, να εξαλείψετε εκείνα τα μουχλιασμένα μικρόβια, να μπορέσετε να αφήσετε αυτήν τη ζωή που δεν διαφέρει από τη ζωή ενός βοδιού ή ενός αλόγου, να μην είστε πλέον σκλάβοι, να μη σας τσαλαπατά πλέον όποτε θέλει ή να σας διατάζει ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας. Δεν θα είστε πλέον από αυτό το αποτυχημένο έθνος, δεν θα ανήκετε πλέον στον ειδεχθή μεγάλο κόκκινο δράκοντα και δεν θα είστε πλέον υπόδουλοί του. Ο Θεός θα κομματιάσει σίγουρα τη φωλιά των δαιμόνων και εσείς θα σταθείτε στο πλευρό του Θεού — ανήκετε στον Θεό και όχι σε αυτήν την αυτοκρατορία σκλάβων. Εδώ και πολύ καιρό, ο Θεός απεχθάνεται μέχρι το κόκκαλο αυτήν τη σκοτεινή κοινωνία. Τρίζει τα δόντια Του, θέλοντας απεγνωσμένα να λιώσει με το πόδι Του αυτό το αχρείο, ειδεχθές παλιό ερπετό, ώστε να μην μπορέσει ποτέ ξανά να σηκώσει κεφάλι και να μην κακομεταχειριστεί ποτέ ξανά κανέναν άνθρωπο. Δεν θα το συγχωρέσει για τις πράξεις του στον παρελθόν, δεν θα ανεχθεί το ότι εξαπατά τον άνθρωπο και θα πάρει το αίμα Του πίσω για κάθε μία από τις αμαρτίες που έχει κάνει κατά το πέρασμα των αιώνων. Ο Θεός δεν θα επιδείξει την παραμικρή επιείκεια απέναντι σε αυτόν τον αρχισυμμορίτη όλων των δαιμόνων[1], θα τον καταστρέψει ολοκληρωτικά» («Έργο και είσοδος (8)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Εκείνη τη στιγμή, ήμουν γεμάτη θλίψη αλλά και θυμό, επειδή έβλεπα πόσο πραγματικά ύπουλη, πονηρή και δόλια είναι η κινεζική κυβέρνηση. Ισχυρίζεται ότι συμμορφώνεται με συνθήματα όπως «η ελευθερία των θρησκευτικών πεποιθήσεων, η διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων και των συμφερόντων των πολιτών», όμως, υπογείως, διαταράσσει και καταστρέφει αδίστακτα το έργο του Θεού, συλλαμβάνει, χτυπά, επιβάλλει πρόστιμα και σκοτώνει όσους πιστεύουν στον Παντοδύναμο Θεό, όποτε της αρέσει, και εξαναγκάζει αδίστακτα τους ανθρώπους να απορρίπτουν τον Θεό, να Τον προδίδουν και να υποτάσσονται στη σκοτεινή διακυβέρνησή της. Η ανθρωπότητα δημιουργήθηκε από τον Θεό και είναι φυσικό και σωστό να πιστεύει κανείς σ’ Αυτόν και να Τον λατρεύει, όμως, η αντιδραστική κυβέρνηση του ΚΚΚ αντιβαίνει στον ουρανό και τη φύση, προσπαθώντας να απομακρύνει την έλευση του αληθινού Θεού. Διώκει απάνθρωπα τους πιστούς του Θεού, χρησιμοποιώντας απειλές, προτροπές, ψευδείς ενοχοποιήσεις, απόσπαση ομολογιών και βασανιστήρια. Τα εγκλήματά της είναι ειδεχθή, φρικτά και απεχθή! Η ποταπότητα και η δολιότητά της με έκαναν να τη σιχαθώ βαθιά μέσα μου και ήμουν πιο αποφασισμένη παρά ποτέ να πεθάνω αντί να την ακολουθήσω, και η πίστη και η αποφασιστικότητά μου να ακολουθήσω τον Παντοδύναμο Θεό και να περπατήσω στο σωστό μονοπάτι στη ζωή ήταν σταθερότερες από ποτέ.

Τον Αύγουστο του 2010, αφέθηκα ελεύθερη αφού ολοκλήρωσα την ποινή μου. Όταν επέστρεψα στο σπίτι, έμαθα ότι, ενώ εξέτια την ποινή μου, ο σύζυγός μου ήταν και αυτός υπό αστυνομική επιτήρηση για έναν χρόνο. Κατά τη διάρκεια εκείνου του έτους, τα βράδυα, υπήρχαν συχνά αστυνομικοί με πολιτικά πίσω από το σπίτι μας, παρακολουθώντας τις ενέργειές του, κατασκοπεύοντάς τον και επιτηρώντας το σπίτι, κάνοντας αδύνατο για τον σύζυγό μου να επιστρέψει στο σπίτι ή να έχει ένα μέρος όπου θα μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, έπρεπε να εργάζεται έξω, και τη νύχτα να κοιμάται στον σωρό των καυσόξυλων κοντά στο σπίτι μας, κάτι που έκανε αδύνατο το να κοιμηθεί καλά. Αφού αφέθηκα ελεύθερη, ανακάλυψα ότι αυτοί οι λακέδες της αστυνομίας διέδιδαν και φήμες για μένα στο χωριό, υποκινώντας τους όλους στο χωριό να με εγκαταλείψουν, και έστειλαν τη διευθύντρια των Γυναικών του Χωριού να με παρακολουθεί. Μου ζήτησαν, επίσης, να γράψω μια δήλωση υποσχόμενη ότι δεν θα φύγω από την πόλη. Μου αρνήθηκαν κάθε προσωπική ελευθερία. Αφού έμεινα στο σπίτι για έναν μήνα, 3-4 αστυνομικοί με ανάγκασαν και πάλι να μεταβώ στην Ταξιαρχία Εθνικής Ασφάλειας για ανάκριση. Με κλείδωσαν και πάλι σε μια μεταλλική καρέκλα και προσπάθησαν να με αναγκάσουν να τους δώσω πληροφορίες σχετικά με την Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού. Όταν τα μέλη της οικογένειάς μου ήλθαν να με βγάλουν, εκείνοι δήλωσαν αλαζονικά: «Αν θέλετε να απελευθερωθεί, θα πρέπει να πληρώσετε πρόστιμο 20.000 γουάν ή να την κάνετε να μας δώσει πληροφορίες σχετικά με την Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού. Διαφορετικά, θα καταδικαστεί σε πέντε χρόνια αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικών έργων!» Η οικογένειά μου δεν είχε τόσα χρήματα, οπότε αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο σπίτι απογοητευμένοι από την αδυναμία τους. Κατανόησα βαθιά ότι αυτοί οι δαίμονες ήθελαν και πάλι να χρησιμοποιήσουν τη σύλληψή τους για να με αναγκάσουν να προδώσω τον Θεό, επικαλέστηκα, λοιπόν, επειγόντως τον Θεό, προσευχόμενη μέσα από την καρδιά μου: «Παντοδύναμε Θεέ, ο Σατανάς κάνει πάλι σήμερα τα κόλπα του, ελπίζοντας μάταια να με αναγκάσει να Σε προδώσω. Δεν θα τους αφήσω όμως να με ξεγελάσουν. Ανεξάρτητα από το πόσα χρόνια εργασίας θα πρέπει να κάνω, θα μείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για να Σε ικανοποιήσω». Τη στιγμή ακριβώς που έδινα τον όρκο μέσα από την καρδιά μου να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου ανεξάρτητα από το πόσο έπρεπε να υποφέρω, είδα τα θαυμαστά έργα του Θεού: όταν οι κακοί αυτοί αστυνομικοί είδαν ότι δεν θα κερδίσουν τίποτε από την ανάκρισή τους, με άφησαν ελεύθερη εκείνο το βράδυ. Ευχαρίστησα τον Παντοδύναμο Θεό που άνοιξε ένα μονοπάτι για μένα και με έσωσε ξανά από τις αρπάγες του Σατανά.

Εν μέσω σκληρής δίωξης από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, δεν τολμούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα έβγαινα από αυτήν την κατάσταση ζωντανή. Χωρίς την καθοδήγηση του λόγου του Παντοδύναμου Θεού, χωρίς τη φροντίδα και την προστασία Του, αλλά και χωρίς την ατελείωτη δύναμη που μου έδωσε ο Θεός, οι απάνθρωποι αυτοί διάβολοι θα μπορούσαν να είχαν καταστρέψει και καταπιεί ανά πάσα στιγμή την αδύναμη ζωή μου και ποτέ δεν θα ήμουν σε θέση να παραμείνω ακλόνητη ενώπιον του Σατανά. Αυτό με έκανε να κατανοήσω πραγματικά την εξουσία και τη δύναμη του λόγου του Παντοδύναμου Θεού, μου επέτρεψε να αισθανθώ την υπερβατικότητα και το μεγαλείο της δύναμης ζωής Του, και να βιώσω την πραγματική αγάπη και την ανιδιοτελή παροχή ζωής του Θεού για μένα! Ο Παντοδύναμος Θεός με οδήγησε ξανά και ξανά να νικήσω τους πειρασμούς του Σατανά, να ξεπεράσω τον φόβο μου για τον θάνατο και να αναδυθώ από αυτήν την κόλαση στη γη. Βίωσα βαθιά το γεγονός ότι μόνον η αγάπη του Παντοδύναμου Θεού για την ανθρωπότητα είναι γνήσια, ότι ο Παντοδύναμος Θεός είναι ο μόνος στον οποίο μπορώ να βασίζομαι και ότι είναι η μόνη μου σωτηρία. Έχω πάρει θανάσιμο όρκο να απαρνηθώ και να απορρίψω τον Σατανά, να επιδιώκω την αλήθεια, να ακολουθώ αιώνια τον Παντοδύναμο Θεό και να βαδίζω στο φωτεινό, σωστό μονοπάτι στη ζωή!

Υποσημειώσεις:

1. Το «αρχισυμμορίτη όλων των δαιμόνων» αναφέρεται στον παλιό διάβολο. Αυτή η φράση εκφράζει ακραία αποστροφή.

Προηγούμενο: 25. Αφύπνιση εν μέσω δεινών και δυσκολιών

Επόμενο: 27. Τα δεινά ενέπνευσαν την αγάπη μου για τον Θεό

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο