Η Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού Εφαρμογή

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Μια νέα που δεν μετανιώνει

9

Από τη Σιαογουέν, πόλη Τσονγκτσίνγκ

«Η “αγάπη” αναφέρεται σ’ ένα συναίσθημα που είναι αγνό και αψεγάδιαστο, για το οποίο χρησιμοποιείς την καρδιά σου για να αγαπάς, να νιώθεις και να νοιάζεσαι για τους άλλους. Στην αγάπη δεν υπάρχουν προϋποθέσεις, δεν υπάρχουν φραγμοί, ούτε κι απόσταση. Στην αγάπη δεν υπάρχει καχυποψία, ούτε δόλος, ούτε πονηρία. Στην αγάπη δεν υπάρχει καμιά απόσταση και τίποτε το ακάθαρτο» (από «Αγνή αγάπη αψεγάδιαστη» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Αυτός ο ύμνος των λόγων του Θεού ήταν κάποτε ο σύντροφός μου μέσα στα ατελείωτα και οδυνηρά επτά χρόνια και τέσσερις μήνες που έζησα στη φυλακή. Αν και η κυβέρνηση του ΚΚΚ μού στέρησε τα καλύτερα χρόνια της νιότης μου, κέρδισα από τον Παντοδύναμο Θεό την αλήθεια που είναι η πλέον πολύτιμη και αληθινή. Γι’ αυτό και δεν μετανιώνω για τίποτε!

Το 1996, αποδέχτηκα τη σωτηρία του Παντοδύναμου Θεού των εσχάτων ημερών. Διαβάζοντας τα λόγια του Θεού, πηγαίνοντας σε συναθροίσεις και παρακολουθώντας συναναστροφές, έφτασα να πιστεύω σθεναρά ότι όλα όσα λέει ο Θεός είναι η αλήθεια και το πλέον υψηλό από όλα τα αποφθέγματα της ζωής και ότι είναι εντελώς αντίθετα με οποιεσδήποτε θεωρίες ή γνώσεις αυτού του κακού κόσμου. Εκείνο που με έκανε ακόμα πιο ευτυχισμένη ήταν ότι μπορούσα να είμαι απλά ανοιχτή με τους αδελφούς και τις αδελφές μου στην εκκλησία και να λέω ελεύθερα αυτό που σκεπτόμουν, και δεν χρειαζόταν να είμαι επιφυλακτική ή να καταφεύγω σε απάτη, όπως όταν ερχόμουν σε επαφή με ανθρώπους στον έξω κόσμο. Ένοιωθα ευτυχία και χαρά που δεν είχα αισθανθεί ποτέ πριν, και κατέληξα να αγαπώ αυτή τη μεγάλη οικογένεια. Αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός προτού μάθω ότι, στην Κίνα, η πίστη στον Θεό διωκόταν και ότι οι συχνές συλλήψεις και διώξεις των Χριστιανών αποτελούσαν κοινή πρακτική. Τούτο με μπέρδεψε πάρα πολύ, επειδή όλα τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού είναι τέτοια ώστε οι άνθρωποι να λατρεύουν τον Θεό, να περπατούν στο σωστό μονοπάτι στη ζωή και ώστε οι άνθρωποι να συμπεριφέρονται με τιμιότητα. Αν όλοι πίστευαν στον Παντοδύναμο Θεό, ο κόσμος θα γνώριζε αληθινή ειρήνη. Πραγματικά δεν καταλάβαινα: Η πίστη στον Θεό είναι το πλέον δίκαιο εγχείρημα. Γιατί η κυβέρνηση του ΚΚΚ θέλει να διώκει όσους πιστεύουν στον Θεό και να τους αντιτάσσεται, ακόμη και να τους συλλαμβάνει; Μέσα μου, σκεπτόμουν: Όσο κι αν με διώξει η κυβέρνηση του ΚΚΚ ή όσο ισχυρή κι αν είναι η κοινή γνώμη, αφού τώρα πιστεύω ακράδαντα ότι αυτό είναι το σωστό μονοπάτι στη ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω ως το τέλος!

Μετά από αυτό, άρχισα να εκτελώ ένα καθήκον στην εκκλησία που περιλάμβανε την παράδοση βιβλίων με τον λόγο του Θεού. Γνώριζα ότι η εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος σε μια χώρα που αψηφούσε τον Θεό ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και ότι κάθε στιγμή υπήρχε η πιθανότητα να συλληφθώ, αλλά γνώριζα ακόμη περισσότερο ότι το να ξοδεύω εαυτόν για τον Θεό και το να εκτελώ τα καθήκοντά μου ως δημιούργημα ήταν η δική μου αποστολή, η δική μου τρέχουσα ευθύνη. Εκεί που είχα απόλυτη πίστη στην εκτέλεση του καθήκοντός μου, μια μέρα του Σεπτεμβρίου του 2003, με συνέλαβε η δημοτική Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας, καθώς πήγαινα να παραδώσω μερικά βιβλία με τον λόγο του Θεού στους αδελφούς και τις αδελφές μου.

Στην Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας φοβόμουν, και δεν ήξερα πώς να αντιμετωπίσω τις επανειλημμένες ανακρίσεις της αστυνομίας του ΚΚΚ, γι’ αυτό έκανα επιτακτική έκκληση στον Θεό μέσα μου: «Παντοδύναμε Θεέ μου. Σου ζητώ να μου χαρίσεις σοφία, να μου δώσεις τα λόγια που θα πρέπει να πω, και να μη με αφήσεις να Σε προδώσω. Σου ζητώ να μου χαρίζεις πίστη και δύναμη, κι εγώ, όσο κι αν με διώξει το ΚΚΚ, θα παραμείνω σταθερή και θα γίνω μάρτυράς Σου». Κατά τη διάρκεια του χρόνου αυτού, έκανα καθημερινά έκκληση στον Θεό και δεν τόλμησα να Τον εγκαταλείψω μέσα μου ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Δοξολογούσα τον Θεό για τη φροντίδα και την προστασία Του˙ κάθε φορά που με ανέκριναν, είχα συνεχώς λόξιγκα και ήμουν εντελώς ανίκανη να μιλήσω. Βλέποντας τις θαυμαστές πράξεις του Θεού, έγινα παθιασμένα ανυποχώρητη: Είμαι έτοιμη να διακινδυνεύσω τα πάντα! Μπορούν να μου πάρουν το κεφάλι, τη ζωή μου, αλλά σήμερα δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση να με καταφέρουν να προδώσω τον Θεό! Όταν πήρα την απόφασή μου και ένοιωσα ότι θα προτιμούσα να δώσω τη ζωή μου παρά να γίνω Ιούδας και να προδώσω τον Θεό, αισθάνθηκα πραγματικά ευγνώμων προς τον Θεό που μου άνοιξε τον δρόμο. Κάθε φορά που περνούσα από ανάκριση, ο Θεός με προστάτευε και με βοηθούσε να τα βγάλω πέρα με τη δοκιμασία, με ασφάλεια. Αν και δεν τους είπα απολύτως τίποτα, στο τέλος, η κυβέρνηση του ΚΚΚ μου φόρτωσε ούτως ή άλλως την κατηγορία ότι «χρησιμοποιούσα κάποια αιρετική οργάνωση προκειμένου να καταλύσω την εφαρμογή του νόμου», για να με καταδικάσει σε εννέα χρόνια φυλάκισης. Χάρη στην προστασία του Θεού, όταν άκουσα την απόφαση του δικαστηρίου, δεν ένοιωσα συντετριμμένη, ούτε και φοβήθηκα τους ανθρώπους στο δικαστήριο. Αντίθετα, το μόνο που αισθανόμουν γι’ αυτούς ήταν περιφρόνηση. Αυτοί στέκονταν ψηλά, εκφέροντας τις κρίσεις τους, κι εγώ βρισκόμουν χαμηλά, ψιθυρίζοντας: «Αυτό είναι απόδειξη της περιφρόνησης της κυβέρνησης του ΚΚΚ προς τον Θεό!» Στη συνέχεια, δημόσιοι αξιωματικοί ασφαλείας ήρθαν ειδικά για να διερευνήσουν τη στάση μου, και τους είπα πολύ ήρεμα: «Τι είναι εννέα χρόνια; Όταν έρθει η ώρα να αφεθώ ελεύθερη, θα είμαι ακόμα μέλος της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού και αν δεν με πιστεύετε, απλά περιμένετε να δείτε! Αλλά να θυμάστε ότι η υπόθεση βρίσκεται στα χέρια σας!» Η στάση μου τους προκάλεσε μεγάλη έκπληξη και με συγχάρηκαν, λέγοντας: «Πρέπει να το παραδεχτούμε! Σε θαυμάζουμε! Είσαι σκληρότερη από τον Ζιάνγκ Ζουγιούν! Όταν βγεις, να συναντηθούμε να σε κεράσουμε δείπνο». Σε εκείνο το σημείο, ένοιωσα ότι ο Θεός είχε δοξαστεί, και έτσι ήμουν ικανοποιημένη. Τη χρονιά που καταδικάστηκα, ήμουν μόλις 31 ετών.

Οι κινέζικες φυλακές είναι κόλαση επί γης. Η ατελείωτη ζωή στη φυλακή μού επέτρεψε να δω ξεκάθαρα το σκληρό και απάνθρωπο πρόσωπο του Σατανά, καθώς και τη δαιμονική του ουσία, η οποία αντιτίθεται στον Θεό. Η αστυνομία της Κίνας δεν ακολουθεί τον κανόνα του δικαίου˙ ακολουθεί τον κανόνα του κακού. Στη φυλακή, οι φρουροί δεν κάνουν οι ίδιοι δύσκολη τη ζωή στους ανθρώπους, αλλά ενθαρρύνουν τους κρατουμένους να χρησιμοποιούν βία για να κρατούν άλλους κρατουμένους υπό έλεγχο. Επίσης, οι δεσμοφύλακες χρησιμοποιούν κάθε τρόπο για να περιορίσουν τη σκέψη των ανθρώπων. Για παράδειγμα, όποιος πηγαίνει στη φυλακή πρέπει να φορά ακριβώς την ίδια στολή των φυλακών που διανέμει η κυβέρνηση του ΚΚΚ και καθένας πρέπει να φέρει έναν ειδικό αύξοντα αριθμό˙ πρέπει να κόβουν τα μαλλιά τους σύμφωνα με το στυλ που απαιτεί η κυβέρνηση, να φορούν τα παπούτσια που η κυβέρνηση τούς επιτρέπει να φορούν, να χρησιμοποιούν διαδρομές και να περπατούν με τον ρυθμό που ορίζει η κυβέρνηση. Ανεξάρτητα από την εποχή, στον άνεμο ή τη βροχή ή στις ζεστές μέρες ή τον παγωμένο καιρό, οι κρατούμενοι πρέπει να κάνουν ό,τι τους προστάζουν και δεν είναι ικανοί να επιλέγουν τίποτα οι ίδιοι. Καθημερινά απαιτούσαν από εμάς να συγκεντρωνόμαστε τουλάχιστον 15 φορές για καταμέτρηση και, τουλάχιστον πέντε φορές, για να εξυμνούμε την κυβέρνηση του ΚΚΚ˙ και μετά, υπήρχαν οι πολιτικές αγγαρείες, όπως το να μας αναγκάζουν να μαθαίνουμε τους νόμους των φυλακών και το σύνταγμα με μια μεγάλη εξέταση κάθε εξάμηνο, στόχος του οποίου ήταν να μας κάνουν πλύση εγκεφάλου. Επίσης, όποτε ήθελαν μας εξέταζαν πάνω στους κανόνες των φυλακών και στην πειθαρχία. Οι δεσμοφύλακες όχι μόνο υπέβαλλαν τους φυλακισμένους σε ψυχικά μαρτύρια, αλλά κατέστρεφαν και τα σώματά μας με απόλυτη απανθρωπιά: Κάθε μέρα, έπρεπε να συμπληρώνουμε πάνω από 10 ώρες σκληρής εργασίας και, επιπλέον, στρίμωχναν αρκετές εκατοντάδες κρατουμένους σε ένα μικρό, στενό εργοστάσιο για να δουλέψουν. Επειδή υπήρχαν πάρα πολλοί άνθρωποι και ελάχιστος χώρος, και παντού ακουγόταν ο δυνατός θόρυβος των μηχανών, όσο υγιής κι αν ήταν κάποιος όταν έμπαινε στη φυλακή, έπειτα από λίγο καιρό εκεί, το σώμα του υφίστατο σοβαρούς τραυματισμούς. Πίσω μου βρισκόταν ένα μεγάλο μηχάνημα που έφτιαχνε τρύπες στα παπούτσια. Καθημερινά έφτιαχνε ασταμάτητα τρύπες, κάνοντας αφόρητο θόρυβο. Μετά από λίγα χρόνια, η ακοή μου υπέστη σοβαρή βλάβη, και εξακολουθεί να μην έχει ανακάμψει ακόμη και τώρα. Εκείνο που έβλαπτε ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους ήταν η μεγάλη ποσότητα σκόνης και ρύπων στο εργοστάσιο, και πολλοί προσβλήθηκαν από φυματίωση και φαρυγγίτιδα. Επίσης, επειδή έπρεπε να δουλεύουμε καθιστοί χωρίς τη δυνατότητα κίνησης για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, οι περισσότεροι άνθρωποι κατέληξαν με σοβαρές αιμορροΐδες. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ μετατρέπει τους κρατουμένους σε χρηματοπαραγωγικές μηχανές, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου αν ζουν ή πεθαίνουν, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να εργάζονται καθημερινά, από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ. Ήμουν συνεχώς απίστευτα εξαντλημένη, και ένοιωθα πολύ καταβεβλημένη. Όχι μόνο αυτό, αλλά έπρεπε επίσης να δίνουμε απαντήσεις σε όλες τις αιφνιδιαστικές εξετάσεις στη φυλακή, που μπορούσαν να προκύψουν ανά πάσα στιγμή, συν εβδομαδιαίες πολιτικές αγγαρείες, χειρωνακτική εργασία και δημόσιες αγγαρείες, και ούτω καθεξής. Ως εκ τούτου, περνούσα την κάθε μέρα σε κατάσταση έντονου νοητικού άγχους, με νεύρα τεντωμένα και έτοιμα να σπάσουν ανά πάσα στιγμή, από φόβο μήπως «στραβοπατήσω» ελαφρώς και δεν συμβαδίσω με την κάθε αγγαρεία, υποχρεούμενη μετά να υπομείνω τις τιμωρίες των δεσμοφυλάκων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, πραγματικά ήταν δύσκολο να περάσω έστω και μια μέρα σώα και ασφαλής.

Όταν είχα ξεκινήσει να εκτίω την ποινή μου, αδυνατούσα να ανεχθώ αυτό το είδος σκληρής συντριβής μέσα στη φυλακή, και όλα τα διαφορετικά είδη της έντονης εργασιακής πίεσης, καθώς και η ιδεολογική πίεση με έκαναν να νοιώθω ότι δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Προσθέστε σε αυτό την επαφή με όλους τους άλλους κρατουμένους και το να πρέπει να υπομένετε τη σωματική και λεκτική κακοποίηση και τις προσβολές των δεσμοφυλάκων και των αρχηγών των φυλακισμένων. Συχνά με βασάνιζαν μέχρις απελπισίας και, πολλές φορές, περιέπεσα σε απόγνωση. Συγκεκριμένα, κάθε φορά που σκεπτόμουν την απίστευτα μακροχρόνια φυλάκιση των εννέα ετών, αισθανόμουν φοβερή απόγνωση και ανημποριά. Ούτε ξέρω πόσες φορές έκλαψα, και σκεπτόμουν ακόμη και τον θάνατο ως μέσο απελευθέρωσης από τέτοια δεινά. Κάθε φορά που ένοιωθα να πέφτω σε ακραία θλίψη και αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα πια να συνεχίσω, προσευχόμουν επιτακτικά και στρεφόμουν στον Θεό, και τα λόγια του Θεού με διαφώτιζαν και με καθοδηγούσαν: «Δεν μπορείτε να πεθάνετε ακόμα. Πρέπει να σφίξετε τις γροθιές σας και να συνεχίσετε με αποφασιστικότητα να ζείτε· πρέπει να ζήσετε για τον Θεό. Όταν οι άνθρωποι έχουν μέσα τους την αλήθεια, τότε είναι αποφασιστικοί και ποτέ ξανά δεν επιθυμούν να πεθάνουν· όταν σε απειλήσει ο θάνατος, εσύ θα πεις: “Θεέ μου, δεν θέλω να πεθάνω, δεν Σε γνωρίζω ακόμα. Δεν έχω ανταποδώσει ακόμη την αγάπη Σου. Πρέπει να πεθάνω μόνο αφού φτάσω να Σε γνωρίζω καλά.” […] Αν δεν κατανοείς την πρόθεση του Θεού και απλώς αναμασάς τα δεινά σου, τότε όσο περισσότερο τα σκέφτεσαι, τόσο πιο αναστατωμένος νιώθεις, και τότε θα βρεθείς σε μπελάδες και θα ξεκινήσεις να βιώνεις το βασανιστήριο του θανάτου. Αν κατανοείς την αλήθεια, θα πεις “Δεν έχω αποκτήσει ακόμα την αλήθεια. Πρέπει να δαπανήσω σωστά τον εαυτό μου για τον Θεό. Πρέπει να γίνω καλός μάρτυρας του Θεού. Πρέπει να ανταποδώσω την αγάπη του Θεού. Μετά από αυτό, δεν έχει σημασία το πώς θα πεθάνω. Τότε θα έχω ζήσει μια ικανοποιητική ζωή. Ανεξάρτητα από το ποιος άλλος πεθαίνει τούτη τη στιγμή, εγώ δεν θα πεθάνω τώρα· πρέπει να το πάρω απόφαση και να συνεχίσω να ζω”» (από «Μόνο αναζητώντας την αλήθεια, μπορείτε να επιτύχετε αλλαγές στη διάθεσή σας» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»). Τα λόγια του Θεού έλαμπαν σαν φως μαλακό και απαλό, σαν μητέρα, γαληνεύοντας τη μοναχική μου καρδιά, και ήταν σαν ζεστά πατρικά χέρια, σκουπίζοντας τα δάκρυα από το πρόσωπό μου. Αμέσως, μια πνοή ζεστασιάς και δύναμης εκτινάχθηκε μέσα από την καρδιά μου. Κατάλαβα ότι, παρ’ όλο που η σάρκα μου έπρεπε να υπομείνει τον πόνο σε εκείνη τη σκοτεινή φυλακή, δεν ήταν θέλημα Θεού να αναζητήσω τον θάνατο˙ αν δεν μπορούσα να γίνω μάρτυρας του Θεού, τότε θα γινόμουν περίγελος του Σατανά. Αν, έπειτα από εννέα χρόνια, κατάφερνα να βγω από αυτή τη δαιμονική φυλακή, τότε αυτή θα ήταν η δική μου μαρτυρία. Τα λόγια του Θεού μού έδωσαν το θάρρος να συνεχίσω να ζω, και μέσα μου, μυστικά, πήρα την απόφασή μου: Σε πείσμα όλων των δυσκολιών που βρίσκονται μπροστά, εγώ θα συνεχίσω να ζω. Θα ζήσω γενναία και σθεναρά, και θα γίνω απόλυτη μάρτυρας του Θεού και θα Τον ικανοποιήσω.

Έχοντας υπερβολικό φόρτο εργασίας χρόνο με τον χρόνο, μήνα με τον μήνα, το σώμα μου γινόταν κάθε μέρα όλο και πιο αδύναμο, και το ότι παρέμενα καθιστή για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στο εργοστάσιο με έκανε να χύνω κουβάδες ιδρώτα, πράγμα αφύσικο. Όταν οι αιμορροΐδες μου βρίσκονταν σε έξαρση, ανά πάσα στιγμή άρχιζαν να αιμορραγούν, και συχνά ζαλιζόμουν λόγω της σοβαρής αναιμίας. Ωστόσο, η θεραπευτική αγωγή δεν ήταν κάτι εύκολο στη φυλακή. Όταν είχαν τις καλές τους, οι δεσμοφύλακες μου έδιναν κάτι φτηνά φάρμακα. Αλλά όταν είχαν κακή διάθεση, έλεγαν ότι προσπαθούσα να αποφύγω τη δουλειά μου, υποκρινόμενη ασθένεια, έτσι, το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν να υπομένω τις δοκιμασίες της αρρώστιας και να καταπίνω τα δάκρυά μου. Δούλευα υπέρμετρα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, και έσερνα το εξαντλημένο σώμα μου πίσω στο κελί μου, θέλοντας να ξεκουραστώ. Αλλά δεν είχα καν το δικαίωμα σε έναν καλό νυχτερινό ύπνο. Οι δεσμοφύλακες με ξυπνούσαν στη μέση της νύχτας για να πάω να κάνω κάτι, είτε έκαναν δυνατούς θορύβους για να με ξυπνήσουν. Συχνά μου έπαιζαν παιχνίδια, σε σημείο που ήμουν ολόκληρη σε μια μπερδεμένη ληθαργική κατάσταση και απερίγραπτα δυστυχής. Επιπλέον, έπρεπε να υπομένω την απάνθρωπη μεταχείριση των δεσμοφυλάκων. Κοιμόμουν στο έδαφος ή σε διάδρομους σαν πρόσφυγας, ή ακόμα και δίπλα στην τουαλέτα. Τα ρούχα που έπλενα, δεν στέγνωναν έξω, στον αέρα, αλλά με τη θερμότητα του σώματος, πράγμα που οφειλόταν στον συνωστισμό με τους άλλους κρατουμένους. Το πλύσιμο ρούχων τον χειμώνα ήταν κάτι ιδιαιτέρως ενοχλητικό, και πολλοί απέκτησαν αρθρίτιδα λόγω του ότι φορούσαν νοτισμένα ρούχα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σε εκείνη τη φυλακή, όσο υγιής κι αν ήταν κάποιος, δεν αργούσε να γίνει αργόστροφος, να σαραβαλιαστεί ή να καταστραφεί από τις ασθένειες. Συχνά τρώγαμε εκτός εποχής, μαραμένα παλιά φύλλα που τα καταστήματα δεν ήθελαν πια, και αν θέλαμε να φάμε κάτι καλύτερο, έπρεπε να αγοράσουμε το ακριβό φαγητό στη φυλακή. Στη φυλακή, αν και οι φρουροί μάς υποχρέωναν να μελετάμε τον νόμο, δεν υπήρχε νόμος σε εκείνο το μέρος˙ νόμος ήταν οι δεσμοφύλακες. Αρκούσε μόνο να δουν κάποιον που δεν τους άρεσε και έβρισκαν οποιαδήποτε παλιά δικαιολογία για να τον αντιμετωπίσουν, ακόμα και να τον τιμωρήσουν σωματικά, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Ακόμη πιο μισητό ήταν το ότι κατέτασσαν όσους πίστευαν στον Παντοδύναμο Θεό μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων, λέγοντας ότι ήμασταν χειρότεροι εγκληματίες από τους δολοφόνους ή τους εμπρηστές. Ως εκ τούτου, ήταν ιδιαιτέρως εχθρικοί απέναντί μου και με υπέβαλαν στην πλέον σκληρή μεταχείριση και στα πιο μοχθηρά μαρτύρια. Όλα αυτά τα πολλά είδη κακών πράξεων αποτελούν ακλόνητη απόδειξη ότι το ΚΚΚ είναι διεστραμμένο, άθεο και εναντίον του Θεού! Υπομένοντας το σκληρό μαρτύριο των δεσμοφυλάκων, η καρδιά μου συχνά γέμιζε με δίκαιη αγανάκτηση και ένοιωθε μεγάλη θλίψη και πικρία: Ποιον ακριβώς νόμο παραβίασε η πίστη και η λατρεία μας στον Θεό; Ποιο ακριβώς έγκλημα διαπράξαμε, ακολουθώντας τον Θεό και βαδίζοντας στο σωστό μονοπάτι στη ζωή; Οι άνθρωποι είναι δημιουργήματα στα χέρια του Θεού, και η πίστη και η λατρεία στον Θεό αποτελούν αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Τι λόγο έχει η κυβέρνηση του ΚΚΚ να μας παρεμποδίζει απροκάλυπτα και να κάνει ό,τι μπορεί για να μας καταπιέζει με σκληρότητα; Είναι ξεκάθαρο ότι είναι διεστραμμένη και άθεη, αντίπαλος του Θεού σε όλα τα πράγματα. Όσους πιστεύουν στον Παντοδύναμο Θεό, τους χαρακτηρίζει αντιδραστικούς και τους καταπιέζει άγρια και τους συντρίβει, προσπαθώντας να πιάσει και να εξολοθρεύσει όλους όσοι Τον ακολουθούν. Τούτο δεν σημαίνει ότι μπερδεύει το σωστό με το λάθος και ότι είναι απολύτως αντιδραστική; Αντιτίθενται με τόση βιαιότητα στους Ουρανούς και θέτουν εαυτόν ενάντια στον Θεό, που τελικά πρέπει να λάβουν τη δίκαιη τιμωρία Του! Διότι πρέπει να υπάρχει κρίση όπου υφίσταται διαφθορά, και πρέπει να υπάρχει παίδεμα όπου υφίσταται κακό — τούτοι είναι οι ουράνιοι κανόνες και οι αρχές, όπως τα προκαθόρισε ο Θεός, και κανείς δεν μπορεί να διαφύγει αυτών. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ είναι ένοχη για τα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα, και είναι αδύνατον να ξεφύγει από την καταστροφή του Θεού. Όπως ακριβώς είπε ο Θεός: «Ο Θεός απεχθάνεται μέχρι το κόκκαλο αυτήν τη σκοτεινή κοινωνία. Τρίζει τα δόντια Του, θέλοντας απεγνωσμένα να λιώσει με το πόδι Του αυτό το αχρείο, ειδεχθές παλιό ερπετό, ώστε να μην μπορέσει ποτέ ξανά να σηκώσει κεφάλι και να μην κακομεταχειριστεί ποτέ ξανά κανέναν άνθρωπο. Δεν θα το συγχωρέσει για τις πράξεις του στον παρελθόν, δεν θα ανεχθεί το ότι εξαπατά τον άνθρωπο και θα πάρει το αίμα Του πίσω για κάθε μία από τις αμαρτίες που έχει κάνει κατά το πέρασμα των αιώνων. Ο Θεός δεν θα επιδείξει την παραμικρή επιείκεια απέναντι σε αυτόν τον αρχισυμμορίτη όλων των δαιμόνων[1], θα τον καταστρέψει ολοκληρωτικά» (από «Έργο και είσοδος (8)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Σε εκείνη τη δαιμονική φυλακή, η κακή αστυνομία με έβλεπε σαν αδέσποτο σκυλί. Όχι μόνο με κακοποιούσαν σωματικά και λεκτικά, αλλά συχνά έκαναν έρευνα στο κρεβάτι μου, σκορπίζοντας παντού τα προσωπικά μου αντικείμενα. Επίσης, κάθε φορά που ξεσπούσε στον έξω κόσμο κάποια κοινωνική αναταραχή, οι άνθρωποι της φυλακής που ήταν υπεύθυνοι για τα πολιτικά ζητήματα έρχονταν σε εμένα και με ρωτούσαν για τις απόψεις μου πάνω σε ό,τι είχε συμβεί, και αν η απάντησή μου δεν τους ικανοποιούσε, με επέπλητταν συνεχώς επειδή ακολουθούσα την οδό της πίστης στον Θεό. Κάθε φορά που έπρεπε να αντιμετωπίσω τέτοιου είδους ανάκριση, η καρδιά μου ανέβαινε στο στόμα μου, μη γνωρίζοντας τι δολοπλοκία σχεδίαζαν εναντίον μου αυτή τη φορά. Η καρδιά μου πάντα προσευχόταν επιτακτικά και έκανε έκκληση στον Θεό να με βοηθά και να με καθοδηγεί σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, όλα τα διάφορα είδη κακοποίησης, εκμετάλλευσης και καταπίεσης ήταν απερίγραπτο μαρτύριο: Ούσα καθημερινά υπερφορτωμένη με καταναγκαστική εργασία, καθώς και εξαιτίας των μονότονων πολιτικών αγγαρειών, των δοκιμασιών της ασθένειας και της μακροχρόνιας πνευματικής καταπίεσης, έφτασα σχεδόν στο χείλος της κατάρρευσης. Συγκεκριμένα, κάποτε είδα μια μεσόκοπη κρατουμένη να αυτοκτονεί δι’ απαγχονισμού από το παράθυρο του κελιού της στη μέση της νύχτας, επειδή δεν μπορούσε πλέον να αντέξει τα απάνθρωπα βασανιστήρια της κακής αστυνομίας και, μια άλλη φορά, μια ηλικιωμένη κρατούμενη πέθανε στη φυλακή, επειδή δεν της παρασχέθηκε θεραπευτική αγωγή για κάποια ασθένεια αρκετά γρήγορα και, εκείνες τις στιγμές, περιέπεσα ξανά σε ασφυκτική απόγνωση. Και πάλι, συνέλαβα την ιδέα του θανάτου ως έναν τρόπο να δώσω τέλος στα προβλήματά μου και ένοιωθα ότι ο θάνατος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ελευθερωθώ. Ωστόσο, γνώριζα ότι αυτό θα αποτελούσε προδοσία στον Θεό, και απλώς δεν μπορούσα να το κάνω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να υπομείνω όλον αυτόν τον πόνο και να υπακούω στις ενορχηστρώσεις και διευθετήσεις του Θεού. Αλλά όταν σκέφτηκα την ατελείωτη ποινή μου και το ότι η ελευθερία βρισκόταν τόσο μακριά στο αόριστο μέλλον, αισθάνθηκα απερίγραπτη οδύνη και απελπισία, και ένοιωσα ότι πραγματικά αδυνατούσα να συνεχίσω˙ στ’ αλήθεια δεν ήξερα για πόσον καιρό ακόμα θα μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου να συνεχίσει. Άπειρες φορές, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χώνομαι κάτω από τα σεντόνια και κρυφά, μέσα στη μαύρη νύχτα, να σπαράζω στο κλάμα, προσευχόμενη στον Παντοδύναμο Θεό και εξομολογούμενη σε Εκείνον όλα τα προβλήματα της καρδιάς μου. Βυθισμένη στη μεγαλύτερη οδύνη και νοιώθοντας εντελώς αβοήθητη, αναλογίστηκα τα λόγια του Θεού: «Εσείς, ιδιαιτέρως, έχετε όλοι σας υποστεί διώξεις και έχετε συναντήσει δυσκολίες να επιστρέψετε σπίτι· υποφέρετε και σκέπτεστε τον θάνατο και είστε απρόθυμοι να ζήσετε. Αυτές είναι αδυναμίες της σάρκας. […] Δεν γνωρίζεις τι πράττει σήμερα ο Θεός. Ο Θεός πρέπει να επιτρέψει στη σάρκα σας να υποφέρει, προκειμένου να μεταβάλει τη διάθεσή σας. Παρ’ όλο που η σάρκα σας υποφέρει, έχετε τον λόγο του Θεού και την ευλογία Του. Δεν μπορείς να πεθάνεις, ακόμα κι αν το θέλεις: Μπορείς να συμβιβαστείς με το να μη γνωρίσεις τον Θεό και να μην αποκτήσεις την αλήθεια αν πεθάνεις; Τώρα, κυρίως, είναι μονάχα το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν έχουν αποκτήσει ακόμα αλήθεια και δεν έχουν ζωή. Τώρα οι άνθρωποι βρίσκονται εν μέσω της διαδικασίας αναζήτησης σωτηρίας, οπότε πρέπει να υποφέρουν λίγο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Σήμερα, οι πάντες ανά τον κόσμο δοκιμάζονται: Ο Θεός εξακολουθεί να υποφέρει — είναι σωστό να μην υποφέρετε εσείς;» (από «Μόνο αναζητώντας την αλήθεια, μπορείτε να επιτύχετε αλλαγές στη διάθεσή σας» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»). Τα λόγια του Θεού καταπράυναν τη θλιμμένη καρδιά μου και μου επέτρεψαν να κατανοήσω το νόημα των βασανιστηρίων. Τώρα, ο Θεός εκτελεί το έργο της αλλαγής της διάθεσης του ανθρώπου˙ εγώ είμαι ακόμα διεφθαρμένη και μέσα μου υπάρχουν πολλά από τα δηλητήρια του Σατανά, οπότε πώς μπορώ να επιτύχω αλλαγή και εξαγνισμό χωρίς να υποφέρω; Ο πόνος αυτός είναι κάτι που πρέπει να υποστώ και να υπομείνω. Όταν σκέφτηκα αυτά τα πράγματα, δεν αισθάνθηκα πόνο, αλλά αντίθετα, ένοιωσα ότι η ικανότητά μου να υπομείνω τον διωγμό και τη φυλάκισή μου για την πίστη μου στον Θεό, και το ότι μπορεί να υπέφερα κατά την επιδίωξη της σωτηρίας, ήταν κάτι άκρως πολύτιμο και σημαντικό — η οδύνη που υπέμενα άξιζε πραγματικά τον κόπο! Χωρίς να το συνειδητοποιήσω, η καρδιά μου από θλιμμένη κατέστη χαρούμενη, και ένοιωσα μια ακαταμάχητη παρόρμηση να ψάλλω μέσα μου έναν ύμνο με τίτλο «Είμαστε τυχεροί ώστε να γίνουμε μάρτυρες του ερχομού του Θεού»: «Είμαστε αρκετά τυχεροί ώστε να γίνουμε μάρτυρες του ερχομού του Θεού, ακούμε τη φωνή Του. Είμαστε αρκετά τυχεροί ώστε να γίνουμε μάρτυρες του ερχομού του Θεού, παρευρισκόμαστε στο γαμήλιο δείπνο του Αρνίου. Γνωρίζουμε τον ενσαρκωμένο Παντοδύναμο Θεό, βλέπουμε τις θαυμαστές πράξεις Του. Κατανοούμε το μυστήριο της ανθρώπινης ζωής, τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού είναι τα πολυτιμότερα. […] Ποιος θα μπορούσε να είναι πιο ευλογημένος; Ποιος θα μπορούσε να είναι πιο τυχερός; Ο Θεός παραχωρεί την αλήθεια και τη ζωή σ’ εμάς, εμείς πρέπει να ζούμε για τον Θεό. Πρέπει να ζούμε για τον Θεό. Πρέπει να ζούμε για τον Θεό. Αποκτούμε την αλήθεια και μαρτυρούμε στον Θεό για να ξεπληρώσουμε την αγάπη Του» (από το βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Έψαλα τον ύμνο ξανά και ξανά μέσα μου. Όσο περισσότερο έψαλα, τόσο μεγαλύτερη παρότρυνση ένοιωθε η καρδιά μου, και όσο περισσότερο έψαλα, τόσο πιο δυνατή και τόσο μεγαλύτερη ευχαρίστηση αισθανόμουν, και δεν μπορούσα παρά να πάρω έναν όρκο ενώπιον του Θεού: «Παντοδύναμε Θεέ μου, Σε ευχαριστώ για την παρηγοριά και την ενθάρρυνσή Σου, και επειδή με ωθείς να έχω την πίστη και το κουράγιο να συνεχίσω να ζω. Με κάνεις να αισθάνομαι ότι είσαι πραγματικά ο Κύριος της ζωής μου, η δύναμη της ζωής μου. Αν και έχω πέσει σε αυτή τη φωλιά των διαβόλων, δεν είμαι μόνη, διότι είσαι πάντοτε μαζί μου καθώς διέρχομαι αυτές τις σκοτεινές μέρες, δίνοντάς μου ξανά και ξανά πίστη και τη δύναμη να συνεχίσω να ζω. Θεέ μου, αν κάποια μέρα καταφέρω να φύγω από αυτό το μέρος και είμαι σε θέση να ζω ελεύθερη, θα συνεχίσω να εκτελώ το καθήκον μου. Ποτέ ξανά δεν θα Σου προκαλέσω θλίψη, ούτε και θα κάνω σχέδια για τον εαυτό μου. Θεέ μου, όσο οδυνηρές ή δύσκολες κι αν είναι οι επόμενες μέρες, εγώ επιθυμώ να βασίζομαι σε Εσένα και να συνεχίσω να ζω με δύναμη!»

Ενώ βρισκόμουν στη φυλακή, σκεφτόμουν συχνά τις μέρες που πέρασα με τους αδελφούς μου και τις αδελφές μου — πόσο υπέροχα ήταν! Όλοι ήταν ευτυχείς και γελαστοί. Υπήρχαν και αντιπαραθέσεις, αλλά όλα έγιναν μια όμορφη ανάμνηση για μένα. Κάθε φορά που αναλογιζόμουν πόσο τσαπατσούλα υπήρξα με τα καθήκοντά μου, αισθανόμουν πολύ ένοχη, αλλά και υπόχρεη˙ αναλογιζόμενη ότι, εξαιτίας της αλαζονικής μου διάθεσης, έμπλεκα σε διαφωνίες με τους αδελφούς και τις αδελφές μου, ένοιωθα εξαιρετικά λυπημένη και μεταμελημένη. Σε κάτι τέτοιες στιγμές, έχυνα ποταμούς δακρύων και, κρυφά, έψαλα μέσα μου έναν ύμνο: «Πιστεύω στον Θεό εδώ και πολλά χρόνια, μα ποτέ δεν έκανα καλά το καθήκον μου· νιώθω τόσο βαθιά μεταμέλεια στην καρδιά μου. Έχω απολαύσει τόσο πολλή από την αγάπη του Θεού, μα ποτέ δεν έχω δώσει τίποτε πίσω. Ο Θεός μού έχει δώσει τόσο πολλές ευκαιρίες άσκησης, μα όλες τις προσέγγισα πρόχειρα και, αντ’ αυτού, επιζητούσα επίμονα κοινωνική θέση, φήμη και περιουσία και έκανα σχέδια για τη μελλοντική μου μοίρα. Είμαι τόσο ανυπότακτος και αδιάντροπος, έχω σπαταλήσει τόσο πολύ σημαντικό χρόνο. […] Είμαι τόσο μετανοιωμένος — γιατί δεν παρατήρησα ότι η διάθεση του Θεού είναι δίκαιη; Δεν ξέρω αν η μετάνοιά μου έχει έρθει πολύ αργά, είμαι τόσο μετανιωμένος. Δεν ξέρω αν ο Θεός θα μου δώσει άλλη ευκαιρία, είμαι τόσο μετανοιωμένος» (από «Είμαι τόσο μετανοιωμένος» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Βυθισμένη στον πόνο και την αποδοκιμασία για τον εαυτό μου, συχνά προσευχόμουν μέσα μου στον Θεό: «Θεέ μου! Στ’ αλήθεια Σου χρωστάω πάρα πολλά. Αν μου το επιτρέψεις, επιθυμώ να επιζητώ να Σε αγαπώ και, αφού βγω από τη φυλακή, επιθυμώ να συνεχίσω να εκτελώ το καθήκον μου. Επιθυμώ να κάνω μια καινούρια αρχή και να επανορθώσω για τα προηγούμενα χρέη μου». Κατά τη διάρκεια των ημερών μου στη φυλακή, μου έλειψαν πραγματικά οι αδελφοί και οι αδελφές με τους οποίους είχα συνδεθεί πολύ και στ’ αλήθεια ήθελα να τους δω. Όμως, βρισκόμουν αιχμάλωτη σε τούτη τη δαιμονική φυλακή, οπότε η επιθυμία αυτή δεν ήταν παρά ένα φανταστικό όνειρο. Ωστόσο, ονειρευόμουν συχνά τους αδελφούς και τις αδελφές μου, «βλέποντάς» μας να διαβάζουμε μαζί τα λόγια του Θεού και να συναναστρεφόμαστε για την αλήθεια, τόσο ευτυχείς και χαρούμενοι…

Όταν το 2008 συνέβη ο σεισμός του Γουεντσουάν, η φυλακή όπου κρατούμασταν, κουνήθηκε και εκείνη, και ήμουν η τελευταία που εγκατέλειψε τη σκηνή. Οι μετασεισμοί συνεχίστηκαν για μέρες, και τόσο οι κρατούμενοι όσο και οι φρουροί ήταν όλοι τρομοκρατημένοι και σε κατάσταση συναγερμού καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αλλά εγώ, μέσα στην καρδιά μου, ένιωθα υπέρμετρα ήρεμη και σίγουρη, διότι γνώριζα ότι αυτή ήταν η εκπλήρωση των λόγων του Θεού και ήταν η φωτιά της οργής του Θεού που είχε πέσει και τιμωρούσε όσους αντιστέκονταν στον Θεό πάνω στη γη. Ο σεισμός αυτός ήταν ο μεγαλύτερος των τελευταίων εκατό ετών και, όσο διήρκεσε, τα λόγια του Θεού προστάτευαν πάντα την καρδιά μου. Πίστεψα ότι η ζωή και ο θάνατος βρίσκονταν στα χέρια του Θεού και, ανεξάρτητα από το τι έκανε ο Θεός, εγώ θα ήμουν πάντα πρόθυμη να υπακούσω στις ενορχηστρώσεις και τις διευθετήσεις Του. Παρ’ όλα αυτά, το μόνο πράγμα που με λυπούσε, ήταν ότι, αν πέθαινα, δεν θα είχα πλέον την ευκαιρία να κάνω το καθήκον μου για τον Δημιουργό, δεν θα είχα πλέον την ευκαιρία να ξεπληρώσω την αγάπη του Θεού και δεν θα ήμουν πια σε θέση να δω τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Ωστόσο, η ανησυχία μου ήταν περιττή. Ο Θεός βρισκόταν πάντα μαζί μου, χαρίζοντάς μου τη μεγαλύτερη προστασία, επιτρέποντάς μου να ξεφύγω από τον θάνατο κατά τη διάρκεια του μεγάλου σεισμού και να συνεχίσω να ζω σώα και αβλαβής!

Τον Ιανουάριο του 2011, πέτυχα πρόωρη αποφυλάκιση και η δουλική ζωή μου στη φυλακή έφτασε στο τέλος της. Έχοντας αποκτήσει την ελευθερία μου, η καρδιά μου ένοιωθε απίστευτα ενθουσιασμένη: «Μπορώ να επιστρέψω στην εκκλησία! Μπορώ να είμαι και πάλι με τους αδελφούς και τις αδελφές μου!» Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη, που δεν υπήρχαν λόγια για να το περιγράψω. Εκείνο που δεν περίμενα ήταν ότι, μετά την επιστροφή μου στο σπίτι, η κόρη μου δεν με αναγνώρισε και αμφότεροι συγγενείς και φίλοι με στραβοκοιτούσαν, κρύβονταν από εμένα και δεν ήθελαν καμία σχέση μαζί μου. Κανένας από τους γύρω μου δεν με καταλάβαινε, και δεν μπορούσαν να με αποδεχτούν. Παρ’ όλο που τότε δεν ήμουν πλέον υποκείμενη στην κακομεταχείριση και τα μαρτύρια της φυλακής, ήταν ακόμα πιο δύσκολο να αντέξω την περιφρόνηση, τη γελοιοποίηση και την απόρριψη˙ έγινα αδύναμη. Δεν μπορούσα παρά να ανακαλέσω στο μυαλό μου το παρελθόν: Τη χρονιά που μπήκα στη φυλακή, είχα μόλις γίνει 31 ετών, και όταν βγήκα, ήμουν κιόλας 39. Είχα περάσει οκτώ χειμώνες και επτά καλοκαίρια στη φυλακή. Πάρα πολλές φορές, όταν αισθανόμουν μόνη και αβοήθητη, ο Θεός ενορχήστρωσε ανθρώπους, γεγονότα και πράγματα, για να με βοηθήσει˙ πάρα πολλές φορές, όταν ήμουν βουτηγμένη στον πόνο και την απόγνωση, ο Θεός χρησιμοποίησε τα λόγια Του για να με παρηγορήσει˙ πάρα πολλές φορές, όταν ήθελα να πεθάνω, ο Θεός μού έδωσε δύναμη και με έκανε να έχω το κουράγιο να συνεχίσω να ζω. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ατελείωτων, οδυνηρών χρόνων, ο Θεός ήταν Εκείνος που με καθοδήγησε βήμα-βήμα μέσα από την κοιλάδα του θανάτου και μου επέτρεψε να συνεχίσω πεισματικά να ζω. Και να που βρισκόμουν αντιμέτωπη με τούτη την ελάχιστη ταλαιπωρία και δυστυχούσα και γινόμουν αδύναμη, προκαλώντας στον Θεό θλίψη — ήμουν πραγματικά ένα ποταπό άτομο, αδύναμο και άχρηστο και πάρα πολύ αχάριστο! Όταν τα σκέφτηκα αυτά, καταδίκασα ιδιαίτερα τον εαυτό μου, και δεν μπορούσα παρά να αναλογιστώ τον όρκο που έδωσα στον Θεό, τότε που βρισκόμουν στη φυλακή: «Αν, μια μέρα, καταφέρω να φύγω από αυτό το μέρος και είμαι σε θέση να ζω ελεύθερη, θα συνεχίσω να κάνω το καθήκον μου. Ποτέ ξανά δεν θα Σου προκαλέσω θλίψη, ούτε και θα κάνω σχέδια για τον εαυτό μου». Αναλογιζόμενη τον όρκο και ενθυμούμενη την εποχή που τον έλαβα ενώπιον του Θεού, δάκρυα θόλωσαν την όρασή μου και, αργά, άρχισα να ψέλνω έναν ύμνο: «Εγώ ο ίδιος είμαι πρόθυμος να επιδιώξω τον Θεό και να Τον ακολουθήσω. Τώρα ο Θεός θέλει να με εγκαταλείψει, αλλά θέλω ακόμα να Τον ακολουθώ. Είτε με θέλει είτε όχι, εγώ θα εξακολουθώ να Τον αγαπώ, και στο τέλος πρέπει να Τον κερδίσω. Προσφέρω την καρδιά μου στον Θεό και, ανεξάρτητα από το τι κάνει, θα Τον ακολουθώ για όλη μου τη ζωή. Ό,τι κι αν γίνει, πρέπει να αγαπώ τον Θεό και πρέπει να Τον κερδίσω. Δεν θα αναπαυτώ μέχρι να τον έχω κερδίσει» (από «Είμαι αποφασισμένος να αγαπώ τον Θεό» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»).

Αφού αφιέρωσα κάποιο χρόνο σε πνευματική προσευχή και έκανα διάφορες προσαρμογές, υπό τη διαφώτιση και την καθοδήγηση του Θεού, πολύ γρήγορα εγκατέλειψα την αρνητικότητά μου και ρίχτηκα, για άλλη μια φορά, στην επιτέλεση του καθήκοντός μου.

Αν και πέρασα τα καλύτερα χρόνια της νιότης μου στη φυλακή, κατά τη διάρκεια αυτών των επτά ετών και τεσσάρων μηνών, ήμουν ικανή να υποφέρω για την πίστη μου στον Θεό και δεν μετανιώνω για τίποτε. Επειδή κατάφερα να κατανοήσω κάποιες αλήθειες και βίωσα την αγάπη του Θεού, αισθάνομαι ότι το γεγονός πως υπέμεινα τον πόνο αυτόν είχε νόημα και αξία, ότι αυτή ήταν η εξαιρετική εξύψωσή μου από τον Θεό και η καλοσύνη Του προς εμένα, καθώς και η ιδιαίτερη εύνοιά Του στο πρόσωπό μου. Παρ’ όλο που συγγενείς και φίλοι δεν με καταλαβαίνουν και η κόρη μου δεν με αναγνωρίζει, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να χαλάσει τη σχέση μου με τον Θεό˙ ούτε καν ο θάνατος δεν μπορεί να με κρατήσει μακριά από Εκείνον.

«Αγνή αγάπη αψεγάδιαστη» ήταν ο ύμνος που μου άρεσε περισσότερο να ψάλλω στη φυλακή, και σήμερα θέλω να αφιερώσω την πλέον αγνή αγάπη μου στον Θεό μέσω της ανάληψης πρακτικής δράσης!

Υποσημειώσεις:

1. Το «αρχισυμμορίτη όλων των δαιμόνων» αναφέρεται στον παλιό διάβολο. Αυτή η φράση εκφράζει ακραία αποστροφή.

Σχετικό περιεχόμενο