7. Έχοντας ρημαχτεί από τους δαίμονες, συνειδητοποιώ ακόμα περισσότερο πόσο πολύτιμη είναι η χάρις του Θεού

Από τον Ξου Κιάνγκ, Αυτόνομη Περιφέρεια Εσωτερικής Μογγολίας

Ονομάζομαι Ξου Κιάνγκ. Παλιά εργαζόμουν ως εργολάβος μηχανικός, επικεφαλής μεγάλων ομάδων ανθρώπων σε μηχανικά έργα κάθε χρόνο, και είχα σεβαστό εισόδημα. Στα μάτια των συναδέλφων μου, είχα μια τέλεια οικογένεια, μια ομαλή καριέρα και απεριόριστες προοπτικές‧ πρέπει να με θεωρούσαν τον τυχερότερο των ανθρώπων. Ωστόσο, την ίδια στιγμή που απολάμβανα έναν υλιστικό τρόπο ζωής, είχα πάντα μια ανεξήγητη αίσθηση κενού. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα στις συνεχείς μου προσπάθειες στα πολεοδομικά έργα: Έπρεπε να κερδίζω την εύνοια των επικεφαλής των σχετικών τμημάτων, προσπαθώντας να διαβάσω τις σκέψεις τους από τη γλώσσα του σώματος και πάντα χρειαζόταν να βάζω τη σωστή ποσότητα δουλοπρέπειας και κολακείας για να παίρνω αυτό που ήθελα‧ ειδάλλως, δεν θα έβγαζα καθόλου χρήματα. Πέρα από όλα αυτά, έπρεπε να αντιμετωπίζω και τις ραδιουργίες μεταξύ των συναδέλφων μου, τη διαρκή επιφυλακτικότητα του ενός εναντίον του άλλου, και τους υπολογισμούς τους. Όλα αυτά με έκαναν να σπάω το κεφάλι μου ακόμη περισσότερο... Για τους λόγους αυτούς, ένοιωθα πολύ αποκαρδιωμένος και υπερβολικά εξουθενωμένος‧ φαινόταν ότι είχα μετατραπεί σε ανδρείκελο, μια μηχανή παραγωγής χρήματος, και είχα χάσει εντελώς όλη την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητά μου. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το 1999, όταν αποδέχτηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Ήμουν βαθιά συγκινημένος από την ανακούφιση που έφερε η εκκλησιαστική ζωή και την απλότητα και ειλικρίνεια των αδελφών μου. Ήθελα πάρα πολύ να ζήσω αυτήν τη ζωή της εκκλησίας, συναναστρεφόμενος με τους αδελφούς και τις αδελφές μου πάνω στον λόγο του Θεού και μιλώντας με τον ένα και τον άλλον για τις προσωπικές μας εμπειρίες και τη γνώση των λόγων του Θεού. Επίσης, υπεραγαπούσα αυτές τις ώρες. Καθώς συνέχιζα να διαβάζω τις ομιλίες του Θεού και να συμμετέχω σε συναθροίσεις, κατάφερα να κατανοήσω πολλές αλήθειες και η ψυχή μου βρήκε τεράστια ανακούφιση. Ήμουν ιδιαίτερα ευτυχής που τελικά είχα βρει την αληθινή οδό της ζωής και την αληθινή ευτυχία. Η καρδιά μου ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη προς τον Θεό: Αν δεν με είχε σώσει ο Θεός από τη θάλασσα του πόνου του κόσμου, δεν θα είχα τίποτα να προσβλέπω στη ζωή. Αργότερα, άρχισα να διαδίδω ενεργά το ευαγγέλιο, συζητώντας χαρούμενα και ακούραστα με όσους διερευνούσαν την αληθινή οδό και δίνοντας τη δυνατότητα, και σε αυτούς επίσης, να ακούσουν τη φωνή του Θεού και να αποκτήσουν τη σωτηρία του Παντοδύναμου Θεού.

Ωστόσο, στην αθεϊστική χώρα της Κίνας, οι πολίτες δεν έχουν δημοκρατία ούτε ανθρώπινα δικαιώματα, και όσοι πιστεύουν στον Θεό και Τον λατρεύουν, τείνουν να έρχονται πολλές φορές αντιμέτωποι με τον καταναγκασμό και τη δίωξη της κυβέρνησης του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Λόγω της πίστης μου στον Θεό, η κυβέρνηση του ΚΚΚ συνέλαβε κι εμένα, υποβάλλοντάς με στα σκληρά, απάνθρωπα βασανιστήριά της, και πέρασα δύο σχεδόν χρόνια κολασμένης ζωής σε κάποια φυλακή του ΚΚΚ... Μετά από αυτήν τη δύσκολη και οδυνηρή περίοδο της ζωής μου, είδα ξεκάθαρα τη δαιμονική ουσία της λυσσαλέας αντίστασης της κυβέρνησης του ΚΚΚ εναντίον του Θεού και το μίσος για την αλήθεια, και απέκτησα μια ακόμα βαθύτερη εκτίμηση του γεγονότος ότι τα λόγια του Θεού είναι η αλήθεια. Τα λόγια Του μπορούσαν να είναι η ζωή μου, και θα μου έδειχναν τον δρόμο μπροστά μου. Αν δεν ήταν η συνεχής καθοδήγηση των λόγων του Θεού, που μου έδιναν πίστη και δύναμη, δεν υπήρχε περίπτωση να είμαι σήμερα ζωντανός. Δεν θα ξεχάσω τη χάρι της σωτηρίας του Θεού για το υπόλοιπο της ζωής μου!

Ήταν το πρωί της 18ης Δεκεμβρίου του 2005, και βρισκόμουν στη μέση μιας συνάθροισης με τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Ξαφνικά, από την πόρτα αντήχησε ένας κρότος από βίαιους θορύβους που υποδείκνυαν σπάσιμο. Προτού προλάβουμε να σκεφτούμε οτιδήποτε, περισσότεροι από δέκα αστυνομικοί όρμησαν μέσα, κοιτώντας μας με δολοφονική έκφραση. Το αστυνομικό απόσπασμα που είχαν κινητοποιήσει, έμοιαζε βγαλμένο από σκηνή ταινίας, στην οποία συλλαμβάνεται κάποιος εξαιρετικά τρομερός φυγάς. Χωρίς καμία απολύτως εξήγηση, μας έβγαλαν τα παπούτσια για να μας εμποδίσουν να το σκάσουμε, και μετά τράβηξαν τις ζώνες μας και μας έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη. Μας έκλεψαν όλα τα προσωπικά μας αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων κινητών, ρολογιών, μετρητών, κ.ο.κ. Εν συνεχεία, οι αστυνομικοί μάς φώναξαν να γονατίσουμε σε μια γραμμή με την πλάτη στον τοίχο, κι αν κάποιος καθυστερούσε, μας έσπρωχναν και μας κλοτσούσαν, πιέζοντάς μας κάτω, προς το πάτωμα. Μετά, διενέργησαν διεξοδική έρευνα, αναποδογυρίζοντας τα έπιπλα και ψάχνοντας σε όλο το σπίτι‧ ύστερα από λίγο, επικρατούσε απόλυτο χάος. Έχοντας παρακολουθήσει τα πάντα, ρώτησα με θυμό: «Δεν παραβιάσαμε κάποιον νόμο, γιατί μας συλλαμβάνετε;» Προς τεράστια έκπληξή μου, ένας αστυνομικός χίμηξε και με έριξε στο πάτωμα με μια γροθιά, ουρλιάζοντάς μου: «Σας συλλαμβάνουμε επειδή πιστεύετε στον Θεό! Δεν θα κλείσουμε μάτι, μέχρι να μαζέψουμε και τον τελευταίο από εσάς!» Τούτη η έκρηξη οργής με άφησε άναυδο, αλλά και με προσγείωσε: Αφού ο Θεός ήταν ό,τι μισούσε περισσότερο η κυβέρνηση του ΚΚΚ, ήταν δυνατόν να αφήσει ήσυχους εμάς, τους πιστούς; Ήμουν τόσο τυφλός και αφελής! Εκείνη τη στιγμή, άρχισα να προσεύχομαι σιωπηλά στον Θεό, ικετεύοντάς Τον να μας προστατεύσει, ώστε να καταφέρουμε να μείνουμε σταθεροί στη μαρτυρία μας και να αποφύγουμε να Τον προδώσουμε. Λίγο αργότερα, ο αστυνομικός που μας φρουρούσε, με ανέκρινε: «Ποιος σας είπε να κηρύττετε παντού τη θρησκεία σας; Ποιος είναι ο επικεφαλής σας;» Είπα: «Η διάδοση του ευαγγελίου είναι εξ ολοκλήρου εθελοντική». Αυτός έβρισε: «Αηδίες! Μην προσπαθήσεις να αρνηθείς τις παρανομίες, νεαρέ, αλλιώς θα σου πούμε εμείς πόσα απίδια παίρνει ο σάκος!» Τότε ακριβώς, άκουσα μια αστυνομικό να φωνάζει από κάποιο άλλο δωμάτιο: «Φέρτε μου μια βελόνα! Μην προσπαθείς να μου κρυφτείς...». Αμέσως ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό, καθώς εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι μια νεαρή αδελφή έλειπε‧ είχε προσπαθήσει να κρυφτεί για να αποφύγει τη σύλληψη, αλλά την είχαν βρει. Η αστυνομικός την άρπαξε και χρησιμοποίησε μια βελόνα για να την τρυπήσει στο δέρμα κάτω από τα νύχια και στις πατούσες, και άρχισε ακόμα και να της ξεριζώνει τα μαλλιά, τούφα-τούφα. Τελικά, άφησαν τη νεαρή αδελφή εκεί, η οποία εν τω μεταξύ είχε λιποθυμήσει, κι όλους εμάς μάς έθεσαν υπό κράτηση, μαζί με όλα τα προσωπικά αντικείμενα που είχαν λεηλατήσει, κι έφυγαν γρήγορα μαζί με εμάς.

Μέχρι το μεσημέρι, η αστυνομία μάς είχε φυλακίσει στο αστυνομικό τμήμα, όπου σύντομα άρχισαν να μας ανακρίνουν χωριστά. Ο υπεύθυνος για τη δική μου ανάκριση ήταν ένας δυνατός, μεγαλόσωμος αστυνομικός και, με το που μπήκα στην αίθουσα ανακρίσεων, μου φώναξε να γονατίσω. Εγώ είπα: «Λατρεύω μόνο τον Θεό‧ μόνο ο Κύριος των ουρανών, της γης και των πάντων αξίζει να γονατίζουμε μπροστά Του. Αρνούμαι κατηγορηματικά να γονατίσω μπροστά σ’ εσένα!» Ακούγοντας τούτο, εκείνος με έδειξε με το δάχτυλο και βρυχήθηκε: «Να ξέρεις ότι εδώ, ακόμα και ο βασιλιάς της κόλασης είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται! Εσύ ποιος σκατά νομίζεις ότι είσαι; Αν δεν σας κάνουμε να πονέσετε λίγο, δεν θα ξέρετε ποιος είναι ο αρχηγός εδώ! Τώρα, γονάτισε, γαμώ το!» Ουρλιάζοντας έτσι, με κλότσησε ώστε να πέσω στο πάτωμα. Στη συνέχεια, άρχισε να με ανακρίνει: «Πες μου ειλικρινά: Εσύ είσαι ο επικεφαλής της εκκλησίας, έτσι δεν είναι; Πού κρατάτε τα βιβλία της εκκλησίας σας;» Ταραγμένος, δεν ήξερα πώς να αποκριθώ, γι’ αυτό ικέτευσα ξανά και ξανά τον Θεό να μου δώσει τη σοφία για να αντιμετωπίσω αυτόν τον κακό αστυνομικό. Μετά την προσευχή, αισθάνθηκα πιο ήρεμος και αναζωογονημένος και είπα μέσα μου: «Προτιμώ να πεθάνω παρά να ξεπουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου. Δεν μπορώ να προδώσω τον Θεό!» Έτσι, είπα στον αστυνομικό: «Δεν ξέρω τίποτα για αυτά τα πράγματα που με ρωτάς. Τι θέλεις να πω;» Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου, και ο κακός αστυνομικός μού έδωσε μια δυνατή γροθιά στο κεφάλι και, αμέσως μετά, συνέχισε να με χτυπά άγρια με τις γροθιές και τα πόδια του. Με έδειρε τόσο πολύ, που έβλεπα αστράκια και το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει, πονώντας τόσο άσχημα, που ήταν σαν να είχε ραγίσει. Σωριάστηκα με φόρα στο πάτωμα. Έπειτα, πήρε στο χέρι του το σημειωματάριο του ευαγγελίου που είχαν βρει πάνω μου, και είπε απειλητικά: «Να, βλέπεις; Έχουμε αποδείξεις, οπότε δεν έχει νόημα να αρνείσαι να μιλήσεις. Πες! Εσύ είσαι ο επικεφαλής, σωστά; Αν δεν ήσουν, δεν θα είχες αυτές τις σημειώσεις!» Βλέποντας ότι δεν έλεγα να μιλήσω, επιχείρησε διαφορετική προσέγγιση, παροτρύνοντάς με: «Μην είσαι ξεροκέφαλος‧ άντε, συνεργάσου. Πες μας τι ξέρεις και θα σε αφήσουμε να φύγεις αύριο». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Θεός με διαφώτισε ώστε να θυμηθώ ένα χωρίο από τις ομιλίες Του: «Όταν ο Θεός και ο Σατανάς όντως μάχονται στο πνευματικό βασίλειο, πώς πρέπει να ικανοποιήσεις τον Θεό και πώς πρέπει να είσαι σταθερός στη μαρτυρία σου σ’ Εκείνον; Θα πρέπει να γνωρίζεις ότι όλα όσα σου συμβαίνουν είναι μια μεγάλη δοκιμασία και η στιγμή που ο Θεός σε χρειάζεται για να γίνεις μάρτυρας. Εξωτερικά, μπορεί να μην φαίνονται σαν κάτι σημαντικό, αλλά όταν συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, δείχνουν εάν αγαπάς τον Θεό ή όχι. Εάν το κάνεις, θα είσαι σε θέση να παραμείνεις σταθερός στη μαρτυρία σου σ’ Εκείνον» («Μόνο αγαπώντας τον Θεό πιστεύεις αληθινά στον Θεό» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού μού επέτρεψαν να δω ξεκάθαρα ότι αυτό ήταν μία μάχη του πνευματικού κόσμου. Δεν γινόταν να ξεγελαστώ από την απάτη του Σατανά, και έπρεπε οπωσδήποτε να παραμείνω σταθερός στη μαρτυρία μου για τον Θεό. Ασχέτως από το πόσα υποτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία είχαν στα χέρια τους, εγώ δεν μπορούσα να αποκαλύψω καμιά πληροφορία σχετικά με την εκκλησία. Ήταν μαρτυρία της αγάπης μου για τον Θεό και αφοσίωση, τις οποίες έπρεπε να διατηρήσω ενώπιον του Θεού. Εν συνεχεία, προσευχήθηκα, και σιγά-σιγά ηρέμησα. Όσο κι αν με βασάνισε, εγώ δεν έβγαλα λέξη. Στο τέλος, ο κακός αστυνομικός ήταν τόσο εξοργισμένος, που έφυγε κοπανώντας την πόρτα.

Λίγο αργότερα, ένας αστυνομικός γύρω στα τριάντα μπήκε μέσα και, σιγά-σιγά, με βοήθησε να σηκωθώ από το πάτωμα και να καθίσω σε μια καρέκλα. Μου έδωσε ακόμη και ένα φλιτζάνι νερό και είπε: «Ορίστε, αδελφέ‧ πιες λίγο νερό. Υπέφερες πολύ». Εγώ εξεπλάγην: Τι γινόταν; Ποιος μπορούσε να με αποκαλεί «αδελφό» σε ένα μέρος σαν αυτό; Προτού προλάβω να το σκεφτώ περαιτέρω, εκείνος συνέχισε: «Αδελφέ, αυτούς τους καιρούς πρέπει να ζούμε λίγο πιο ρεαλιστικά και να είμαστε εντελώς ευέλικτοι. Με κάποιον σαν εσένα, δεν έχουν άλλη επιλογή, παρά να σε χτυπήσουν μέχρι θανάτου. Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ πίστευα κάποτε στον Θεό, έτσι ξέρω ότι η πίστη είναι κάτι καλό —αλλά το να υποφέρεις τόσο πολύ εξαιτίας της, πόσω μάλλον να διακινδυνεύεις τη ζωή σου για χάρη της, απλά δεν αξίζει τον κόπο! Αν καταδικαστείς, θα στιγματιστεί όλη η οικογένειά σου. Να υποθέσω ότι και οι δύο γονείς σου ζουν ακόμα; Αν περάσεις χρόνια στη φυλακή, μέχρι να βγεις δεν θα υπάρχουν πια. Τι θα σκέφτονται για εσένα τα μέλη της οικογένειάς σου;…» Το συναισθηματικό μου δέσιμο με τη μητέρα και τον πατέρα μου ήταν βαθύτερο από ό,τι με οποιονδήποτε άλλο, οπότε κάθε λέξη αυτού του ανθρώπου μού τρυπούσε την καρδιά. Καθώς εικόνες των ηλικιωμένων γονέων μου περνούσαν φευγαλέα από το μυαλό μου, ένοιωσα να με διαπερνά απότομα ένα κύμα σκότους και αδυναμίας, και σκέφτηκα: «Αλήθεια είναι‧ τι θα κάνουν η μαμά κι ο μπαμπάς, αν με καταδικάσουν σε φυλάκιση; Ποιος θα τους φροντίζει;…» Η σκέψη μού έφερε δάκρυα στα μάτια, και μου ήταν αδύνατον να τα σταματήσω. Ο αστυνομικός άρπαξε αμέσως την ευκαιρία, προσπαθώντας να με πείσει περαιτέρω και να με δελεάσει, λέγοντας: «Οπότε πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου να συνεργαστείς μαζί τους‧ αν το πράξεις, αύριο θα είσαι ελεύθερος». Τα λόγια αυτά με ταρακούνησαν ξαφνικά, αφυπνίζοντάς με, και τούτες οι πολύ ιδιαίτερες λέξεις άστραψαν στο μυαλό μου: Δεν πρέπει με τίποτε να γίνεις ένας Ιούδας που προδίδει τον Θεό! Κυριολεκτικά παρά τρίχα! Ο ύπουλος αυτός αστυνομικός είχε σταλεί από τον ίδιο τον Σατανά, για να με παρασύρει να προδώσω τον Θεό. Εκείνη τη στιγμή, τα λόγια του Θεού μού έδωσαν και καθοδήγηση: «Μόνο με την πίστη μπορείς να στήσεις αντιτείχιο ενάντια στην πονηριά του διαβόλου» («Κεφάλαιο 8» του «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Συνειδητοποίησα ότι όλα όσα είχαν πει οι αστυνομικοί αποτελούσαν κόλπα του διαβόλου‧ ήθελαν να επωφεληθούν από τη συναισθηματική αφοσίωση της σάρκας μου, για να με κάνουν να προδώσω τον Θεό. Δεν υπήρχε περίπτωση να με ξεγελάσει η απάτη του Σατανά. Αμέσως μετά, προσευχήθηκα σιωπηλά στον Θεό, πιστεύοντας ότι Εκείνος έπρεπε να αποφασίσει για τις υποθέσεις των γονέων μου, οι οποίες βρίσκονταν ολοκληρωτικά στα χέρια Του. Τις εμπιστεύτηκα, λοιπόν, στην ισχυρή δύναμη του Θεού, και αποφάσισα να μείνω σταθερός στη μαρτυρία μου για Εκείνον. Αποφασιστικά, είπα στον άντρα: «Σ’ ευχαριστώ για τις καλές σου προθέσεις‧ εκτιμώ την καλοσύνη σου. Ωστόσο, δεν γνωρίζω τίποτα για εκκλησιαστικές υποθέσεις». Βλέποντας ότι το κόλπο του δεν πέτυχε, ο κακός αστυνομικός έδειξε ξαφνικά το αληθινό του πρόσωπο, ξεσπώντας σε άγριο θυμό. Δείχνοντάς με με το δάχτυλο, είπε μοχθηρά: «Τότε κάτσε εδώ να πεθάνεις!» κι έφυγε. Γύρω στις 2 το μεσημέρι ήρθαν τρεις ή τέσσερις αστυνομικοί. Με τράβηξαν από την καρέκλα και με έσυραν από τον γιακά στην πόρτα, όπου χρησιμοποίησαν χειροπέδες για να με κρεμάσουν από το δοκάρι. Τέλος, έκαναν το χλευαστικό σχόλιο: «Ορίστε, απόλαυσέ το με την ησυχία σου», κι έφυγαν. Ήταν αδύνατον να ακουμπήσω το πάτωμα και με τα δύο πόδια συγχρόνως‧ αν το ακουμπούσα με το ένα πόδι, ήμουν αναγκασμένος να σηκώσω το άλλο. Οι κινήσεις του σώματός μου έκαναν τις χειροπέδες να σκάβουν τη σάρκα μου, κάτι που ήταν εξωφρενικά επώδυνο. Σχεδόν μια ώρα αργότερα, οι κακοί αστυνομικοί επέστρεψαν, έχοντας φάει και πιει του σκασμού. Χαμογελώντας μοχθηρά, με ρώτησαν πώς ένοιωθα. Μέχρι τότε, εξαιτίας του πόνου, το βαμβακερό παντελόνι και το πουκάμισό μου ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, και όταν με κατέβασαν, και τα δυο μου χέρια ήταν πρησμένα σαν φρατζόλες ψωμί και εντελώς μουδιασμένα. Η συμμορία των κακών αυτών αστυνομικών ήταν αληθινά διαβολική και ανηλεής. Τους μισούσα πέρα για πέρα, ενώ είχα αποκτήσει και μια σαφή εικόνα της κακίας και της σκληρότητας της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Ήταν ένα τσούρμο δαίμονες που αντιστέκονταν στον Θεό και Τον μισούσαν, και το μίσος μου προς το κακό αυτό κόμμα αυξανόταν ραγδαία.

Εκείνο το βράδυ, κάποια στιγμή μετά τις επτά, οι κακοί αστυνομικοί στρίμωξαν εμένα και τέσσερις από τις αδελφές μου σε ένα περιπολικό, για να μας πάνε κάπου αλλού. Όλες οι αδελφές μου ήταν χλωμές‧ προφανώς, και εκείνες επίσης είχαν υποστεί παρόμοια σκληρότητα. Εμψυχώσαμε ο ένας τον άλλον με βλέμματα γεμάτα αποφασιστικότητα. Φτάνοντας στο κρατητήριο, οι κακοί αστυνομικοί άφησαν τις τέσσερις αδελφές μου να βγουν από το όχημα, αλλά εμένα μου είπαν να μείνω στο αυτοκίνητο και σύντομα βγήκαμε και πάλι στον δρόμο. Όταν τους ρώτησα πού με πήγαιναν, ένας από τους αστυνομικούς είπε με συνωμοτικό χαμόγελο: «Αν και δεν έχεις αποκαλύψει καμιά πληροφορία, εμείς ξέρουμε ότι δεν είσαι όποιος κι όποιος στην εκκλησία. Επειδή δεν θέλουμε να είμαστε κακοί οικοδεσπότες, θα σε βγάλουμε έξω για κάνα “μεταμεσονύκτιο κολατσιό”… » Γνωρίζοντας ότι η συμμορία των αχρείων αυτών αστυνομικών δεν έτρεφε καμία καλή πρόθεση, δεν τολμούσα ούτε στιγμή να χαλαρώσω την επιφυλακή μου. Συνέχισα να ικετεύω σιωπηλά τον Θεό να μου δίνει δύναμη και να με φυλάει από το να Τον προδώσω. Λίγο αργότερα, με πήγαν στην Ταξιαρχία Εθνικής Ασφάλειας. Με παρέλαβαν δύο γεροδεμένα κτήνη που με οδήγησαν σε μια αίθουσα ανακρίσεων. Η θέα όλων των οργάνων βασανιστηρίων που βρόμιζαν το δάπεδο σαν σιωπηλές, πεινασμένες τίγρεις, έστειλε ένα κρύο ρίγος στη σπονδυλική μου στήλη. Τότε ακριβώς, ένας από τους κακούς αστυνομικούς φώναξε: «Μαθαίνω ότι είσαι πολύ πεισματάρης. Λοιπόν, εμείς τους πεισματάρηδες σαν εσένα τους τρώμε για πρωινό!» Με το που το είπε αυτό, δύο κακοί αστυνομικοί χίμηξαν μπροστά αλαλάζοντας και με άρπαξαν από τα αυτιά, τραβώντας με όλη τους τη δύναμη. Μέσα στο μισόφωτο, είδα δύο κακόβουλες, διεστραμμένες φάτσες, και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ανεξέλεγκτα. Εκείνη την στιγμή, άκουσα έναν άλλο κακό αστυνομικό να αλυχτά από τα γέλια, λέγοντας: «Το’ χε η κακή σου μοίρα να πέσεις πάνω μου σήμερα. Εμπρός, ας ξεκινήσουμε κάνοντάς σου ένα ντουσάκι». Μόλις το είπε αυτό, με κράτησαν ακίνητο και μου έσχισαν όλα μου τα ρούχα. Στάθηκα εκεί, εντελώς γυμνός στο παγωμένο πάτωμα, με όλο μου το σώμα να ανατριχιάζει και τα δόντια μου να χτυπούν μεταξύ τους. Ο κακός μπάτσος τράβηξε μια μάνικα, σημάδεψε προς το μέρος μου και άνοιξε τη στρόφιγγα. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, με χτυπούσε μια ριπή παγωμένου νερού, δυνατή σαν γροθιά. Ήταν αφόρητα οδυνηρό, σαν κάποιο μαχαίρι να μου ξεφλούδιζε το δέρμα‧ ένοιωθα λες και έπηζε το αίμα που έτρεχε στις φλέβες μου. Μια στιγμή αργότερα, δεν μπορούσα να αισθανθώ τίποτα. Ενώ με κατάβρεχαν με το νερό, οι κακοί μπάτσοι συνέχισαν να μου εκτοξεύουν απειλές: «Αν θέλεις το καλό σου, βιάσου να μιλήσεις‧ αλλιώς, δεν θα ζήσεις για να δεις αύριο τον ήλιο να ανατέλλει!» Πιέζοντας τον εαυτό μου να υπομείνει αυτόν τον πόνο, χαμήλωσα το κεφάλι και δεν είπα τίποτα. Ένας από τους κακούς αστυνομικούς έτριξε τα δόντια του και είπε ότι θα με ζεστάνει, που σήμαινε ότι θα μου έκανε ηλεκτροσόκ. Ως τότε ήμουν τόσο βασανισμένος που δεν είχε απομείνει ούτε μια στάλα δύναμης μέσα μου. Νοιώθοντας τον θάνατο να με πλησιάζει βήμα-βήμα, επικαλέστηκα απελπισμένα τον Θεό: «Θεέ μου! Είμαι πολύ ασήμαντος για να μπορώ να κάνω οτιδήποτε για Εσένα, αλλά σήμερα θέλω να χρησιμοποιήσω τον θάνατό μου για να ταπεινώσω τον Σατανά. Το μόνο που ζητώ είναι να προστατεύσεις την καρδιά μου ώστε να μην απομακρυνθεί από Εσένα, και να μην Σε προδώσω». Οι αστυνομικοί μού άνοιξαν το στόμα διά της βίας και έχωσαν μέσα ένα βρεγμένο κουρέλι, το άλλο άκρο του οποίου ήταν συνδεδεμένο με ένα ηλεκτρικό καλώδιο. Στερέωσαν το ένα άκρο του καλωδίου στο αυτί μου και, στη συνέχεια, αυτός που κρατούσε τον διακόπτη, τον γύρισε. Ξαφνικά αισθάνθηκα όλο το αίμα στο σώμα μου να τινάζεται προς τα πάνω, και ένοιωσα ότι το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να εκραγεί. Ήταν τόσο ανυπόφορο που αισθανόμουν ότι τα μάτια μου θα εκρήγνυνταν, και κάθε νεύρο στο σώμα μου συσπόταν και ένοιωθα σαν να ήταν έτοιμα να σπάσουν. Βλέποντάς με να πονάω τόσο πολύ, το τσούρμο των κακών αστυνομικών ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Μια στιγμή αργότερα, λιποθύμησα. Λίγο αργότερα, με ξύπνησαν ρίχνοντάς μου έναν κουβά κρύο νερό. Όταν συνήλθα, το κουρέλι ήταν ακόμα στο στόμα μου. Ένας αστυνομικός κάγχασε με κακία και ρώτησε: «Τι γεύση έχει; Αν θες να πεις κάτι, απλά κάνε μας νόημα με το κεφάλι σου». Τότε ακριβώς, θυμήθηκα ένα εδάφιο από τον λόγο του Θεού: «Όταν οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους, όλα γίνονται ασήμαντα και κανείς δεν μπορεί να τους νικήσει. Τι θα μπορούσε να είναι πιο σημαντικό από τη ζωή; Έτσι, ο Σατανάς δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα μέσα στους ανθρώπους, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει με τον άνθρωπο» («Κεφάλαιο 36» του «Ερμηνείες των μυστηρίων των λόγων του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού ενίσχυσαν την αποφασιστικότητά μου να επιλέξω να μείνω σταθερός στη μαρτυρία μου, παρά να υποκλιθώ στον Σατανά. Σκέφτηκα: «Κάνε μου ό,τι θες. Στην τελική, μόνο αυτήν τη ζωή έχω‧ στη χειρότερη περίπτωση, θα πεθάνω, αλλά ούτε να σου περάσει από το μυαλό ότι θα πάρεις έστω και μία λέξη από εμένα!» Δεν απάντησα στον αστυνομικό‧ απλά έκλεισα τα μάτια μου, αρνούμενος να τον κοιτάξω. Η ενέργεια αυτή εξόργισε τον κακό αστυνομικό που με χτύπησε με ακόμα ένα κύμα ηλεκτρισμού, μόνο που αυτήν τη φορά το ηλεκτρικό ρεύμα ήταν ακόμα πιο δυνατό από πριν. Σιωπηλά, φώναξα: «Θεέ μου! Σώσε με! Δεν μπορώ να αντέξω άλλο!» Τότε ακριβώς, εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια μου μια ολοζώντανη εικόνα της σταύρωσης του Κυρίου Ιησού: οι άγριοι στρατιώτες να καρφώνουν ένα τεράστιο καρφί στην παλάμη του Κυρίου, τρυπώντας δέρμα και οστά... Το βασανιστήριο του Κυρίου Ιησού προκάλεσε στην καρδιά μου ατελείωτο πόνο, και δεν μπορούσα παρά να ξεσπάσω σε δάκρυα. Στην καρδιά μου, προσευχήθηκα στον Θεό: «Θεέ μου! Εσύ είσαι άγιος‧ είσαι αναμάρτητος. Όμως, προκειμένου να φέρεις τη σωτηρία στην ανθρωπότητα, παρέδωσες Εαυτόν σε εκείνους τους κακούργους και τους άφησες να Σε καρφώσουν πάνω στον σταυρό και να στραγγίσουν και την τελευταία σταγόνα από το αίμα Σου για να λυτρώσεις εμάς, τους ανθρώπους. Θεέ μου, είμαι ένας άκρως διεφθαρμένος άνθρωπος, ένα αντικείμενο που θα πρέπει να καταστραφεί. Έχω αποδεχθεί τη σωτηρία Σου και είμαι αρκετά τυχερός που έχω βιώσει το έργο Σου, γι’ αυτό πρέπει να προσφέρω στον εαυτό μου σε Εσένα. Θεέ μου, ξέρω πέραν πάσης αμφιβολίας ότι, τούτη τη στιγμή, Εσύ βρίσκεσαι στο πλευρό μου, συνοδεύοντάς με μέσα στα δεινά μου. Πάντα με αγαπούσες και επένδυσες πάνω μου ενέργεια. Είμαι πρόθυμος να προσφέρω ολόκληρο το είναι μου για να Σε ικανοποιήσω, ώστε να μη χρειάζεται πλέον να υποφέρεις για λογαριασμό μου ή να ανησυχείς για εμένα». Τότε ακριβώς, οι δύο κακοί αστυνομικοί σταμάτησαν να μου προκαλούν ηλεκτροσόκ. Βλέποντας ότι ο Θεός συμμερίστηκε την αδυναμία μου, η καρδιά μου ξεχείλισε από ευγνωμοσύνη απέναντί Του! Έπειτα από αυτό, παρά το γεγονός ότι οι αστυνομικοί δεν σταμάτησαν να μου κάνουν κακό, δεν ένοιωσα άλλον πόνο. Γνωρίζοντας ότι ο Θεός με προστάτευε και ότι είχε επωμιστεί τον δικό μου πόνο, ένοιωθα βαθιά συγκινημένος για την αγάπη Του, και τα μάτια μου ήταν συνεχώς γεμάτα δάκρυα. Αργότερα, ένας από τους αστυνομικούς ήρθε μέσα, μου έριξε μια ματιά, και είπε στους δύο κακούς αστυνομικούς: «Αρκετά‧ τον ξυλοκοπήσατε μέχρις αναισθησίας και, πάλι, δεν μιλάει. Είμαι σίγουρος ότι δεν ξέρει τίποτα». Μόνο τότε σταμάτησαν να με βασανίζουν. Ήξερα ότι όλο τούτο αποτελούσε μέρος της θαυμαστής ενορχήστρωσης και των διευθετήσεων του Θεού‧ ο Θεός δεν είχε επιτρέψει σε αυτό το τσούρμο των δαιμόνων να βάλει τέλος στη ζωή μου, και είχε κινητοποιήσει κάποιον να έρθει και να τους σταματήσει. Αισθάνθηκα ειλικρινά ευγνώμων για την αγάπη του Θεού.

Καθώς ήμουν χτυπημένος, οι κακοί αστυνομικοί δεν με ανέκριναν άλλο και, γύρω στα μεσάνυχτα, με πήγαν στο κρατητήριο. Ένας δεσμοφύλακας με οδήγησε σε ένα κελί, όπου υπήρχαν περισσότεροι από τριάντα παραβάτες και, καθώς άνοιξε την πόρτα για να με βάλει μέσα, τον άκουσα να χαχανίζει πονηρά και να δίνει οδηγίες στον επικεφαλής κρατούμενο: «Σε λίγο, κάντε σιγά‧ μην κάνετε υπερβολικό θόρυβο». Χαμογελώντας πονηρά, ο επικεφαλής κρατούμενος με κοίταξε από πάνω ως κάτω, και είπε στον δεσμοφύλακα: «Μην ανησυχείς!» Προτού προλάβω να αντιδράσω, η έκφραση του επικεφαλής κρατουμένου σκοτείνιασε και πρόσταξε τους άλλους σε χαμηλό, απειλητικό τόνο, λέγοντας: «Όπως πάντα, αδέρφια. Πιάστε τον!» Όλοι οι φυλακισμένοι σηκώθηκαν και με αγριοκοίταξαν σαν τίγρη που παρακολουθεί το θήραμά της, στέλνοντας ένα παγωμένο ρίγος στη σπονδυλική μου στήλη. Μόλις ο επικεφαλής κρατούμενος κούνησε το χέρι του, όλοι συγκεντρώθηκαν γύρω μου σαν τσούρμο λυσσασμένων λύκων. Κρατώντας με κάτω, έσκισαν όλα μου τα ρούχα και άρχισαν να με χτυπούν με όλη τους τη δύναμη, χρησιμοποιώντας τις επίπεδες σόλες των παπουτσιών τους. Στο τέλος, με χτύπησαν τόσο άσχημα, που λιποθύμησα. Δεν συνήλθα, παρά στις 6 π.μ. της επομένης. Παρατήρησα ότι με είχαν στριμώξει σε κάποια γωνιά, ενώ όλο μου το σώμα μου ήταν τόσο πρησμένο, ώστε δεν μπορούσα να βάλω ρούχα. Κι έτσι ακριβώς παρέμεινα για έξι συνεχόμενες ημέρες, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι από τάβλες, με ολόκληρο το σώμα μου άσχημα μωλωπισμένο και κακοποιημένο. Πέρα από όλα τα άλλα, το εσωτερικό του στόματός μου είχε ψηθεί από τα ηλεκτροσόκ που μου είχαν προκαλέσει οι κακοί αστυνομικοί, σε σημείο που όλος ο ιστός είχε νεκρωθεί, και ο πόνος ήταν τόσο δυνατός, που δεν μπορούσα να καταπιώ ούτε μπουκιά. Φοβούμενοι ότι ο θάνατός μου θα τους προκαλούσε προβλήματα, οι φύλακες έστελναν με τη σειρά τους άλλους κρατούμενους, για να με ταΐζουν σούπα λαχανικών.

Μόλις οι πληγές μου είχαν κλείσει κάπως, οι κακοί αστυνομικοί παρακίνησαν τους κρατουμένους να ξαναρχίσουν τον εκφοβισμό και την κακοποίηση. Νωρίς κάθε πρωί, με έβαζαν να απαγγέλλω τους κανονισμούς των φυλακών‧ αν δεν τα έλεγα καλά, με χτυπούσαν. Επίσης, με ανάγκαζαν να κάνω το καθάρισμα και την μπουγάδα για τους φυλακισμένους που είχαν χρήματα. Αν έκανα το παραμικρό λάθος, μου έριχναν γροθιές και κλοτσιές. Ήξεραν ότι πίστευα στον Θεό, έτσι συχνά έλεγαν επίτηδες μπροστά μου ένα σωρό πράγματα που ήταν βλάσφημα προς τον Θεό, μόνο και μόνο για να με εκνευρίσουν, ενώ μου έλεγαν και ταπεινωτικά λόγια όπως: «Οι άνθρωποι που πιστεύουν στον Θεό δεν αισθάνονται πόνο όταν τις τρώνε; Και δεν μπορείς να δουλεύεις χωρίς να κουράζεσαι; Δεν σε νοιάζει πόσο υποφέρεις, έτσι δεν είναι;…» Για να με βασανίσουν, με υποχρέωναν να καθαρίζω τη λεκάνη της τουαλέτας με τα χέρια, κάτι τόσο αηδιαστικό, που ήθελα να κάνω εμετό‧ με έβαζαν ακόμα και να καθαρίζω τα πλακάκια του δαπέδου με την οδοντόβουρτσά μου, ενώ έριχναν εσκεμμένα τα ψωμάκια μου, που ήταν ψημένα στον ατμό, στην τουαλέτα. Όταν ο φρουρός ερχόταν να επιθεωρήσει την καθαριότητα στο κελί, έβγαζε τα παπούτσια του και περπατούσε σε κύκλο φορώντας λευκές κάλτσες. Αν ανακάλυπτε πάνω τους βρομιά, με χτυπούσε… Αντιμέτωπος με τα ατελείωτα μαρτύρια από τους κακούς αστυνομικούς και τους κρατουμένους, ένοιωθα εντελώς εξασθενημένος και πολύ θλιμμένος. Άρχισα να νοιώθω ότι ήταν καλύτερα να πεθάνω παρά να συνεχίσω να ζω έτσι. Ενώ ήμουν βυθισμένος στην αδυναμία και τον πόνο μου, τα λόγια του Θεού μού έδωσαν την πίστη και το κίνητρο να συνεχίσω να ζω. Θυμήθηκα ότι Εκείνος είχε πει: «Ίσως όλοι σας θυμάστε αυτά τα λόγια: “Διότι η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης”. Στο παρελθόν, όλοι σας είχατε ακούσει αυτό το ρητό, όμως κανείς δεν κατάλαβε το αληθινό νόημα των λέξεων. Σήμερα, γνωρίζετε καλά την αληθινή τους σημασία. Αυτά τα λόγια είναι αυτό που θα επιτύχει ο Θεός τις έσχατες ημέρες. Και θα επιτελεστούν πάνω σε αυτούς που πλήττονται σκληρά από τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα στη γη που βρίσκεται. Ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας διώκει τον Θεό και είναι εχθρός Του, έτσι, σε αυτήν τη γη, εκείνοι που πιστεύουν στον Θεό ταπεινώνονται και διώκονται. Αυτός είναι ο λόγος που αυτά τα λόγια θα γίνουν πραγματικότητα στη δική σας ομάδα ανθρώπων» («Είναι το έργο του Θεού τόσο απλό όσο φαντάζεται ο άνθρωπος;» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού με δίδαξαν ότι η δυνατότητα να υποφέρω ταπείνωση και μαρτύρια εξαιτίας της πίστης μου αποτελούσε σημάδι ότι ο Θεός είχε κάνει μια εξαίρεση και με εξύψωσε —ήταν μια μεγάλη τιμή για μένα! Ωστόσο, εγώ ήμουν δειλός και δεν διέθετα ηθικό τσαγανό‧ επειδή είχα υποστεί κάποιο σωματικό πόνο και είχα ταπεινωθεί λιγάκι, έχασα την πίστη μου στον Θεό και δεν ήμουν πρόθυμος να μείνω σταθερός στη μαρτυρία μου, για να ανταποδώσω την αγάπη του Θεού μέσα από τα δεινά. Ο Θεός είχε πληρώσει τόσο σκληρό τίμημα για να με σώσει —πώς ήταν δυνατόν να Τον ξεπληρώσω με τέτοιον τρόπο; Ήταν δυνατόν να πάω ενάντια στη συνείδησή μου και να ανταποκριθώ με τέτοια αρνητικότητα; Με τίποτα! Δεν υπήρχε καμία απολύτως περίπτωση να είμαι ένας δειλός κλαψιάρης‧ μου ήταν εντελώς αδύνατον να ντροπιάσω το όνομα του Θεού! Στη συνέχεια, προσευχήθηκα εσπευσμένα στον Θεό: «Θεέ μου, Σ’ ευχαριστώ που με διαφώτισες και με έκανες να κατανοήσω το νόημα των δεινών. Προς χάριν της τιμής Σου, είμαι πρόθυμος να υπομείνω κάθε είδους βασάνου‧ επιθυμώ να Σε ικανοποιήσω, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στη φυλακή. Το μόνο που ζητώ είναι να μείνεις μαζί μου, να με διαφωτίζεις και να με καθοδηγείς, και να μου επιτρέψεις να παραμείνω ακλόνητος και απόλυτος στη μαρτυρία μου για Εσένα καθ’ όλη τη διάρκεια του μαρτυρίου του Σατανά». Μετά την προσευχή, αισθάνθηκα ολοκληρωτικά αναζωογονημένος και είχα το θάρρος να αντιμετωπίσω αυτό το δυσχερές περιβάλλον.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι κακοί αστυνομικοί επέστρεψαν για να με ανακρίνουν, λέγοντας ότι δεν ήταν πολύ αργά για να συνεργαστώ μαζί τους και απειλώντας ότι, αν δεν το έκανα, τα πράγματα θα γίνονταν πολύ πιο δύσκολα για εμένα τις επόμενες μέρες. Έχοντας υποβληθεί σε αρκετές ώρες άγριων βασανιστηρίων, ήξερα από πολύ καιρό να διακρίνω μέσα τους τη δαιμονική τους ουσία και τους μισούσα απόλυτα. Επομένως, όσο κι αν με δελέασαν, με απείλησαν και με φοβέρισαν, η πίστη μου δεν ταλαντεύτηκε ούτε χιλιοστό. Αργότερα, άρχισαν να με ανακρίνουν μία φορά ανά δύο εβδομάδες μέχρι που, τελικά, βλέποντας ότι πραγματικά δεν θα έπαιρναν καμία πληροφορία από εμένα, με καταδίκασαν σε διετή αναμόρφωση μέσω εργασίας για τα εγκλήματα της «πρόκλησης δημόσιας αναστάτωσης» και της «συμμετοχής σε παράνομες συγκεντρώσεις».

Στις 24 Φεβρουαρίου του 2006, με έστειλαν σε στρατόπεδο εργασίας. Εξαιτίας της πίστης μου στον Θεό, είχα χαρακτηριστεί ως «πολιτικός παραβάτης», και οι δεσμοφύλακες μού ανέθεσαν σκόπιμα τον πιο σκληρό, κουραστικό και πιο επικίνδυνο φούρνο ψησίματος τούβλων, για να εκτελέσω την αναμορφωτική εργασία μου. Η δουλειά μου ήταν να απομακρύνω τα ψημένα τούβλα από τους φούρνους, όπου η θερμοκρασία ήταν τουλάχιστον τριακόσιοι βαθμοί Κελσίου (572 βαθμοί Φαρενάιτ). Τα πρωινά, η θερμοκρασία ήταν πάρα πολύ χαμηλή, αλλά και πάλι, ήταν πάνω από εκατό βαθμούς (212 βαθμούς Φαρενάιτ). Παρά το γεγονός ότι έπρεπε να δουλεύουμε σε τόσο υψηλές θερμοκρασίες, οι δεσμοφύλακες δεν μας είχαν εξοπλίσει με ρούχα εργασίας, ανθεκτικά στη θερμότητα. Τα προστατευτικά κράνη που φορούσαμε έλιωναν έπειτα από μόλις δύο λεπτά στην περιοχή των φούρνων και, για να αποφύγουμε το έγκαυμα, έπρεπε να κρατάμε την αναπνοή μας ενώ τρέχαμε μέσα-έξω όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Επειδή δεν είχαμε μπότες ανθεκτικές στη θερμότητα, όταν μπαίναμε στην περιοχή των κλιβάνων, έπρεπε να στεκόμαστε πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο‧ αν δεν προσέχαμε, τα πόδια μας φουσκάλιαζαν από τα εγκαύματα. Οι καινούργιοι κρατούμενοι δεν το είχαν συνηθίσει αυτό‧ όταν έμπαιναν μέσα, ήταν ανίκανοι να παραμείνουν για περισσότερο από πέντε δευτερόλεπτα, προτού τρέξουν έξω. Γι’ αυτό, ο αρχηγός του συνεργείου μας κανόνισε ώστε ο κάθε επικεφαλής των ομάδων να είναι οπλισμένος με έναν σωλήνα PVC γεμάτο άμμο‧ όποιος έτρεχε έξω, θα τον χτυπούσαν με τον σωλήνα. Αν και αυτοί οι σωλήνες δεν ήταν αρκετά σκληροί για να σπάνε κόκκαλα, προκαλούσαν σοβαρά επιφανειακά οιδήματα. Οι κατάδικοι τους αποκαλούσαν «κρυφοσφαλιάρες». Όταν μπαίναμε στην περιοχή των φούρνων, δεν τολμούσαμε να αναπνεύσουμε· ήταν σαν να αναπνέαμε φωτιά από τα ρουθούνια. Αφού απομακρύναμε μερικά τούβλα, έπρεπε να σπρώξουμε γρήγορα τα καροτσάκια έξω και, αν έσκαγε κάποια από τις ρόδες, όχι μόνο μας τιμωρούσαν, αλλά προστιθόταν και χρόνος στις ποινές μας, που αποδιδόταν στα εγκλήματα της «καταστροφής του εξοπλισμού παραγωγής και αντίστασης στην αναμόρφωση». Ως κατάδικοι, η καθημερινή μας εργασία ήταν να γεμίζουμε 115 καροτσάκια με μεγάλα τούβλα και 95 με μικρά. Με τέτοια ζέστη, η εργασία αυτή ήταν αδύνατον να ολοκληρωθεί, αλλά οι φύλακες ποτέ δεν σε ρωτούσαν γιατί δεν είχες καταφέρει να την ολοκληρώσεις‧ σε ρωτούσαν μόνο γιατί είχες ανταγωνιστικά αισθήματα ως προς την εργασία. Επειδή η εργασία στη ζέστη με έκανε να ιδρώνω υπερβολικά, κατέληξα να πάθω σοβαρή έλλειψη καλίου. Αρκετές φορές έπεσα κάτω λιπόθυμος, οπότε με πετούσαν πάνω στον τοίχο του φούρνου για να δροσιστώ για μερικά λεπτά. Όταν συνερχόμουν, με έβαζαν να πιώ ένα κύπελλο αλμυρό νερό και με ανάγκαζαν να επιστρέψω στη δουλειά. Αυτή ήταν η πρώτη μου γεύση του τι σημαίνει «φτάνω στα όριά μου» και «αφόρητες κακουχίες», και πώς είναι να προτιμάς να πεθάνεις από το να συνεχίσεις να ζεις. Εδώ, κανείς δεν νοιαζόταν αν ζούσες ή πέθαινες‧ ο αρχηγός του συνεργείου ενδιαφερόταν μόνο για το αν η ομάδα σου είχε ολοκληρώσει την εργασία της ή όχι. Αν ναι, δεν έλεγε τίποτα και αν όχι, πάλι δεν έλεγε τίποτα, αλλά έδειχνε την πόρτα του κλιβάνου και μετά έφευγε. Εν συνεχεία, ο επικεφαλής της ομάδας καλούσε όποιους δεν είχαν τελειώσει τη δουλειά τους να σταθούν στην περιοχή των φούρνων και να τους δείρουν‧ όταν έπεφταν κάτω, καίγονταν τόσο πολύ από το καυτό έδαφος που το δέρμα τους γέμιζε παντού φουσκάλες. Επιπλέον, έπρεπε να γεμίζουν με τούβλα άλλα είκοσι καροτσάκια ημερησίως, και δεν μπορούσαν να σταματήσουν μέχρι να φωνάξουν για έλεος. Αντιμέτωπος με ένα τέτοιο περιβάλλον, ένοιωθα πολύ αδύναμος‧ μερικές μόνο μέρες βασανιστηρίων έμοιαζαν με ταξίδι στην κόλαση. Στο μυαλό μου, τα δύο χρόνια φαίνονταν, πράγματι, ατελείωτα. Δεν ήξερα πώς θα τα έβγαζα πέρα όλον αυτόν τον καιρό, και φοβόμουν ότι είτε θα με έδερναν μέχρι θανάτου οι κακοί αστυνομικοί, είτε θα ψηνόμουν μέχρι θανάτου στις ακραίες θερμοκρασίες. Όσο περισσότερο αναλογιζόμουν τις προοπτικές μου, τόσο πιο παγιδευμένος ένοιωθα‧ αισθανόμουν ότι δεν άντεχα άλλο σε τούτη τη δαιμονική φυλακή —κι έτσι σκέφτηκα να πεθάνω. Από τότε, κάθε μέρα αναζητούσα ευκαιρίες «απελευθέρωσης».

Μια μέρα επιτέλους, η ευκαιρία μου ήρθε. Την ώρα που αναχωρούσε ένα φορτηγό γεμάτο τούβλα, βούτηξα μπροστά στις ρόδες με το κεφάλι. Ωστόσο, οι ρόδες του οχήματος σταμάτησαν ξαφνικά μερικά μόλις εκατοστά μακριά μου‧ όπως αποδείχθηκε, το φορτηγό είχε χαλάσει. Μερικοί κατάδικοι με τράβηξαν μακριά, και ο επικεφαλής δεσμοφύλακας είπε ότι αρνούμαι να δεχτώ την πειθαρχία και είμαι απρόθυμος να αλλάξω τις παλιές μου συνήθειες. Στη συνέχεια, άρχισε να με τιμωρεί. Στο μπροστινό μέρος του πουκαμίσου μου, έχωσαν ένα ηλεκτρικό μπαστούνι που πετούσε σπίθες, και πόνεσα τόσο πολύ που έπεσα στο έδαφος με άγριους σπασμούς. Έπειτα, μου έδεσαν με χειροπέδες τα χέρια στην πλάτη γύρω από έναν τηλεφωνικό στύλο, και με χτυπούσαν ανελέητα με ηλεκτρικά μπαστούνια. Μετά το βραδινό, υποβλήθηκα σε δημόσιο μαστίγωμα, για να αναμορφωθώ και να «διορθώσω» την ιδεολογία μου… Τα ατελείωτα δεινά και μαρτύρια με έκαναν να αισθάνομαι τρόμο, απόγνωση και ανημποριά σε ακραίο βαθμό. Τη στιγμή ακριβώς που πάλευα με το ερώτημα του πώς να συνεχίσω να ζω, ένα χωρίο από τα λόγια του Θεού αναδύθηκε στο μυαλό μου: «Όσο κι αν ο Θεός σε εξευγενίζει, παραμένεις γεμάτος εμπιστοσύνη και δεν χάνεις ποτέ την εμπιστοσύνη σου στον Θεό. Κάνεις ό,τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος. Αυτό ζητά ο Θεός απ’ τον άνθρωπο και η καρδιά του ανθρώπου πρέπει να μπορεί να επιστρέψει ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον και να στραφεί σ’ Εκείνον κάθε στιγμή. Αυτός είναι ένας νικητής. Σε όσους αναφέρεται ο Θεός ως “νικητές” είναι εκείνοι που είναι ικανοί να καταθέσουν μαρτυρία, να διατηρήσουν την αυτοπεποίθησή τους και την αφοσίωσή τους στον Θεό όταν είναι υπό την επιρροή του Σατανά και υπό την πολιορκία του Σατανά, δηλαδή όταν είναι εντός των δυνάμεων του σκότους. Αν είσαι ακόμη ικανός να διατηρήσεις μία καρδιά αγνότητας και την γνήσια αγάπη σου για τον Θεό, ό,τι κι αν γίνει, τότε καταθέτεις μαρτυρία ενώπιον του Θεού και σ’ αυτό αναφέρεται ο Θεός όταν μιλά για τον νικητή» («Πρέπει να διατηρήσεις την αφοσίωσή σου στον Θεό» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού έφεραν μια ακτίνα φωτός και θέρμης στην καρδιά μου, την ώρα ακριβώς που ήμουν στα πρόθυρα να παραιτηθώ από κάθε ελπίδα. Πράγματι‧ ουσιαστικά, ο Θεός ήθελε να ολοκληρώσει μια ομάδα νικητών, που θα ήταν ικανοί να διατηρούν την πίστη και την αφοσίωσή τους προς Εκείνον σε οποιοδήποτε σκληρό περιβάλλον, να ζουν σύμφωνα με τα λόγια Του και, τελικά, να γίνουν ισχυροί και απόλυτοι μάρτυρες για τον Θεό ενώπιον του Σατανά. Ο λόγος που ο Σατανάς είχε χρησιμοποιήσει κάθε δυνατό τρόπο για να με βασανίσει και να με πλήξει ήταν ότι ήθελε να εκμεταλλευτεί την αδυναμία μου, κάνοντάς την επίθεσή του όσο ήμουν πεσμένος και αναγκάζοντάς με να προδώσω τον Θεό —αλλά εγώ δεν ήταν δυνατόν να γίνω σύμβολο της ταπείνωσης του Θεού! Η αγάπη του Θεού για εμένα ήταν απολύτως πραγματική και πρακτική‧ όταν βρισκόμουν στην πιο αδύναμη ώρα μου και λαχταρούσα τον θάνατο, ο Θεός εξακολουθούσε να με προσέχει μυστικά, προστατεύοντάς με και κρατώντας με ζωντανό. Όσο αποδυναμωμένος κι αν ήμουν, δεν είχε ποτέ την παραμικρή πρόθεση να με εγκαταλείψει‧ η αγάπη Του για εμένα είχε παραμείνει σταθερή από την αρχή, και Εκείνος συνέχισε να με διαφωτίζει, να με καθοδηγεί και να με βοηθά να βρω τον τρόπο να ξεφύγω από τον πόνο. Μου ήταν εντελώς αδύνατον να απογοητεύσω τον Θεό ή να πληγώσω τα αισθήματά Του. Ήμουν ευγνώμων για την καθοδήγηση του Θεού‧ μου επέτρεψε εκ νέου να διακρίνω την απάτη του Σατανά και να γυρίσω πίσω από το χείλος του θανάτου. Δεν μπορούσα, παρά να ψάλλω έναν ύμνο: «Την αγάπη μου, την πίστη μου θα Του δώσω και την αποστολή μου θα ολοκληρώσω για να Τον δοξάσω. Είμαι έτοιμος με σθένος να σταθώ, μαρτυρία να δώσω γι’ Αυτόν, ποτέ στον Σατανά να μην ενδώσω. Ω, κι αν σπάσει το κεφάλι μου, κι αν κυλήσει αίμα, το θάρρος του λαού του Θεού δεν θα χαθεί. Του Θεού η αποστολή βασίζεται στην καρδιά· είμαι αποφασισμένος τον διάβολο, τον Σατανά να εξευτελίσω. Πόνος και κακουχίες είναι απ’ τον Θεό ορισμένες· ταπεινώσεις θα υποστώ για να είμαι πιστός σ’ Αυτόν. Ποτέ ξανά δεν θα Τον κάνω να κλάψει ή ν’ ανησυχεί» («Θέλω να δω την ημέρα της δόξας του Θεού» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»).

Μόλις υποτάχθηκα και ένοιωσα πρόθυμος να υπομείνω όλα τα δεινά για να ικανοποιήσω τον Θεό, Εκείνος μού άνοιξε μια πόρτα διαφυγής: Επειδή ο αρχηγός της ομάδας ήταν αγράμματος, με έβαλε να τον βοηθώ να συμπληρώνει τις αναφορές του και, από τότε, δεν ήμουν υποχρεωμένος να μεταφέρω τόσα πολλά τούβλα. Λίγο καιρό αργότερα, ήρθε να με επισκεφθεί μια ηλικιωμένη αδερφή από την εκκλησία. Κράτησε το χέρι μου στο δικό της και είπε δακρυσμένη: «Έχεις υποφέρει, παιδί μου. Οι αδελφοί και οι αδελφές σου ανησυχούν πολύ για εσένα και όλοι μας προσευχόμαστε για εσένα καθημερινά. Πρέπει να παραμείνεις δυνατός και να μην υποκλιθείς ενώπιον του Σατανά. Πρέπει να μείνεις σταθερός στη μαρτυρία σου και να γίνεις μάρτυρας για τον Θεό. Σε περιμένουμε όλοι να γυρίσεις σπίτι». Σε τούτην την κρύα, ανελέητη ανθρώπινη κόλαση, πέρα από τα παρηγορητικά λόγια του Θεού, δεν είχα ακούσει ούτε μία ζεστή λέξη από κάποια ψυχή. Τα ευγενικά αυτά λόγια από τους αδελφούς και τις αδελφές μου, λόγια που άκουγα συχνά πριν από πολύν καιρό, μου χάρισαν τεράστια παρηγοριά και εμψύχωση. Για πολύν καιρό μετά, ένοιωθα ενθαρρυμένος από την αγάπη του Θεού‧ αισθανόμουν πολύ πιο χαλαρός, ενώ το βήμα μου ήταν πιο ζωηρό την ώρα της δουλειάς. Από όλες τις μέρες που έμεινα στη φυλακή, εκείνες πέρασαν με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Τούτο ίσχυε ιδιαίτερα για τους τελευταίους τέσσερις μήνες μου. Πάντα ήμουν πρώτος στη σειρά στη μηνιαίως αναγγελλόμενη λίστα με τα ονόματα των καταδίκων, των οποίων οι ποινές είχαν μειωθεί. Τους προηγούμενους μήνες, ο εν λόγω κατάλογος περιλάμβανε μόνο επικεφαλής κρατουμένους και αρχηγούς συνεργείων‧ κατάδικοι χωρίς χρήματα ή εξουσία είχαν μείνει απ’ έξω. Για έναν χριστιανό όπως εγώ, που η κυβέρνηση του ΚΚΚ είχε χαρακτηρίσει ως «πολιτικό παραβάτη», ήταν ακόμη πιο απίθανο να τύχει τέτοιας μεταχείρισης. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι άλλοι κρατούμενοι πάντα με περικύκλωναν, ρωτώντας: «Πώς τα κατάφερες;» Κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, ευχαριστούσα τον Θεό βαθιά μέσα στην καρδιά μου, επειδή ήξερα ότι ήταν αποτέλεσμα του μεγάλου ελέους Του προς εμένα‧ η αγάπη του Θεού μού είχε δώσει δύναμη.

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 2009, με άφησαν ελεύθερο με πρόωρη αποφυλάκιση υπό όρους. Σύντομα, επέστρεψα στην εκκλησία και συνέχισα την εκκλησιαστική ζωή, συμμετέχοντας εκ νέου στις τάξεις εκείνων που διέδιδαν το ευαγγέλιο. Μετά από εκείνη τη δύσκολη περίοδο, ήμουν πιο αποφασισμένος και ώριμος από πριν, και εκτιμούσα ακόμα περισσότερο την ευκαιρία να εκπληρώνω το καθήκον μου. Επειδή είχα δει το αληθινό πρόσωπο της αντίστασης της κυβέρνησης του ΚΚΚ στον Θεό και της σκληρότητάς της απέναντι στους ανθρώπους, είχα ακόμα βαθύτερη αίσθηση του πόσο πολύτιμη είναι η σωτηρία του Θεού. Αν ο Θεός δεν είχε έρθει προσωπικά, ενσαρκωμένος, για να επιτελέσει το έργο της απόδοσης της σωτηρίας στην ανθρωπότητα, όλοι όσοι ζούσαν υπό τη σφαίρα επιρροής του Σατανά, θα συντρίβονταν και θα καταβροχθίζονταν από αυτόν. Από τότε και μετά, κάθε φορά που εκπλήρωνα το καθήκον μου, η στάση μου ήταν πάρα πολύ διαφορετική από ό,τι στο παρελθόν‧ αισθανόμουν ότι το έργο της διάδοσης του ευαγγελίου και της σωτηρίας των ψυχών των ανθρώπων ήταν υψίστης σημασίας, και ήθελα να αφιερώσω όλη μου την αφοσίωση και να δαπανήσω όλη μου την ενέργεια για το υπόλοιπο της ζωής μου, φέρνοντας περισσότερους ανθρώπους ενώπιον του Θεού. Επίσης, ήθελα να τους δώσω τη δυνατότητα να αφυπνιστούν από το πέπλο σύγχυσης και δόλου της αθεϊστικής αυτής κυβέρνησης, να δεχθούν την παροχή ζωής του Θεού και να αποκτήσουν τη σωτηρία Του. Κοιτάζοντας πίσω αυτά τα δύο ατελείωτα χρόνια φυλακής, ξέρω ότι ο Σατανάς προσπάθησε μάταια να χρησιμοποιήσει την τυραννική του κακοποίηση για να με εξαναγκάσει να προδώσω τον Θεό. Εντούτοις, ο Θεός χρησιμοποίησε εκείνο το άθλιο περιβάλλον για να αυξήσει την πίστη, την αφοσίωση και την υποταγή μου, εξαγνίζοντας τα συγκεχυμένα αισθήματα της αγάπης μου για Αυτόν, και επιτρέποντάς μου να συνειδητοποιήσω τη σοφία και την παντοδυναμία Του και να αποκτήσω βαθιά αναγνώριση του γεγονότος ότι ο Θεός είναι η σωτηρία της ανθρωπότητας, και ότι είναι αγάπη! Μέσα από την καρδιά μου ξεχύθηκαν απεριόριστη λατρεία και αίνος για τον Θεό!

Προηγούμενο: 6. Μετά την ταλαιπωρία που υπέμεινα, η αγάπη μου για τον Θεό είναι ακόμα πιο δυνατή

Επόμενο: 8. Δεινά και δοκιμασίες—οι ευλογίες του να έχεις εύνοια

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο