25. Αφύπνιση εν μέσω δεινών και δυσκολιών

—Η αληθινή εμπειρία διωγμού ενός δεκαεπτάχρονου χριστιανού

Από τον Γουάνγκ Τάο, επαρχία Σαντόνγκ

Είμαι χριστιανός στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού. Ήμουν το πιο τυχερό παιδί μεταξύ των ομήλικών μου, γιατί στην ηλικία των οκτώ, ακολούθησα τους γονείς μου αποδεχόμενος το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Παρόλο που ήμουν νέος την εποχή εκείνη, ήμουν πολύ ευτυχής που πίστευα στον Θεό και διάβαζα τον λόγο του Θεού. Συνεχίζοντας να διαβάζω τον λόγο του Θεού και να συναναστρέφομαι τα παλαιότερα μέλη της εκκλησίας, μετά από αρκετά χρόνια, κατόρθωσα να κατανοήσω ένα μέρος της αλήθειας. Ιδιαίτερα όταν έβλεπα όλους τους αδελφούς και τις αδελφές μου να επιδιώκουν την αλήθεια και να εργάζονται για να γίνουν έντιμοι άνθρωποι, και τους έβλεπα όλους να έχουν αρμονικές σχέσεις, ένιωθα ότι αυτές ήταν οι πιο ευτυχισμένες, οι πιο χαρούμενες στιγμές. Αργότερα, άκουσα το εξής σε ένα κήρυγμα: «Στην ηπειρωτική Κίνα, αν κάποιος πιστεύει στον Θεό, επιδιώκει την αλήθεια και ακολουθεί τον Θεό, παίζει πραγματικά τη ζωή του κορώνα γράμματα. Αυτό δεν αποτελεί επ’ ουδενί υπερβολή» (από το κεφάλαιο «Ερωτήσεις και απαντήσεις» στο βιβλίο «Κηρύγματα και Συναναστροφή για την Είσοδο στη Ζωή, Τόμος Γ'»).Τότε, δεν κατάλαβα τι σήμαινε αυτό, αλλά μέσω της συναναστροφής των αδελφών μου, έμαθα ότι οι πιστοί στον Θεό συλλαμβάνονται από την αστυνομία και ότι επειδή η Κίνα είναι αθεϊστική χώρα, δεν υπάρχει ανεξιθρησκεία. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, δεν πίστεψα αυτά τα λόγια. Νόμιζα ότι επειδή ήμουν παιδί, ακόμα κι αν με συνελάμβαναν, η αστυνομία δεν θα μου έκανε τίποτα. Αυτό άλλαξε την ημέρα που προσωπικά βίωσα τη σύλληψη και τη βαναυσότητα στα χέρια της αστυνομίας. Τελικά, είδα ξεκάθαρα ότι οι αστυνομικοί, τους οποίους εκτιμούσα σαν να ήταν θείοι μου, ήταν στην πραγματικότητα μια αγέλη μοχθηρών διαβόλων!

Όταν ήμουν 17 ετών, το βράδυ της 5ης Μαρτίου 2009, ένας μεγαλύτερος αδελφός και εγώ γυρίζαμε σπίτι αφού είχαμε κηρύξει το ευαγγέλιο, όταν ξαφνικά, ένα όχημα της αστυνομίας μάς μπλόκαρε τον δρόμο. Πέντε αστυνομικοί πήδηξαν αμέσως έξω από το αυτοκίνητο και, χωρίς καμία προειδοποίηση, άρπαξαν το ηλεκτρικό σκούτερ μας σαν ληστές, μας έσπρωξαν στο έδαφος και μας έβαλαν με τη βία χειροπέδες. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά, που ζαλίστηκα. Συχνά, άκουγα τους αδελφούς και τις αδελφές μου να μιλάνε για το ότι συλλαμβάνονταν οι πιστοί στον Θεό, αλλά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα συνέβαινε σε μένα εκείνη την ημέρα. Με κατέλαβε πανικός. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζα ότι θα σπάσει. Έκανα έκκληση συνεχώς στον Θεό από μέσα μου: «Παντοδύναμε Θεέ! Η αστυνομία με έχει συλλάβει, και φοβάμαι πολύ. Δεν ξέρω τι θα πρέπει να κάνω ή τι σχεδιάζουν να μου κάνουν, γι’ αυτό, Σε παρακαλώ να προστατέψεις την καρδιά μου». Ένιωσα πολύ πιο ήρεμος αφού προσευχήθηκα. Νόμιζα ότι η αστυνομία δεν θα έκανε στην ουσία τίποτα σε ένα παιδί σαν εμένα, οπότε δεν ένιωθα πολύ νευρικός. Εντούτοις, η κατάσταση δεν ήταν καθόλου τόσο απλή όσο νόμιζα. Όταν οι αστυνομικοί βρήκαν βιβλία σχετικά με την πίστη στον Θεό πάνω μας, τα χρησιμοποίησαν ως αποδεικτικά στοιχεία για να δικαιολογήσουν την προσαγωγή μας στο αστυνομικό τμήμα.

Ήταν αρχές της άνοιξης στη βόρεια Κίνα, και ο καιρός ήταν ακόμα πολύ κρύος, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους μείον 3-4 βαθμούς Κελσίου τη νύχτα. Ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος μάς πήρε με βία τα παλτά, τα παπούτσια μας, ακόμα και τις ζώνες μας, και μας έδεσε πισώπλατα τα χέρια σφιχτά με χειροπέδες. Ήταν πολύ οδυνηρό. Διέταξε αρκετούς αστυνομικούς να μας κρατήσουν στο πάτωμα και, εν συνεχεία, μαστίγωσαν βάναυσα το πρόσωπο και το κεφάλι μας με δερμάτινα λουριά, προκαλώντας μου αμέσως οξείς πόνους στο κεφάλι —το ένιωθα σαν να επρόκειτο να εκραγεί, και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό μου παρά τη θέλησή μου. Εξοργίστηκα εκείνη τη στιγμή, επειδή το σύνθημα «Να είστε κόσμιοι κατά τον χειρισμό υποθέσεων» ήταν γραμμένο ξεκάθαρα στον τοίχο, ωστόσο μας φέρονταν σαν άγριοι λήσταρχοι ή δολοφόνοι! Δεν ήταν καθόλου κόσμιοι! Οργισμένος, ρώτησα επιτακτικά: «Τι έγκλημα έχουμε διαπράξει; Γιατί μας συλλαμβάνετε και μας χτυπάτε;» Καθώς συνέχιζε να με μαστιγώνει, ένας από αυτούς τους μοχθηρούς αστυνομικούς είπε κακόβουλα: «Καθαρματάκι, μη μου μιλάς μ’ αυτόν τον τόνο! Ήρθαμε εδώ για να πιάσουμε τους πιστούς στον Παντοδύναμο Θεό! Είσαι ένας νεαρός άνδρας που θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε, γιατί επέλεξες αυτό; Ποιος είναι ο επικεφαλής σας; Από πού πήρατε αυτά τα βιβλία; Απάντησέ μου! Εάν δεν απαντήσεις, θα σε χτυπήσω μέχρι θανάτου!» Τότε, πρόσεξα ότι ο μεγαλύτερος αδελφός μου έσφιγγε τα δόντια του και αρνούταν να πει την παραμικρή λέξη, οπότε πήρα τον εξής όρκο: «Κι εγώ αρνούμαι να γίνω Ιούδας! Ακόμα κι αν με χτυπήσουν μέχρι θανάτου, δεν θα μιλήσω! Η ζωή μου είναι στα χέρια του Θεού, και ο Σατανάς και οι διάβολοι δεν έχουν καμία εξουσία πάνω μου». Όταν είδε ότι κανείς μας δεν μιλούσε, ο διοικητής του τμήματος έγινε έξαλλος και ούρλιαζε, κουνώντας μας το δάχτυλο: «Εντάξει λοιπόν! Θέλετε να το παίξετε σκληροί; Δεν μιλάτε; Δώστε τους ένα καλό ξύλο! Δείξτε τους τι πραγματικά παίζει και δώστε τους να καταλάβουν ποιος είναι σκληρός!» Οι μοχθηροί αυτοί αστυνομικοί όρμησαν αμέσως επάνω μας, αρπάζοντάς μας από το πηγούνι, ενώ μας γρονθοκοπούσαν τόσο δυνατά στο πρόσωπο, που είδα τον ουρανό σφοντύλι, και το πρόσωπό μου έκαιγε από τον δριμύ πόνο. Οι γονείς μου με είχαν κανακέψει και με είχαν φροντίσει από την παιδική ηλικία. Δεν είχα βιώσει ποτέ τέτοια βία. Ένιωθα τέτοια ταπείνωση, που δεν μπορούσα παρά να κλάψω, και σκέφτηκα: «Αυτοί οι αστυνομικοί είναι τόσο βάναυσοι και τόσο παράλογοι! Στο σχολείο, οι δάσκαλοί μας πάντοτε μας έλεγαν να πηγαίνουμε στην αστυνομία αν είχαμε πρόβλημα. Έλεγαν ότι η αστυνομία “υπηρετούσε τον λαό” και ήταν “ήρωες που προστάτευαν τους καλούς ανθρώπους από τη βία”, αλλά τώρα, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουμε στον Παντοδύναμο Θεό και βαδίζουμε στο σωστό μονοπάτι στη ζωή, μας συλλαμβάνουν αυθαίρετα και μας ξυλοκοπούν ανελέητα. Πώς θα μπορούσαν αυτοί να είναι η “Λαϊκή Αστυνομία”; Δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αγέλη διαβόλων! Δεν είναι άξιο απορίας το ότι σε ένα κήρυγμα αναφέρεται: “Κάποιοι λένε ότι ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας είναι κακό πνεύμα, κάποιοι λένε ότι είναι αγέλη αδικοπραγούντων, αλλά ποια είναι, άραγε, η φύση και η ουσία του μεγάλου κόκκινου δράκοντα; Αυτή ενός κακού δαίμονα. Είναι μια αγέλη κακών δαιμόνων που αντιστέκονται και επιτίθενται στον Θεό! Αυτοί οι άνθρωποι είναι μια σωματική εκδήλωση του Σατανά, ο Σατανάς ενσαρκωμένος, η ενσάρκωση κακών δαιμόνων! Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι άλλοι από τον Σατανά και τους κακούς δαίμονες” (από το κεφάλαιο «Η αληθινή σημασία της απάρνησης του μεγάλου κόκκινου δράκοντα για τη λήψη της σωτηρίας» στο βιβλίο «Κηρύγματα και Συναναστροφή για την Είσοδο στη Ζωή, Τόμος Γ'»). Στο παρελθόν, εξαπατήθηκα από τα ψέματά τους, πιστεύοντας ότι οι αστυνομικοί ήταν “καλοί άνθρωποι” που εργάζονταν για λογαριασμό των συνηθισμένων ανθρώπων. Δεν συνειδητοποίησα ότι αυτή ήταν μια ψεύτικη εικόνα, αλλά σήμερα, βλέπω επιτέλους ότι είναι όντως μια αγέλη μοχθηρών διαβόλων που αντιστέκονται στον Θεό!» Δεν θα μπορούσα παρά να αρχίσω να τους μισώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Όταν ο διοικητής του τμήματος είδε ότι εξακολουθούσαμε να μη μιλάμε, φώναξε: «Δώστε τους άλλο ένα καλό ξύλο!» Δύο από τα τσιράκια του μας όρμησαν. Μας διέταξαν να καθίσουμε στο πάτωμα με τα πόδια μας τεντωμένα και στη συνέχεια, κλοτσούσαν τα πόδια μας με τα δερμάτινα παπούτσια τους, ενώ στέκονταν πάνω στα πόδια μας και μας ποδοπατούσαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Τα πόδια μου πονούσαν τόσο, που ένιωθα ότι πήγαιναν να σπάσουν και δεν μπορούσα να σταματήσω να ουρλιάζω, αλλά όσο περισσότερο ούρλιαζα, τόσο πιο άγρια με χτυπούσαν. Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να υπομείνω τον πόνο, καθώς έκανα έκκληση στον Παντοδύναμο Θεό μέσα μου: «Θεέ μου! Αυτοί οι διάβολοι είναι υπερβολικά βάναυσοι! Δεν μπορώ, πραγματικά, να το αντέξω αυτό. Σε παρακαλώ, δώσε μου πίστη και προστάτεψέ με, ώστε να μη Σε προδώσω». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το εξής εδάφιο των λόγων του Θεού μού πέρασε από το μυαλό: «Πρέπει να γνωρίζεις πως τα πάντα στο περιβάλλον γύρω σου βρίσκονται εκεί επειδή Εγώ το επέτρεψα· Εγώ διευθετώ τα πάντα. Δες ξεκάθαρα και ικανοποίησε την καρδιά Μου στο περιβάλλον που σου προσέφερα. Μη φοβάσαι· ο Παντοδύναμος Θεός των δυνάμεων θα είναι σίγουρα μαζί σου· φυλάει τα νώτα σας και είναι η ασπίδα σας» («Κεφάλαιο 26» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού ήταν πηγή μεγάλης πίστης και δύναμης για μένα. Κατάλαβα ότι οι συνθήκες που βίωνα, συνέβαιναν με την έγκριση του θρόνου του Θεού, και ότι αυτή ήταν η ώρα που έπρεπε να παραμείνω ακλόνητος στη μαρτυρία μου για τον Θεό. Παρόλο που ήμουν νέος, είχα τον Θεό ως δυνατό μου στήριγμα, οπότε δεν είχα τίποτα να φοβάμαι! Ήμουν αποφασισμένος να παραμείνω ακλόνητος στη μαρτυρία μου για τον Θεό, να μην είμαι επ’ ουδενί δειλός, και να μην υποταχθώ στον Σατανά! Μέσα από τη νουθεσία και την καθοδήγηση του λόγου του Θεού, βρήκα την αυτοπεποίθηση και την αποφασιστικότητα να αντέξω τα δεινά, να παραμείνω ακλόνητος στη μαρτυρία μου για τον Θεό.

Εκείνο το βράδυ, μετά τις 7 μ.μ., ο διοικητής του τμήματος ήρθε να με ανακρίνει ξανά. Με διέταξε να καθίσω στο κατάκρυο τσιμεντένιο πάτωμα, προσπαθώντας σκόπιμα να με κάνει να παγώσω. Μόνο όταν κρύωσα τόσο πολύ που και τα δύο πόδια μου είχαν μουδιάσει και έτρεμα πατόκορφα, διέταξε τα τσιράκια του να με σηκώσουν και να με ακουμπήσουν στον τοίχο, ενώ κατόπιν, μου προκαλούσε ανηλεώς ηλεκτροσόκ στα χέρια και στο πηγούνι μου με ένα ηλεκτρικό γκλομπ. Τα ηλεκτροσόκ έκαναν τα χέρια μου να γεμίσουν φουσκάλες και να μουδιάσουν όλα τα δόντια μου από τον πόνο (ακόμα και σήμερα, εξακολουθούν να με πονούν τα δόντια μου όταν μασάω). Αλλά ακόμα και τότε, αυτός ο διάβολος, έξαλλος από οργή, δεν είχε χορτάσει. Άρχισε απλώς να χρησιμοποιεί το ηλεκτρικό του γκλομπ στη βουβωνική μου χώρα. Ο πόνος του μαρτυρίου ήταν ανείπωτος, αλλά αυτός τίναξε πίσω το κεφάλι του και γέλασε. Εκείνη τη στιγμή, μίσησα αυτόν τον δαίμονα, που δεν είχε ίχνος ανθρωπιάς, μέχρι το κόκαλο. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το πώς αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί με ανέκριναν ή με βασάνιζαν, έσφιγγα τα δόντια μου και αρνιόμουν να πω λέξη. Συνέχισαν μέχρι τις δύο ή τρεις το πρωί, μέχρι που ολόκληρο το σώμα μου είχε μουδιάσει —δεν είχα καμία αίσθηση πουθενά. Τελικά, αφού είχαν κουραστεί να με ξυλοκοπούν, με τράβηξαν σε ένα δωματιάκι και με έδεσαν με χειροπέδες με τον μεγαλύτερο αδελφό που είχε συλληφθεί μ’ εμένα. Μας διέταξαν να καθίσουμε στο παγωμένο πάτωμα, και στη συνέχεια, δύο από αυτούς ανέλαβαν να μας παρακολουθούν, για να φροντίζουν να μην κοιμηθούμε. Τη στιγμή που κάποιος από εμάς έκλεινε τα μάτια του, μας γρονθοκοπούσαν και μας κλωτσούσαν. Αργότερα, εκείνο το βράδυ, έπρεπε να πάω στο μπάνιο, αλλά οι μοχθηροί αυτοί αστυνομικοί μού φώναξαν: «Καθαρματάκι, μέχρι να μας πεις αυτό που θέλουμε να μάθουμε, δεν πας πουθενά! Κάν’ τα πάνω σου!» Τελικά, πράγματι, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ πια, και αναγκάστηκα να ανακουφιστώ πάνω μου. Με εκείνο το τσουχτερό κρύο και το χοντρό μου παντελόνι μούσκεμα από ούρα, κρύωνα τόσο, που δεν μπορούσα να σταματήσω να τρέμω.

Αφού υπέμεινα τόσο βάναυσα βασανιστήρια από αυτούς τους διαβόλους, ένιωθα αφόρητο πόνο παντού, και δεν μπορούσα παρά να αρχίσω να νιώθω αδύναμος και αρνητικός: «Πραγματικά, δεν ξέρω τι βασανιστήρια θα μου κάνουν αύριο. Θα μπορέσω να τα αντέξω;» Αλλά εκείνη τη στιγμή, ο μεγαλύτερος αδελφός, ανησυχώντας για το ότι δεν θα μπορούσα να αντέξω τα δεινά και για το ότι ένιωθα αρνητικός, μου ψιθύρισε με έγνοια: «Τάο, πώς νιώθεις για αυτούς τους μοχθηρούς διαβόλους που μας βασανίζουν έτσι σήμερα; Μετανιώνεις που πιστεύεις στον Παντοδύναμο Θεό και κάνεις το καθήκον σου;» Είπα: «Όχι, απλώς νιώθω ταπεινωμένος που ξυλοκοπήθηκα από αυτούς τους διαβόλους. Νόμιζα ότι δεν θα μου έκαναν τίποτα επειδή είμαι παιδί. Δεν είχα ιδέα ότι θα ήταν διατεθειμένοι να με σκοτώσουν». Ο μεγαλύτερος αδελφός μου συναναστράφηκε με ειλικρίνεια: «Έχουμε ακολουθήσει το μονοπάτι της πίστης στον Θεό και βαδίζουμε στο σωστό μονοπάτι στη ζωή χάρη στην καθοδήγηση του Θεού, αλλά ο Σατανάς δεν θέλει να ακολουθούμε τον Θεό ή να σωθούμε πλήρως. Ανεξαρτήτως από το τι συμβαίνει, πρέπει να παραμείνουμε ακλόνητοι στην πίστη μας. Δεν πρέπει ποτέ να υποταχθούμε στον Σατανά. Δεν μπορούμε να ραγίσουμε την καρδιά του Θεού». Αυτά τα λόγια του αδελφού ήταν πολύ ενθαρρυντικά. Ένιωσα παρηγοριά, και δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ τα λόγια του Θεού: «Τι είναι ο νικητής; Οι καλοί στρατιώτες του Χριστού οφείλουν να είναι γενναίοι και να βασίζονται σ’ Εμένα για να είναι δυνατοί πνευματικά. Οφείλουν να αγωνίζονται για να γίνουν μαχητές και να πολεμούν τον Σατανά μέχρι θανάτου» («Κεφάλαιο 12» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα το θέλημα του Θεού και ένιωσα δύναμη μέσα στην καρδιά μου. Δεν αισθανόμουν πλέον ταπεινωμένος ή δυστυχισμένος, αλλά ήμουν πρόθυμος να αντιμετωπίσω αυτή τη δοκιμασία με γενναιότητα. Ανεξάρτητα από το πώς με βασάνιζε ο Σατανάς ο διάβολος, θα στηριζόμουν στον Θεό για να νικήσω τον Σατανά. Θα έδειχνα στον Σατανά ότι όλοι οι πιστοί στον Παντοδύναμο Θεό είναι επίλεκτοι στρατιώτες Του, οι άτρωτοι πολεμιστές Του, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.

Το επόμενο πρωί, αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί με έφεραν πίσω στην αίθουσα ανακρίσεων, και αυτός ο διάβολος, ο διοικητής του τμήματος, προσπάθησε και πάλι να με εξαναγκάσει να ομολογήσω. Χτύπησε το τραπέζι καθώς κουνούσε το δάχτυλο μπροστά στη μύτη μου και με έβρισε, λέγοντας: «Ξανασκέφτηκες τη χτεσινή νύχτα, νεαρέ; Πόσο καιρό πιστεύεις στον Παντοδύναμο Θεό; Σε πόσους ανθρώπους έχεις κάνει κήρυγμα; Απάντα στις ερωτήσεις μας, αλλιώς θα νιώσεις πολύ περισσότερο πόνο!» Σκέφτηκα: «Δεν μπορώ να φοβάμαι πια τον Σατανά. Πρέπει να φανώ άνδρας και να έχω κουράγιο!» Έτσι, είπα αποφασιστικά: «Δεν ξέρω τίποτα!» Ο μοχθηρός διοικητής του τμήματος έγινε έξαλλος από θυμό και φώναξε: «Νεαρέ, θέλεις να πεθάνεις; Γιατί θα σε σκοτώσω πριν τελειώσουμε, και τότε θα το βουλώσεις μια και καλή!» Φωνάζοντας αυτά, μου χίμηξε, με άρπαξε άγρια από τα μαλλιά και κοπάνησε το κεφάλι μου στον τοίχο. Τα αυτιά μου άρχισαν αμέσως να κουδουνίζουν, και ο πόνος ήταν τόσο έντονος, που δεν μπορούσα παρά να φωνάξω, ενώ δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό μου. Τελικά, αφού αυτοί οι διάβολοι συνειδητοποίησαν ότι δεν θα έπαιρναν αυτό που ήθελαν από μένα, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να με στείλουν πίσω στο δωματιάκι. Στη συνέχεια, πήραν τον μεγαλύτερο αδερφό για ανάκριση. Μετά από λίγη ώρα, τον άκουσα να ουρλιάζει από τον πόνο και ήξερα ότι του είχαν κάνει κάτι φρικτό. Ήμουν κουλουριασμένος στο δωματιάκι σαν ένα αρνάκι περικυκλωμένο από άγριους λύκους που αισθάνεται απαρηγόρητο και αβοήθητο, και καθώς τα δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου, προσευχόμουν στον Θεό για να Του ζητήσω να προστατεύσει αυτόν τον αδελφό από τους μοχθηρούς εκείνους διαβόλους καθώς προσπαθούσαν να τον αναγκάσουν να ομολογήσει μέσω βασανιστηρίων. Μας ανέκριναν κατ’ αυτόν τον τρόπο για τρία μερόνυχτα, χωρίς καν να μας δώσουν μια μπουκιά φαΐ ή μια γουλιά νερό. Κρύωνα και πεινούσα, ήμουν ζαλισμένος, και το κεφάλι μου είχε πρηστεί και πονούσε απίστευτα. Φοβούμενοι μη μας σκοτώσουν, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να σταματήσουν τα βασανιστήριά τους.

Μετά τα βάναυσα και απάνθρωπα βασανιστήρια της κυβέρνησης του ΚΚΚ, βίωσα, πραγματικά, αυτά που είχα ακούσει σε ένα κήρυγμα: «Στις φυλακές του μεγάλου κόκκινου δράκοντα, ανεξάρτητα από το αν είσαι άνδρας ή γυναίκα, μπορούν να σε κακοποιήσουν με όποιον τρόπο θέλουν. Είναι παλιάνθρωποι και κτήνη. Κακοποιούν αυθαίρετα τους ανθρώπους με ηλεκτρικά γκλομπ, και σας κάνουν ό,τι φοβάστε περισσότερο. Υπό το κράτος του μεγάλου κόκκινου δράκοντα, οι άνθρωποι παύουν να έχουν ανθρώπινη φύση και είναι κατώτεροι και από ζώα. Ο μεγάλος κόκκινος δράκοντας είναι ακριβώς τόσο βάναυσος και απάνθρωπος. Είναι θηρία, διάβολοι, στερούνται παντελώς λογικής. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να λογικευτούν, επειδή δεν έχουν λογική» (από το κεφάλαιο «Η αληθινή σημασία της απάρνησης του μεγάλου κόκκινου δράκοντα για τη λήψη της σωτηρίας» στο βιβλίο «Κηρύγματα και Συναναστροφή για την Είσοδο στη Ζωή, Τόμος Γ'»). Εκείνη τη στιγμή, είδα τελικά ξεκάθαρα την αντιδραστική ουσία της κυβέρνησης του ΚΚΚ ως εχθρού του Θεού. Είναι, πράγματι, μια εκδήλωση του Σατανά, ένας δαίμονας που δολοφονεί χωρίς ενδοιασμούς! Δεν έχουν ηθική ή αναστολές, ούτε καν δείχνουν έλεος σ’ εμένα, ένα ανήλικο παιδί. Είναι πανέτοιμοι να με δολοφονήσουν, μόνο και μόνο επειδή πιστεύω στον Θεό και βαδίζω στο σωστό μονοπάτι στη ζωή. Δεν είναι παρά βάναυσα τέρατα χωρίς αρχές, ηθική ή ανθρωπιά. Πλέον, δεν διατηρούσα φρούδες ελπίδες ότι η αστυνομία θα με μεταχειριζόταν με οίκτο λόγω της ηλικίας μου. Εκλιπάρησα μόνο να με προστατέψει ο Παντοδύναμος Θεός και να με καθοδηγήσει να ξεπεράσω τα βάναυσα μαρτύρια του Σατανά και των δαιμόνων, να μπορώ να αντέξω όλα τα δεινά και να γίνω ηχηρός μάρτυρας για τον Θεό.

Το απόγευμα της 9ης Μαρτίου, όταν οι μοχθηροί αστυνομικοί είδαν ότι όντως δεν θα μας έπαιρναν λέξη, μας άρπαξαν το χέρι και μας ανάγκασαν να υπογράψουμε πλαστές ομολογίες, με τις κατηγορίες «της βλάβης εις βάρος του εθνικού δικαίου, της διατάραξης της δημόσιας τάξης και της υπονόμευσης της κρατικής εξουσίας», και στη συνέχεια, μας έστειλαν στο κρατητήριο. Μόλις φτάσαμε, μας ξύρισαν τα κεφάλια γουλί, μας πήραν όλα τα ρούχα και στη συνέχεια, μας τα επέστρεψαν αφού τα είχαν κάνει κουρέλια. Δεν είχα πια τη ζώνη μου, γι’ αυτό αναγκάστηκα να δέσω πλαστικές σακούλες για να κάνω ένα σκοινί, προκειμένου να μην πέφτει το παντελόνι μου. Με εκείνο, μάλιστα, το τσουχτερό κρύο, η αστυνομία διέταξε άλλους κρατούμενους να μας πλύνουν, ρίχνοντας αλλεπάλληλες λεκάνες με κρύο νερό πάνω από το κεφάλι μας. Είχα παγώσει, σε σημείο που έτρεμα από το κεφάλι μέχρι τα νύχια, και ένιωθα το αίμα μου σαν να είχε στερεοποιηθεί στις φλέβες μου. Δεν μπορούσα καν να σταθώ μετά από αυτά. Οι φυλακισμένοι που κρατούνταν σ’ αυτήν τη φυλακή ήταν όλοι βιαστές, κλέφτες, ληστές και δολοφόνοι... Ο καθένας φαινόταν πιο μοχθηρός από τον άλλον, και η σκέψη να παγιδευτώ σε εκείνο το καταχθόνιο μέρος με έκανε να τρέμω από φόβο. Τη νύχτα, περισσότεροι από 30 από εμάς κοιμόμαστε μαζί σε μια σκληρή τσιμεντένια εξέδρα, και οι κουβέρτες είχαν μια απαίσια οσμή, έτσι ήταν σχεδόν αδύνατο να κοιμηθεί κανείς. Τα γεύματα που μας έδιναν αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα μικρό ψωμάκι στον ατμό και λίγο αραιό χυλό από αραβοσιτάλευρο, που δεν έφτανε ούτε κατά διάνοια για να χορτάσουμε, ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας, μας φόρτωναν υπερβολική, εξαντλητική σωματική εργασία. Αν δεν τελειώναμε τις ημερήσιες εργασίες μας, μας τιμωρούσαν αναγκάζοντάς μας να σταθούμε όρθιοι όλη τη νύχτα στο κελί της νυχτερινής βάρδιας, που σημαίνει ότι έπρεπε να στεκόμαστε όρθιοι για τέσσερις ώρες και κοιμόμασταν μόνο δύο ώρες. Κάποιες φορές, ήμουν τόσο κουρασμένος, που αποκοιμιόμουν όρθιος. Αυτοί οι μοχθηροί αστυνομικοί είπαν, επίσης, στον επικεφαλής κρατούμενο του κελιού να βρει τρόπους να με βασανίζει, όπως να μου δίνει δυσανάλογο φόρτο εργασίας ή να με βάζει να φυλάω σκοπιά ολονυχτίς. Ένιωθα σαν να επρόκειτο να καταρρεύσω. Αυτοί οι δαίμονες με είχαν βασανίσει και κακοποιήσει τόσο πολλές φορές, που ένιωθα ότι είχα λιγότερη ελευθερία κι από ένα αδέσποτο σκυλί στον δρόμο, και έτρωγα χειρότερα από ό,τι τρώει ένα γουρούνι ή ένας σκύλος. Αναλογιζόμενος αυτά τα πράγματα, μου έλειπε το σπίτι και οι γονείς μου τρομερά και ένιωθα ότι το κρατητήριο δεν ήταν μέρος για να ζουν άνθρωποι. Δεν ήθελα να μείνω εκεί ούτε στιγμή παραπάνω. Δεν ήθελα τίποτα άλλο από το να φύγω αμέσως από αυτό το φρικτό μέρος. Στο απόγειο της δυστυχίας και της αδυναμίας μου, μπορούσα μόνο να προσεύχομαι με ειλικρίνεια στον Θεό, και τότε ήταν που τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού με φώτιζαν και μου παρείχαν καθοδήγηση: «Μην αποκαρδιώνεσαι, μην είσαι αδύναμος, Εγώ θα σου αποκαλύψω. Ο δρόμος για τη βασιλεία δεν είναι τόσο ομαλός, τίποτα δεν είναι τόσο απλό! Θέλεις να έρχονται εύκολα οι ευλογίες, έτσι; Σήμερα ο καθένας θα έχει να αντιμετωπίσει πικρές δοκιμασίες, διαφορετικά η στοργική καρδιά που έχετε για Μένα δεν θα δυναμώσει […] Όσοι μοιράζονται την πίκρα Μου, σίγουρα θα μοιραστούν τη γλυκύτητα Μου. Αυτή είναι η υπόσχεση και η ευλογία Μου σ’ εσάς» («Κεφάλαιο 41» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού υπήρξαν μεγάλη πηγή παρηγοριάς και ενθάρρυνσης. Με βοήθησαν να κατανοήσω ότι τα δεινά και οι δυσκολίες που υπέμενα ήταν μια ευλογία από τον Θεό. Ο Θεός χρησιμοποιούσε αυτές τις δύσκολες περιστάσεις για να με εξευγενίσει και να με οδηγήσει στην τελείωση, και να με καταστήσει κάποιον του οποίου η αγάπη και η αφοσίωση στον Θεό αξίζουν την υπόσχεση του Θεού. Αναλογιζόμενος το ότι με είχαν κανακέψει από την παιδική ηλικία και δεν μπόρεσα ποτέ να ανεχτώ δεινά ή ακόμα και την παραμικρή προσβολή, είδα ότι αν ήθελα να κερδίσω την αλήθεια και τη ζωή, έπρεπε να έχω την αποφασιστικότητα να αντέξω τα δεινά και χρειαζόμουν ακλόνητη πίστη. Χωρίς να βιώσω αυτά τα δεινά, η διαφθορά μέσα μου δεν θα μπορούσε ποτέ να καθαρθεί. Τα δεινά μου ήταν πράγματι μια ευλογία από τον Θεό, συνεπώς όφειλα να έχω πίστη, να συνεργάζομαι με τον Θεό και να επιτρέψω στον Θεό να κατεργαστεί την αλήθειά Του μέσα μου. Μόλις κατανόησα το θέλημα του Θεού, μια προσευχή στον Θεό ήρθε αυθόρμητα από μέσα μου: «Θεέ μου! Δεν αισθάνομαι πλέον αδύναμος και αρνητικός. Θα παραμείνω δυνατός, θα βασιστώ σταθερά πάνω Σου, θα πολεμήσω τον Σατανά μέχρι τέλους, και θα επιζητήσω να Σε αγαπώ και να Σε ικανοποιώ. Ζητώ να μου δώσεις πίστη και ψυχικό σθένος». Τις ημέρες που υπέστην κακοποίηση και ταπείνωση στο κρατητήριο, προσευχόμουν και στηριζόμουν στον Θεό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά από τότε που είχα κερδίσει την πίστη μου στον Παντοδύναμο Θεό, και είχα πλησιάσει τον Θεό περισσότερο από ποτέ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η καρδιά μου δεν εγκατέλειψε τον Θεό ούτε για μια στιγμή, και πάντα Τον ένιωθα μαζί μου. Ανεξάρτητα από το πόσο πολύ υπέφερα, δεν αισθάνθηκα ότι υπέφερα καθόλου, και κατανόησα ξεκάθαρα ότι όλα αυτά ήταν η φροντίδα και η προστασία του Θεού προς εμένα.

Ένα πρωί μετά από έναν μήνα, οι δεσμοφύλακες φώναξαν ξαφνικά τον μεγαλύτερο αδελφό και εμένα έξω. Ένιωσα έντονο ενθουσιασμό όταν άκουσα να μας φωνάζουν, νομίζοντας ότι ίσως να μας απελευθέρωναν και ότι δεν θα χρειαζόταν να υποφέρω πια σε αυτό το κολαστήριο. Η αλήθεια δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από τις ελπίδες μου. Ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος μάς χαιρέτησε με ένα χαιρέκακο χαμόγελο και έγγραφες δικαστικές αποφάσεις, λέγοντας: «Εσείς οι δύο έχετε καταδικαστεί σε ένα έτος αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικής εργασίας, επειδή πιστεύετε στον Παντοδύναμο Θεό. Παρόλο που δεν θέλατε να μιλήσετε, και πάλι μπορούμε να σας καταδικάσουμε. Το Κομμουνιστικό Κόμμα κυβερνά αυτό το έθνος, και ακόμη και μια μήνυση δεν θα σας βγάλει πουθενά!» Βλέποντας πόσο χαρούμενος ήταν με την κακοτυχία μας, εξοργίστηκα: Η κυβέρνηση του ΚΚΚ δεν ακολουθεί κανέναν νόμο ή ηθική, και πέρα από το να βασανίζει βάναυσα ένα ανήλικο παιδί σαν κι εμένα, με καταδίκαζε χωρίς να κάνω κανένα απολύτως έγκλημα! Ο άλλος αδελφός κι εγώ μεταφερθήκαμε στο επαρχιακό στρατόπεδο εργασίας εκείνη την ημέρα. Κατά τη διάρκεια του ιατρικού ελέγχου, ο γιατρός διαπίστωσε ότι ο αδελφός έπασχε από υψηλή αρτηριακή πίεση, καρδιά, και είχε άλλα θέματα υγείας. Οι δεσμοφύλακες του στρατοπέδου εργασίας φοβήθηκαν μη θεωρηθούν υπεύθυνοι αν πέθαινε στη μονάδα τους, οπότε αρνήθηκαν να τον δεχτούν. Η αστυνομία δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον πάρει πίσω, πράγμα που σήμαινε ότι έμεινα μόνος μου εκεί. Τότε άρχισα να κλαίω —έκλαψα γοερά. Μου έλειπε το σπίτι μου και οι γονείς μου, και δεδομένου ότι δεν είχα τον αδελφό μου να συναναστραφώ, πώς θα τα κατάφερνα κατά τη μακρά διάρκεια ενός έτους; Τον προηγούμενο μήνα που υπέστην βασανιστήρια και κακοποίηση από αυτούς τους διαβόλους, όποτε ένιωθα αρνητικός και αδύναμος επειδή δεν μπορούσα να αντέξω τη βαναυσότητά τους, με συναναστρεφόταν πάνω στον λόγο του Θεού για να με ενθαρρύνει και να με παρηγορήσει, βοηθώντας με να πάρω δύναμη μέσω της κατανόησης του θελήματος του Θεού. Επίσης, βλέποντας την αποφασιστικότητά του, μου έδινε την πίστη και τη δύναμη να πολεμήσω και να νικήσω αυτούς τους δαίμονες στο πλάι του. Μα σ’ εκείνο το σημείο, έμεινα μόνος μου να κάνω αυτήν τη μάχη. Μπορούσα όντως να σταθώ δυνατός;... Όσο περισσότερο σκεφτόμουν, τόσο πιο δυστυχισμένος ένιωθα και τόσο πιο αρνητικός, μόνος και πικραμένος, και η ταπείνωση ρίζωσε στην καρδιά μου. Όταν η δυστυχία μου με ώθησε στο χείλος της απελπισίας, έκανα έκκληση επειγόντως προς τον Θεό: «Θεέ μου! Το ανάστημά μου είναι υπερβολικά μικρό. Πώς θα μπορέσω να αντέξω μια τέτοια τεράστια δοκιμασία; Πώς να αντέξω αυτό το μακρύ έτος της αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικής εργασίας; Θεέ μου! Σε εκλιπαρώ να με καθοδηγήσεις και να με βοηθήσεις, να μου δώσεις πίστη και δύναμη...». Τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό μου, καθώς φώναζα σιωπηλά. Καθώς προσευχόμουν, ξαφνικά θυμήθηκα την εμπειρία του Ιωσήφ που πουλήθηκε στην Αίγυπτο στην ηλικία των δεκαεπτά. Παρόλο που ήταν μόνος στην Αίγυπτο και υπέμεινε ταπεινώσεις και δεινά, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αληθινό Θεό ούτε παραδόθηκε στον Σατανά. Παρόλο που αναγκάστηκα στη συνέχεια να υποφέρω από τους δαίμονες στη φυλακή, αυτό συνέβαινε με την άδεια του Θεού, και εφόσον στηριζόμουν πραγματικά στον Θεό και αρνιόμουν να ενδώσω στον Σατανά, ο Θεός θα με οδηγούσε και να νικήσω τον Σατανά και να φύγω από το λημέρι των δαιμόνων. Εκείνη τη στιγμή, αναλογίστηκα ξανά τα λόγια του Θεού: «Μην υποτιμάς τον εαυτό σου επειδή είσαι νέος· πρέπει να προσφέρεις τον εαυτό σου σ’ Εμένα. Δεν βλέπω πώς είναι οι άνθρωποι επιφανειακά ή πόσων χρόνων είναι. Βλέπω μόνο κατά πόσο Μ’ αγαπούν ειλικρινά και κατά πόσο ακολουθούν την οδό Μου και κάνουν πράξη την αλήθεια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη οτιδήποτε άλλο. Μην ανησυχείς για το πώς θα είναι το αύριο ή για το πώς θα είναι το μέλλον. Εφόσον στηρίζεσαι πάνω Μου για να ζεις την κάθε μέρα, σίγουρα θα σε οδηγώ» («Κεφάλαιο 28» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Τα λόγια του Θεού ζέσταναν την καρδιά μου σαν τον καλοκαιρινό ήλιο. Μου επέτρεψαν να δω ότι ο Θεός δεν ευνοεί κανέναν και παρόλο που ήμουν νέος, εφόσον η καρδιά μου ήταν γεμάτη ειλικρινή αγάπη για τον Θεό και μπορούσα να ζήσω σύμφωνα με τον λόγο του Θεού, πάντα θα λάμβανα την καθοδήγηση του Θεού. Σκεφτόμουν ότι, από τη στιγμή της σύλληψής μου, ο Θεός ήταν μαζί μου σε κάθε στιγμή, βοηθώντας με να ξεπεράσω κάθε δυσκολία και δίνοντάς μου τη δυνατότητα να παραμείνω δυνατός. Χωρίς την παρουσία και την καθοδήγηση του Θεού, πώς θα μπορούσα να έχω υπομείνει τους άγριους ξυλοδαρμούς και τα βάναυσα μαρτύρια εκείνων των δαιμόνων; Είχα επιβιώσει από τόσο μεγάλες δυσκολίες στηριζόμενος στον Θεό, και αντιμετώπιζα ένα έτος αναμόρφωσης μέσω καταναγκαστικής εργασίας, άρα γιατί δεν είχα πίστη; Δεν ήταν αρκετό να στηριχθώ μόνο στον Θεό; Ο Θεός ήταν μαζί μου και θα μου παρείχε καθοδήγηση ανά πάσα στιγμή, οπότε γιατί να αισθάνομαι μοναξιά ή φόβο; Οι συγκεκριμένες περιστάσεις ήταν μια ευκαιρία για να εξασκηθώ στο να ζήσω ανεξάρτητος και να ωριμάσω στη ζωή. Δεν μπορούσα πλέον να βλέπω τον εαυτό μου ως παιδί, ούτε θα μπορούσα να βασίζομαι διαρκώς σε άλλους ανθρώπους χωρίς να θαυμάζω τον Θεό. Όφειλα να μεγαλώσω, να στηρίζομαι στον Θεό για να βαδίσω στο δικό μου μονοπάτι, και να πιστεύω ότι σίγουρα θα μπορέσω να συνεχίσω αυτό το μονοπάτι στηριζόμενος στον Θεό. Ο Σατανάς δεν μπορεί ποτέ να νικήσει ανθρώπους που έχουν την αποφασιστικότητα να στηρίζονται στον Θεό και να Τον αγαπούν! Ήταν ώρα να αποκτήσω το θάρρος ενός ανθρώπου και να επιτρέψω στον Θεό να κερδίσει δόξα μέσω των πράξεών μου. Μόλις κατανόησα το θέλημα του Θεού, ένιωσα σαν να υπήρχε μια ισχυρή δύναμη που με στήριζε, και βαθιά μέσα στην καρδιά μου, πήρα την απόφαση να αντιμετωπίσω τη ζωή μου στη φυλακή.

Όταν οι δεσμοφύλακες στο στρατόπεδο εργασίας έμαθαν ότι πίστευα στον Παντοδύναμο Θεό, άρχισαν να με βασανίζουν σκόπιμα. Μου ανέθεσαν βαριά σωματική εργασία, να κουβαλάω βαριά σακιά άνω των 50 κιλών από τον τρίτο έως τον πρώτο όροφο από τις 5 το πρωί μέχρι τις έντεκα το βράδυ και εάν δεν τελείωνα την εργασία που μου αναλογούσε, έπρεπε να δουλεύω υπερωρίες μέχρι αργά τη νύχτα. Δεν είχα κάνει ποτέ ξανά σωματική εργασία, και στο κρατητήριο, δεν έτρωγα ποτέ μέχρι να χορτάσω, γι’ αυτό ήμουν πάντα εξαντλημένος. Στην αρχή, δεν μπορούσα να σηκώσω τα σακιά καθόλου, αλλά αργότερα, στηριζόμενος αληθινά στον Θεό, σταδιακά ήμουν σε θέση να τα σηκώσω. Η βαριά εργασία με εξαντλούσε απερίγραπτα κάθε μέρα, και είχα πόνους στη μέση και στα πόδια μου. Οι δεσμοφύλακες συχνά διέταζαν τους άλλους κρατούμενους να με ξυλοκοπούν άγρια, συχνά με άφηναν γεμάτο πληγές και μώλωπες. Κάποτε, οι δεσμοφύλακες διέταξαν τον επικεφαλής κρατούμενο να με χτυπήσει, γιατί γύρισα αργά όταν πήγα να φέρω νερό. Κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού, τρύπησε το τύμπανό μου και υπέστη ρήξη, μολύνθηκε, κι έμεινα σχεδόν κουφός. Έσφιξα τα δόντια μου νιώθοντας πικρία που έπρεπε να υποφέρω αυτού του είδους τον εκφοβισμό και την κακοποίηση, αλλά ήμουν αδύναμος να αντισταθώ. Ήμουν δυστυχισμένος και είχα παράπονα, αλλά δεν είχα πού να ζητήσω το δίκιο μου. Μπορούσα μόνο να έρχομαι ενώπιον του Θεού και να μοιράζομαι τη δυστυχία μου μαζί Του στην προσευχή. Σε εκείνη τη σκοτεινή φυλακή, έμαθα να είμαι κοντά στον Θεό, να στηρίζομαι και να προστρέχω στον Θεό στα πάντα —αυτό που μου έδινε τη μεγαλύτερη χαρά στη ζωή ήταν να προσεύχομαι στον Θεό για να μοιράζομαι τις εσώτερες σκέψεις μου. Κάθε φορά που ένιωθα λυπημένος ή αδύναμος, ο ύμνος που μου άρεσε περισσότερο να ψέλνω ήταν: «Είμαι αποφασισμένος να αγαπώ τον Θεό»: «Θεέ μου! Εύχομαι να μου ανοίξεις τα μάτια του πνεύματός μου, εύχομαι το Πνεύμα Σου να αγγίξει την καρδιά μου, έτσι ώστε ενώπιόν Σου να είμαι απαλλαγμένος από όλες τις παθητικές καταστάσεις και χωρίς περιορισμούς από οποιονδήποτε άνθρωπο, ουσία ή πράγμα· Εναπόθεσα εντελώς γυμνή την καρδιά μου ενώπιον Σου, ούτως ώστε ολόκληρη η ύπαρξή μου να αφιερωθεί μπροστά Σου και μπορείς να με δοκιμάσεις με όποιον τρόπο θελήσεις. Τώρα δεν σκέφτομαι τις προοπτικές μου, ούτε δεσμεύομαι από τον θάνατο. Χρησιμοποιώντας την καρδιά μου που Σε αγαπά, θέλω να αναζητήσω την οδό της ζωής. Όλα τα πράγματα και τα γεγονότα είναι στα χέρια Σου, η μοίρα μου είναι στα χέρια Σου και, επιπλέον, η ζωή μου ελέγχεται από τα χέρια Σου. Τώρα επιζητώ να Σε αγαπώ, κι ανεξάρτητα από το αν με αφήσεις να Σε αγαπώ, ανεξάρτητα από το πώς παρεμβαίνει ο Σατανάς, είμαι αποφασισμένος να Σε αγαπώ» (Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια). Ψέλνοντας και ξαναψέλνοντας, συγκινούμουν μέχρι δακρύων, και αυτό έφερνε τεράστια παρηγοριά και ενθάρρυνση στην καρδιά μου. Ο Παντοδύναμος Θεός με βοήθησε και με στήριξε ξανά και ξανά, επιτρέποντάς μου να βιώσω πραγματικά την αληθινή αγάπη του Θεού για μένα. Όπως μια σπλαχνική μητέρα, ο Θεός στάθηκε δίπλα μου ως φύλακας, να με παρηγορεί και να με στηρίζει ανά πάσα στιγμή, δίνοντάς μου πίστη και δύναμη, και να με καθοδηγεί κατά τη διάρκεια εκείνου του έτους που δεν θα μπορέσω να ξεχάσω ποτέ.

Αφού βίωσα το σκοτάδι της παραμονής μου στη φυλακή, έγινα πολύ πιο ώριμος στη ζωή και κέρδισα, επίσης, πολλή γνώση της αλήθειας. Δεν ήμουν πλέον ένα αφελές, αθώο παιδί. Τα λόγια του Παντοδύναμου Θεού ήταν αυτά που με καθοδήγησαν να ξεπεράσω τα βασανιστήρια και τα μαρτύρια των μοχθηρών αστυνομικών, και ξανά και ξανά, μου επέτρεψαν να βγω από την αδυναμία και την αρνητικότητα, να εγερθώ και να παραμείνω δυνατός. Μου έδωσαν να καταλάβω πώς πρέπει να ενδιαφερόμαστε και να παρηγορούμε την καρδιά του Θεού, καθώς και πώς να στηριζόμαστε στον Θεό και να μένουμε ακλόνητοι, και πώς να γινόμαστε μάρτυρες για τον Θεό, προκειμένου να ξεπληρώσουμε την αγάπη του Θεού. Μου επέτρεψαν, επίσης, να δω ξεκάθαρα τη βαρβαρότητα και την αγριότητα του Σατανά και των δαιμόνων, καθώς και τη μοχθηρή, αντιδραστική ουσία τους ως εχθροί του Θεού. Με έκανε να διακρίνω την ψευδή εικόνα της «Λαϊκής Αστυνομίας που αγαπά τον λαό». Ποτέ ξανά δεν εξαπατήθηκα από τα ψέματα του Σατανά. Οι διωγμοί και τα δεινά που υπέμεινα, όχι μόνο απέτυχαν να με τσακίσουν, αλλά έγιναν τα θεμέλια πάνω στα οποία βαδίζω στο μονοπάτι της πίστης. Ευγνωμονώ τον Παντοδύναμο Θεό που με καθοδήγησε σε αυτό το δύσκολο, κακοτράχαλο μονοπάτι και μου έδωσε τη δυνατότητα να αντέχω σκληρά βασανιστήρια σε τόσο μικρή ηλικία. Μέσα από αυτά, είδα την παντοδυναμία και την κυριαρχία του Θεού, και ότι αυτή ήταν η ιδιαίτερη σωτηρία του Θεού για μένα! Ένιωσα βαθιά μέσα μου ότι σε έναν μοχθηρό κόσμο όπου κυριαρχούν οι δαίμονες, μόνο ο Θεός μπορεί να σώσει τους ανθρώπους, μόνο ο Θεός μπορεί να μας στηρίζει και να μας βοηθάει όποτε Τον χρειαζόμαστε, και μόνο ο Θεός αγαπά αληθινά τους ανθρώπους. Ο διωγμός και οι δυσκολίες που υπέμεινα έγιναν ένας πολύτιμος θησαυρός ανάπτυξης της ζωής μου, και υπήρξαν πολύ ευεργετικές για την επίτευξη της πλήρους σωτηρίας μου. Αν και υπέφερα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αυτά τα δεινά ήταν απίστευτα πολύτιμα και σημαντικά. Όπως ακριβώς λένε και τα λόγια του Θεού: «Αν είσαι πρόθυμος να ακολουθήσεις αυτό το ρεύμα και να απολαύσεις αυτήν την κρίση και αυτήν την τεράστια λύτρωση, να απολαύσεις όλη αυτήν την ευλογία, η οποία δεν μπορεί να βρεθεί οπουδήποτε στον κόσμο των ανθρώπων, και να απολαύσεις αυτήν την αγάπη, τότε να παραμείνεις υποταγμένος σε αυτό το ρεύμα για να αποδεχθείς το έργο της κατάκτησης, ώστε να φτάσεις στην τελείωση. Παρόλο που τώρα υποφέρεις από τον πόνο και τον εξευγενισμό λόγω της κρίσης, αυτός ο πόνος είναι πολύτιμος και γεμάτος νόημα» («Η εσωτερική αλήθεια του έργου της κατάκτησης (4)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Προηγούμενο: 24. Έγερση από τη σκοτεινή καταπίεση

Επόμενο: 26. Η υπερβατικότητα και το μεγαλείο της δύναμης ζωής του Θεού

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο