Προσκαλούμε όσους αναζητούν την αλήθεια να επικοινωνήσουν μαζί μας.

Η Κρίση ξεκινά από τον Οίκο του Θεού

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

0 αποτελέσματα αναζήτησης

Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα

Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο Θεός ο ίδιος III

Οι διάφορες αυτές συναναστροφές είχαν μεγάλο αντίκτυπο σε κάθε άνθρωπο. Πλέον, οι άνθρωποι μπορούν επιτέλους να νιώσουν πραγματικά την αληθινή ύπαρξη του Θεού, καθώς και να νιώσουν πως ο Θεός βρίσκεται πράγματι πολύ κοντά τους. Παρόλο που οι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό εδώ και πολλά χρόνια, ποτέ τους δεν έχουν καταλάβει πραγματικά τις σκέψεις και τις ιδέες Του όπως τώρα, ούτε κι έχουν βιώσει τις πρακτικές Του πράξεις όπως τώρα. Είτε πρόκειται για γνώση, είτε για πραγματική πράξη, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μάθει κάτι νέο, έχουν αποκτήσει υψηλότερο επίπεδο κατανόησης, έχουν συνειδητοποιήσει το λάθος στις προηγούμενες επιδιώξεις τους, έχουν συνειδητοποιήσει τη ρηχότητα της εμπειρίας τους και το γεγονός πως πάρα πολλά δε συνάδουν με το θέλημα του Θεού, όπως κι έχουν συνειδητοποιήσει πως αυτό που στερείται περισσότερο ο άνθρωπος είναι η γνώση του για τη διάθεση του Θεού. Η γνώση αυτή από πλευράς των ανθρώπων είναι ένα είδος συναισθηματικής γνώσης· για να φτάσει στο επίπεδο της ορθολογικής γνώσης, απαιτεί σταδιακή εμβάθυνση και ενδυνάμωση μέσω των εμπειριών τους. Πριν οι άνθρωποι καταλάβουν πραγματικά τον Θεό, μπορεί να ειπωθεί, υποκειμενικά, πως πράγματι πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού στις καρδιές τους, αλλά δεν έχουν πραγματική κατανόηση για συγκεκριμένα ερωτήματα, όπως τι είδους Θεός είναι στην πραγματικότητα, ποιο είναι το θέλημά Του, ποια είναι η διάθεσή Του και ποια είναι η πραγματική Του στάση προς την ανθρωπότητα. Αυτό διακυβεύει σοβαρά την πίστη των ανθρώπων στον Θεό — η πίστη τους απλούστατα δεν μπορεί να επιτύχει αγνότητα ή τελείωση. Ακόμη κι αν βρίσκεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον λόγο του Θεού ή νιώθεις πως έχεις συναντήσει τον Θεό μέσα από τις εμπειρίες σου, και πάλι δεν μπορεί να ειπωθεί πως Τον καταλαβαίνεις ολοκληρωτικά. Επειδή δε γνωρίζεις τις σκέψεις του Θεού ή τι αγαπά και μισεί, τι Τον εξαγριώνει και τι Του φέρνει χαρά, δεν μπορείς να έχεις πραγματική κατανόηση γι’ Αυτόν. Η πίστη σου έχει οικοδομηθεί σε θεμέλιο ασάφειας και φαντασίας, βασιζόμενη στις υποκειμενικές σου επιθυμίες. Εξακολουθεί να απέχει πολύ από μια αυθεντική πίστη κι εσύ εξακολουθείς να απέχεις πολύ από το να γίνεις πραγματικός ακόλουθος. Επεξηγήσεις των παραδειγμάτων από τις Βιβλικές αυτές ιστορίες, έχουν επιτρέψει στους ανθρώπους να γνωρίσουν την καρδιά του Θεού, καθώς και να γνωρίσουν τι σκεφτόταν σε κάθε βήμα του έργου Του και γιατί εκτέλεσε το έργο αυτό, ποια ήταν η αρχική Του πρόθεση και ποιο το σχέδιο Του όταν το εκτέλεσε, πώς υλοποίησε τις ιδέες Του, πώς προετοιμάστηκε για το σχέδιό Του και πώς το εκπόνησε. Μέσα απ’ αυτές τις ιστορίες, μπορούμε να αποκτήσουμε εμπεριστατωμένη και συγκεκριμένη κατανόηση της κάθε επιμέρους πρόθεσης και της κάθε αληθινής σκέψης του Θεού κατά τα έξι χιλιάδες χρόνια του έργου της διαχείρισής Του, καθώς και της στάσης Του προς τους ανθρώπους σε διαφορετικούς καιρούς και εποχές. Η κατανόηση του τι σκεφτόταν ο Θεός, της στάσης Του και της διάθεσης που Αυτός αποκάλυπτε καθώς αντιμετώπιζε την κάθε κατάσταση, μπορεί να βοηθήσει κάθε άνθρωπο να συνειδητοποιήσει βαθύτερα την πραγματική Του ύπαρξη και να νιώσει βαθύτερα την πραγματικότητα και την αυθεντικότητά Του. Ο στόχος μου όταν εξιστορώ τις ιστορίες αυτές, δεν είναι να κατανοήσουν οι άνθρωποι τη Βιβλική ιστορία, ούτε να τους βοηθήσω να εξοικειωθούν με τα βιβλία και τα πρόσωπα της Βίβλου, ενώ σίγουρα δεν είναι να βοηθήσω τους ανθρώπους να κατανοήσουν το υπόβαθρο αυτών που έκανε ο Θεός κατά την Εποχή του Νόμου. Είναι να βοηθήσω τους ανθρώπους να κατανοήσουν το θέλημα του Θεού, τη διάθεσή Του και το κάθε κομματάκι Του, καθώς και να αποκτήσουν μια πιο αυθεντική και πιο ακριβή κατανόηση και γνώση του Θεού. Με τον τρόπο αυτό, οι άνθρωποι μπορούν λίγο-λίγο να ανοίξουν τις καρδιές τους στον Θεό, να έρθουν κοντά στον Θεό, να αποκτήσουν καλύτερη γνώση γι’ Αυτόν, τη διάθεσή Του και την ουσία Του, και να γνωρίσουν καλύτερα τον ίδιο τον πραγματικό Θεό.

Η γνώση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι, μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στους ανθρώπους. Μπορεί να τους βοηθήσει να έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στον Θεό, όπως και να τους βοηθήσει να επιτύχουν πραγματική υπακοή και σεβασμό προς Αυτόν. Τότε, δεν είναι πια τυφλοί ακόλουθοι, ούτε Τον λατρεύουν στα τυφλά. Ο Θεός δε θέλει κορόιδα ή εκείνους που ακολουθούν στα τυφλά κάποιο πλήθος, αλλά μια ομάδα ανθρώπων που έχουν σαφή κατανόηση και γνώση της διάθεσης του Θεού στις καρδιές τους και μπορούν να ενεργήσουν ως μάρτυρες του Θεού — ανθρώπους που δε θα εγκατέλειπαν ποτέ τον Θεό, λόγω της ομορφιάς Του, λόγω αυτού που Αυτός έχει και είναι και λόγω της δίκαιης διάθεσής Του. Σαν ακόλουθος του Θεού, αν στην καρδιά σου εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη διαύγειας ή υπάρχει ασάφεια και σύγχυση σχετικά με την πραγματική ύπαρξη του Θεού, με τη διάθεσή Του, με αυτό που Αυτός έχει και είναι και με το σχέδιό Του για τη σωτηρία την ανθρωπότητας, τότε η πίστη σου δεν μπορεί να λάβει τον έπαινο του Θεού. Ο Θεός δε θέλει να Τον ακολουθεί αυτό το είδος ανθρώπου, όπως και δεν Του αρέσει να εμφανίζεται ενώπιόν Του αυτό το είδος ανθρώπου. Επειδή αυτού του είδους άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τον Θεό, δεν μπορούν να δώσουν την καρδιά τους στον Θεό, επομένως, η καρδιά τους παραμένει κλειστή σε Αυτόν κι έτσι η πίστη τους στον Θεό είναι γεμάτη ακαθαρσίες. Είναι ακόλουθοι του Θεού που δεν μπορούν παρά να λέγονται τυφλοί. Οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν πραγματική πίστη και να γίνουν πραγματικοί ακόλουθοι, μόνο αν έχουν πραγματική κατανόηση και γνώση του Θεού, τα οποία γεννούν πραγματική υπακοή και σεβασμό προς Αυτόν. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να δώσουν και ν’ ανοίξουν την καρδιά τους στον Θεό. Αυτό θέλει ο Θεός, επειδή όλα όσα κάνουν και σκέφτονται μπορούν να αντέξουν στη δοκιμή του Θεού και να γίνουν μάρτυρες για τον Θεό. Όλα όσα σας επικοινωνώ σχετικά με τη διάθεση του Θεού ή με αυτό που Αυτός έχει και είναι ή με το θέλημα και τις σκέψεις Του σε ό,τι κι αν κάνει, από οποιαδήποτε σκοπιά και από οποιαδήποτε οπτική μιλήσω γι’ αυτό, είναι όλα για να σας βοηθήσω να βεβαιωθείτε περισσότερο για την πραγματική ύπαρξη του Θεού και για να κατανοήσεις και να εκτιμήσεις πραγματικά την αγάπη Του για την ανθρωπότητα, να κατανοήσεις και να εκτιμήσεις πραγματικά το ενδιαφέρον του Θεού για τους ανθρώπους, καθώς και την ειλικρινή Του επιθυμία να διαχειριστεί και να σώσει την ανθρωπότητα.

Σήμερα, θα ξεκινήσουμε συνοψίζοντας τις σκέψεις, τις ιδέες και την κάθε κίνηση του Θεού από τότε που δημιούργησε τον άνθρωπο και θα ρίξουμε μια ματιά στο έργο που εκτέλεσε από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την επίσημη αρχή της Εποχής της Χάριτος. Μπορούμε τότε να ανακαλύψουμε ποιες σκέψεις και ιδέες του Θεού είναι άγνωστες στον άνθρωπο και, από εκεί, μπορούμε να αποσαφηνίσουμε τη σειρά του σχεδίου του Θεού για διαχείριση και να κατανοήσουμε απόλυτα το πλαίσιο στο οποίο ο Θεός δημιούργησε το έργο της διαχείρισής Του, την πηγή και τη διαδικασία της ανάπτυξής του, καθώς επίσης και να κατανοήσουμε απόλυτα τα αποτελέσματα που επιδιώκει από το έργο της διαχείρισής Του, δηλαδή, τον πυρήνα και τον σκοπό του έργου της διαχείρισής Του. Για να κατανοήσουμε τα πράγματα αυτά, πρέπει να επιστρέψουμε σε μια μακρινή, ήρεμη και ήσυχη εποχή, όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι...

Όταν ο Θεός σηκώθηκε από το κρεβάτι Του, η πρώτη σκέψη που έκανε ήταν η εξής: να δημιουργήσει ένα ζωντανό άτομο, ένα πραγματικό, ζωντανό άνθρωπο, κάποιον με τον οποίο θα ζει και ο οποίος θα είναι η μόνιμη συντροφιά Του. Το άτομο αυτό θα μπορούσε να Τον ακούει και ο Θεός θα μπορούσε να του εκμυστηρεύεται και να μιλάει μαζί του. Τότε, για πρώτη φορά, ο Θεός πήρε μια χούφτα χώμα και με αυτήν δημιούργησε τον πρώτο ζωντανό άνθρωπο που είχε φανταστεί και, στη συνέχεια, έδωσε στο ζωντανό αυτό πλάσμα ένα όνομα: Αδάμ. Μόλις ο Θεός απέκτησε αυτό το άτομο που ζούσε και ανέπνεε, πώς αισθάνθηκε; Για πρώτη φορά, αισθάνθηκε τη χαρά του να έχεις κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, μια συντροφιά. Επίσης, αισθάνθηκε για πρώτη φορά την ευθύνη του να είσαι πατέρας και το ενδιαφέρον που τη συνοδεύει. Το άτομο αυτό, που ζούσε και ανέπνεε, έφερε στον Θεό ευτυχία και χαρά· για πρώτη φορά, αισθάνθηκε παρηγορημένος. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πραγματοποίησε ποτέ ο Θεός όχι με τις σκέψεις ή τον λόγο Του, αλλά με τα δυο Του χέρια. Όταν το είδος του όντος αυτού — ένα άτομο που ζούσε και ανέπνεε — στάθηκε μπροστά στον Θεό, φτιαγμένο από σάρκα και αίμα, με σώμα και μορφή, και ικανό να μιλήσει με τον Θεό, Αυτός βίωσε ένα είδος χαράς που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Ένιωσε πραγματικά την ευθύνη Του, ενώ το ζωντανό αυτό ον δεν άγγιξε μόνο την καρδιά Του, αλλά, επιπλέον, η κάθε μικρή του κίνηση συγκίνησε και ζέστανε την καρδιά Του. Έτσι, όταν το ζωντανό αυτό ον στάθηκε ενώπιον του Θεού, ήταν η πρώτη φορά που Αυτός έκανε τη σκέψη να αποκτήσει κι άλλους ανθρώπους κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτή ήταν η σειρά των γεγονότων που ξεκίνησε με την πρώτη αυτή σκέψη που έκανε ο Θεός. Για τον Θεό, όλα αυτά τα γεγονότα συνέβαιναν για πρώτη φορά, αλλά, κατά τα πρώτα γεγονότα αυτά, ό,τι κι αν αισθανόταν εκείνη τη στιγμή — χαρά, ευθύνη, ενδιαφέρον — δεν είχε με ποιον να το μοιραστεί. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο Θεός αισθάνθηκε πραγματικά μια μοναξιά, μια θλίψη, που δεν είχε ποτέ Του στο παρελθόν. Ένιωσε πως τα ανθρώπινα όντα δεν μπορούσαν να δεχτούν ή να κατανοήσουν την αγάπη, το ενδιαφέρον και τις προθέσεις Του για την ανθρωπότητα, κι έτσι αισθανόταν ακόμα λύπη και πόνο στην καρδιά Του. Παρόλο που είχε κάνει τα πράγματα αυτά για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν το γνώριζε και δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πέρα από την ευτυχία, η χαρά και η παρηγοριά που Του έφερε ο άνθρωπος, γρήγορα Του γέννησε και τα πρώτα αισθήματα λύπης και μοναξιάς. Αυτές ήταν οι σκέψεις και τα συναισθήματα του Θεού εκείνη τη στιγμή. Όσο ο Θεός έκανε όλα αυτά τα πράγματα, στην καρδιά Του περνούσε από τη χαρά στη λύπη και από τη λύπη στον πόνο, ενώ όλα αυτά ήταν ανάμεικτα με άγχος. Το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να σπεύσει να αφήσει αυτό το άτομο, την ανθρώπινη αυτή φυλή, να γνωρίσει αυτό που υπήρχε στην καρδιά Του και να κατανοήσει τις προθέσεις Του νωρίτερα. Τότε, θα μπορούσαν να γίνουν οι ακόλουθοί Του και να είναι σε συμφωνία μ’ Αυτόν. Δε θα άκουγαν πλέον τον Θεό να μιλά, παραμένοντας σιωπηλοί· δε θα αγνοούσαν πλέον τον τρόπο που θα συμμετείχαν στο έργο του Θεού και, πάνω απ’ όλα, δε θα ήταν πλέον άνθρωποι αδιάφοροι προς τις απαιτήσεις του Θεού. Τα πρώτα αυτά πράγματα που ολοκλήρωσε ο Θεός έχουν μεγάλη σημασία και μεγάλη αξία για το σχέδιο της διαχείρισής Του και για τα ανθρώπινα όντα σήμερα.

Αφού δημιούργησε τα πάντα και τους ανθρώπους, ο Θεός δεν αναπαύτηκε. Ανυπομονούσε να φέρει εις πέρας τη διαχείρισή Του, όπως και ανυπομονούσε να αποκτήσει, μέσα από την ανθρωπότητα, τους ανθρώπους που τόσο αγαπούσε.

Στη συνέχεια, λίγο αφότου ο Θεός δημιούργησε τα ανθρώπινα όντα, βλέπουμε από τη Βίβλο πως ένας φοβερός κατακλυσμός έπληξε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Νώε αναφέρεται στα πρακτικά του κατακλυσμού και μπορεί να ειπωθεί πως ο Νώε ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έλαβε το κάλεσμα του Θεού για να εργαστεί μαζί Του και να ολοκληρώσει μια αποστολή για τον Θεό. Φυσικά, αυτή ήταν και η πρώτη φορά που ο Θεός κάλεσε κάποιον άνθρωπο από τη γη να κάνει κάτι σύμφωνα με την εντολή Του. Μόλις ο Νώε ολοκλήρωσε την κατασκευή της κιβωτού, ο Θεός πλημμύρισε τη γη για πρώτη φορά. Όταν ο Θεός κατέστρεψε τη γη με τον κατακλυσμό, ήταν η πρώτη φορά, από τότε που τα δημιούργησε, που αισθάνθηκε αηδία για τα ανθρώπινα όντα· αυτό ήταν που ανάγκασε τον Θεό να πάρει την οδυνηρή απόφαση να καταστρέψει την ανθρώπινη αυτή φυλή με τον κατακλυσμό. Αφού ο κατακλυσμός κατέστρεψε τη γη, ο Θεός έκανε την πρώτη Του διαθήκη με τους ανθρώπους πως δε θα το ξαναέκανε ποτέ αυτό. Το σημείο της διαθήκης αυτής ήταν ένα ουράνιο τόξο. Αυτή ήταν η πρώτη διαθήκη του Θεού με την ανθρωπότητα, επομένως το ουράνιο τόξο ήταν το πρώτο σημείο μιας διαθήκης που δόθηκε από τον Θεό· το ουράνιο τόξο αυτό είναι κάτι πραγματικό, φυσικό και υπαρκτό. Είναι η ίδια η ύπαρξη του ουράνιου αυτού τόξου που κάνει τον Θεό να νιώθει συχνά θλίψη για την προηγούμενη ανθρώπινη φυλή που έχασε και αποτελεί γι’ Αυτόν διαρκή υπενθύμιση αυτού που της συνέβη... Ο Θεός δεν μπορούσε να επιβραδύνει τον ρυθμό Του· ανυπομονούσε να κάνει το επόμενο βήμα στη διαχείρισή Του. Στη συνέχεια, ο Θεός επέλεξε τον Αβραάμ ως την πρώτη Του επιλογή για το έργο Του σε όλο το Ισραήλ. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Θεός επέλεξε έναν τέτοιο υποψήφιο. Ο Θεός αποφάσισε να ξεκινήσει την εκτέλεση του έργου Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας μέσω του ανθρώπου αυτού, καθώς και να συνεχίσει το έργο Του μέσα από τους απογόνους του ανθρώπου αυτού. Μπορούμε να δούμε στη Βίβλο πως αυτό έκανε ο Θεός στον Αβραάμ. Τότε, ο Θεός όρισε το Ισραήλ ως τον πρώτο εκλεκτό Του τόπο και ξεκίνησε το έργο της Εποχής του Νόμου μέσω του εκλεκτού Του λαού, τους Ισραηλίτες. Και πάλι για πρώτη φορά, ο Θεός παρέδωσε στους Ισραηλίτες τους ρητούς κανόνες και τους νόμους που πρέπει να ακολουθεί η ανθρωπότητα και τους επεξήγησε λεπτομερώς. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός παρέδιδε στα ανθρώπινα όντα τέτοιους σαφείς, πρότυπους κανόνες σχετικά με το πώς πρέπει να προσφέρουν θυσίες, πώς πρέπει να ζουν, τι πρέπει να κάνουν και τι όχι, ποιες εορτές και ημέρες πρέπει να τηρούν και ποιες αρχές πρέπει να ακολουθούν σε ό,τι κι αν κάνουν. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός παρείχε στην ανθρωπότητα τόσο λεπτομερείς, πρότυπους κανονισμούς και αρχές για τις ζωές τους.

Όταν λέω «η πρώτη φορά», σημαίνει πως ο Θεός δεν είχε ολοκληρώσει τέτοιου είδους έργο ποτέ στο παρελθόν. Είναι κάτι που δεν υφίστατο προηγουμένως και, παρόλο που ο Θεός είχε δημιουργήσει την ανθρωπότητα και κάθε είδους πλάσμα και ζωντανό οργανισμό, δεν είχε ολοκληρώσει ποτέ Του τέτοιου είδους έργο. Όλο αυτό το έργο περιλάμβανε τη διαχείριση των ανθρώπων από τον Θεό· είχε να κάνει στο σύνολο του με τους ανθρώπους και με τη σωτηρία και τη διαχείριση των ανθρώπων απ’ Αυτόν. Μετά τον Αβραάμ, ο Θεός έκανε άλλη μια επιλογή για πρώτη φορά: επέλεξε τον Ιώβ ως εκείνον υπό τον νόμο που θα αντιστεκόταν στους πειρασμούς του Σατανά, ενώ θα συνέχιζε να σέβεται τον Θεό, να αποφεύγει το κακό και να καταθέτει μαρτυρία γι’ Αυτόν. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Θεός επέτρεψε στον Σατανά να βάλει σε πειρασμό κάποιον άνθρωπο, όπως και η πρώτη φορά που Αυτός έβαλε στοίχημα με τον Σατανά. Στο τέλος, για πρώτη φορά, ο Θεός απέκτησε κάποιον που ήταν ικανός να καταθέσει μαρτυρία γι’ Αυτόν ενώ αντιμετώπιζε τον Σατανά, κάποιον που μπορούσε να γίνει μάρτυρας γι’ Αυτόν και να ντροπιάσει εντελώς τον Σατανά. Από τότε που ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, αυτός ήταν ο πρώτος άνθρωπος που απέκτησε που ήταν ικανός να γίνει μάρτυρας γι’ Αυτόν. Αφού απέκτησε τον άνθρωπο αυτό, ο Θεός ανυπομονούσε ακόμη περισσότερο να συνεχίσει τη διαχείρισή Του και να περάσει στο επόμενο στάδιο του έργου Του, ετοιμάζοντας την επόμενη επιλογή Του και τον τόπο εργασίας Του.

Αφού συναναστραφήκατε με όλα αυτά, έχετε πραγματική κατανόηση του θελήματος του Θεού; Ο Θεός βλέπει αυτήν την περίπτωση διαχείρισης της ανθρωπότητας και σωτηρίας των ανθρώπων ως πιο σημαντικό απ’ οτιδήποτε άλλο. Κάνει τα πράγματα αυτά, όχι μόνο με το μυαλό Του, ούτε μόνο με τον λόγο Του, ενώ σίγουρα δεν τα κάνει με προχειρότητα· τα κάνει όλα αυτά με σχέδιο, με στόχο, με πρότυπα και με το θέλημά Του. Είναι ξεκάθαρο πως το έργο της σωτηρίας της ανθρωπότητας έχει μεγάλη σημασία και για τον Θεό και για τον άνθρωπο. Όσο δύσκολο κι αν είναι το έργο, όσο μεγάλα κι αν είναι τα εμπόδια, όσο αδύναμοι κι αν είναι οι άνθρωποι ή όσο βαθιά κι αν είναι η επαναστατικότητα της ανθρωπότητας, τίποτε από αυτά δεν είναι δύσκολο για τον Θεό. Ο Θεός παραμένει απασχολημένος, καταβάλλοντας Τις επίμοχθες προσπάθειές Του και διαχειρίζοντας το έργο που Αυτός ο ίδιος θέλει να φέρει εις πέρας. Επίσης, κανονίζει τα πάντα και κυβερνά όλους τους ανθρώπους και το έργο που θέλει να ολοκληρώσει· τίποτε από αυτά δεν έχει ξαναγίνει. Είναι η πρώτη φορά που ο Θεός έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις μεθόδους και έχει πληρώσει μεγάλο τίμημα για το τεράστιο αυτό έργο της διαχείρισης και της σωτηρίας της ανθρωπότητας. Όσο ο Θεός εκτελεί αυτό το έργο, εκφράζει στους ανθρώπους, λίγο-λίγο και χωρίς επιφύλαξη, το δύσκολο έργο Του, αυτό που Αυτός έχει και είναι, τη σοφία και την παντοδυναμία Του, καθώς και την κάθε πτυχή της διάθεσής Του. Όλα αυτά, τα αποκαλύπτει ανεπιφύλακτα και σιγά-σιγά στην ανθρωπότητα, αποκαλύπτοντας και εκφράζοντας τα πράγματα αυτά όπως δεν έχει ξανακάνει ποτέ Του. Επομένως, σ’ ολόκληρο το σύμπαν, πέρα από τους ανθρώπους που ο Θεός σκοπεύει να διαχειριστεί και να σώσει, δεν έχουν υπάρξει ποτέ πλάσματα τόσο κοντά με τον Θεό, που να έχουν τόσο στενή σχέση μ’ Αυτόν. Στην καρδιά Του, η ανθρωπότητα που Αυτός θέλει να διαχειριστεί και να σώσει είναι ό,τι πιο σημαντικό, ενώ εκτιμά την ανθρωπότητα αυτή περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο· παρόλο που έχει πληρώσει μεγάλο τίμημα γι’ αυτούς και παρόλο που Τον πληγώνουν και Τον παρακούν συνεχώς, Αυτός δεν τους εγκαταλείπει ποτέ και συνεχίζει το έργο Του ακούραστα, δίχως παράπονα ή μετάνοια. Αυτό συμβαίνει γιατί γνωρίζει πως, αργά ή γρήγορα, θα έρθει η μέρα που οι άνθρωποι θα ανταποκριθούν στο κάλεσμά Του, θα συγκινηθούν από τον λόγο Του, θα αναγνωρίσουν πως Αυτός είναι ο Κύριος της κτίσης και θα επιστρέψουν στο πλευρό Του...

Αφού τα ακούσατε όλα αυτά σήμερα, μπορεί να αισθάνεστε πως όλα όσα κάνει ο Θεός είναι πολύ φυσιολογικά. Φαίνεται πως οι άνθρωποι ανέκαθεν αισθάνονταν λίγο από το θέλημα που έχει ο Θεός γι’ αυτούς μέσα από τον λόγο και το έργο Του, αλλά πάντα υπάρχει κάποια απόσταση ανάμεσα στα αισθήματα ή τη γνώση τους και σε αυτό που σκέφτεται ο Θεός. Επομένως, πιστεύω πως είναι αναγκαίο να επικοινωνήσω με όλους τους ανθρώπους τον λόγο για τον οποίο ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα, καθώς και το υπόβαθρο πίσω από την επιθυμία Του να αποκτήσει τους ανθρώπους που ήλπιζε. Είναι απαραίτητο να το μοιραστώ αυτό με τους πάντες, έτσι ώστε όλοι να είναι ξεκάθαροι στις καρδιές τους. Επειδή η κάθε σκέψη και ιδέα του Θεού και η κάθε φάση και περίοδος του έργου Του σχετίζονται και συνδέονται στενά με ολόκληρο το έργο της διαχείρισής Του, όταν καταλάβεις τις σκέψεις, τις ιδέες και το θέλημά Του σε κάθε βήμα του έργου Του, είναι σαν να καταλαβαίνεις την πηγή του έργου του σχεδίου της διαχείρισής Του. Πάνω σε αυτό το θεμέλιο είναι που γίνεται βαθύτερη η κατανόησή σου για τον Θεό. Παρόλο που όλα όσα έκανε ο Θεός όταν δημιούργησε για πρώτη φορά τον κόσμο που ανέφερα προηγουμένως είναι πλέον μονάχα πληροφορίες για τους ανθρώπους και φαίνεται να μην έχουν σχέση με την επιδίωξη της αλήθειας, κατά τη διάρκεια της εμπειρίας σου, θα έρθει η μέρα που δε θα πιστεύεις πως είναι κάτι τόσο απλό όπως μερικές πληροφορίες, ούτε κάτι τόσο απλό όπως κάποια μυστήρια. Όσο θα προοδεύει η ζωή σου κι όταν θα υπάρχει λίγη από τη θέση του Θεού στην καρδιά σου ή όταν θα κατανοείς το θέλημά Του καλύτερα και βαθύτερα, θα καταλάβεις πραγματικά τη σημασία και την αναγκαιότητα των όσων λέω σήμερα. Δεν έχει σημασία κατά πόσον το έχετε αποδεχτεί αυτό· είναι αναγκαίο να κατανοείτε και να γνωρίζετε αυτά τα πράγματα. Όταν ο Θεός κάνει κάτι, όταν εκτελεί το έργο Του, ανεξάρτητα από το εάν το εκτελεί με τις ιδέες Του ή με τα ίδια Του τα χέρια και ανεξάρτητα από το εάν είναι η πρώτη φορά που το κάνει ή η τελευταία, στο τέλος, ο Θεός έχει σχέδιο, και οι σκοποί και οι σκέψεις Του βρίσκονται σε ό,τι κι αν κάνει. Αυτοί οι σκοποί και οι σκέψεις εκπροσωπούν τη διάθεση του Θεού και εκφράζουν αυτό που Αυτός έχει και είναι. Τα δύο αυτά πράγματα — η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι — πρέπει να γίνουν κατανοητά σε κάθε άνθρωπο. Όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, μπορούν σταδιακά να κατανοήσουν γιατί ο Θεός κάνει όσα κάνει και λέει όσα λέει. Απ’ αυτό, μπορούν τότε να έχουν μεγαλύτερη πίστη για ν’ ακολουθούν τον Θεό, να επιδιώκουν την αλήθεια και να επιδιώκουν αλλαγή διάθεσης. Δηλαδή, η κατανόηση του Θεού από τον άνθρωπο και η πίστη του ανθρώπου στον Θεό είναι αδιαχώριστα.

Παρόλο που αυτό που ακούνε και αυτό για το οποίο αποκτούν κατανόηση οι άνθρωποι είναι η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, αυτό που αποκτούν είναι η ζωή που πηγάζει από τον Θεό. Μόλις η ζωή αυτή σφυρηλατηθεί μέσα σου, ο σεβασμός σου για τον Θεό θα γίνεται ολοένα μεγαλύτερος, ενώ ο θερισμός της συγκομιδής αυτής λαμβάνει χώρα πολύ φυσιολογικά. Αν δε θέλεις να κατανοήσεις ή να μάθεις για τη διάθεση του Θεού ή την ουσία Του, αν δε θέλεις καν να στοχαστείς ή να επικεντρωθείς σε αυτά τα πράγματα, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα πως ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεις την πίστη σου στον Θεό επί του παρόντος, δε θα σου επιτρέψει ποτέ να ικανοποιήσεις το θέλημά Του ή να λάβεις τον έπαινό Του. Επιπλέον, δε θα μπορέσεις ποτέ να φτάσεις πραγματικά στη σωτηρία — αυτές είναι οι τελικές συνέπειες. Όταν οι άνθρωποι δεν κατανοούν τον Θεό και δε γνωρίζουν τη διάθεσή Του, οι καρδιές τους δεν μπορούν ποτέ ν’ ανοίξουν πραγματικά σ’ Αυτόν. Μόλις κατανοήσουν τον Θεό, θα αρχίσουν να κατανοούν και να γεύονται αυτό που υπάρχει μέσα στην καρδιά Του με ενδιαφέρον και πίστη. Όταν κατανοήσεις και γευτείς αυτό που υπάρχει μέσα στην καρδιά του Θεού, η καρδιά σου θα ανοίξει σ’ Αυτόν σταδιακά και βαθμιαία. Όταν η καρδιά σου ανοίξει σ’ Αυτόν, θα νιώσεις πόσο επαίσχυντες και αξιοκαταφρόνητες ήταν οι ανταλλαγές σου με τον Θεό, οι απαιτήσεις σου από τον Θεό και οι ίδιες σου οι υπερβολικές επιθυμίες. Όταν η καρδιά σου ανοίξει πραγματικά στον Θεό, θα δεις πως η καρδιά Του είναι ένας τόσο απέραντος κόσμος και θα εισέλθεις σε ένα βασίλειο που δεν έχεις βιώσει ποτέ ξανά. Στο βασίλειο αυτό, δεν υπάρχει εξαπάτηση, δεν υπάρχει δόλος, δεν υπάρχει σκότος και κακό. Υπάρχει μόνο ειλικρίνεια και αφοσίωση· μόνο φως και εντιμότητα· μόνο δικαιοσύνη και καλοσύνη. Είναι γεμάτο αγάπη και φροντίδα, γεμάτο συμπόνια και μακροθυμία και, μέσα από αυτό, νιώθεις την ευτυχία και τη χαρά του να είσαι ζωντανός. Αυτά είναι τα πράγματα που θα σου αποκαλύψει ο Θεός όταν Του ανοίξεις την καρδιά σου. Ο απέραντος αυτός κόσμος είναι γεμάτος με τη σοφία του Θεού και γεμάτος με την παντοδυναμία Του· είναι επίσης γεμάτος με την αγάπη και την εξουσία Του. Εδώ, μπορείς να δεις κάθε πτυχή αυτού που έχει και είναι ο Θεός, τι Του δίνει χαρά, γιατί Αυτός ανησυχεί και γιατί θλίβεται, γιατί οργίζεται... Αυτά μπορεί να δει ο κάθε άνθρωπος που ανοίγει την καρδιά του στον Θεό και Του επιτρέπει να εισέλθει. Ο Θεός μπορεί να εισέλθει στην καρδιά σου, μόνο αν την ανοίξεις σ’ Αυτόν. Μπορείς να δεις αυτό που έχει και είναι ο Θεός και το θέλημά Του για εσένα, μόνο αν Αυτός έχει εισέλθει στην καρδιά σου. Εκείνη τη στιγμή, θα ανακαλύψεις πως τα πάντα στον Θεό είναι τόσο πολύτιμα και πως αυτό που έχει και είναι Αυτός, είναι υπεράξιο να εκτιμάται. Σε σύγκριση μ’ αυτό, οι άνθρωποι που σε περιβάλλουν, τα αντικείμενα και τα γεγονότα στη ζωή σου, ακόμη και τα αγαπημένα σου πρόσωπα, ο σύντροφός σου και τα πράγματα που αγαπάς, δεν είναι καν άξια αναφοράς. Είναι τόσο μικρά και τόσο ασήμαντα· θα νιώσεις πως κανένα υλικό αντικείμενο δε θα μπορέσει να σε προσελκύσει ξανά και δε θα μπορέσουν ποτέ ξανά να σε κάνουν να πληρώσεις όσο όσο γι’ αυτά. Στην ταπεινότητα του Θεού, θα δεις το μεγαλείο και την υπεροχή Του· επιπλέον, σε κάτι που Αυτός είχε κάνει και θεώρησες αρκετά μικρό, θα δεις την απέραντη σοφία και τη μακροθυμία Του, όπως και την υπομονή Του, την ανοχή Του και την κατανόησή Του προς εσένα. Αυτό θα γεννήσει μέσα σου αγάπη γι’ Αυτόν. Τη μέρα εκείνη, θα νιώσεις πως η ανθρωπότητα ζει σε έναν τόσο βρόμικο κόσμο, πως η αγάπη, η υποτιθέμενη προστασία ή το ενδιαφέρον που παίρνεις από τους ανθρώπους στο πλευρό σου, από τα όσα συμβαίνουν στη ζωή σου, ακόμη και από αυτούς που αγαπάς, δεν είναι καν άξια αναφοράς· μόνο ο Θεός είναι ο αγαπημένος σου και μόνο τον Θεό εκτιμάς περισσότερο. Όταν έλθει εκείνη η μέρα, πιστεύω πως μερικοί θα πουν: Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη και η ουσία Του είναι τόσο αγία· στον Θεό δεν υπάρχει δόλος, κακό, φθόνος και έριδα, αλλά μόνο δικαιοσύνη και αυθεντικότητα, και οι άνθρωποι πρέπει να λαχταρούν όλα όσα έχει και είναι ο Θεός. Οι άνθρωποι πρέπει να αγωνίζονται και να πασχίζουν γι’ αυτά. Πάνω σε τι έχει οικοδομηθεί η ικανότητα της ανθρωπότητας να το επιτύχει αυτό; Έχει οικοδομηθεί πάνω στην κατανόηση της διάθεσης του Θεού από τους ανθρώπους και στην κατανόηση της ουσίας του Θεού από αυτούς. Επομένως, η κατανόηση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι, αποτελεί δια βίου μάθημα για κάθε άνθρωπο και δια βίου στόχο που επιδιώκει κάθε άνθρωπος που αγωνίζεται για να αλλάξει τη διάθεσή του και να γνωρίσει τον Θεό.

Μόλις μιλήσαμε για όλο το έργο που ολοκλήρωσε ο Θεός, τη σειρά των πραγμάτων που έκανε για πρώτη φορά. Κάθε ένα από τα πράγματα αυτά σχετίζεται με το σχέδιο του Θεού για διαχείριση και με το θέλημα του Θεού. Σχετίζονται επίσης με την ίδια τη διάθεση του Θεού και με την ουσία Του. Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό που έχει και είναι ο Θεός, δεν μπορούμε να σταματήσουμε στην Παλαιά Διαθήκη ή στην Εποχή του Νόμου· αντιθέτως, πρέπει να προχωρήσουμε εμπρός με τα βήματα που έκανε ο Θεός στο έργο Του. Έτσι, όπως ο Θεός τελείωσε την Εποχή του Νόμου και ξεκίνησε την Εποχή της Χάριτος, τα δικά μας βήματα έχουν έλθει στην Εποχή της Χάριτος — μια εποχή γεμάτη χάρη και λύτρωση. Κατά την εποχή αυτή, ο Θεός έκανε και πάλι κάτι πολύ σημαντικό για πρώτη φορά. Το έργο κατά τη νέα αυτή εποχή αποτέλεσε μια νέα αφετηρία για τον Θεό και την ανθρωπότητα. Η νέα αυτή αφετηρία ήταν και πάλι νέο έργο που έκανε ο Θεός για πρώτη φορά. Το νέο αυτό έργο ήταν κάτι πρωτοφανές που εκτέλεσε ο Θεός και δεν μπορούσαν να το φανταστούν οι άνθρωποι και όλα τα πλάσματα. Είναι κάτι πλέον ευρέως γνωστό σε όλους τους ανθρώπους — αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός έγινε ανθρώπινο ον, η πρώτη φορά που ξεκίνησε νέο έργο με τη μορφή ενός ανθρώπου, με την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Το νέο αυτό έργο σήμαινε πως ο Θεός είχε ολοκληρώσει το έργο Του στην Εποχή του Νόμου και πως δε θα έκανε ή θα έλεγε πια τίποτε υπό τον νόμο. Επιπλέον, δε θα έλεγε ή θα έκανε οτιδήποτε με τη μορφή του νόμου ή σύμφωνα με τις αρχές ή τους κανόνες του νόμου. Με άλλα λόγια, το σύνολο του έργου Του που βασιζόταν στον νόμο ανακόπηκε δια παντός και δε θα συνεχιζόταν, επειδή ο Θεός ήθελε να ξεκινήσει νέο έργο και να κάνει νέα πράγματα, κι έτσι το σχέδιό Του είχε και πάλι μια νέα αφετηρία. Έτσι, ο Θεός έπρεπε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην επόμενη εποχή.

Το εάν τα νέα αυτά ήταν χαρμόσυνα ή δυσοίωνα για τους ανθρώπους, εξαρτιόταν από την ουσία τους. Μπορεί να ειπωθεί πως τα νέα αυτά δεν ήταν χαρμόσυνα, αλλά δυσοίωνα για κάποιους ανθρώπους, γιατί, όταν ο Θεός ξεκίνησε το νέο Του έργο, οι άνθρωποι εκείνοι που απλώς τηρούσαν τους νόμους και τους κανόνες, που απλώς ακολουθούσαν τις διδαχές αλλά δε σέβονταν τον Θεό, έτειναν να χρησιμοποιούν το παλιό έργο του Θεού για να καταδικάσουν το νέο Του έργο. Για τους ανθρώπους αυτούς, τα νέα αυτά ήταν δυσοίωνα· ωστόσο, για κάθε άνθρωπο που ήταν αθώος και ανοιχτός, που ήταν ειλικρινής με τον Θεό και πρόθυμος να δεχτεί τη λύτρωσή Του, τα νέα της πρώτης ενσάρκωσης του Θεού ήταν ιδιαίτερα χαρμόσυνα. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, από τότε που υπήρχαν άνθρωποι, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός είχε εμφανιστεί και είχε ζήσει ανάμεσα στην ανθρωπότητα σε μια μορφή που δεν ήταν το Πνεύμα· αντιθέτως, Αυτός γεννήθηκε από άνθρωπο, έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους ως ο Υιός του ανθρώπου και εργάστηκε ανάμεσά τους. Αυτή η «πρώτη φορά» γκρέμισε τις αντιλήψεις των ανθρώπων και ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Επιπλέον, όλοι οι ακόλουθοι του Θεού απέκτησαν ένα υλικό όφελος. Ο Θεός, όχι μόνο έβαλε τέλος στην παλαιά εποχή, αλλά, επιπλέον, έβαλε τέλος στις παλιές μεθόδους εργασίας Του και στον τρόπο εργασίας Του. Δεν επέτρεπε πια στους αγγέλους Του να μεταφέρουν το θέλημά Του, δε βρισκόταν πια κρυμμένος στα σύννεφα, και δεν εμφανιζόταν και δε μιλούσε πλέον προστακτικά στους ανθρώπους μέσω βροντής. Σε αντίθεση με οτιδήποτε στο παρελθόν, μέσω μιας μεθόδου που δεν μπορούσαν να φανταστούν οι άνθρωποι και που δυσκολεύονταν να κατανοήσουν ή να δεχτούν — της ενσάρκωσης — Αυτός έγινε ο Υιός του ανθρώπου για να αναπτύξει το έργο της εποχής εκείνης. Το βήμα αυτό αιφνιδίασε την ανθρωπότητα και ήταν εξαιρετικά άβολο για τους ανθρώπους, επειδή ο Θεός είχε ξεκινήσει και πάλι νέο έργο που δεν είχε κάνει ποτέ Του στο παρελθόν. Σήμερα, θα ρίξουμε μια ματιά στο νέο έργο που επιτέλεσε ο Θεός στη νέα εποχή· σε όλο αυτό το νέο έργο, πόση από τη διάθεση του Θεού και πόσο από αυτό που Αυτός έχει και είναι μπορούμε να κατανοήσουμε;

Τα ακόλουθα είναι λόγια καταγεγραμμένα στην Καινή Διαθήκη της Βίβλου.

1. (Μτ. 12, 1) Εν εκείνω τω καιρώ επορεύετο ο Ιησούς διά των σπαρτών εν σαββάτω· οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν και ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν.

2. (Μτ. 12, 6-8) Σας λέγω δε ότι εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού. Εάν όμως εγνωρίζετε τι είναι Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν, δεν ηθέλετε καταδικάσει τους αθώους. Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου.

Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην περικοπή αυτή: «Εν εκείνω τω καιρώ επορεύετο ο Ιησούς διά των σπαρτών εν σαββάτω· οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν και ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν».

Γιατί επιλέξαμε την περικοπή αυτή; Πώς συνδέεται με τη διάθεση του Θεού; Στο κείμενο αυτό, το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε είναι πως ήταν ημέρα Σάββατο, ωστόσο, ο Κύριος Ιησούς βγήκε έξω και οδήγησε τους μαθητές Του μέσα από τα σπαρτά. Αυτό που είναι ακόμα πιο «εξωφρενικό» είναι πως επιπλέον «ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν». Στην Εποχή του Νόμου, οι νόμοι του Ιεχωβά Θεού όριζαν πως οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να βγαίνουν έξω ξέγνοιαστα και να συμμετέχουν σε δραστηριότητες το Σάββατο· υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν μπορούσαν να γίνουν το Σάββατο. Η ενέργεια αυτή, από πλευράς του Κυρίου Ιησού, προβλημάτισε εκείνους που είχαν ζήσει υπό τον νόμο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ προκάλεσε ακόμα και επικρίσεις. Όσο για τη σύγχυσή τους και τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαν γι’ αυτό που έκανε ο Ιησούς, θα τα αφήσουμε προς το παρόν κατά μέρος και θα συζητήσουμε πρώτα για τον λόγο που ο Χριστός επέλεξε από όλες τις μέρες να το κάνει αυτό το Σάββατο, καθώς και γι’ αυτό που ήθελε να επικοινωνήσει μέσω της ενέργειας αυτής στους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο. Αυτή είναι η σύνδεση μεταξύ της περικοπής αυτής και της διάθεσης του Θεού για την οποία θέλω να μιλήσω.

Όταν ήλθε ο Κύριος Ιησούς, χρησιμοποίησε τις πρακτικές Του ενέργειες για να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους: Ο Θεός είχε αναχωρήσει από την Εποχή του Νόμου, είχε ξεκινήσει νέο έργο, και το νέο αυτό έργο δεν απαιτούσε την τήρηση του Σαββάτου· όταν ο Θεός εξήλθε από τους περιορισμούς της μέρας του Σαββάτου, αυτό ήταν μονάχα μια πρόγευση του νέου Του έργου, ενώ το πραγματικά υπέροχο έργο Του συνέχιζε να ξεδιπλώνεται. Όταν ο Κύριος Ιησούς ξεκίνησε το έργο Του, είχε ήδη αφήσει πίσω Του τα δεσμά της Εποχής του Νόμου και είχε καταρρίψει τους κανονισμούς και τις αρχές της εποχής εκείνης. Μέσα Του, δεν υπήρχε ίχνος από οτιδήποτε σχετιζόταν με τον νόμο· είχε απαλλαγεί απ’ αυτόν εξ ολοκλήρου, δεν τον τηρούσε πια και ούτε απαιτούσε από την ανθρωπότητα να τον τηρεί. Επομένως, εδώ βλέπεις πως ο Κύριος Ιησούς διέσχισε τα σπαρτά το Σάββατο· ο Κύριος δεν αναπαυόταν, αντιθέτως, ήταν έξω και εργαζόταν. Η ενέργειά Του αυτή συντάραξε τις αντιλήψεις των ανθρώπων και τους επικοινώνησε πως Αυτός δε ζούσε πια υπό τον νόμο, πως είχε αφήσει τους περιορισμούς του Σαββάτου και εμφανιζόταν μπροστά και ανάμεσα στην ανθρωπότητα με νέα μορφή, με νέο τρόπο εργασίας. Η ενέργειά Του αυτή έδειξε στους ανθρώπους πως είχε φέρει μαζί Του νέο έργο που ξεκίνησε με την έξοδο από τον νόμο και με την έξοδο από το Σάββατο. Όταν ο Θεός εκτελούσε το νέο Του έργο, δεν ήταν πια προσκολλημένος στο παρελθόν και δεν Τον απασχολούσαν πια οι κανονισμοί της Εποχής του Νόμου. Επιπλέον, δεν επηρεαζόταν από το έργο Του στην προηγούμενη εποχή, αλλά εργαζόταν, όπως συνήθως, και το Σάββατο, και όταν οι μαθητές Του πεινούσαν, μπορούσαν να κόψουν μερικά στάχυα και να φάνε. Όλα αυτά ήταν πολύ φυσιολογικά στα μάτια του Θεού. Ο Θεός μπορούσε να έχει μια νέα αρχή για πολύ από το έργο που θέλει να εκτελέσει και τα πράγματα που θέλει να πει. Όταν Αυτός αποκτά ένα νέο ξεκίνημα, μήτε αναφέρει το προηγούμενο έργο Του ξανά μήτε το συνεχίζει. Διότι ο Θεός έχει τις αρχές Του στο έργο Του. Θέλει να ξεκινήσει νέο έργο όταν θέλει να φέρει την ανθρωπότητα σε ένα νέο στάδιο του έργου Του και όταν το έργο Του έχει εισέλθει σε κάποια ανώτερη φάση. Αν οι άνθρωποι συνεχίσουν να ενεργούν σύμφωνα με τα παλιά ρητά και τους κανονισμούς ή συνεχίσουν να είναι προσηλωμένοι σ’ αυτά, ο Θεός δε θα το τιμήσει ούτε θα το επαινέσει. Αυτό συμβαίνει επειδή έχει ήδη φέρει νέο έργο κι έχει εισέλθει σε μια νέα φάση του έργου Του. Όταν Αυτός ξεκινά νέο έργο, εμφανίζεται στην ανθρωπότητα με μια εντελώς νέα εικόνα, από μια εντελώς νέα σκοπιά και μ’ έναν εντελώς νέο τρόπο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να δουν διαφορετικές πτυχές της διάθεσής Του και αυτού που Αυτός έχει και είναι. Αυτός είναι ένας από τους στόχους Του στο νέο Του έργο. Ο Θεός δεν προσκολλάται στα παλιά και δεν ακολουθεί την πεπατημένη οδό· όταν εργάζεται και μιλά, δεν είναι τόσο απαγορευτικό όσο το φαντάζονται οι άνθρωποι. Στον Θεό, τα πάντα είναι ελεύθερα και απελευθερωμένα, δεν υπάρχει απαγόρευση, δεν υπάρχουν περιορισμοί — αυτό που φέρνει στην ανθρωπότητα είναι όλο ελευθερία και απελευθέρωση. Είναι ένας ζωντανός Θεός, ένας Θεός που υπάρχει πραγματικά και αληθινά. Δεν είναι κάποια μαριονέτα ή κάποιο πήλινο γλυπτό και είναι τελείως διαφορετικός από τα είδωλα που φυλάσσουν σαν ιερά και λατρεύουν οι άνθρωποι. Είναι ζωντανός και φωτεινός, και αυτό που φέρνουν ο λόγος Του και το έργο Του στους ανθρώπους είναι όλο ζωή και φως, όλο ελευθερία και απελευθέρωση, επειδή Αυτός κρατά την αλήθεια, τη ζωή και την οδό — δεν Τον περιορίζει τίποτα σε κανένα μέρος του έργου Του. Ό,τι κι αν λένε οι άνθρωποι και όπως κι αν βλέπουν ή αξιολογούν το νέο Του έργο, Αυτός θα συνεχίσει να εκτελεί το έργο Του δίχως ενδοιασμούς. Δε θα ανησυχεί για τις αντιλήψεις κανενός ή για τις κατηγορίες εναντίον του έργου ή του λόγου Του, ούτε και για την έντονη αντίδραση και την αντίστασή τους στο νέο Του έργο. Ουδείς σε ολόκληρη την πλάση δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ανθρώπινη λογική ή την ανθρώπινη φαντασία, γνώση και ηθική, για να μετρήσει ή να προσδιορίσει αυτό που κάνει ο Θεός και για να δυσφημίσει, να διαταράξει ή να υπονομεύσει το έργο Του. Δεν υπάρχει καμία απαγόρευση στο έργο Του και σε ό,τι κάνει, και αυτό δε θα περιορίζεται από κανέναν άνθρωπο, πράγμα ή αντικείμενο, ούτε και θα διαταράσσεται από καμιά εχθρική δύναμη. Στο νέο Του έργο, είναι ένας παντοτινά νικηφόρος Βασιλιάς, ενώ όλες οι εχθρικές δυνάμεις, όλες οι αιρέσεις και οι πλάνες της ανθρωπότητας, ποδοπατιούνται κάτω από το υποπόδιό Του. Όποιο νέο στάδιο του έργου Του κι αν εκτελεί, πρέπει να αναπτύσσεται και να επεκτείνεται μέσα από την ανθρωπότητα και πρέπει να εκτελείται ανεμπόδιστα σε ολόκληρο το σύμπαν, έως ότου ολοκληρωθεί το μέγα Του έργο. Αυτή είναι η παντοδυναμία και η σοφία του Θεού, όπως και η εξουσία και η δύναμή Του. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς μπορούσε να βγει έξω στα φανερά και να εργαστεί το Σάββατο, επειδή στην καρδιά Του δεν υπήρχαν κανόνες, όπως και δεν υπήρχε καμιά γνώση ή διδαχή που να προήλθε από την ανθρωπότητα. Αυτό που Αυτός είχε, ήταν το νέο έργο του Θεού και ο τρόπος Του, και το έργο Του ήταν ο τρόπος να ελευθερώσει την ανθρωπότητα, να τους αποδεσμεύσει, να τους επιτρέψει να υπάρξουν στο φως και να τους επιτρέψει να ζήσουν. Εκείνοι που λατρεύουν είδωλα ή ψεύτικους θεούς, ζουν την κάθε μέρα δεσμευμένοι από τον Σατανά, περιορισμένοι από κάθε λογής κανόνες και ταμπού — σήμερα απαγορεύεται αυτό, αύριο κάτι άλλο — δεν έχουν καμία ελευθερία στις ζωές τους. Είναι σαν αλυσοδεμένοι φυλακισμένοι, δίχως χαρά. Τι αντιπροσωπεύει η «απαγόρευση;» Αντιπροσωπεύει περιορισμούς, δεσμά και κακό. Όταν ένας άνθρωπος λατρεύει κάποιο είδωλο, λατρεύει έναν ψεύτικο θεό, λατρεύει ένα κακό πνεύμα. Η απαγόρευση έρχεται μαζί μ’ αυτό. Δεν μπορείς να φας αυτό ή εκείνο, δεν μπορείς να βγεις έξω σήμερα, αύριο δεν μπορείς να ανάψεις τον φούρνο σου, την επομένη δεν μπορείς να μετακομίσεις σε νέο σπίτι, πρέπει να επιλέγονται συγκεκριμένες ημέρες για γάμους και κηδείες, ακόμη και για τη γέννηση ενός παιδιού. Πώς ονομάζεται αυτό; Αυτό ονομάζεται απαγόρευση· είναι η σκλαβιά της ανθρωπότητας, ενώ τα δεσμά του Σατανά και των κακών πνευμάτων τους ελέγχουν και περιορίζουν τις καρδιές και τα σώματά τους. Υπάρχουν αυτές οι απαγορεύσεις με τον Θεό; Όταν μιλάς για την αγιοσύνη του Θεού, πρέπει πρώτα να σκεφτείς αυτό: Με τον Θεό, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις. Ο Θεός έχει αρχές στον λόγο και στο έργο Του, αλλά όχι απαγορεύσεις, επειδή ο Θεός ο ίδιος είναι η αλήθεια, η οδός και η ζωή.

Τώρα, ας εξετάσουμε την επόμενη περικοπή: «Σας λέγω δε ότι εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού. Εάν όμως εγνωρίζετε τι είναι Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν, δεν ηθέλετε καταδικάσει τους αθώους. Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου» (Μτ. 12, 6-8). Σε τι αναφέρεται το «ιερό» εδώ; Για να το θέσουμε απλά, το «ιερό» αναφέρεται σε ένα μεγαλοπρεπές, ψηλό κτίριο και, κατά την Εποχή του Νόμου, το ιερό ήταν μέρος για να λατρεύουν οι ιερείς τον Θεό. Όταν ο Κύριος Ιησούς είπε «εδώ είναι κάποιος μεγαλήτερος του ιερού», σε ποιον αναφερόταν το «κάποιος;» Προφανώς, το «κάποιος» είναι ο Κύριος Ιησούς στη σάρκα, γιατί μόνο Αυτός ήταν μεγαλύτερος του ιερού. Τι έλεγαν τα λόγια αυτά στους ανθρώπους; Έλεγαν στους ανθρώπους να βγουν από το ιερό — ο Θεός είχε ήδη βγει και δεν εργαζόταν πια μέσα σ’ αυτό, επομένως οι άνθρωποι έπρεπε να αναζητήσουν τ’ αχνάρια του Θεού έξω από το ιερό και να ακολουθήσουν τα βήματά Του στο νέο Του έργο. Το υπόβαθρο αυτού που είπε ο Κύριος Ιησούς ήταν πως, υπό τον νόμο, οι άνθρωποι είχαν καταλήξει να βλέπουν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο από τον Θεό τον ίδιο. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι λάτρευαν το ιερό αντί να λατρεύουν τον Θεό, έτσι, ο Κύριος Ιησούς τους προειδοποίησε να μη λατρεύουν είδωλα, αλλά να λατρεύουν τον Θεό γιατί είναι υπέρτατος. Έτσι, είπε: «Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν». Είναι εμφανές πως, στα μάτια του Κυρίου Ιησού, οι περισσότεροι άνθρωποι υπό τον νόμο δε λάτρευαν πια τον Ιεχωβά, απλώς εκτελούσαν τη διαδικασία της θυσίας, και ο Κύριος Ιησούς προσδιόρισε πως η διαδικασία αυτή ήταν ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες αυτοί, έβλεπαν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο και ανώτερο από τον Θεό. Στις καρδιές τους υπήρχε μόνο το ιερό, όχι ο Θεός, επομένως, αν έχαναν το ιερό, θα έχαναν τον τόπο της κατοίκησής τους. Χωρίς το ιερό, δεν είχαν πού να λατρεύουν και δεν μπορούσαν να προσφέρουν τις θυσίες τους. Ο υποτιθέμενος τόπος της κατοίκησής τους ήταν ο τόπος όπου δραστηριοποιούνταν υπό το πρόσχημα της λατρείας του Ιεχωβά Θεού που τους επέτρεπε να παραμένουν στο ιερό και να διεκπεραιώνουν τις δικές τους υποθέσεις. Η υποτιθέμενη προσφορά θυσιών γινόταν απλώς για να πραγματοποιούν τις προσωπικές τους επαίσχυντες δοσοληψίες υπό το πρόσχημα της εκτέλεσης της υπηρεσίας τους στο ιερό. Αυτός ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι της εποχής έβλεπαν το ιερό σαν κάτι μεγαλύτερο από τον Θεό. Επειδή χρησιμοποιούσαν το ιερό σαν κάλυψη και τις θυσίες σαν πρόσχημα για να εξαπατούν τους ανθρώπους και τον Θεό, ο Κύριος Ιησούς το είπε αυτό για να προειδοποιήσει τους ανθρώπους. Αν εφαρμόσετε τα λόγια αυτά στο παρόν, παραμένουν εξίσου έγκυρα και εξίσου σχετικά. Παρόλο που οι άνθρωποι σήμερα έχουν βιώσει διαφορετικό έργο του Θεού από αυτό που βίωσαν οι άνθρωποι στην Εποχή του Νόμου, η ουσία της φύσης τους είναι η ίδια. Στο πλαίσιο του έργου σήμερα, οι άνθρωποι εξακολουθούν να κάνουν πράγματα του ίδιου τύπου με «το ιερό είναι μεγαλύτερο από τον Θεό». Για παράδειγμα, οι άνθρωποι βλέπουν την εκπλήρωση των καθηκόντων τους ως τη δουλειά τους· θεωρούν το να γίνεις μάρτυρας για τον Θεό και να πολεμήσεις τον μεγάλο κόκκινο δράκοντα ως πολιτικά κινήματα για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τη δημοκρατία και την ελευθερία· μετατρέπουν το καθήκον τους σε καριέρα για να αξιοποιήσουν τις ικανότητές τους, αλλά αντιμετωπίζουν τον σεβασμό στον Θεό και την αποφυγή του κακού ως τίποτα περισσότερο από μια θρησκευτική διδαχή προς τήρηση, και ούτω καθεξής. Αυτές οι εκφράσεις, από πλευράς των ανθρώπων, δεν είναι ουσιαστικά το ίδιο όπως «το ιερό είναι μεγαλύτερο από τον Θεό;» Με τη διαφορά ότι, πριν δύο χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι εκτελούσαν τις προσωπικές τους δραστηριότητες μέσα στο φυσικό ιερό, ενώ σήμερα, οι άνθρωποι εκτελούν τις προσωπικές τους δραστηριότητες σε άυλα ιερά. Οι άνθρωποι που δίνουν μεγάλη αξία στους κανόνες, θεωρούν τους κανόνες μεγαλύτερους από τον Θεό· οι άνθρωποι που αγαπούν το κύρος, θεωρούν το κύρος μεγαλύτερο από τον Θεό· εκείνοι που αγαπούν την καριέρα τους, θεωρούν την καριέρα μεγαλύτερη από τον Θεό και ούτω καθεξής. Όλες οι εκφράσεις τους Με οδηγούν να πω: «Οι άνθρωποι, μέσα από τα λόγια τους, δοξάζουν τον Θεό ως τον μεγαλύτερο, ωστόσο, στα μάτια τους, τα πάντα είναι μεγαλύτερα από τον Θεό». Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι, ενόσω βρίσκονται στο μονοπάτι απ’ το οποίο ακολουθούν τον Θεό, μόλις βρουν την ευκαιρία να επιδείξουν τα δικά τους ταλέντα ή να ασκήσουν τις δικές τους δραστηριότητες ή να επιτύχουν στις δικές τους καριέρες, απομακρύνονται από τον Θεό και ρίχνονται στην καριέρα που αγαπούν. Όσο γι’ αυτό που τους έχει εμπιστευτεί ο Θεός και το θέλημά Του, τα πράγματα αυτά έχουν απορριφθεί από καιρό. Στο σενάριο αυτό, πού διαφέρουν οι άνθρωποι αυτοί από εκείνους που εκτελούσαν τις δραστηριότητες τους στο ιερό πριν δύο χιλιάδες χρόνια;

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στο τελευταίο εδάφιο της Γραφικής αυτής περικοπής: «Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου». Υπάρχει πρακτική πλευρά σ’ αυτό το εδάφιο; Μπορείτε να δείτε την πρακτική πλευρά της; Όλα όσα λέει ο Θεός πηγάζουν από την καρδιά Του, επομένως, γιατί το είπε αυτό; Πώς το καταλαβαίνετε; Μπορεί να κατανοείτε το νόημα του εδαφίου τώρα, ωστόσο, εκείνη την εποχή, λίγοι άνθρωποι το κατανοούσαν, γιατί η ανθρωπότητα είχε μόλις βγει από την Εποχή του Νόμου. Για εκείνους, η μη τήρηση του Σαββάτου ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο, πόσο μάλλον η κατανόηση του τι είναι ένα αληθινό Σάββατο.

Το εδάφιο «ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου» δείχνει στους ανθρώπους πως τα πάντα του Θεού είναι άυλα και πως, ενώ ο Θεός μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις υλικές σου ανάγκες, όταν έχουν καλυφθεί όλες οι υλικές σου ανάγκες, μπορεί η ικανοποίηση από τέτοια πράγματα να αντικαταστήσει την επιδίωξή σου για την αλήθεια; Αυτό είναι προφανώς αδύνατον! Η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, με τα οποία συναναστραφήκαμε, αποτελούν και τα δύο την αλήθεια. Δεν μπορεί να μετρηθεί με το βαρύ τίμημα των υλικών αντικειμένων, ούτε μπορεί η αξία της να υπολογισθεί σε χρήματα, γιατί δεν είναι υλικό αντικείμενο, και καλύπτει τις ανάγκες της καρδιάς του κάθε ανθρώπου. Για κάθε άνθρωπο, η αξία των άυλων αυτών αληθειών θα ‘πρεπε να ‘ναι μεγαλύτερη από την αξία οποιουδήποτε υλικού πράγματος που θεωρείς ωραίο, σωστά; Η δήλωση αυτή είναι κάτι στο οποίο πρέπει να σταθείτε. Το σημείο κλειδί σ’ αυτό που μόλις είπα είναι πως αυτό που έχει και είναι ο Θεός και τα πάντα στον Θεό είναι τα πιο σημαντικά πράγματα για κάθε άνθρωπο και δεν μπορούν να αντικατασταθούν από οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα: Όταν πεινάς, χρειάζεσαι φαγητό. Το φαγητό αυτό μπορεί να είναι σχετικά καλό ή σχετικά ελλιπές, αλλά, εφόσον χορτάσεις, το δυσάρεστο αίσθημα της πείνας δε θα υπάρχει πια — θα εξαφανιστεί. Μπορείς να καθίσεις εκεί ήσυχα και να ξεκουράσεις το σώμα σου. Η πείνα των ανθρώπων μπορεί να εξαλειφθεί με το φαγητό, ωστόσο, όταν ακολουθείς τον Θεό και νιώθεις πως δεν Τον κατανοείς καθόλου, πώς μπορείς να εξαλείψεις το κενό στην καρδιά σου; Μπορεί να εξαλειφθεί με φαγητό; Ή όταν ακολουθείς τον Θεό, αλλά δεν κατανοείς το θέλημά Του, τι μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να αντισταθμίσεις αυτήν την πείνα στην καρδιά σου; Κατά τη διαδικασία της εμπειρίας της σωτηρίας σου μέσα από τον Θεό, ενώ επιδιώκεις μια αλλαγή στη διάθεσή σου, αν δεν κατανοείς το θέλημά Του ή δε γνωρίζεις ποια είναι η αλήθεια κι αν δε γνωρίζεις τη διάθεση του Θεού, δεν αισθάνεσαι ιδιαίτερα άβολα; Δεν αισθάνεσαι μεγάλη πείνα και δίψα στην καρδιά σου; Τα αισθήματα αυτά, δε σε αποτρέπουν απ’ το να βρεις ηρεμία στην καρδιά σου; Επομένως, πώς μπορείς να αντισταθμίσεις αυτήν την πείνα στην καρδιά σου; Υπάρχει τρόπος να την εξαλείψεις; Μερικοί άνθρωποι πηγαίνουν για ψώνια, μερικοί εκμυστηρεύονται στους φίλους τους, μερικοί το ρίχνουν στον ύπνο, ενώ άλλοι διαβάζουν τον λόγο του Θεού ή εργάζονται πιο σκληρά και καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους. Μπορούν τα πράγματα αυτά να εξαλείψουν τις πραγματικές σου δυσκολίες; Όλοι σας κατανοείτε πλήρως αυτά τα είδη πρακτικών. Όταν νιώθεις ανήμπορος, όταν νιώθεις την έντονη επιθυμία να λάβεις διαφώτιση από τον Θεό για να σου επιτρέψει να γνωρίσεις την πραγματικότητα της αλήθειας και το θέλημά Του, τι χρειάζεσαι πιο πολύ; Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι κάποιο πλήρες γεύμα, ούτε μερικά ευγενικά λόγια. Ακόμη περισσότερο, δεν είναι οι εφήμερες ανέσεις και η ικανοποίηση της σάρκας. Αυτό που χρειάζεσαι είναι να σου πει ο Θεός ευθέως και ξεκάθαρα τι πρέπει να κάνεις και πώς πρέπει να το κάνεις· να σου πει ξεκάθαρα ποια είναι η αλήθεια. Αφού το έχεις κατανοήσεις αυτό, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, δε νιώθεις περισσότερο ικανοποιημένος στην καρδιά σου από όσο θα ένιωθες μετά από ένα καλό γεύμα; Όταν η καρδιά σου είναι ικανοποιημένη, δεν αποκτά η καρδιά σου και όλο το άτομό σου πραγματική ηρεμία; Μέσω της αναλογίας και της ανάλυσης αυτής, καταλαβαίνετε πλέον γιατί ήθελα να μοιραστώ μαζί σας το εδάφιο «ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου;» Το νόημά του είναι πως αυτό που εκπορεύεται από τον Θεό, αυτό που Αυτός έχει και είναι, και τα πάντα Του, είναι μεγαλύτερα από καθετί άλλο, συμπεριλαμβανομένου και του πράγματος ή του ατόμου που κάποτε πίστευες ότι ήταν ό,τι πιο πολύτιμο για σένα. Δηλαδή, αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να λάβει λόγο από το στόμα του Θεού ή δεν κατανοεί το θέλημά Του, τότε δεν μπορεί να βρει ηρεμία. Στις μελλοντικές σας εμπειρίες, θα καταλάβετε γιατί ήθελα να δείτε αυτήν την περικοπή σήμερα· είναι κάτι πολύ σημαντικό. Όλα όσα κάνει ο Θεός είναι αλήθεια και φως. Για τους ανθρώπους, η αλήθεια είναι κάτι που δεν μπορούν να στερούνται στη ζωή τους και κάτι που ποτέ δεν μπορεί να τους λείπει· μπορείς ακόμα να πεις πως είναι το σημαντικότερο πράγμα. Παρόλο που δεν μπορείς να τη δεις ή να την αγγίξεις, η σημασία της για εσένα δεν μπορεί να αγνοηθεί· είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να φέρει ηρεμία στην καρδιά σου.

Είναι η κατανόηση σας για την αλήθεια ενσωματωμένη στις δικές σας καταστάσεις; Στην πραγματική ζωή, πρέπει πρώτα να σκεφτείς ποιες αλήθειες σχετίζονται με τους ανθρώπους, τα πράγματα και τα αντικείμενα που έχεις συναντήσει· είναι ανάμεσα σ’ αυτές τις αλήθειες που μπορείς να βρεις το θέλημα του Θεού και να συνδέσεις αυτά που έχεις συναντήσει με το θέλημά Του. Εάν δε γνωρίζεις ποιες πτυχές της αλήθειας σχετίζονται με τα πράγματα που έχεις συναντήσει και αναζητήσεις κατευθείαν το θέλημα του Θεού, η προσέγγιση αυτή θα είναι αρκετά τυφλή και δε θα μπορέσει να αποφέρει αποτελέσματα. Εάν θέλεις να αναζητήσεις την αλήθεια και να κατανοήσεις το θέλημα του Θεού, πρέπει πρώτα να εξετάσεις τι είδους πράγματα έχουν έλθει πάνω σου, με ποιες πτυχές της αλήθειας σχετίζονται και να αναζητήσεις την αλήθεια στον λόγο του Θεού που σχετίζεται μ’ αυτά που έχεις βιώσει. Στη συνέχεια, να αναζητήσεις το μονοπάτι της πράξης που είναι σωστό για εσένα στην αλήθεια εκείνη· με τον τρόπο αυτό, μπορείς να αποκτήσεις έμμεση κατανόηση του θελήματος του Θεού. Το να αναζητάς και να κάνεις πράξη την αλήθεια δεν είναι να εφαρμόζεις μηχανικά κάποια διδαχή ή να ακολουθείς κάποιον τύπο. Η αλήθεια δεν είναι τυποποιημένη, ούτε και είναι νόμος. Δεν είναι νεκρή — είναι ζωή, είναι κάτι ζωντανό και είναι ο κανόνας που πρέπει να ακολουθούν τα πλάσματα και ο κανόνας που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να καταλάβεις περισσότερο εμπειρικά. Σε όποιο στάδιο κι αν έχεις φτάσει στην εμπειρία σου, είσαι αναπόσπαστος από τον λόγο του Θεού ή από την αλήθεια, ενώ αυτό που κατανοείς για τη διάθεση του Θεού και αυτό που γνωρίζεις γι’ αυτό που έχει και είναι ο Θεός, εκφράζονται όλα μέσα από τον λόγο του Θεού· είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αλήθεια. Η διάθεση του Θεού και αυτό που έχει και είναι Αυτός, είναι τα ίδια η αλήθεια· η αλήθεια είναι μια αυθεντική εκδήλωση της διάθεσης του Θεού και αυτού που Αυτός έχει και είναι. Κάνει απτό αυτό που έχει και είναι ο Θεός και το δηλώνει ρητά· σου λέει πιο ευθέως τι αρέσει στον Θεό, τι δεν Του αρέσει, τι θέλει Αυτός να κάνεις και τι δε σου επιτρέπει να κάνεις, ποιους ανθρώπους απεχθάνεται και σε ποιους ανθρώπους βρίσκει ευχαρίστηση. Πίσω από τις αλήθειες που εκφράζει ο Θεός, οι άνθρωποι μπορούν να δουν την ευχαρίστηση, τον θυμό, τη λύπη και την ευτυχία Του, όπως και την ουσία Του — αυτή είναι η αποκάλυψη της διάθεσής Του. Πέρα του να γνωρίζεις αυτό που έχει και είναι ο Θεός και να κατανοείς τη διάθεσή Του από τον λόγο Του, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ανάγκη να επιτύχεις αυτήν την κατανόηση μέσα από πρακτική εμπειρία. Αν ένας άνθρωπος απομακρύνει τον εαυτό του από την πραγματική ζωή ώστε να γνωρίσει τον Θεό, τότε δε θα μπορέσει να το επιτύχει αυτό. Ακόμη κι αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να αποκτήσουν κάποια κατανόηση από τον λόγο του Θεού, αυτή περιορίζεται σε θεωρίες και λέξεις, και υπάρχει απόκλιση από το πώς είναι πραγματικά ο Θεός.

Αυτό που επικοινωνούμε τώρα, έγκειται όλο μέσα στο πλαίσιο των ιστοριών που καταγράφονται στη Βίβλο. Μέσω των ιστοριών αυτών και μέσω της ανάλυσης αυτών των πραγμάτων που συνέβησαν, οι άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός εξέφρασε πως έχει και είναι, επιτρέποντας τους να γνωρίσουν την κάθε πτυχή του Θεού πιο ευρέως, πιο βαθιά, πιο εκτενώς και πιο πλήρως. Επομένως, ο μόνος τρόπος για να γνωρίσεις την κάθε πτυχή του Θεού είναι μέσα από αυτές τις ιστορίες; Όχι, δεν είναι! Γιατί αυτό που λέει ο Θεός και το έργο που εκτελεί στην Εποχή της Βασιλείας, μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να γνωρίσουν τη διάθεσή Του και να την κατανοήσουν πιο πλήρως. Ωστόσο, πιστεύω πως είναι λίγο πιο εύκολο να γνωρίσεις τη διάθεση του Θεού και να κατανοήσεις αυτό που Αυτός έχει και είναι, μέσα από κάποια παραδείγματα ή κάποιες ιστορίες που καταγράφονται στη Βίβλο και τις οποίες γνωρίζουν οι άνθρωποι. Αν χρησιμοποιήσω τον λόγο της κρίσης και της παίδευσης και τις αλήθειες που εκφράζει ο Θεός σήμερα για να σε κάνω να Τον γνωρίσεις λέξη προς λέξη, θα νιώσεις πως είναι πολύ ανιαρό και κουραστικό, ενώ μερικοί άνθρωποι θα νιώσουν ακόμη πως ο λόγος του Θεού φαίνεται πολύ τυποποιημένος. Ωστόσο, αν πάρουμε αυτές τις ιστορίες της Βίβλου σαν παράδειγμα για να γνωρίσουν οι άνθρωποι τη διάθεση του Θεού, τότε δε θα το βρουν βαρετό. Μπορείς να πεις πως ενόσω επεξηγούνται τα παραδείγματα αυτά, οι λεπτομέρειες σχετικά με αυτό που υπήρχε στην καρδιά του Θεού εκείνη την εποχή — η διάθεση ή το συναίσθημά Του, οι σκέψεις και οι ιδέες Του — έχουν ειπωθεί στους ανθρώπους στη γλώσσα των ανθρώπων, και ο στόχος όλων αυτών είναι να τους επιτραπεί να εκτιμήσουν, να νιώσουν πως αυτό που έχει και είναι ο Θεός δεν είναι κάποιος τύπος. Δεν είναι κάποιος θρύλος ή κάτι που δεν μπορούν να δουν ή να αγγίξουν οι άνθρωποι. Είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά και που οι άνθρωποι μπορούν να νιώσουν και να εκτιμήσουν. Αυτός είναι ο απώτερος στόχος. Μπορείς να πεις πως οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτήν την εποχή είναι ευλογημένοι. Από τις ιστορίες της Βίβλου, μπορούν να αντλήσουν ευρύτερη κατανόηση του προηγούμενου έργου του Θεού· μπορούν να δουν τη διάθεσή Του μέσα από το έργο που Αυτός έχει εκτελέσει. Επίσης, μπορούν να κατανοήσουν το θέλημα του Θεού για την ανθρωπότητα μέσα από τις διαθέσεις αυτές που έχει εκφράσει, όπως και να κατανοήσουν τις απτές εκδηλώσεις της αγιοσύνης και της φροντίδας Του για τους ανθρώπους, έτσι ώστε να επιτύχουν μια πιο εμπεριστατωμένη και πιο βαθιά γνώση της διάθεσης του Θεού. Πιστεύω πως όλοι σας μπορείτε να το νιώσετε αυτό!

Μέσα στο πλαίσιο του έργου που ολοκλήρωσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος, μπορείς να δεις ακόμα μια πτυχή αυτού που έχει και είναι ο Θεός. Εκφράστηκε μέσω της σάρκας Του και κατέστη δυνατό να το δουν και να το εκτιμήσουν οι άνθρωποι μέσω της ανθρώπινης φύσης Του. Στον Υιό του ανθρώπου, οι άνθρωποι είδαν τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός στη σάρκα βίωσε την ανθρώπινη φύση Του, όπως και είδαν τη θεϊκή φύση του Θεού να εκφράζεται μέσω της σάρκας. Οι δύο αυτοί τύποι έκφρασης, επέτρεψαν στους ανθρώπους να δουν έναν ιδιαίτερα αληθινό Θεό, όπως και τους επέτρεψαν να σχηματίσουν μια διαφορετική ιδέα για τον Θεό. Ωστόσο, στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία του κόσμου έως το τέλος της Εποχής του Νόμου, δηλαδή πριν την Εποχή της Χάριτος, αυτό που έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν οι άνθρωποι, ήταν μονάχα η θεϊκή πτυχή του Θεού. Ήταν αυτά που έκανε και έλεγε ο Θεός σε ένα άυλο βασίλειο και τα πράγματα που εξέφραζε από το αληθινό Του άτομο, τα οποία δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Συχνά, τα πράγματα αυτά έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται πως ο Θεός ήταν τόσο μεγάλος και πως δεν μπορούσαν να έρθουν κοντά σ’ Αυτόν. Η εντύπωση που έδινε συνήθως ο Θεός στους ανθρώπους ήταν πως τρεμόπαιζε, ενώ οι άνθρωποι αισθάνονταν, επιπλέον, πως όλες οι σκέψεις και οι ιδέες Του ήταν τόσο μυστηριώδεις και τόσο ασύλληπτες, που δεν υπήρχε τρόπος να τις φτάσουν, πόσο μάλλον να επιχειρήσουν να τις κατανοήσουν και να την εκτιμήσουν. Για τους ανθρώπους, τα πάντα στον Θεό ήταν πολύ μακρινά Ÿ— τόσο μακρινά που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα δουν, δεν μπορούσαν να τ’ αγγίξουν. Φαινόταν πως Αυτός βρισκόταν ψηλά στον ουρανό, όπως και φαινόταν πως δεν υπήρχε καθόλου. Επομένως, για τους ανθρώπους, η κατανόηση της καρδιάς και του νου του Θεού ή οποιουδήποτε σκεπτικού Του, ήταν ανεπίτευκτη ή ακόμα και ανέφικτη. Παρόλο που ο Θεός εκτέλεσε κάποιο απτό έργο κατά την Εποχή του Νόμου και διατύπωσε κάποιον συγκεκριμένο λόγο και εξέφρασε κάποιες συγκεκριμένες διαθέσεις για να επιτρέψει στους ανθρώπους να εκτιμήσουν και να δουν κάποια αληθινή γνώση γι’ Αυτόν, στο τέλος, αυτή ήταν η έκφραση του Θεού γι’ αυτό που Αυτός έχει και είναι σε ένα άυλο βασίλειο, ενώ αυτό που κατάλαβαν οι άνθρωποι και αυτό που γνώρισαν, προερχόταν ακόμη από τη θεϊκή πτυχή αυτού που Αυτός έχει και είναι. Η ανθρωπότητα, δεν μπορούσε να αποκτήσει σαφή ιδέα από αυτήν την έκφραση[α] αυτού που Αυτός έχει και είναι, και η εντύπωση τους για τον Θεό παρέμενε κολλημένη στο πλαίσιο του «ένα Πνεύμα στο οποίο είναι δύσκολο να έρθεις κοντά, το οποίο τρεμοπαίζει». Επειδή ο Θεός δε χρησιμοποίησε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο ή κάποια εικόνα στο υλικό βασίλειο για να εμφανιστεί στους ανθρώπους, αυτοί ακόμη δεν μπορούσαν να Τον προσδιορίσουν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων. Στην καρδιά και στο μυαλό τους, οι άνθρωποι πάντοτε ήθελαν να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα για να καθιερώσουν ένα πρότυπο για τον Θεό, να Τον κάνουν υλικό και να Τον εξανθρωπίσουν, όπως πόσο ψηλός είναι, πόσο μεγάλος είναι, πώς μοιάζει, τι Του αρέσει ιδιαίτερα και ποια είναι ακριβώς η προσωπικότητά Του. Στην πραγματικότητα, ο Θεός γνώριζε στην καρδιά Του πως οι άνθρωποι σκέφτονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήταν ξεκάθαρος με τις ανάγκες των ανθρώπων και, φυσικά, γνώριζε τι έπρεπε να κάνει Αυτός, έτσι εκτέλεσε το έργο Του με διαφορετικό τρόπο στην Εποχή της Χάριτος. Ο τρόπος αυτός ήταν και θεϊκός και εξανθρωπισμένος. Κατά το διάστημα που εργαζόταν ο Κύριος Ιησούς, οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν πως ο Θεός είχε πολλές ανθρώπινες εκφράσεις. Για παράδειγμα, μπορούσε να χορέψει, να παραστεί σε γάμους, να κοινωνεί με τους ανθρώπους, να μιλά μαζί τους και να συζητά πράγματα μαζί τους. Πέρα από αυτό, ο Κύριος Ιησούς ολοκλήρωσε και πολύ έργο που αντιπροσώπευε τη θεϊκή Του φύση και, φυσικά, όλο αυτό το έργο ήταν μια έκφραση και μια αποκάλυψη της διάθεσης του Θεού. Κατά το διάστημα αυτό, όταν η θεϊκή φύση του Θεού υλοποιήθηκε σε μια κοινή σάρκα την οποία οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν και να αγγίξουν, δεν ένιωθαν πια πως Αυτός τρεμόπαιζε και πως δεν μπορούσαν να έρθουν κοντά Του. Αντιθέτως, μπορούσαν να προσπαθήσουν να κατανοήσουν το θέλημα του Θεού ή να καταλάβουν τη θεϊκή Του φύση μέσα από την κάθε κίνηση, τον λόγο και το έργο του Υιού του ανθρώπου. Ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου εξέφρασε τη θεϊκή φύση του Θεού μέσω της ανθρώπινης φύσης Του και μετέφερε το θέλημα του Θεού στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, μέσα από την έκφραση του θελήματος και της διάθεσης του Θεού, αποκάλυψε επίσης στους ανθρώπους τον Θεό που δεν μπορούν να δουν ή να αγγίξουν στο πνευματικό βασίλειο. Αυτό που είδαν οι άνθρωποι ήταν ο Θεός ο ίδιος, υλικός, με σάρκα και οστά. Επομένως, ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου έκανε απτά και εξανθρωπισμένα κάποια πράγματα, όπως την ίδια την ταυτότητα του Θεού, το κύρος, την εικόνα, τη διάθεσή Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Παρόλο που η εξωτερική εμφάνιση του Υιού του ανθρώπου είχε μερικούς περιορισμούς όσον αφορά την εικόνα του Θεού, η ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, ήταν πλήρως ικανά να εκπροσωπούν την ίδια την ταυτότητα και το κύρος του Θεού· απλώς υπήρχαν μερικές διαφορές στη μορφή της έκφρασης. Είτε είναι η ανθρώπινη είτε η θεϊκή φύση του Υιού του ανθρώπου, δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως Αυτός εκπροσωπούσε την ίδια την ταυτότητα και το κύρος του Θεού. Κατά το διάστημα αυτό, ωστόσο, ο Θεός εργαζόταν μέσω της σάρκας, μιλούσε από την οπτική της σάρκας και στεκόταν ενώπιον της ανθρωπότητας με την ταυτότητα και το κύρος του Υιού του ανθρώπου. Αυτό έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία να συναντήσουν και να βιώσουν τον πραγματικό λόγο και το έργο του Θεού ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Επιπλέον, επέτρεψε στους ανθρώπους να αποκτήσουν μια εικόνα της θεϊκής Του φύσης και του μεγαλείου Του εν μέσω ταπεινότητας, όπως και να αποκτήσουν μια πρώτη κατανόηση και έναν πρώτο ορισμό της αυθεντικότητας και της πραγματικότητας του Θεού. Αν και το έργο που ολοκληρώθηκε από τον Κύριο Ιησού, οι μέθοδοι εργασίας Του και η οπτική από την οποία Αυτός μιλούσε, διέφεραν από το αληθινό άτομο του Θεού στο πνευματικό βασίλειο, τα πάντα γύρω από Αυτόν αντιπροσώπευαν πραγματικά τον ίδιο τον Θεό που οι άνθρωποι δεν είχαν ξαναδεί — αυτό είναι αδιαμφισβήτητο! Αυτό σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία εμφανίζεται ο Θεός, ανεξάρτητα από την οπτική από την οποία μιλά ή από την εικόνα με την οποία αντικρίζει την ανθρωπότητα, ο Θεός δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό Του. Δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει κανέναν άνθρωπο· δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει κανέναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Ο Θεός είναι ο Θεός ο ίδιος, κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.

Στη συνέχεια, θα ρίξουμε μια ματιά σε μια παραβολή που διηγήθηκε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος.

3. Η παραβολή του απολωλότος προβάτου

(Μτ. 18, 12-14) Τι σας φαίνεται; εάν άνθρωπός τις έχη εκατόν πρόβατα και πλανηθή εν εξ αυτών, δεν αφίνει τα ενενήκοντα εννέα και υπάγων επί τα όρη, ζητεί το πλανώμενον; Και εάν συμβή να εύρη αυτό, αληθώς σας λέγω ότι χαίρει δι’ αυτό μάλλον παρά διά τα ενενήκοντα εννέα τα μη πεπλανημένα. Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων.

Αυτή είναι μια μεταφορά· τι είδους συναίσθημα αποκομίζουν οι άνθρωποι από την περικοπή αυτή; Ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται αυτή η μεταφορά, αξιοποιεί ένα σχήμα λόγου στη γλώσσα των ανθρώπων· είναι κάτι που εμπίπτει στο φάσμα της ανθρώπινης γνώσης. Αν ο Θεός έλεγε κάτι ανάλογο κατά την Εποχή του Νόμου, οι άνθρωποι θα ένιωθαν πως δε συνάδει με αυτό που ήταν ο Θεός, ωστόσο, όταν ο Υιός του ανθρώπου μετέφερε την περικοπή αυτή κατά την Εποχή της Χάριτος, ήταν κάτι το παρήγορο, το ζεστό και το οικείο στους ανθρώπους. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, όταν εμφανίστηκε με τη μορφή ενός ανθρώπου, χρησιμοποίησε μια ιδιαίτερα ταιριαστή μεταφορά για να εκφράσει τη φωνή της καρδιάς Του στην ανθρώπινη φύση. Η φωνή αυτή αντιπροσώπευε την ίδια τη φωνή του Θεού και το έργο που Αυτός ήθελε να εκτελέσει την εποχή εκείνη. Αντιπροσώπευε επίσης μια στάση που είχε ο Θεός απέναντι στους ανθρώπους κατά την Εποχή της Χάριτος. Βλέποντάς το από την οπτική της στάσης του Θεού προς τους ανθρώπους, Αυτός σύγκρινε τον κάθε άνθρωπο με ένα πρόβατο. Αν ένα πρόβατο χαθεί, τότε Αυτός θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να το βρει. Αυτό αντιπροσωπεύει μια αρχή του έργου του Θεού ανάμεσα στην ανθρωπότητα, αυτή τη φορά στη σάρκα. Ο Θεός χρησιμοποίησε την παραβολή αυτή για να περιγράψει τη βούληση και τη στάση Του στο έργο εκείνο. Αυτό ήταν το πλεονέκτημα της ενσάρκωσης του Θεού: μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη γνώση της ανθρωπότητας και να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα των ανθρώπων για να μιλήσει με τους ανθρώπους, να εκφράσει το θέλημά Του. Εξήγησε ή «μετέφρασε» στον άνθρωπο τη βαρυσήμαντη, θεϊκή Του γλώσσα, την οποία οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να καταλάβουν, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων, τον ανθρώπινο τρόπο. Αυτό βοήθησε τους ανθρώπους να κατανοήσουν το θέλημά Του και να γνωρίσουν αυτό που Αυτός ήθελε να κάνει. Μπορούσε επίσης να κάνει συζητήσεις με τους ανθρώπους από την ανθρώπινη οπτική, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων, όπως και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους με τρόπο που καταλάβαιναν. Μπορούσε ακόμα και να μιλήσει και να εργαστεί χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τη γνώση των ανθρώπων, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούσαν να νιώσουν την καλοσύνη και την εγγύτητα του Θεού, έτσι ώστε να μπορούσαν να δουν την καρδιά Του. Τι βλέπετε σε αυτό; Πως δεν υπάρχει απαγόρευση στον λόγο και τις ενέργειες του Θεού; Όπως το βλέπουν οι άνθρωποι, αποκλείεται ο Θεός να μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη γνώση, τη γλώσσα ή τον τρόπο ομιλίας των ανθρώπων, για να μιλήσει γι’ αυτά που ο Θεός ο ίδιος ήθελε να πει, το έργο που Αυτός ήθελε να εκτελέσει ή για να εκφράσει το ίδιο Του το θέλημα· αυτό είναι λανθασμένο σκεπτικό. Ο Θεός χρησιμοποίησε αυτού του είδους τη μεταφορά, ώστε οι άνθρωποι να νιώσουν την πραγματικότητα και την ειλικρίνεια του Θεού, να δουν τη στάση Του προς τους ανθρώπους κατά την περίοδο εκείνη. Η παραβολή αυτή αφύπνισε από το όνειρο τους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο για μεγάλο διάστημα, καθώς και ενέπνευσε γενιές και γενιές ανθρώπων που ζούσαν στην Εποχή της Χάριτος. Διαβάζοντας την περικοπή της παραβολής αυτής, οι άνθρωποι γνωρίζουν την ειλικρίνεια του Θεού σχετικά με τη σωτηρία της ανθρωπότητας και κατανοούν το βάρος της ανθρωπότητας στην καρδιά Του.

Ας ρίξουμε άλλη μια ματιά στο τελευταίο εδάφιο της περικοπής: «Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων». Αυτός ήταν ο λόγος του ίδιου του Κυρίου Ιησού ή ο λόγος του Πατέρα Του στον ουρανό; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως αυτός που μιλά είναι ο Κύριος Ιησούς, ωστόσο, το θέλημά Του αντιπροσωπεύει το θέλημα του Θεού του ίδιου, γι’ αυτό και είπε: «Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων». Οι άνθρωποι, την εποχή εκείνη, αναγνώριζαν μόνο τον Πατέρα στον ουρανό σαν Θεό, ενώ το άτομο που έβλεπαν μπροστά τους, ήταν απλώς απεσταλμένος Του και δεν μπορούσε να εκπροσωπεί τον Πατέρα στον ουρανό. Γι’ αυτό έπρεπε να το πει κι αυτό ο Κύριος Ιησούς, έτσι ώστε να μπορέσουν να νιώσουν πραγματικά το θέλημα του Θεού για την ανθρωπότητα, όπως και να νιώσουν την αυθεντικότητα και την ακρίβεια των όσων Αυτός έλεγε. Παρόλο που ήταν κάτι το απλό να ειπωθεί, ήταν ιδιαίτερα στοργικό και αποκάλυψε την ταπεινότητα και την απόκρυψη του Κυρίου Ιησού. Ανεξάρτητα από το εάν ο Θεός ενσαρκώθηκε ή εάν εργαζόταν στο πνευματικό βασίλειο, Αυτός γνώριζε την καρδιά του ανθρώπου καλύτερα, κατανοούσε καλύτερα αυτό που χρειάζονταν οι άνθρωποι, γνώριζε για τι ανησυχούσαν και τι τους προκαλούσε σύγχυση, κι έτσι πρόσθεσε αυτήν την πρόταση. Η πρόταση αυτή επισήμανε ένα πρόβλημα κρυμμένο στην ανθρωπότητα: οι άνθρωποι ήταν επιφυλακτικοί προς αυτά που έλεγε ο Υιός του ανθρώπου, επομένως, όταν μιλούσε ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να προσθέσει: «Ούτω δεν είναι θέλημα έμπροσθεν του Πατρός σας του εν ουρανοίς να απολεσθή εις των μικρών τούτων». Μόνο με την προϋπόθεση αυτή μπορούσε ο λόγος Του να αποφέρει καρπούς, να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν στην ακρίβειά του και να βελτιωθεί η αξιοπιστία του. Αυτό δείχνει πως, όταν ο Θεός έγινε ένας κανονικός Υιός του ανθρώπου, ο Θεός και η ανθρωπότητα μοιράζονταν μια ιδιαίτερα περίεργη σχέση και πως η κατάσταση του Υιού του ανθρώπου ήταν ιδιαίτερα αμήχανη. Δείχνει επίσης πόσο ασήμαντο ήταν το κύρος του Κυρίου Ιησού ανάμεσα στους ανθρώπους κατά την εποχή εκείνη. Όταν το είπε αυτό, στην πραγματικότητα έλεγε στους ανθρώπους: Μείνετε ήσυχοι — αυτό δεν αντιπροσωπεύει αυτό που βρίσκεται στη δική Μου καρδιά, αλλά είναι το θέλημα του Θεού που βρίσκεται στις καρδιές σας. Για την ανθρωπότητα, δεν ήταν αυτό κάτι το ειρωνικό; Παρόλο που το γεγονός πως ο Θεός εργαζόταν στη σάρκα παρείχε πολλά οφέλη τα οποία Αυτός δεν είχε στο άτομό Του, έπρεπε να ανέχεται τις αμφιβολίες και την απόρριψή τους, όπως και την απάθεια και την ανία τους. Μπορεί να ειπωθεί πως η διαδικασία του έργου του Υιού του ανθρώπου ήταν η διαδικασία της βίωσης της απόρριψης της ανθρωπότητας, όπως και η διαδικασία της βίωσης του ανταγωνισμού της ανθρωπότητας μ’ Αυτόν. Επιπλέον, ήταν η διαδικασία του να εργάζεται για να κερδίζει συνεχώς την εμπιστοσύνη της ανθρωπότητας και να κατακτά την ανθρωπότητα μέσα από αυτό που Αυτός έχει και είναι, μέσα από την ίδια την ουσία Του. Δεν ήταν τόσο ότι ο Θεός ενσαρκωμένος είχε κηρύξει πόλεμο επί γης κατά του Σατανά· ήταν περισσότερο ότι ο Θεός είχε γίνει ένας κοινός άνθρωπος, είχε ξεκινήσει έναν αγώνα μαζί μ’ αυτούς που Τον ακολουθούσαν και, στον αγώνα αυτό, ο Υιός του ανθρώπου ολοκλήρωσε το έργο Του με την ταπεινότητά Του, με αυτό που Αυτός έχει και είναι, με την αγάπη και τη σοφία Του. Απέκτησε τους ανθρώπους που Αυτός ήθελε, κέρδισε την ταυτότητα και το κύρος που Του άξιζαν και επέστρεψε στον θρόνο Του.

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στις δύο ακόλουθες Γραφικές περικοπές:

4. Να συγχωρείς εβδομήντα φορές το επτά

(Μτ. 18, 21-22) Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε· Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση εις εμέ ο αδελφός μου και θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις; Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Δεν σοι λέγω έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά.

5. Η αγάπη του Κυρίου

(Μτ. 22, 37-39) Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.

Από τις δύο αυτές περικοπές, η μία μιλά για συγχώρεση και η άλλη για αγάπη. Τα δύο αυτά θέματα τονίζουν πραγματικά το έργο που ο Κύριος Ιησούς ήθελε να φέρει εις πέρας στην Εποχή της Χάριτος.

Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, έφερε μαζί Του ένα στάδιο του έργου Του — έφερε μαζί Του το συγκεκριμένο έργο και τη διάθεση που ήθελε να εκφράσει κατά την εποχή εκείνη. Κατά την περίοδο εκείνη, όλα όσα έκανε ο Υιός του ανθρώπου περιστρέφονταν γύρω από το έργο που ήθελε να εκτελέσει ο Θεός την εποχή εκείνη. Δε θα έκανε ούτε περισσότερα, ούτε λιγότερα. Καθετί που Αυτός έκανε και κάθε είδους έργο που εκτελούσε σχετιζόταν με την εποχή αυτή. Είτε το εξέφραζε με τρόπο ανθρώπινο, στη γλώσσα των ανθρώπων, είτε μέσω θεϊκής γλώσσας — ανεξαρτήτου του τρόπου ή της οπτικής — ο στόχος Του ήταν να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν τι ήθελε να κάνει Αυτός, ποιο ήταν το θέλημά Του και ποιες οι απαιτήσεις Του από τους ανθρώπους. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει διάφορα μέσα από διαφορετικές οπτικές για να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν και να γνωρίσουν το θέλημά Του, να κατανοήσουν το έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Έτσι, στην Εποχή της Χάριτος, βλέπουμε τον Κύριο Ιησού να χρησιμοποιεί συχνά τη γλώσσα των ανθρώπων για να εκφράσει αυτό που Αυτός ήθελε να επικοινωνήσει με την ανθρωπότητα. Επιπλέον, Τον βλέπουμε από τη σκοπιά ενός κοινού καθοδηγητή να μιλά με τους ανθρώπους, να καλύπτει τις ανάγκες τους, να τους βοηθά με αυτά που είχαν ζητήσει. Αυτός ο τρόπος εργασίας δεν υπήρχε στην Εποχή του Νόμου που προηγήθηκε της Εποχής της Χάριτος. Έγινε πιο οικείος και πιο συμπονετικός προς την ανθρωπότητα, όπως και πιο ικανός να επιτυγχάνει πρακτικά αποτελέσματα σε μορφή και τρόπο. Η έκφραση του να συγχωρείς τους ανθρώπους εβδομήντα φορές το επτά, πράγματι διευκρινίζει αυτό το σημείο. Ο σκοπός που επιτυγχάνεται από τον αριθμό στην έκφραση αυτή, είναι πως επιτρέπει στους ανθρώπους να κατανοήσουν την πρόθεση του Κυρίου Ιησού τη στιγμή που το είπε. Η πρόθεση Του ήταν πως οι άνθρωποι πρέπει να συγχωρούν τους άλλους, όχι μια και δυο φορές, ούτε καν επτά φορές, αλλά εβδομήντα φορές το επτά. Τι είδους ιδέα είναι αυτό το «εβδομήντα φορές το επτά;» Είναι για να κάνει τους ανθρώπους να εκλάβουν τη συγχώρεση ως δική τους ευθύνη, ως κάτι που πρέπει να μάθουν και ως τρόπο που πρέπει να ακολουθούν. Αν και ήταν μόνο μια έκφραση, αποτέλεσε κρίσιμο σημείο. Βοήθησε τους ανθρώπους να εκτιμήσουν εις βάθος αυτό που Αυτός εννοούσε και να βρουν τους κατάλληλους τρόπους πράξης, και τις αρχές και τα πρότυπα στην πράξη. Η έκφραση αυτή βοήθησε τους ανθρώπους να κατανοήσουν ξεκάθαρα και να αντιληφθούν επακριβώς πως έπρεπε να μάθουν να συγχωρούν — να συγχωρούν άνευ όρων και ορίων, με μια στάση μακροθυμίας και κατανόησης προς τους άλλους. Όταν το είπε αυτό ο Κύριος Ιησούς, τι υπήρχε μέσα στην καρδιά Του; Στ’ αλήθεια σκεφτόταν εβδομήντα φορές το επτά; Όχι. Υπάρχει αριθμός φορών που ο Θεός συγχωρεί τον άνθρωπο; Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον «αριθμό των φορών» που αναφέρεται και θέλουν να κατανοήσουν την προέλευση και τη σημασία του αριθμού αυτού. Θέλουν να κατανοήσουν τον λόγο που ο αριθμός αυτός βγήκε από το στόμα του Κυρίου Ιησού· πιστεύουν πως υπάρχει κάποιος βαθύτερος υπαινιγμός πίσω από τον αριθμό αυτό. Στην πραγματικότητα, ήταν απλώς η έκφραση του Θεού στην ανθρώπινη φύση. Κάθε υπαινιγμός και σημασία πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τις απαιτήσεις που έχει ο Κύριος Ιησούς από την ανθρωπότητα. Όταν ο Θεός δεν είχε ενσαρκωθεί, οι άνθρωποι δεν κατανοούσαν πολλά από αυτά που έλεγε, γιατί προέρχονταν από την ολοκληρωμένη θεϊκή φύση. Η οπτική και το συγκείμενο αυτών που Αυτός έλεγε ήταν αόρατα και ανέφικτα για την ανθρωπότητα· είχαν εκφραστεί από ένα πνευματικό βασίλειο που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν. Γιατί οι άνθρωποι που ζούσαν στη σάρκα, δεν μπορούσαν να διέλθουν στο πνευματικό βασίλειο. Ωστόσο, αφότου ο Θεός ενσαρκώθηκε, μίλησε στην ανθρωπότητα από την οπτική της ανθρώπινης φύσης, και εξήλθε και υπερέβη τη σφαίρα του πνευματικού βασιλείου. Μπορούσε να εκφράσει τη θεϊκή Του διάθεση, το θέλημα και τη στάση Του, μέσα από πράγματα που οι άνθρωποι μπορούσαν να φανταστούν και μέσα από πράγματα που έβλεπαν και συναντούσαν στις ζωές τους, χρησιμοποιώντας μεθόδους που οι άνθρωποι μπορούσαν να δεχθούν, σε μια γλώσσα που μπορούσαν να καταλάβουν και μια γνώση που μπορούσαν να συλλάβουν, έτσι ώστε να επιτρέψει στην ανθρωπότητα να κατανοήσει και να γνωρίσει τον Θεό, να κατανοήσει την πρόθεσή Του και τα απαιτούμενά Του πρότυπα εντός του πλαισίου των δυνατοτήτων τους και μέχρι τον βαθμό που ήταν ικανοί. Αυτή ήταν η μέθοδος και η αρχή του έργου του Θεού στην ανθρώπινη φύση. Αν και οι τρόποι και οι αρχές εργασίας του Θεού στη σάρκα επιτυγχάνονταν κυρίως από ή μέσω της ανθρώπινης φύσης, επέτυχε πράγματι αποτελέσματα που δε θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί με εργασία απευθείας στη θεϊκή φύση. Το έργο του Θεού στην ανθρώπινη φύση ήταν πιο απτό, αυθεντικό και στοχευμένο, οι μέθοδοι ήταν πολύ πιο ελαστικές, ενώ σε μορφή υπερέβαινε την Εποχή του Νόμου.

Παρακάτω, ας μιλήσουμε για την αγάπη προς τον Κύριο και την αγάπη του πλησίον ως σεαυτόν. Αυτό είναι κάτι που εκφράζεται απευθείας στη θεϊκή φύση; Προφανώς και όχι! Όλα αυτά ήταν πράγματα που είπε ο Υιός του ανθρώπου στην ανθρώπινη φύση· μόνο οι άνθρωποι θα έλεγαν κάτι του τύπου «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Το να αγαπάς τους άλλους είναι το ίδιο με το να εκτιμάς την ίδια σου τη ζωή» και μόνο οι άνθρωποι θα μιλούσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός δεν έχει μιλήσει ποτέ έτσι. Αν μη τι άλλο, ο Θεός δεν έχει τέτοιου είδους γλώσσα στη θεϊκή Του φύση, επειδή δε χρειάζεται μια αρχή όπως το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» για να ρυθμίσει την αγάπη Του για την ανθρωπότητα, επειδή η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα είναι μια φυσική αποκάλυψη αυτού που Αυτός έχει και είναι. Πότε έχετε ακούσει τον Θεό να λέει κάτι του τύπου «Αγαπώ την ανθρωπότητα όπως αγαπώ τον εαυτό Μου;» Επειδή η αγάπη βρίσκεται στην ουσία του Θεού και σε αυτό που Αυτός έχει και είναι. Η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα, ο τρόπος που φέρεται στους ανθρώπους και η στάση Του, αποτελούν φυσική έκφραση και αποκάλυψη της διάθεσής Του. Δε χρειάζεται να το κάνει αυτό σκόπιμα με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο ή να ακολουθεί σκόπιμα μια συγκεκριμένη μέθοδο ή έναν κώδικα ηθικής για να επιτύχει να αγαπά τον πλησίον Του όπως τον εαυτό Του — ήδη κατέχει αυτού του είδους την ουσία. Τι βλέπεις σε αυτό; Όταν ο Θεός εργαζόταν στην ανθρώπινη φύση, πολλές μέθοδοι, πολύς λόγος και πολλές αλήθειες Του, εκφράζονταν με ανθρώπινο τρόπο. Ωστόσο, την ίδια ώρα, η διάθεση του Θεού, αυτό που Αυτός έχει και είναι και το θέλημά Του, εκφράζονταν για να τα γνωρίσουν και να τα κατανοήσουν οι άνθρωποι. Αυτό που γνώριζαν και κατανοούσαν ήταν ακριβώς η ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι, που αντιπροσωπεύουν την έμφυτη ταυτότητα και το κύρος του Θεού του ίδιου. Με άλλα λόγια, ο Υιός του ανθρώπου στη σάρκα εξέφρασε την έμφυτη διάθεση και την ουσία του Θεού του ίδιου στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και όσο το δυνατόν ακριβέστερα. Η ανθρώπινη φύση του Υιού του ανθρώπου, όχι μόνο δεν ήταν κάποιο εμπόδιο ή κάποιος φραγμός στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον Θεό στον ουρανό, αλλά στην πραγματικότητα ήταν το μόνο κανάλι και η μόνη γέφυρα που είχε η ανθρωπότητα για να συνδεθεί με τον Κύριο της κτίσης. Στο σημείο αυτό, δεν πιστεύετε πως υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της φύσης και των μεθόδων του έργου που εκτέλεσε ο Κύριος Ιησούς κατά την Εποχή της Χάριτος και του τρέχοντος σταδίου του έργου; Το τρέχον στάδιο του έργου χρησιμοποιεί επίσης πολλή από τη γλώσσα των ανθρώπων για να εκφράσει τη διάθεση του Θεού, όπως και χρησιμοποιεί πολλή από τη γλώσσα και πολλές από τις μεθόδους της καθημερινότητας της ανθρωπότητας και της ανθρώπινης γνώσης για να εκφράσει το ίδιο το θέλημα του Θεού. Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, είτε μιλάει από ανθρώπινη, είτε από θεϊκή οπτική, πολλή από τη γλώσσα και πολλές από τις μεθόδους έκφρασής Του, περνούν από το μέσο της γλώσσας και των μεθόδων των ανθρώπων. Δηλαδή, όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, είναι η καλύτερη ευκαιρία που έχεις για να δεις την παντοδυναμία και τη σοφία του Θεού, και να γνωρίσεις την κάθε αληθινή πτυχή του Θεού. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, ενώ μεγάλωνε, κατάφερε να κατανοήσει, να μάθει και να συλλάβει μερική από τη γνώση, την κοινή λογική, τη γλώσσα και τις μεθόδους έκφρασης της ανθρωπότητας στην ανθρώπινη φύση. Ο Θεός ενσαρκωμένος κατείχε τα πράγματα αυτά που προήλθαν από τους ανθρώπους που Αυτός είχε δημιουργήσει. Έγιναν εργαλεία του Θεού στη σάρκα για να εκφράζει τη διάθεση και τη θεϊκή Του φύση, και Του επέτρεψαν να κάνει το έργο Του πιο συναφές, πιο αυθεντικό και πιο ακριβές όταν εργαζόταν μέσα από την ανθρωπότητα, από ανθρώπινη οπτική, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων. Το έκαναν πιο προσιτό και πιο εύκολα κατανοητό στους ανθρώπους, επιτυγχάνοντας, έτσι, τα αποτελέσματα που ήθελε ο Θεός. Δεν είναι πιο πρακτικό για τον Θεό να εργάζεται στη σάρκα μ’ αυτόν τον τρόπο; Δεν είναι η σοφία του Θεού; Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε, όταν η σάρκα του Θεού ήταν ικανή να αναλάβει το έργο που Αυτός ήθελε να φέρει εις πέρας, τότε ήταν που Αυτός εξέφρασε πρακτικά τη διάθεση και το έργο Του και τότε ήταν που Αυτός μπορούσε να ξεκινήσει επίσημα τη διακονία Του ως ο Υιός του ανθρώπου. Αυτό σήμαινε πως δεν υπήρχε πια χάσμα ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, πως ο Θεός σύντομα θα έπαυε το έργο της επικοινωνίας μέσω αγγέλων και πως ο Θεός ο ίδιος μπορούσε να εκφράσει προσωπικά όλο τον λόγο και το έργο που Αυτός ήθελε στη σάρκα. Σήμαινε επίσης πως οι άνθρωποι που σώζει ο Θεός ήταν πιο κοντά σ’ Αυτόν, πως το έργο της διαχείρισής Του είχε εισέλθει σε νέα εδάφη και πως ολόκληρη η ανθρωπότητα επρόκειτο να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα εποχή.

Όλοι όσοι έχουν διαβάσει τη Βίβλο, γνωρίζουν πως πολλά πράγματα συνέβησαν όταν γεννήθηκε ο Κύριος Ιησούς. Το σημαντικότερο από αυτά ήταν η καταδίωξή Του από τον βασιλιά των δαιμονίων, ακόμα και σε σημείο να σφαγιαστούν όλα τα παιδιά της περιοχής που ήταν από δύο χρονών και κάτω. Είναι εμφανές πως ο Θεός πήρε μεγάλο ρίσκο με την ενσάρκωσή Του ανάμεσα στους ανθρώπους· είναι επίσης εμφανές το μεγάλο τίμημα που πλήρωσε για την ολοκλήρωση της διαχείρισής Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Οι μεγάλες ελπίδες που είχε ο Θεός για το έργο Του στη σάρκα ανάμεσα στην ανθρωπότητα, είναι επίσης εμφανείς. Όταν η σάρκα του Θεού ήταν ικανή να αναλάβει το έργο ανάμεσα στην ανθρωπότητα, πώς αισθανόταν Αυτός; Οι άνθρωποι θα έπρεπε να μπορούν να το καταλάβουν αυτό λιγάκι, έτσι; Αν μη τι άλλο, ο Θεός ήταν ευτυχισμένος, επειδή μπορούσε να ξεκινήσει να αναπτύσσει το νέο Του έργο ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Όταν βαπτίστηκε ο Κύριος Ιησούς και ξεκίνησε επίσημα το έργο Του για να εκπληρώσει τη διακονία Του, η καρδιά του Θεού ήταν πλημμυρισμένη από χαρά, επειδή, μετά από τόσα χρόνια αναμονής και προετοιμασίας, μπορούσε επιτέλους να φορέσει τη σάρκα ενός κοινού ανθρώπου και να ξεκινήσει το νέο Του έργο με τη μορφή ενός ανθρώπου από σάρκα και αίμα, τον οποίο οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν και να αγγίξουν. Μπορούσε επιτέλους να μιλήσει πρόσωπο με πρόσωπο και καρδιά με καρδιά με τους ανθρώπους, μέσω της ταυτότητας ενός ανθρώπου. Ο Θεός μπορούσε επιτέλους να βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με την ανθρωπότητα, στην ανθρώπινη γλώσσα, με έναν ανθρώπινο τρόπο· μπορούσε να φροντίζει την ανθρωπότητα, να τους διαφωτίζει και να τους βοηθά, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων· μπορούσε να τρώει στο ίδιο τραπέζι και να ζει στον ίδιο χώρο μ’ αυτούς. Μπορούσε επίσης να δει τα ανθρώπινα όντα, να δει τα πράγματα και να δει τα πάντα, με τον τρόπο που τα έβλεπαν οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα από τα ίδια τους τα μάτια. Για τον Θεό, αυτή ήταν ήδη η πρώτη Του νίκη του έργου Του στη σάρκα. Μπορεί επίσης να ειπωθεί πως ήταν το κατόρθωμα ενός σπουδαίου έργου και αυτό ήταν, βέβαια, αυτό για το οποίο χαιρόταν περισσότερο ο Θεός. Αρχής γενομένης από τότε, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Θεός αισθάνθηκε μια κάποια παρηγοριά από το έργο Του ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Όλα αυτά τα γεγονότα ήταν τόσο πρακτικά και τόσο φυσικά, ενώ η παρηγοριά που αισθανόταν ο Θεός ήταν πολύ αυθεντική. Για την ανθρωπότητα, κάθε φορά που περατώνεται ένα νέο στάδιο του έργου του Θεού και κάθε φορά που ο Θεός νιώθει ικανοποιημένος, τότε είναι που μπορεί η ανθρωπότητα να έρθει πιο κοντά στον Θεό και οι άνθρωποι να πλησιάσουν πιο κοντά στη σωτηρία. Για τον Θεό, αυτό είναι επίσης το ξεκίνημα του νέου Του έργου, η στιγμή που το σχέδιο της διαχείρισής Του προχωρά ένα βήμα παραπέρα και, επιπλέον, η στιγμή που το θέλημά Του πλησιάζει στην πλήρη ολοκλήρωση. Για την ανθρωπότητα, το ότι παρουσιάστηκε μια τέτοια ευκαιρία είναι μεγάλη τύχη και πολύ θετικό· για όλους όσοι προσμένουν τη σωτηρία του Θεού, τα νέα είναι σπουδαία. Όταν ο Θεός εκτελεί ένα νέο στάδιο έργου, αποκτά τότε μια νέα αρχή, κι όταν το νέο αυτό έργο και η νέα αυτή αρχή ξεκινούν και όταν παρουσιάζονται στην ανθρωπότητα, τότε το αποτέλεσμα αυτού του σταδίου του έργου έχει ήδη αποφασιστεί και περατωθεί, και ο Θεός έχει ήδη δει τα τελικά αποτελέσματα και τους καρπούς του. Τότε είναι επίσης που τα αποτελέσματα αυτά κάνουν τον Θεό να νιώθει ικανοποιημένος και την καρδιά Του, φυσικά, να νιώθει ευτυχία. Επειδή, στα μάτια του Θεού, έχει ήδη δει και καθορίσει τους ανθρώπους που Αυτός αναζητά και έχει ήδη αποκτήσει αυτήν την ομάδα — μια ομάδα ικανή να κάνει το έργο Του επιτυχημένο και να Του φέρει ικανοποίηση — ο Θεός καθησυχάζεται, αφήνει κατά μέρος τις ανησυχίες Του και νιώθει ευτυχισμένος. Με άλλα λόγια, όταν η σάρκα του Θεού είναι έτοιμη να ξεκινήσει νέο έργο ανάμεσα στους ανθρώπους, όταν Αυτός ξεκινά να εκτελεί το έργο που πρέπει να εκτελέσει δίχως παρεμπόδιση και όταν νιώθει πως όλα έχουν επιτευχθεί, τότε Αυτός έχει ήδη δει το τέλος. Λόγω του τέλους αυτού, είναι ικανοποιημένος και η καρδιά Του είναι ευτυχισμένη. Πώς εκφράζεται η ευτυχία του Θεού; Μπορείτε να το φανταστείτε; Θα έκλαιγε ο Θεός; Μπορεί να κλάψει ο Θεός; Μπορεί να χειροκροτήσει; Μπορεί να χορέψει; Μπορεί να τραγουδήσει; Ποιο τραγούδι θα ήταν αυτό; Φυσικά, ο Θεός θα μπορούσε να τραγουδήσει ένα όμορφο, συγκινητικό τραγούδι, ένα τραγούδι που θα εξέφραζε τη χαρά και την ευτυχία στην καρδιά Του. Θα το τραγουδούσε για την ανθρωπότητα, θα το τραγουδούσε για τον εαυτό Του και θα το τραγουδούσε για τα πάντα. Η ευτυχία του Θεού μπορεί να εκφραστεί με οποιονδήποτε τρόπο — όλα αυτά είναι φυσιολογικά, γιατί ο Θεός έχει χαρές και λύπες, ενώ τα διάφορα συναισθήματά Του μπορούν να εκφραστούν με διάφορους τρόπους. Αυτό είναι το δικαίωμά Του και το πιο φυσιολογικό πράγμα. Δεν πρέπει να σκέφτεστε τίποτε άλλο γι’ αυτό και δεν πρέπει να προβάλλετε τις δικές σας αναστολές στον Θεό, λέγοντάς Του πως δεν πρέπει να κάνει αυτό ή το άλλο, πως δεν πρέπει να ενεργεί κατ’ αυτόν ή τον άλλο τρόπο, για να περιορίσετε την ευτυχία Του ή όποιο άλλο συναίσθημα έχει. Στις καρδιές των ανθρώπων, ο Θεός δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, δεν μπορεί να δακρύσει, δεν μπορεί να κλάψει — δεν μπορεί να εκφράσει κανένα συναίσθημα. Μέσα από αυτά που έχουμε επικοινωνήσει τις δυο αυτές φορές, πιστεύω πως δε θα βλέπετε πια τον Θεό κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά θα Του επιτρέψετε να έχει μια κάποια ελευθερία και απελευθέρωση. Αυτό είναι κάτι πολύ καλό. Στο μέλλον, αν είστε ικανοί να νιώθετε πραγματικά τη θλίψη του Θεού όταν ακούτε πως είναι θλιμμένος και αν είστε ικανοί να νιώθετε πραγματικά την ευτυχία Του όταν ακούτε πως είναι ευτυχισμένος — είστε τουλάχιστον σε θέση να κατανοείτε ξεκάθαρα τι κάνει τον Θεό ευτυχισμένο και τι Τον κάνει θλιμμένο— όταν είσαι ικανός να νιώθεις θλίψη επειδή ο Θεός είναι θλιμμένος και να νιώθεις ευτυχία όταν είναι ευτυχισμένος, τότε Αυτός θα έχει αποκτήσει πλήρως την καρδιά σου και δε θα υπάρχει πια κάποιος φραγμός μ’ Αυτόν. Δε θα προσπαθείς πια να περιορίσεις τον Θεό με την ανθρώπινη φαντασία, τις αντιλήψεις και τη γνώση. Εκείνη τη στιγμή, ο Θεός θα είναι ζωντανός και έντονος στην καρδιά σου. Θα είναι ο Θεός της ζωής σου και ο Κύριος των πάντων σου. Έχεις αυτή τη φιλοδοξία; Είστε πεπεισμένοι πως μπορείτε να το επιτύχετε αυτό;

Στη συνέχεια, ας διαβάσουμε τις ακόλουθες περικοπές.

6. Η Επί του Όρους Ομιλία

1) Οι Μακαρισμοί (Μτ. 5, 3-12)

2) Άλας και Φως (Μτ. 5, 13-16)

3) Νόμος (Μτ. 5, 17-20)

4) Θυμός (Μτ. 5, 21-26)

5) Μοιχεία (Μτ. 5, 27-30)

6) Διαζύγιο (Μτ. 5, 31-32)

7) Όρκοι (Μτ. 5, 33-37)

8) Οφθαλμόν αντί Οφθαλμού (Μτ. 5, 38-42)

9) Αγάπα τους Εχθρούς σου (Μτ. 5, 43-48)

10) Διδαχή για την Ελεημοσύνη (Μτ. 6, 1-4)

11) Προσευχή (Μτ. 6, 5-8)

7. Οι Παραβολές του Κυρίου Ιησού

1) Η Παραβολή του Σπορέα (Μτ. 13, 1-9)

2) Η Παραβολή των Ζιζανίων (Μτ. 13, 24-30)

3) Η Παραβολή του Κόκκου του Σιναπιού (Μτ. 13, 31-32)

4) Η Παραβολή για το Προζύμι (Μτ. 13, 33)

5) Η Παραβολή των Ζιζανίων Επεξηγημένη (Μτ. 13, 36-43)

6) Η Παραβολή του Θησαυρού (Μτ. 13, 44)

7) Η Παραβολή του Μαργαριταριού (Μτ. 13, 45-46)

8) Η Παραβολή του Διχτυού (Μτ. 13, 47-50)

8. Οι Εντολές

(Μτ. 22, 37-39) Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου. Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτής· Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.

Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά σε κάθε μέρος της «Επί του Όρους Ομιλίας». Με τι σχετίζονται όλα αυτά; Είναι βέβαιο πως όλα αυτά είναι πιο εξυψωμένα, πιο απτά και πιο κοντά στις ζωές των ανθρώπων απ’ ό,τι οι κανονισμοί της Εποχής του Νόμου. Για να το θέσουμε με σύγχρονους όρους, είναι πιο σχετικά με την πραγματική πράξη των ανθρώπων.

Ας διαβάσουμε το συγκεκριμένο περιεχόμενο των ακολούθων: Πώς πρέπει να κατανοείς τους μακαρισμούς; Τι πρέπει να γνωρίζεις για τον νόμο; Πώς πρέπει να προσδιορίζεται ο θυμός; Πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι μοιχοί; Τι λέγεται και τι είδους κανόνες υπάρχουν για το διαζύγιο και για το ποιος μπορεί να διαζευχθεί και ποιος όχι; Για τους όρκους, το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», το «αγάπα τους εχθρούς σου», τη διδαχή για την ελεημοσύνη, κτλ.; Όλα αυτά έχουν να κάνουν με την κάθε πτυχή της ανθρωπότητας που κάνει πράξη την πίστη της στον Θεό και που ακολουθεί τον Θεό. Κάποιες απ’ αυτές τις πράξεις παραμένουν εφαρμόσιμες σήμερα, αλλά είναι πιο υποτυπώδεις από τις ισχύουσες απαιτήσεις των ανθρώπων. Είναι σχετικά στοιχειώδεις αλήθειες που συναντούν οι άνθρωποι στην πίστη τους στον Θεό. Από τότε που άρχισε να εργάζεται ο Κύριος Ιησούς, είχε ήδη ξεκινήσει να εργάζεται στη διάθεση ζωής των ανθρώπων, αλλά βασιζόταν στο θεμέλιο των νόμων. Οι κανόνες και τα ρητά γι’ αυτά τα θέματα, είχαν καμιά σχέση με την αλήθεια; Φυσικά και είχαν! Όλοι οι προηγούμενοι κανονισμοί, οι αρχές και η ομιλία στην Εποχή της Χάριτος, σχετίζονταν όλα με τη διάθεση του Θεού, με αυτό που Αυτός έχει και είναι και, φυσικά, με την αλήθεια. Ό,τι κι αν εκφράζει ο Θεός, με όποιον τρόπο και σε όποια γλώσσα κι αν το εκφράζει, το θεμέλιο, η προέλευση και η αφετηρία του, βασίζονται όλα στις αρχές της διάθεσής Του και σε αυτό που Αυτός έχει και είναι. Αυτό είναι αλάνθαστο. Επομένως, ακόμα κι αν τα πράγματα που Αυτός είπε φαίνονται πλέον λίγο ρηχά, και πάλι δεν μπορείς να πεις πως δεν είναι η αλήθεια, γιατί ήταν πράγματα που ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους την Εποχή της Χάριτος, ώστε να ικανοποιήσουν το θέλημα του Θεού και να επιτύχουν μια αλλαγή στη διάθεση της ζωής τους. Μπορείς να πεις πως κάποιο από τα πράγματα στην ομιλία δε συνάδει με την αλήθεια; Δεν μπορείς! Κάθε ένα από αυτά είναι η αλήθεια, επειδή ήταν όλα τους οι απαιτήσεις του Θεού από την ανθρωπότητα· ήταν όλα τους οι αρχές και το πλαίσιο που δόθηκε από τον Θεό για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ο άνθρωπος, και αντιπροσωπεύουν τη διάθεση του Θεού. Ωστόσο, βάσει του επιπέδου της ανάπτυξής τους στη ζωή την εποχή εκείνη, ήταν ικανοί μόνο να δεχθούν και να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα. Επειδή το αμάρτημα της ανθρωπότητας δεν είχε επιλυθεί ακόμα, ο Κύριος Ιησούς μπορούσε μόνο να διατυπώσει αυτόν τον λόγο και να αξιοποιήσει τέτοιες απλές διδαχές μέσα σ’ αυτού του είδους το πλαίσιο, για να πει στους ανθρώπους της εποχής πώς πρέπει να ενεργούν, τι πρέπει να κάνουν, εντός ποιων αρχών και ποιου πλαισίου πρέπει να κάνουν πράγματα και πώς πρέπει να πιστεύουν στον Θεό και να πληρούν τις απαιτήσεις Του. Όλα αυτά καθορίστηκαν βάσει του αναστήματος της ανθρωπότητας την εποχή εκείνη. Δεν ήταν εύκολο για τους ανθρώπους που ζούσαν υπό τον νόμο να δεχθούν τις διδαχές αυτές, επομένως, αυτά που δίδασκε ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να παραμένουν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στα περιεχόμενα των «Παραβολών του Κυρίου Ιησού».

Η πρώτη είναι η παραβολή του σπορέα. Αυτή είναι μια πραγματικά ενδιαφέρουσα παραβολή· η σπορά είναι κάτι το συνηθισμένο στις ζωές των ανθρώπων. Η δεύτερη είναι η παραβολή των ζιζανίων. Όσο για το τι είναι τα ζιζάνια, κάθε άνθρωπος που έχει ασχοληθεί με καλλιέργειες και κάθε ενήλικας τα γνωρίζει. Η τρίτη είναι η παραβολή του κόκκου του σιναπιού. Όλοι σας γνωρίζετε τι είναι το σινάπι, σωστά; Αν δε γνωρίζετε, μπορείτε να ανατρέξετε στη Βίβλο. Όσο για την τέταρτη, την παραβολή για το προζύμι, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν πως το προζύμι χρησιμοποιείται στη ζύμωση· είναι κάτι που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους. Όλες οι ακόλουθες παραβολές, συμπεριλαμβανομένου της έκτης — της παραβολής του θησαυρού, της έβδομης — της παραβολής του μαργαριταριού και της όγδοης — της παραβολής του διχτυού, είναι βγαλμένες από τις ζωές των ανθρώπων· προέρχονται όλες από τις αληθινές ζωές των ανθρώπων. Τι είδους εικόνα σχηματίζουν οι παραβολές αυτές; Την εικόνα του Θεού να γίνεται κανονικό άτομο και να ζει μαζί με την ανθρωπότητα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της κανονικής ζωής, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ανθρώπων για να επικοινωνεί με τους ανθρώπους και να τους παρέχει αυτά που χρειάζονται. Όταν ο Θεός ενσαρκώθηκε και έζησε ανάμεσα στην ανθρωπότητα για μεγάλο διάστημα, αφού βίωσε και είδε τους διάφορους τρόπους ζωής των ανθρώπων, οι εμπειρίες αυτές έγιναν το εγχειρίδιό Του για να μετατρέπει τη θεϊκή Του γλώσσα στη γλώσσα των ανθρώπων. Φυσικά, τα πράγματα αυτά που είδε και άκουσε στη ζωή, εμπλούτισαν επίσης την ανθρώπινη εμπειρία του Υιού του ανθρώπου. Όταν ήθελε να κάνει τους ανθρώπους να κατανοήσουν κάποιες αλήθειες, να τους κάνει να κατανοήσουν κάποιο από το θέλημα του Θεού, χρησιμοποιούσε παραβολές παρόμοιες με τις παραπάνω για να μιλήσει στους ανθρώπους για το θέλημα του Θεού και τις απαιτήσεις Του από την ανθρωπότητα. Οι παραβολές αυτές σχετίζονταν όλες με τις ζωές των ανθρώπων· καμιά τους δεν ήταν άσχετη με τις ανθρώπινες ζωές. Όταν ο Κύριος Ιησούς έζησε με την ανθρωπότητα, είδε αγρότες να φροντίζουν τα χωράφια τους και ήξερε τι ήταν τα ζιζάνια και το προζύμι· καταλάβαινε πως στους ανθρώπους αρέσουν οι θησαυροί, έτσι χρησιμοποίησε τις μεταφορές του θησαυρού και του μαργαριταριού· συχνά έβλεπε ψαράδες να ρίχνουν τα δίχτυα τους, και ούτω καθεξής. Ο Κύριος Ιησούς είδε τις δραστηριότητες αυτές στις ζωές της ανθρωπότητας, όπως και βίωσε αυτού του είδους τη ζωή. Ήταν όμοιος με κάθε άλλο κανονικό άνθρωπο, βιώνοντας τα τρία γεύματα τη μέρα και την καθημερινότητα της ανθρωπότητας. Βίωσε προσωπικά τη ζωή ενός μέσου ανθρώπου και είδε με τα μάτια Του τις ζωές των άλλων. Όταν είδε με τα μάτια Του και βίωσε προσωπικά όλα αυτά, αυτό που σκέφτηκε δεν ήταν το πώς θα έχει μια καλή ζωή ή πώς θα μπορούσε να ζήσει πιο ελεύθερα, πιο άνετα. Όταν βίωνε μια αυθεντική ανθρώπινη ζωή, ο Κύριος Ιησούς είδε τις κακουχίες στις ζωές των ανθρώπων, είδε τις κακουχίες, την εξαθλίωση και τη θλίψη των ανθρώπων υπό τη διαφθορά του Σατανά, των ανθρώπων που ζούσαν υπό τη σφαίρα επιρροής του Σατανά, που ζούσαν στην αμαρτία. Ενώ βίωνε προσωπικά την ανθρώπινη ζωή, βίωσε επίσης πόσο ανήμποροι ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν εν μέσω της διαφθοράς, όπως και είδε και βίωσε την αθλιότητα εκείνων που ζούσαν στην αμαρτία, που ήταν χαμένοι στα βασανιστήρια του Σατανά, του κακού. Όταν τα είδε αυτά ο Κύριος Ιησούς, τα είδε με τη θεϊκή ή με την ανθρώπινη φύση Του; Η ανθρώπινη φύση Του υπήρχε πραγματικά, ήταν ολοζώντανη, έτσι Αυτός μπορούσε να τα βιώνει και να τα βλέπει όλα αυτά, ενώ, φυσικά, τα έβλεπε και στην ουσία Του, στη θεϊκή Του φύση. Δηλαδή, αυτά τα είδε ο Χριστός ο ίδιος, ο Κύριος Ιησούς ο άνθρωπος, και όλα όσα είδε Τον έκαναν να νιώσει τη σημασία και την αναγκαιότητα του έργου που είχε αναλάβει, αυτή τη φορά στη σάρκα. Παρόλο που ο ίδιος γνώριζε πόσο τεράστια ήταν η ευθύνη που έπρεπε να επωμιστεί στη σάρκα, όπως και γνώριζε πόσο τρομερός θα ήταν ο πόνος που θα αντιμετώπιζε, όταν έβλεπε την ανθρωπότητα αβοήθητη μέσα στην αμαρτία, όταν έβλεπε την εξαθλίωση των ζωών τους και τους αδύναμους αγώνες τους υπό τον νόμο, αισθανόταν όλο και μεγαλύτερη θλίψη και αγωνιούσε όλο και περισσότερο να σώσει την ανθρωπότητα από την αμαρτία. Ανεξαρτήτου του είδους των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε ή του πόνου που θα υφίστατο, Αυτός γινόταν όλο και πιο αποφασισμένος να λυτρώσει την ανθρωπότητα που ζούσε στην αμαρτία. Κατά τη διαδικασία αυτή, μπορείς να πεις πως ο Κύριος Ιησούς ξεκίνησε να κατανοεί όλο και πιο ξεκάθαρα το έργο που έπρεπε να εκτελέσει κι αυτό που Του είχε ανατεθεί. Γινόταν επίσης όλο και πιο ανυπόμονος να ολοκληρώσει το έργο που Αυτός έπρεπε να επωμιστεί — να επωμιστεί όλες τις αμαρτίες της ανθρωπότητας, να εξιλεωθεί για την ανθρωπότητα, ώστε να μη ζουν πια στην αμαρτία και ώστε ο Θεός να μπορούσε να ξεχάσει τις αμαρτίες των ανθρώπων χάρη στην θυσία υπέρ αμαρτίας, επιτρέποντάς Του να προχωρήσει με το έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Μπορεί να ειπωθεί πως, στην καρδιά του, ο Κύριος Ιησούς ήταν πρόθυμος να προσφέρει τον εαυτό Του για την ανθρωπότητα, να θυσιάσει τον εαυτό Του. Ήταν επίσης πρόθυμος να ενεργήσει ως θυσία υπέρ αμαρτίας και να καρφωθεί στον σταυρό, όπως και ήταν ανυπόμονος να ολοκληρώσει το έργο αυτό. Όταν είδε τις άθλιες συνθήκες των ανθρωπίνων ζωών, ήθελε ακόμη περισσότερο να εκπληρώσει την αποστολή Του όσο το δυνατόν γρηγορότερα, δίχως την καθυστέρηση ενός λεπτού ή δευτερολέπτου. Όταν ένιωσε αυτήν την αίσθηση του επείγοντος, δε σκεφτόταν πόσο μεγάλος θα ήταν ο δικός Του ο πόνος, ούτε και σκεφτόταν πια πόση ταπείνωση θα έπρεπε να υποστεί — είχε μονάχα μια πεποίθηση στην καρδιά Του: εφόσον πρόσφερε τον εαυτό Του και εφόσον καρφωνόταν στον σταυρό σαν θυσία υπέρ αμαρτίας, το θέλημα του Θεού θα εκπληρωνόταν και Αυτός θα μπορούσε να ξεκινήσει νέο έργο. Οι ζωές της ανθρωπότητας στην αμαρτία, η κατάσταση της ύπαρξής τους στην αμαρτία, θα άλλαζαν ολοκληρωτικά. Η πεποίθησή Του κι αυτό που ήταν αποφασισμένος να κάνει, σχετίζονταν με τη σωτηρία του ανθρώπου κι Αυτός είχε μονάχα έναν στόχο: να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού, ώστε να μπορέσει Αυτός να ξεκινήσει επιτυχώς το επόμενο στάδιο στο έργο Του. Αυτά σκεφτόταν ο Κύριος Ιησούς την περίοδο εκείνη.

Ζώντας στη σάρκα, ο ενσαρκωμένος Θεός κατείχε κανονική ανθρώπινη φύση· είχε τα συναισθήματα και τη λογική ενός κανονικού ανθρώπου. Γνώριζε τι ήταν η ευτυχία και τι ήταν ο πόνος, και όταν είδε την ανθρωπότητα σε μια τέτοιου είδους ζωή, ένιωσε βαθιά μέσα Του πως δίνοντας απλώς στους ανθρώπους μερικές διδαχές, παρέχοντάς τους κάτι ή διδάσκοντάς τους κάτι, δε θα μπορούσε να τους απομακρύνει από την αμαρτία. Ούτε κάνοντάς τους να υπακούν απλώς στις εντολές δε θα τους λύτρωνε από την αμαρτία· μόνο όταν Αυτός επωμίστηκε την αμαρτία της ανθρώπινης φύσης και έγινε το ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας, μπορούσε να την ανταλλάξει με την ελευθερία της ανθρωπότητας, να την ανταλλάξει με τη συγχώρεση της ανθρωπότητας από τον Θεό. Έτσι, αφού ο Κύριος Ιησούς είχε βιώσει και δει τις ζωές των ανθρώπων στην αμαρτία, μια έντονη επιθυμία εκδηλώθηκε στην καρδιά Του — να επιτρέψει στους ανθρώπους να απαλλαγούν από τις ζωές στις οποίες αγωνίζονταν στην αμαρτία. Η επιθυμία αυτή, Τον έκανε να νιώθει όλο και περισσότερο πως έπρεπε να πάει στον σταυρό και να επωμιστεί τις αμαρτίες της ανθρωπότητας όσο το δυνατόν συντομότερα, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αυτές ήταν οι σκέψεις του Κυρίου Ιησού την περίοδο εκείνη, αφού είχε ζήσει με τους ανθρώπους και είχε δει, ακούσει και νιώσει την αθλιότητα των ζωών τους στην αμαρτία. Το ότι ο ενσαρκωμένος Θεός μπορούσε να έχει τέτοιου είδους θέλημα για την ανθρωπότητα, ότι μπορούσε να εκφράζει και να αποκαλύπτει αυτού του είδους τη διάθεση — είναι αυτό κάτι που θα μπορούσε να έχει ένας μέσος άνθρωπος; Τι θα έβλεπε ένας μέσος άνθρωπος αν ζούσε σε τέτοιου είδους περιβάλλον; Τι θα σκεφτόταν; Αν τ’ αντιμετώπιζε όλα αυτά ένας μέσος άνθρωπος, θα έβλεπε τα προβλήματα από κάποια υψηλή οπτική; Σίγουρα όχι! Παρόλο που η εμφάνιση του Θεού ενσαρκωμένου είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή του ανθρώπου, παρόλο που Αυτός μαθαίνει ανθρώπινη γνώση, μιλά τη γλώσσα των ανθρώπων, ενώ, μερικές φορές, εκφράζει ακόμα και τις ιδέες Του μέσω των μέσων ή των εκφράσεων της ανθρωπότητας, ο τρόπος που Αυτός βλέπει τους ανθρώπους και την ουσία των πραγμάτων, και ο τρόπος που βλέπουν οι διεφθαρμένοι άνθρωποι την ανθρωπότητα και την ουσία των πραγμάτων, σε καμία περίπτωση δεν είναι η ίδια. Η οπτική Του και το ύψος στο οποίο Αυτός στέκεται είναι κάτι το ανέφικτο για έναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός είναι η αλήθεια, η σάρκα που φορά κατέχει επίσης την ουσία του Θεού, και οι σκέψεις και αυτό που εκφράζεται από την ανθρώπινη φύση Του είναι επίσης η αλήθεια. Για τους διεφθαρμένους ανθρώπους, αυτά που Αυτός εκφράζει στη σάρκα είναι παροχές της αλήθειας και της ζωής. Οι παροχές αυτές δεν είναι μόνο για έναν άνθρωπο, αλλά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Κάθε διεφθαρμένος άνθρωπος έχει στην καρδιά του μόνο τους λίγους εκείνους ανθρώπους που σχετίζονται μ’ αυτόν. Έχει μόνο τους διάφορους εκείνους ανθρώπους για τους οποίους νοιάζεται, για τους οποίους ενδιαφέρεται. Όταν η καταστροφή είναι εν όψει, σκέφτεται πρώτα τα παιδιά του, τον ή τη σύζυγό του και τους γονείς του, ενώ ένας πιο φιλάνθρωπος θα σκεφτόταν το πολύ και κάποιον συγγενή ή κάποιον καλό φίλο· σκέφτεται κάποιον άλλο; Ποτέ! Επειδή οι άνθρωποι, εν τέλει, είναι άνθρωποι και μπορούν να βλέπουν τα πάντα μονάχα από την οπτική και από το ύψος του ανθρώπου. Ωστόσο, ο Θεός ενσαρκωμένος είναι τελείως διαφορετικός από έναν διεφθαρμένο άνθρωπο. Όσο κοινή, κανονική και ασήμαντη κι αν είναι η σάρκα του Θεού ενσαρκωμένου και όσο κι αν Τον περιφρονούν οι άνθρωποι, οι σκέψεις και η στάση Του προς την ανθρωπότητα είναι πράγματα που δεν μπορεί να κατέχει κανένας άνθρωπος και δεν μπορεί να μιμηθεί κανείς. Πάντα θα παρατηρεί την ανθρωπότητα από την οπτική της θεϊκής φύσης, από το ύψος της θέσης Του ως Δημιουργός. Πάντα θα βλέπει την ανθρωπότητα μέσα από την ουσία και τη νοοτροπία του Θεού. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δει την ανθρωπότητα από το ύψος ενός μέσου ανθρώπου και από την οπτική ενός διεφθαρμένου ατόμου. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν την ανθρωπότητα, τη βλέπουν με την ανθρώπινη όραση και χρησιμοποιούν σαν μέτρο πράγματα όπως την ανθρώπινη γνώση και τους ανθρώπινους κανόνες και θεωρίες. Αυτό είναι εντός του πλαισίου των όσων μπορούν να δουν οι άνθρωποι με τα μάτια τους· είναι εντός του πλαισίου που μπορούν να επιτύχουν οι διεφθαρμένοι άνθρωποι. Όταν ο Θεός βλέπει την ανθρωπότητα, τη βλέπει με θεϊκή όραση και χρησιμοποιεί σαν μέτρο την ουσία Του και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει πράγματα που δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι και εδώ είναι που διαφέρουν εξ ολοκλήρου ο Θεός ενσαρκωμένος και οι διεφθαρμένοι άνθρωποι. Η διαφορά αυτή καθορίζεται από τις διαφορετικές ουσίες των ανθρώπων και του Θεού, ενώ οι διαφορετικές αυτές ουσίες είναι που ορίζουν τις ταυτότητες και τις θέσεις τους, όπως και την οπτική και το ύψος, από τα οποία βλέπουν τα πράγματα. Βλέπετε την έκφραση και την αποκάλυψη του ίδιου του Θεού στον Κύριο Ιησού; Μπορείτε να πείτε πως αυτά που έκανε και είπε ο Κύριος Ιησούς, σχετίζονταν με τη διακονία Του και με το έργο της διαχείρισης του Θεού και πως όλα ήταν η έκφραση και η αποκάλυψη της ουσίας του Θεού. Παρόλο που είχε ανθρώπινη εκδήλωση, η θεϊκή Του ουσία και η αποκάλυψη της θεϊκής Του φύσης είναι αδιαμφισβήτητες. Αυτή η ανθρώπινη εκδήλωση, ήταν πραγματικά μια εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης; Η ανθρώπινη εκδήλωσή Του, λόγω της ουσίας της, ήταν τελείως διαφορετική από την ανθρώπινη εκδήλωση των διεφθαρμένων ανθρώπων. Ο Κύριος Ιησούς ήταν ο Θεός ενσαρκωμένος· αν ήταν πραγματικά ένας από τους κοινούς, διεφθαρμένους ανθρώπους, θα μπορούσε να είχε δει τις ζωές της ανθρωπότητας στην αμαρτία από θεϊκή οπτική; Φυσικά και όχι! Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον Υιό του ανθρώπου και τους κοινούς ανθρώπους. Οι διεφθαρμένοι άνθρωποι ζουν όλοι τους στην αμαρτία, ενώ στη θέα της αμαρτίας δε νιώθουν τίποτα· είναι όλοι τους ίδιοι, όπως ένα γουρούνι που ζει στη λάσπη και δε νιώθει καθόλου άβολα ή βρόμικο — τρώει καλά και κοιμάται βαριά. Αν κάποιος καθαρίσει το χοιροστάσιο, το γουρούνι δε θα νιώσει άνετα, ούτε θα παραμείνει καθαρό. Πολύ σύντομα, θα κυλιέται ξανά στη λάσπη και θα νιώθει απολύτως άνετα, γιατί είναι ένα βρόμικο πλάσμα. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν ένα γουρούνι, νιώθουν πως είναι βρόμικο, ενώ, αν το καθαρίσεις, το γουρούνι δε θα αισθανθεί καλύτερα — γι’ αυτό κανείς δεν έχει γουρούνια στο σπίτι του. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα γουρούνια θα είναι πάντα διαφορετικός από το πώς αισθάνονται τα γουρούνια τα ίδια, γιατί οι άνθρωποι και τα γουρούνια δεν είναι του ίδιου είδους. Έτσι, επειδή ο ενσαρκωμένος Υιός του ανθρώπου δεν είναι του ίδιου είδους με τους διεφθαρμένους ανθρώπους, μόνο ο Θεός ενσαρκωμένος μπορεί να σταθεί από θεϊκή οπτική, να σταθεί από το ύψος του Θεού, για να δει την ανθρωπότητα, να δει τα πάντα.

Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται και ζει ανάμεσα στην ανθρωπότητα, τι μαρτύριο βιώνει στη σάρκα; Καταλαβαίνει πραγματικά κανείς; Κάποιοι λένε πως ο Θεός υποφέρει πολύ και, παρόλο που είναι ο Θεός ο ίδιος, οι άνθρωποι δεν κατανοούν την ουσία Του και πάντα Του συμπεριφέρονται σαν άνθρωπο, γεγονός που Τον κάνει να νιώθει θλιμμένος και αδικημένος — λένε πως το μαρτύριο του Θεού είναι πραγματικά μεγάλο. Άλλοι λένε πως ο Θεός είναι αθώος και αναμάρτητος, αλλά υποφέρει όπως η ανθρωπότητα και βιώνει τη δίωξη, τη συκοφαντία και την ταπείνωση μαζί με την ανθρωπότητα· λένε πως υπομένει επίσης τις παρανοήσεις και την ανυπακοή των ακολούθων Του — το μαρτύριο του Θεού πραγματικά δεν μπορεί να μετρηθεί. Φαίνεται πως δεν κατανοείτε πραγματικά τον Θεό. Μάλιστα, το μαρτύριο για το οποίο μιλάτε, δε μετράει σαν πραγματικό μαρτύριο για τον Θεό, επειδή υπάρχει μαρτύριο μεγαλύτερο από αυτό. Τότε, τι εστί πραγματικό μαρτύριο για τον Θεό τον ίδιο; Τι εστί πραγματικό μαρτύριο για τη σάρκα του Θεού ενσαρκωμένου; Για τον Θεό, το ότι δεν Τον κατανοεί η ανθρωπότητα, δε μετρά σαν μαρτύριο, όπως και δε μετρά σαν μαρτύριο το ότι οι άνθρωποι Τον έχουν κάπως παρανοήσει και δεν Τον βλέπουν σαν Θεό. Ωστόσο, οι άνθρωποι νιώθουν συχνά πως ο Θεός πρέπει να έχει υποστεί μεγάλη αδικία, πως όταν ο Θεός βρίσκεται στη σάρκα, δεν μπορεί να δείξει το άτομό Του στην ανθρωπότητα και να τους επιτρέψει να δουν το μεγαλείο Του, και κρύβεται ταπεινά σε μια ασήμαντη σάρκα, επομένως πρέπει να ήταν κάτι το βασανιστικό γι’ Αυτόν. Οι άνθρωποι παίρνουν στα σοβαρά τα όσα καταλαβαίνουν και τα όσα βλέπουν από το μαρτύριο του Θεού και Του επιβάλλουν κάθε λογής συμπόνια, ενώ συχνά θα Τον επαινέσουν και λίγο. Στην πραγματικότητα, υπάρχει διαφορά, υπάρχει κενό ανάμεσα σ’ αυτό που κατανοούν οι άνθρωποι για το μαρτύριο του Θεού και σ’ αυτό που Αυτός νιώθει πραγματικά. Σας λέω την αλήθεια — για τον Θεό, είτε είναι το Πνεύμα του Θεού, είτε η σάρκα του Θεού ενσαρκωμένου, το μαρτύριο αυτό δεν είναι πραγματικό μαρτύριο. Τότε ποιο είναι ακριβώς το μαρτύριο του Θεού; Ας μιλήσουμε για το μαρτύριο του Θεού μόνο από την οπτική του Θεού ενσαρκωμένου.

Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται και γίνεται ένας μέσος, κανονικός άνθρωπος που ζει ανάμεσα στην ανθρωπότητα, δίπλα-δίπλα στους ανθρώπους, δεν μπορεί να δει και να νιώσει τις μεθόδους, τους νόμους και τις φιλοσοφίες των ανθρώπων για το πώς πρέπει να ζεις; Πώς Τον κάνουν να αισθάνεται αυτές οι μέθοδοι και οι νόμοι για το πώς πρέπει να ζεις; Αισθάνεται απέχθεια στην καρδιά Του; Γιατί θα αισθανόταν απέχθεια; Ποιες είναι οι μέθοδοι και οι νόμοι των ανθρώπων για το πώς πρέπει να ζεις; Πάνω σε ποιες αρχές έχουν ριζώσει; Σε τι βασίζονται; Οι μέθοδοι, οι νόμοι, κτλ. της ανθρωπότητας για το πώς πρέπει να ζεις, έχουν όλα δημιουργηθεί βάσει της λογικής, της γνώσης και της φιλοσοφίας του Σατανά. Οι άνθρωποι που ζουν υπό τέτοιου είδους νόμους, δεν έχουν ανθρωπιά, δεν έχουν αλήθεια — αψηφούν όλοι τους την αλήθεια και είναι εχθρικοί προς τον Θεό. Αν ρίξουμε μια ματιά στην ουσία του Θεού, βλέπουμε πως η ουσία Του είναι ακριβώς το αντίθετο της λογικής, της γνώσης και της φιλοσοφίας του Σατανά. Η ουσία Του είναι γεμάτη δικαιοσύνη, αλήθεια, αγιοσύνη και άλλες πραγματικότητες όλων των θετικών πραγμάτων. Ο Θεός που κατέχει αυτήν την ουσία και ζει ανάμεσα σε μια τέτοια ανθρωπότητα, τι νιώθει στην καρδιά Του; Δεν είναι γεμάτη πόνο; Η καρδιά Του πονά και ο πόνος αυτός είναι κάτι που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει ή να αντιληφθεί. Αυτό συμβαίνει επειδή όλα όσα Αυτός αντιμετωπίζει, συναντά, ακούει, βλέπει και βιώνει, είναι όλα τους η διαφθορά και το κακό της ανθρωπότητας, όπως και η επαναστατικότητα και η αντίστασή τους στην αλήθεια. Ό,τι προέρχεται από τους ανθρώπους είναι η πηγή του μαρτυρίου Του. Με άλλα λόγια, επειδή η ουσία Του δεν είναι ίδια μ’ αυτή των διεφθαρμένων ανθρώπων, η διαφθορά των ανθρώπων γίνεται η πηγή του μεγαλύτερου μαρτυρίου Του. Όταν ο Θεός ενσαρκώνεται, μπορεί να βρει κάποιον που να μοιράζεται μια κοινή γλώσσα μ’ Αυτόν; Αυτό δεν μπορεί να βρεθεί μέσα στην ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να επικοινωνεί, που να μπορεί να έχει τέτοια συνομιλία με τον Θεό. Τι είδους συναίσθημα θα έλεγες πως έχει ο Θεός; Τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι συζητούν, τα οποία αγαπούν, επιδιώκουν και λαχταρούν, έχουν όλα να κάνουν με την αμαρτία, με κακές συνήθειες. Όταν τα αντικρίζει όλα αυτά ο Θεός, δεν είναι σαν μαχαιριά στην καρδιά Του; Αντίκρυ σε τέτοια πράγματα, θα μπορούσε να έχει χαρά στην καρδιά Του; Θα μπορούσε να βρει παρηγοριά; Εκείνοι που ζουν μαζί Του είναι άνθρωποι που βρίθουν από επαναστατικότητα και κακό, επομένως πώς να μην υποφέρει η καρδιά Του; Πόσο μεγάλο είναι στην πραγματικότητα αυτό το μαρτύριο και ποιος νοιάζεται γι’ αυτό; Ποιος δίνει προσοχή; Και ποιος θα μπορούσε να το εκτιμήσει; Οι άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν την καρδιά του Θεού. Το μαρτύριό Του είναι κάτι που οι άνθρωποι αδυνατούν ιδιαίτερα να εκτιμήσουν, ενώ η ψυχρότητα και η απάθεια της ανθρωπότητας κάνουν το μαρτύριο του Θεού ακόμα πιο βαθύ.

Υπάρχουν άνθρωποι που συχνά συμμερίζονται τα δεινά του Χριστού, επειδή υπάρχει ένα εδάφιο στη Βίβλο που λέει: «Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς και τα πετεινά του ουρανού κατοικίας, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν». Όταν το ακούν αυτό οι άνθρωποι, το παίρνουν κατάκαρδα και πιστεύουν πως αυτό είναι το μεγαλύτερο μαρτύριο που υπομένει ο Θεός και το μεγαλύτερο μαρτύριο που υπομένει ο Χριστός. Τώρα, εξετάζοντάς το από τη σκοπιά των γεγονότων, είναι πράγματι έτσι; Ο Θεός δεν πιστεύει πως οι δυσκολίες αυτές είναι μαρτύριο. Δεν έχει διαμαρτυρηθεί ποτέ Του για την αδικία των δυσκολιών της σάρκας και δεν έχει κάνει ποτέ Του τους ανθρώπους να Του ανταποδώσουν οτιδήποτε ή να Τον ανταμείψουν με οτιδήποτε. Ωστόσο, όταν βλέπει τα πάντα της ανθρωπότητας, τις διεφθαρμένες ζωές και το κακό των διεφθαρμένων ανθρώπων, όταν βλέπει πως η ανθρωπότητα βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Σατανά, πως είναι φυλακισμένη από τον Σατανά και δεν μπορεί να ξεφύγει, πως οι άνθρωποι που ζουν στην αμαρτία δε γνωρίζουν ποια είναι η αλήθεια — Αυτός δεν μπορεί να αντέξει όλες αυτές τις αμαρτίες. Η απέχθειά Του για τους ανθρώπους αυξάνεται μέρα με τη μέρα, ωστόσο, πρέπει να τα υπομένει όλα αυτά. Αυτό είναι το μεγάλο μαρτύριο του Θεού. Ο Θεός δεν μπορεί να εκφράσει πλήρως ούτε τη φωνή της καρδιάς Του ούτε και τα συναισθήματά Του στους ακόλουθούς Του, ενώ κανένας από τους ακόλουθούς Του δεν μπορεί να κατανοήσει πραγματικά το μαρτύριό Του. Κανείς δεν προσπαθεί καν να κατανοήσει ή να παρηγορήσει την καρδιά Του — η καρδιά Του υπομένει το μαρτύριο αυτό μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, ξανά και ξανά. Τι βλέπετε σε όλο αυτό; Ο Θεός δεν απαιτεί τίποτα από τους ανθρώπους σε αντάλλαγμα των όσων έχει δώσει, αλλά, λόγω της ουσίας του Θεού, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ανεχθεί το κακό, τη διαφθορά και την αμαρτία της ανθρωπότητας, συνεπώς αισθάνεται πολύ έντονη απέχθεια και μίσος, κάτι που οδηγεί την καρδιά και τη σάρκα του Θεού να υπομένουν ατέρμονο μαρτύριο. Τα βλέπατε όλα αυτά; Το πιο πιθανόν είναι πως κανείς σας δεν τα έβλεπε, γιατί κανείς σας δεν κατανοεί πραγματικά τον Θεό. Με την πάροδο του χρόνου, θα μπορέσετε να τα βιώσετε σταδιακά από μόνοι σας.

Στη συνέχεια, ας ρίξουμε μια ματιά στις ακόλουθες Γραφικές περικοπές.

9. Ο Ιησούς κάνει θαύματα

1) Ο Ιησούς ταΐζει τους πέντε χιλιάδες

(Ιω. 6, 8-13) Λέγει προς αυτόν εις εκ των μαθητών αυτού, Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου· Εδώ είναι εν παιδάριον, το οποίον έχει πέντε άρτους κριθίνους και δύο οψάρια· αλλά ταύτα τι είναι εις τοσούτους; Είπε δε ο Ιησούς· Κάμετε τους ανθρώπους να καθήσωσιν· ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθησαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι. Και έλαβεν ο Ιησούς τους άρτους και ευχαριστήσας διεμοίρασεν εις τους μαθητάς, οι δε μαθηταί εις τους καθημένους· ομοίως και εκ των οψαρίων όσον ήθελον. Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτούς· Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε. Εσύναξαν λοιπόν και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας.

2) Η ανάσταση του Λαζάρου δοξάζει τον Θεό

(Ιω. 11, 43-44) Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε· Λάζαρε, ελθέ έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς, δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας με τα σάβανα, και το πρόσωπον αυτού ήτο περιδεδεμένον με σουδάριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Λύσατε αυτόν και αφήσατε να υπάγη.

Από τα θαύματα που έχει κάνει ο Κύριος Ιησούς, έχουμε επιλέξει μόνο αυτά τα δύο, επειδή αρκούν για να επιδείξουν αυτό για το οποίο θέλω να μιλήσω εδώ. Τα δύο αυτά θαύματα είναι πραγματικά εκπληκτικά και πολύ αντιπροσωπευτικά των θαυμάτων του Κυρίου Ιησού στην Εποχή της Χάριτος.

Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην πρώτη περικοπή: Ο Χριστός ταΐζει τους πέντε χιλιάδες.

Τι είδους έννοια είναι το «πέντε άρτοι και δύο ψάρια;» Για πόσους ανθρώπους θα επαρκούσαν συνήθως πέντε καρβέλια ψωμί και δύο ψάρια; Αν το υπολογίσετε βάσει της όρεξης ενός μέσου ανθρώπου, θα επαρκούσαν μονάχα για δυο ανθρώπους. Αυτή είναι η βασικότερη έννοια των πέντε άρτων και των δυο ψαριών. Ωστόσο, πόσους ανθρώπους γράφει σ’ αυτήν την περικοπή πως τάισαν οι πέντε άρτοι και τα δύο ψάρια; Στις Γραφές, καταγράφεται έτσι: «Ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθησαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι». Σε σύγκριση με πέντε άρτους και δύο ψάρια, το πέντε χιλιάδες είναι μεγάλος αριθμός; Τι σημαίνει που ο αριθμός αυτός είναι τόσο μεγάλος; Από ανθρώπινη οπτική, το να μοιράσεις πέντε άρτους και δύο ψάρια σε πέντε χιλιάδες ανθρώπους θα ήταν αδύνατο, γιατί η διαφορά τους είναι υπερβολικά μεγάλη. Ακόμα κι αν κάθε άνθρωπος έτρωγε μια πολύ μικρή μπουκιά, και πάλι δε θα επαρκούσαν για πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά εδώ, ο Κύριος Ιησούς έκανε ένα θαύμα — όχι μόνο επέτρεψε σε πέντε χιλιάδες ανθρώπους να φάνε μέχρι να χορτάσουν, αλλά περίσσεψε κιόλας. Λέει στις Γραφές: «Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτούς· Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε. Εσύναξαν λοιπόν και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας». Το θαύμα αυτό επέτρεψε στους ανθρώπους να δουν την ταυτότητα και το κύρος του Κυρίου Ιησού, όπως και τους επέτρεψε να δουν πως τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Θεό· είδαν την αλήθεια της παντοδυναμίας του Θεού. Πέντε άρτοι και δύο ψάρια ήταν αρκετά για να ταΐσουν πέντε χιλιάδες, ωστόσο, αν δεν υπήρχε καθόλου φαγητό, θα μπορούσε ο Θεός να ταΐσει πέντε χιλιάδες ανθρώπους; Φυσικά και θα μπορούσε! Αυτό ήταν θαύμα, επομένως, οι άνθρωποι αναπόφευκτα ένιωσαν πως ήταν κάτι το ακατανόητο, κάτι το απίστευτο και το μυστηριώδες, αλλά για τον Θεό, η πράξη αυτή δεν ήταν τίποτα. Εφόσον ήταν κάτι το συνηθισμένο για τον Θεό, γιατί το ξεχωρίσαμε για ερμηνεία; Επειδή αυτό που κρύβεται πίσω από το θαύμα περιέχει το θέλημα του Κυρίου Ιησού, το οποίο δεν έχει ανακαλύψει ποτέ η ανθρωπότητα.

Πρώτα, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί οι πέντε χιλιάδες. Ήταν ακόλουθοι του Κυρίου Ιησού; Από τις Γραφές, γνωρίζουμε πως δεν ήταν ακόλουθοί Του. Γνώριζαν ποιος ήταν ο Κύριος Ιησούς; Σίγουρα όχι! Αν μη τι άλλο, δεν ήξεραν πως ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά τους ήταν ο Χριστός, ενώ, μερικοί μπορεί να γνώριζαν μόνο τ’ όνομά Του και να ήξεραν ή να είχαν ακούσει κάτι για πράγματα που Αυτός είχε κάνει. Ήταν απλώς περίεργοι για τον Κύριο Ιησού από τις ιστορίες, αλλά σίγουρα δεν μπορείτε να πείτε πως Τον ακολουθούσαν, πόσο μάλλον πως Τον κατανοούσαν. Όταν ο Κύριος Ιησούς είδε αυτούς τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους, αυτοί πεινούσαν και το μόνο που σκέφτονταν ήταν να φάνε και να χορτάσουν, επομένως σ’ αυτό το πλαίσιο ικανοποίησε ο Κύριος Ιησούς τις επιθυμίες τους. Όταν ικανοποίησε τις επιθυμίες τους, τι υπήρχε μέσα στην καρδιά Του; Ποια ήταν η στάση Του προς τους ανθρώπους αυτούς, που το μόνο που ήθελαν ήταν να φάνε και να χορτάσουν; Την ώρα εκείνη, οι σκέψεις και η στάση του Κυρίου Ιησού είχαν να κάνουν με τη διάθεση και την ουσία του Θεού. Απέναντι σ’ αυτούς τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους με τα άδεια στομάχια, που το μόνο που ήθελαν ήταν να φάνε ένα πλήρες γεύμα, απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ήταν γεμάτοι περιέργεια και ελπίδες γι’ Αυτόν, το μόνο που σκέφτηκε ο Κύριος Ιησούς ήταν να αξιοποιήσει αυτό το θαύμα για να τους απονείμει χάρη. Ωστόσο, δεν έτρεφε ελπίδες πως θα γίνονταν ακόλουθοί Του, γιατί ήξερε πως το μόνο που ήθελαν ήταν να συμμετάσχουν στη διασκέδαση και να χορτάσουν φαγητό, οπότε αξιοποίησε στο μέγιστο αυτά που είχε και χρησιμοποίησε πέντε καρβέλια ψωμί και δύο ψάρια για να ταΐσει πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Άνοιξε τα μάτια σ’ αυτούς τους ανθρώπους, στους οποίους άρεσε η διασκέδαση, οι οποίοι ήθελαν να δουν θαύματα, κι έτσι είδαν με τα μάτια τους τα πράγματα που μπορούσε να ολοκληρώσει ο Θεός ενσαρκωμένος. Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε κάτι το υλικό για να ικανοποιήσει την περιέργειά τους, ήδη γνώριζε στην καρδιά Του πως το μόνο που ήθελαν αυτοί οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι ήταν να φάνε ένα καλό γεύμα, επομένως δεν είπε τίποτα απολύτως ούτε και κήρυξε κάτι σε αυτούς· απλώς τους άφησε να δουν το θαύμα να λαμβάνει χώρα. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί σ’ αυτούς τους ανθρώπους όπως συμπεριφερόταν στους μαθητές Του που Τον ακολουθούσαν πραγματικά, ωστόσο, στην καρδιά του Θεού, όλα τα πλάσματα βρίσκονταν υπό τη διακυβέρνησή Του και επέτρεπε σε όλα τα πλάσματα που Αυτός έβλεπε να απολαύσουν τη χάρη του Θεού, όταν ήταν απαραίτητο. Παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί δε γνώριζαν ποιος ήταν, δεν Τον κατανοούσαν και δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη εντύπωση γι’ Αυτόν ή ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό Του, ακόμα και αφού έφαγαν τους άρτους και τα ψάρια, αυτό δεν ήταν κάτι με το οποίο διαφώνησε ο Θεός — έδωσε στους ανθρώπους αυτούς μια υπέροχη ευκαιρία να απολαύσουν τη χάρη του Θεού. Κάποιοι άνθρωποι λένε πως ο Θεός έχει αρχές σε όσα κάνει, πως δεν προσέχει ή προστατεύει τους άπιστους και πως, ιδίως, δεν τους επιτρέπει να απολαμβάνουν τη χάρη Του. Είναι πράγματι έτσι; Στα μάτια του Θεού, εφόσον είναι ζωντανά όντα τα οποία ο ίδιος δημιούργησε, θα τους διαχειρίζεται και θα τους φροντίζει· θα τους περιποιείται, θα κάνει σχέδια γι’ αυτούς και θα τους κυβερνά με ποικίλους τρόπους. Αυτές είναι οι σκέψεις και η στάση του Θεού προς τα πάντα.

Παρόλο που οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι που έφαγαν τα καρβέλια ψωμί και τα ψάρια, δε σχεδίαζαν να ακολουθήσουν τον Κύριο Ιησού, Αυτός δεν ήταν αυστηρός μαζί τους· μόλις χόρτασαν, ξέρετε τι έκανε ο Κύριος Ιησούς; Τους κήρυξε οτιδήποτε; Πού πήγε αφότου το έκανε αυτό; Οι Γραφές δεν καταγράφουν να τους είπε τίποτα ο Κύριος Ιησούς· όταν ολοκλήρωσε το θαύμα Του, έφυγε ήσυχα. Επομένως, διατύπωσε καμία απαίτηση από τους ανθρώπους αυτούς; Υπήρχε καθόλου μίσος; Δεν υπήρχε τίποτε τέτοιο· απλώς δεν ήθελε να δώσει άλλη σημασία στους ανθρώπους αυτούς που δε θα Τον ακολουθούσαν και, την ώρα εκείνη, η καρδιά Του πονούσε. Επειδή είχε δει την εξαχρείωση και είχε νιώσει την απόρριψη της ανθρωπότητας, όταν είδε και συναναστράφηκε μ’ αυτούς τους ανθρώπους, η ανθρώπινη αμβλύνοια και άγνοια Τον στενοχώρησαν πολύ και έκαναν την καρδιά Του να πονά, επομένως, το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ αυτούς τους ανθρώπους το συντομότερο. Ο Κύριος δεν είχε καμία απαίτηση απ’ αυτούς στην καρδιά Του, δεν ήθελε να τους δώσει σημασία, δεν ήθελε, ιδίως, να δαπανήσει την ενέργειά Του σ’ αυτούς και γνώριζε πως δεν μπορούσαν να Τον ακολουθήσουν· παρ’ όλα αυτά, η στάση Του προς αυτούς παρέμεινε ιδιαίτερα ξεκάθαρη. Ήθελε απλώς να τους φερθεί με ευγένεια, να τους απονέμει χάρη· αυτή ήταν η στάση του Θεού προς κάθε πλάσμα υπό τη διακυβέρνησή Του: να φέρεται σε κάθε πλάσμα με ευγένεια, να το φροντίζει και να το τρέφει. Για τον λόγο ακριβώς που ο Κύριος Ιησούς ήταν ο Θεός ενσαρκωμένος, αποκάλυψε πολύ φυσικά την ίδια την ουσία του Θεού και φέρθηκε στους ανθρώπους αυτούς με ευγένεια. Τους φέρθηκε με ευγένεια, με μια καρδιά ελέους και μακροθυμίας. Όπως κι αν έβλεπαν οι άνθρωποι αυτοί τον Κύριο Ιησού και όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα, Αυτός απλώς φερόταν σε κάθε πλάσμα βάσει της θέσης Του ως Κύριος όλης της κτίσης. Αυτό που αποκάλυπτε ήταν, χωρίς εξαίρεση, η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς έκανε κάτι στα ήσυχα και μετά έφυγε ήσυχα· ποια πτυχή της διάθεσης του Θεού είναι αυτή; Θα λέγατε πως είναι η στοργική καλοσύνη του Θεού; Θα λέγατε πως ο Θεός είναι ανιδιοτελής; Θα μπορούσε να το κάνει αυτό ένας κοινός άνθρωπος; Σίγουρα όχι! Κατ’ ουσίαν, ποιοι ήταν αυτοί οι πέντε χιλιάδες άνθρωποι που τάισε ο Κύριος Ιησούς με πέντε άρτους και δύο ψάρια; Θα λέγατε πως ήταν άνθρωποι που βρίσκονταν σε σύμπνοια μ’ Αυτόν; Θα λέγατε πως ήταν όλοι τους εχθρικοί προς τον Θεό; Μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα πως σίγουρα δεν ήταν σε σύμπνοια με τον Κύριο και πως η ουσία τους ήταν απόλυτα εχθρική προς τον Θεό. Ωστόσο, πώς τους φέρθηκε ο Θεός; Χρησιμοποίησε μια μέθοδο για να εξουδετερώσει την εχθρότητα των ανθρώπων προς τον Θεό — η μέθοδος αυτή λέγεται «καλοσύνη». Με άλλα λόγια, παρόλο που ο Κύριος Ιησούς τους έβλεπε σαν αμαρτωλούς, στα μάτια του Θεού δεν έπαυαν να είναι δημιούργημά Του, επομένως, ακόμα κι έτσι, φέρθηκε σ’ αυτούς τους αμαρτωλούς με ευγένεια. Αυτή είναι η μακροθυμία του Θεού, και η μακροθυμία αυτή καθορίζεται από την ίδια την ταυτότητα και την ουσία του Θεού. Επομένως, αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να κάνει κανένας άνθρωπος που δημιουργήθηκε από τον Θεό· μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει.

Όταν θα είσαι ικανός να εκτιμήσεις πραγματικά τις σκέψεις και τη στάση του Θεού προς την ανθρωπότητα, όταν θα μπορείς να κατανοήσεις πραγματικά τα συναισθήματα και το ενδιαφέρον του Θεού για κάθε πλάσμα, τότε θα είσαι ικανός να κατανοήσεις την αφοσίωση και την αγάπη που έχει δαπανήσει ο Δημιουργός σε κάθε έναν από τους ανθρώπους που δημιούργησε. Όταν συμβεί αυτό, θα χρησιμοποιήσεις δύο λέξεις για να περιγράψεις την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι οι λέξεις αυτές; Μερικοί λένε «ανιδιοτελής» και άλλοι «φιλάνθρωπη». Απ’ αυτές τις δύο, η λέξη «φιλάνθρωπη» είναι η λιγότερο κατάλληλη για να περιγράψει την αγάπη του Θεού. Είναι μια λέξη που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να περιγράψουν τις ανοιχτόμυαλες σκέψεις και τα συναισθήματα κάποιου. Πραγματικά, απεχθάνομαι αυτή τη λέξη, γιατί αναφέρεται στην απονομή ελεημοσύνης τυχαία, αδιακρίτως και ανεξαρτήτως αρχών. Είναι μια υπερβολικά συναισθηματική έκφραση των ανόητων και των συγκεχυμένων ανθρώπων. Όταν η λέξη αυτή χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αγάπη του Θεού, υπάρχει αναπόφευκτα βλάσφημη πρόθεση. Έχω δυο λέξεις που περιγράφουν πιο εύστοχα την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι οι λέξεις αυτές; Η πρώτη είναι «απέραντη». Δεν είναι ιδιαίτερα ενθυμητική λέξη; Η δεύτερη είναι «αχανής». Υπάρχει πραγματικό νόημα πίσω από τις δυο αυτές λέξεις που χρησιμοποιώ για να περιγράψω την αγάπη του Θεού. Αν το πάρουμε κυριολεκτικά, η λέξη «απέραντος» περιγράφει τον όγκο ή τη χωρητικότητα κάποιου πράγματος, αλλά δεν έχει σημασία πόσο μεγάλο είναι το πράγμα αυτό· είναι κάτι που μπορούν να αγγίξουν και να δουν οι άνθρωποι. Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει, δεν είναι κάποιο αφηρημένο αντικείμενο, και δίνει την αίσθηση στους ανθρώπους πως είναι σχετικά ακριβής και πρακτική. Δεν έχει σημασία αν την κοιτάζεις από επίπεδη ή τρισδιάστατη γωνία· δε χρειάζεται να φανταστείς την ύπαρξή της, επειδή είναι κάτι που υπάρχει πραγματικά. Παρόλο που χρησιμοποιώντας τη λέξη «απέραντη» για να περιγράψουμε την αγάπη του Θεού, μπορεί να φαίνεται σαν να προσδιορίζουμε ποσοτικά την αγάπη Του, δίνει, επίσης, την αίσθηση πως είναι ποσοτικά απροσδιόριστη. Λέω πως η αγάπη του Θεού μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά, γιατί η αγάπη Του δεν είναι κάτι το ανύπαρκτο, ούτε και πηγάζει από κάποιο θρύλο. Αντιθέτως, είναι κάτι που μοιράζονται τα πάντα υπό τη διακυβέρνηση του Θεού και κάτι που απολαμβάνουν όλα τα πλάσματα, σε διάφορους βαθμούς και από διαφορετικές οπτικές. Παρόλο που οι άνθρωποι δεν μπορούν να τη δουν ή να την αγγίξουν, η αγάπη αυτή δίνει τροφή και ζωή στα πάντα, όπως αποκαλύπτεται λίγο-λίγο στις ζωές τους, ενώ αυτοί μετρούν και γίνονται μάρτυρες της αγάπης του Θεού, την οποία απολαμβάνουν κάθε στιγμή. Λέω πως η αγάπη του Θεού δεν μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά, γιατί το μυστήριο της φροντίδας και της θρέψης των πάντων από τον Θεό είναι κάτι δύσκολο για τους ανθρώπους να συλλάβουν, όπως είναι και οι σκέψεις του Θεού για τα πάντα, ιδίως αυτές που αφορούν την ανθρωπότητα. Με άλλα λόγια, κανείς δε γνωρίζει το αίμα και τα δάκρυα που έχει χύσει ο Δημιουργός για την ανθρωπότητα. Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει και κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει το βάθος ή το βάρος της αγάπης που έχει ο Δημιουργός για την ανθρωπότητα, την οποία δημιούργησε με τα ίδια Του τα χέρια. Η περιγραφή της αγάπης του Θεού ως απέραντη, βοηθά τους ανθρώπους να εκτιμήσουν και να κατανοήσουν το εύρος και την αλήθεια της ύπαρξής της. Βοηθά επίσης τους ανθρώπους να κατανοήσουν βαθύτερα το πραγματικό νόημα της λέξης «Δημιουργός» και να αποκτήσουν μια βαθύτερη κατανόηση του πραγματικού νοήματος αυτού που ονομάζεται «δημιουργία». Τι περιγράφει συνήθως η λέξη «αχανής»; Χρησιμοποιείται συνήθως για τον ωκεανό ή το σύμπαν, όπως «αχανές σύμπαν» ή «αχανής ωκεανός». Η επεκτασιμότητα και το ήρεμο βάθος του σύμπαντος είναι πέραν της ανθρώπινη κατανόησης, είναι κάτι που εξάπτει τη φαντασία των ανθρώπων και κάτι που θαυμάζουν βαθύτατα. Το μυστήριο και η βαθύτητά του είναι εντός του πεδίου ορατότητας, αλλά και κάτι το άπιαστο. Όταν σκέφτεσαι τον ωκεανό, σκέφτεσαι το εύρος του — μοιάζει απεριόριστος και μπορείς να νιώσεις το μυστηριώδες στοιχείο του και την ευρύτητά του. Γι’ αυτό χρησιμοποίησα τον όρο «αχανής» για να περιγράψω την αγάπη του Θεού. Είναι για να βοηθήσω τους ανθρώπους να νιώσουν πόσο πολύτιμη είναι, να νιώσουν τη βαθιά ομορφιά της αγάπης Του, όπως και να νιώσουν πως η δύναμη της αγάπης του Θεού είναι απέραντη και εκτενής. Είναι για να τους βοηθήσω να νιώσουν την αγιοσύνη της αγάπης Του, όπως και την αξιοπρέπεια και τη μη προσβλητικότητα του Θεού που αποκαλύπτεται μέσω της αγάπης Του. Τώρα, πιστεύετε πως η λέξη «αχανής» περιγράφει κατάλληλα την αγάπη του Θεού; Η αγάπη του Θεού είναι αντάξια των δύο αυτών χαρακτηρισμών «απέραντη» και «αχανής;» Απολύτως! Στη γλώσσα των ανθρώπων, μόνο οι δυο αυτές λέξεις είναι σχετικά κατάλληλες και πλησιάζουν σχετικά στο να περιγράψουν την αγάπη του Θεού. Δε νομίζετε; Αν σας ζητούσα να περιγράψετε την αγάπη του Θεού, θα χρησιμοποιούσατε αυτές τις δυο λέξεις; Το πιθανότερο είναι να μην μπορούσατε, γιατί η κατανόηση και η εκτίμηση που έχετε για την αγάπη του Θεού, περιορίζεται σε μια επίπεδη οπτική και δεν έχει ανέλθει στο ύψος του τρισδιάστατου χώρου. Επομένως, αν σας ζητούσα να περιγράψετε την αγάπη του Θεού, θα νιώθατε πως δεν έχετε τα λόγια να το κάνετε· θα είχατε μείνει και άφωνοι. Μπορεί να σας είναι δύσκολο να κατανοήσετε τις δυο λέξεις για τις οποίες μίλησα σήμερα ή μπορεί απλώς να μη συμφωνείτε. Αυτό απλώς αποδεικνύει πως η εκτίμηση και η κατανόησή σας για την αγάπη του Θεού είναι επιφανειακή και έγκειται σε περιορισμένο πεδίο. Έχω ξαναπεί πως ο Θεός είναι ανιδιοτελής — να θυμάστε τη λέξη ανιδιοτελής. Μπορούμε να πούμε πως η αγάπη του Θεού μπορεί να περιγραφεί μόνο ως ανιδιοτελής; Το πεδίο αυτό δεν είναι πολύ περιορισμένο; Πρέπει να στοχαστείτε το ζήτημα αυτό παραπάνω, ώστε να αποκτήσετε κάτι απ’ αυτό.

Τα παραπάνω αποτελούν αυτά που είδαμε από τη διάθεση και την ουσία του Θεού από το πρώτο θαύμα. Παρόλο που είναι μια ιστορία την οποία διαβάζουν οι άνθρωποι εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια, έχει μια απλή πλοκή, επιτρέπει στους ανθρώπους να δουν ένα απλό φαινόμενο, ωστόσο, στην απλή αυτή πλοκή μπορούμε να δούμε κάτι πιο πολύτιμο, το οποίο είναι η διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι. Τα πράγματα αυτά που Αυτός έχει και είναι, αντιπροσωπεύουν τον Θεό τον ίδιο και είναι μια έκφραση των ίδιων των σκέψεων του Θεού. Όταν ο Θεός εκφράζει τις σκέψεις Του, είναι μια έκφραση της φωνής της καρδιάς Του. Ελπίζει πως θα υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούν να Τον καταλάβουν, να Τον γνωρίσουν και να κατανοήσουν το θέλημά Του, όπως και ελπίζει πως θα υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούν να ακούσουν τη φωνή της καρδιάς Του και να συνεργαστούν ενεργά για να ικανοποιήσουν το θέλημά Του. Τα πράγματα αυτά που έκανε ο Κύριος Ιησούς ήταν μια σιωπηλή έκφραση του Θεού.

Στη συνέχεια, ας δούμε την περικοπή: Η ανάσταση του Λαζάρου δοξάζει τον Θεό.

Ποια εντύπωση σχηματίσατε αφού διαβάσετε την περικοπή αυτή; Το θαύμα αυτό που έκανε ο Κύριος Ιησούς είχε πολύ μεγαλύτερη σπουδαιότητα από το προηγούμενο, γιατί κανένα θαύμα δεν είναι πιο εκπληκτικό από το να κάνεις έναν νεκρό να επιστρέψει από τον τάφο. Το ότι ο Κύριος Ιησούς έκανε κάτι τέτοιο, ήταν εξαιρετικά σημαντικό εκείνη την εποχή. Επειδή ο Θεός είχε ενσαρκωθεί, οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν μόνο τη φυσική εμφάνισή Του, την πρακτική πλευρά Του και την ασήμαντη πλευρά Του. Ακόμα κι αν κάποιοι άνθρωποι έβλεπαν και κατανοούσαν λίγο από τον χαρακτήρα Του ή κάποιες από τις δυνάμεις που Αυτός έμοιαζε να έχει, κανείς δε γνώριζε από πού ήλθε ο Κύριος Ιησούς, ποια ήταν πραγματικά η ουσία Του και τι άλλο μπορούσε πραγματικά να κάνει. Όλα αυτά ήταν άγνωστα στην ανθρωπότητα. Υπερβολικά πολλοί άνθρωποι ήθελαν αποδείξεις γι’ αυτό το πράγμα και ήθελαν να μάθουν την αλήθεια. Μπορούσε ο Θεός να κάνει κάτι για να αποδείξει την ίδια Του την ταυτότητα; Για τον Θεό, αυτό ήταν παιχνιδάκι· ήταν πανεύκολο. Μπορούσε να κάνει κάτι οπουδήποτε, οποτεδήποτε, για να αποδείξει την ταυτότητα και την ουσία Του, ωστόσο, ο Θεός ενεργούσε με σχέδιο και με βήματα. Δεν ενεργούσε αδιακρίτως· έψαχνε την κατάλληλη στιγμή και την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνει κάτι πολύ σημαντικό, για να το δει η ανθρωπότητα. Αυτό αποδείκνυε την εξουσία και την ταυτότητά Του. Οπότε, μπορούσε η ανάσταση του Λαζάρου να αποδείξει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού; Ας εξετάσουμε αυτή τη Γραφική περικοπή: «Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε· Λάζαρε, ελθέ έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς». Όταν το έκανε αυτό ο Κύριος Ιησούς, είπε μονάχα ένα πράγμα: «Λάζαρε, ελθέ έξω». Τότε ο Λάζαρος εξήλθε από τον τάφο του· αυτό επετεύχθη χάρη σε μόνο μια κουβέντα από το στόμα του Κυρίου. Κατά την περίοδο αυτή, ο Κύριος Ιησούς δεν έστησε κάποιο θυσιαστήριο, ούτε και εκτέλεσε άλλες ενέργειες. Είπε μόνο ένα πράγμα. Θα το λέγαμε θαύμα ή προσταγή; Ή μήπως ήταν κάποιου είδους μαγεία; Εκ πρώτη όψεως, φαίνεται πως θα μπορούσε να ονομαστεί θαύμα , ενώ, αν το δείτε από σύγχρονη οπτική, ασφαλώς και πάλι θα μπορούσατε να το αποκαλέσετε θαύμα. Ωστόσο, σίγουρα δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ξόρκι που επαναφέρει μια ψυχή στη ζωή, ενώ, σε καμία περίπτωση δεν είναι μαγεία. Είναι ορθό να ειπωθεί πως το θαύμα αυτό ήταν η πιο φυσιολογική, μικρούτσικη επίδειξη της εξουσίας του Δημιουργού. Αυτή είναι η εξουσία και η ικανότητα του Θεού. Ο Θεός έχει την εξουσία να κάνει κάποιον να πεθάνει, να κάνει την ψυχή του να αφήσει το σώμα του και να επιστρέψει στον Άδη ή όπου πρέπει να πάει. Το πότε πεθαίνει κάποιος και το πού πηγαίνει μετά θάνατον, καθορίζονται από τον Θεό. Μπορεί να τα κάνει αυτά οποτεδήποτε και οπουδήποτε. Δεν περιορίζεται από ανθρώπους, γεγονότα, αντικείμενα ή από τον χώρο και τον τόπο. Αν Αυτός θέλει να το κάνει, μπορεί να το κάνει, επειδή τα πάντα και όλα τα ζωντανά όντα βρίσκονται υπό τη διακυβέρνησή Του και τα πάντα ζουν και πεθαίνουν από τον λόγο Του, από την εξουσία Του. Μπορεί να αναστήσει κάποιον νεκρό κι αυτό είναι επίσης κάτι που μπορεί να κάνει οποτεδήποτε, οπουδήποτε. Αυτή είναι η εξουσία που μόνο ο Δημιουργός κατέχει.

Όταν ο Κύριος Ιησούς έκανε κάτι όπως το να κάνει τον Λάζαρο να επιστρέψει από τον τάφο, ο στόχος Του ήταν να αποδείξει στους ανθρώπους, να δείξει στον Σατανά και να γνωστοποιήσει και στους δύο πως τα πάντα της ανθρωπότητας, η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας, καθορίζονται από τον Θεό και πως, παρόλο που Αυτός είχε ενσαρκωθεί, παρέμενε, όπως πάντα, στη διοίκηση του φυσικού κόσμου που είναι ορατός, όπως και του πνευματικού κόσμου που δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι. Αυτό ήταν για να γνωστοποιήσει στους ανθρώπους και στον Σατανά, πως τα πάντα της ανθρωπότητας δεν είναι υπό τη διοίκηση του Σατανά. Αυτή ήταν μια αποκάλυψη και μια εκδήλωση της εξουσίας του Θεού, όπως και ήταν ένας τρόπος να στείλει ο Θεός ένα μήνυμα στα πάντα, πως η ζωή και ο θάνατος της ανθρωπότητας βρίσκονται στα χέρια του Θεού. Η ανάσταση του Λαζάρου από τον Κύριο Ιησού — αυτού του είδους η προσέγγιση ήταν ένας από τους τρόπους του Δημιουργού για να διδάξει και να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα. Ήταν μια απτή ενέργεια, στην οποία χρησιμοποίησε την ικανότητα και την εξουσία Του για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα και να φροντίσει τους ανθρώπους. Ήταν ένας τρόπος χωρίς λόγια για να επιτρέψει ο Δημιουργός στην ανθρωπότητα να δει πως η αλήθεια ήταν πως Αυτός ήταν ο επικεφαλής των πάντων. Ήταν ένας τρόπος για να πει στην ανθρωπότητα, μέσω πρακτικών ενεργειών, πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, παρά αυτή μέσω Αυτού. Αυτό το είδος των σιωπηλών μέσων για την καθοδήγηση της ανθρωπότητας από Αυτόν, διαρκεί για πάντα, είναι ανεξίτηλο, και έφερε στις καρδιές των ανθρώπων μια κατάπληξη και μια διαφώτιση που δεν μπορούν να ξεθωριάσουν ποτέ. Η ανάσταση του Λαζάρου δόξασε τον Θεό — αυτό έχει βαθύ αντίκτυπο σε κάθε ακόλουθο του Θεού. Παγιώνει σταθερά σε κάθε άνθρωπο που κατανοεί βαθιά το γεγονός αυτό, την κατανόηση και το όραμα πως μόνο ο Θεός μπορεί να διοικεί τη ζωή και τον θάνατο της ανθρωπότητας. Παρόλο που ο Θεός έχει αυτού του είδους την εξουσία και, παρόλο που μέσω την ανάστασης του Λαζάρου έστειλε ένα μήνυμα για την κυριαρχία Του επί της ζωής και του θανάτου της ανθρωπότητας, αυτό δεν ήταν το πρωταρχικό Του έργο. Ο Θεός δεν κάνει ποτέ κάτι άνευ νοήματος. Καθετί που κάνει έχει μεγάλη αξία· είναι όλα κλασσικός θησαυρός. Σε καμία περίπτωση δε θα έθετε ως πρωταρχικό ή μοναδικό στόχο ή θέμα του έργου Του το να βγει κάποιος από τον τάφο του. Ο Θεός δεν κάνει τίποτα άνευ νοήματος. Μια ανάσταση του Λαζάρου επαρκεί για να επιδείξει την εξουσία του Θεού· επαρκεί για να αποδείξει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού. Γι’ αυτό δεν επανέλαβε τέτοιου είδους θαύμα ο Κύριος Ιησούς. Ο Θεός ενεργεί βάσει των δικών Του αρχών. Στη γλώσσα των ανθρώπων, θα λέγαμε πως ο Θεός είναι επιμελής με το σοβαρό έργο. Με άλλα λόγια, όταν ο Θεός κάνει πράγματα, δεν παρεκκλίνει από τον σκοπό του έργου Του. Γνωρίζει ποιο έργο θέλει να εκτελέσει σ’ αυτό το στάδιο, τι θέλει να επιτύχει και θα εργαστεί αυστηρώς βάσει του σχεδίου Του. Αν ένας διεφθαρμένος άνθρωπος είχε αυτού του είδους την ικανότητα, θα σκεφτόταν απλώς τρόπους να αποκαλύψει την ικανότητά του, ώστε οι άλλοι να μάθουν πόσο εντυπωσιακός είναι, ώστε να γονατίσουν σ’ αυτόν, ώστε να τους ελέγχει και να τους ρημάξει. Αυτό είναι το κακό που προέρχεται απ’ τον Σατανά και ονομάζεται διαφθορά. Ο Θεός δεν έχει τέτοια διάθεση, ούτε και τέτοια ουσία. Ο σκοπός Του όταν κάνει πράγματα, δεν είναι να κάνει φιγούρα, αλλά να προσφέρει στην ανθρωπότητα περισσότερη αποκάλυψη και καθοδήγηση· γι’ αυτό οι άνθρωποι βλέπουν πολύ λίγα παραδείγματα τέτοιου τύπου στη Βίβλο. Αυτό δε σημαίνει πως οι ικανότητες του Κυρίου Ιησού ήταν περιορισμένες ή πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Απλώς, ο Θεός δεν ήθελε να το κάνει, γιατί η ανάσταση του Λαζάρου από τον Κύριο Ιησού είχε ιδιαίτερα πρακτική σημασία και γιατί το πρωταρχικό έργο της ενσάρκωσης του Θεού δεν ήταν να κάνει θαύματα, δεν ήταν να αναστήσει νεκρούς, αλλά ήταν το έργο της λύτρωσης για την ανθρωπότητα. Έτσι, μεγάλο μέρος του έργου που ολοκλήρωσε ο Κύριος Ιησούς ήταν το να διδάσκει τους ανθρώπους, να τους φροντίζει και να τους βοηθά, ενώ τα πράγματα όπως η ανάσταση του Λαζάρου ήταν απλώς μικρά τμήματα της διακονίας που έφερε εις πέρας ο Κύριος Ιησούς. Επιπλέον, θα μπορούσατε να πείτε πως το να «κάνει φιγούρα» δεν είναι μέρος της ουσίας του Θεού, επομένως, το ότι δεν έδειξε κι άλλα θαύματα δεν ήταν μια σκόπιμη επίδειξη αυτοσυγκράτησης, δεν οφειλόταν σε περιβαλλοντολογικούς περιορισμούς και σίγουρα δεν ήταν έλλειψη ικανότητας.

Όταν ο Κύριος Ιησούς επανέφερε τον Λάζαρο στη ζωή, χρησιμοποίησε μία πρόταση: «Λάζαρε, ελθέ έξω». Δεν είπε τίποτα παραπάνω. Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα λόγια; Αντιπροσωπεύουν πως ο Θεός μπορεί να κατορθώσει οτιδήποτε μέσω της ομιλίας, συμπεριλαμβανομένου του να αναστήσει έναν νεκρό. Όταν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, όταν δημιούργησε τον κόσμο, το έκανε με λόγια. Χρησιμοποίησε προφορικές εντολές, λόγο με εξουσία, κι έτσι απλά δημιουργήθηκαν τα πάντα. Επετεύχθησαν έτσι απλά. Αυτή η μοναδική πρόταση που είπε ο Κύριος Ιησούς ήταν ακριβώς όπως τον λόγο που εξέφερε ο Θεός όταν δημιούργησε τους ουρανούς και τη γη και τα πάντα· κατείχε εξίσου την εξουσία του Θεού, την ικανότητα του Δημιουργού. Τα πάντα σχηματίστηκαν και έμειναν σταθερά χάρη στον λόγο από το στόμα του Θεού και, ομοίως, ο Λάζαρος εξήλθε από τον τάφο του χάρη στον λόγο από το στόμα του Κυρίου Ιησού. Αυτή ήταν η εξουσία του Θεού που εκδηλώθηκε και υλοποιήθηκε στην ενσαρκωμένη σάρκα Του. Αυτού του είδους η εξουσία και η ικανότητα ανήκαν στον Δημιουργό και στον Υιό του ανθρώπου, στον οποίο υλοποιήθηκε ο Δημιουργός. Αυτή είναι η κατανόηση που διδάσκεται στην ανθρωπότητα μέσω της επαναφοράς του Λαζάρου στη ζωή από τον Θεό. Αυτά ήταν όλα πάνω σ’ αυτό το θέμα. Στη συνέχεια, ας διαβάσουμε τις Γραφές.

10. Οι Φαρισαίοι επικρίνουν τον Ιησού

(Μκ. 3, 21-22) Και ότε ήκουσαν οι συγγενείς αυτού, εξήλθον διά να πιάσωσιν αυτόν· διότι έλεγον ότι είναι έξω εαυτού. Και οι γραμματείς, οίτινες κατέβησαν από Ιεροσολύμων, έλεγον ότι έχει Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.

11. Ο Ιησούς επιπλήττει τους Φαρισαίους

(Μτ. 12, 31-32) Διά τούτο σας λέγω, Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους, η κατά του Πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους· και όστις είπη λόγον κατά του Υιού του ανθρώπου, θέλει συγχωρηθή εις αυτόν· όστις όμως είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι.

(Μτ. 23, 13-15) Αλλ’ ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι κατατρώγετε τας οικίας των χηρών και τούτο επί προφάσει ότι κάμνετε μακράς προσευχάς· διά τούτο θέλετε λάβει μεγαλητέραν καταδίκην. Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων· επειδή σεις δεν εισέρχεσθε ουδέ τους εισερχομένους αφίνετε να εισέλθωσιν. Ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί, διότι περιέρχεσθε την θάλασσαν και την ξηράν διά να κάμητε ένα προσήλυτον, και όταν γείνη, κάμνετε αυτόν υιόν της γεέννης διπλότερον υμών.

Οι παραπάνω είναι δύο διαφορετικές περικοπές. Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στην πρώτη: Οι Φαρισαίοι Επικρίνουν τον Ιησού.

Στη Βίβλο, η αξιολόγηση των Φαρισαίων για τον ίδιο τον Ιησού και για τα πράγματα που Αυτός έκανε ήταν: «έλεγον ότι είναι έξω εαυτού. ... έχει Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Μκ. 3, 21-22). Η επίκριση του Κυρίου Ιησού από τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, δεν ήταν παπαγαλισμός ή κάτι που φαντάστηκαν από το πουθενά· ήταν το συμπέρασμά που έβγαλαν για τον Κύριο Ιησού από όσα είδαν και άκουσαν για τις ενέργειές Του. Παρόλο που το συμπέρασμά τους βγήκε δήθεν στο όνομα της δικαιοσύνης και φαινόταν βάσιμο στους ανθρώπους, ήταν δύσκολο ακόμα και για τους ίδιους να συγκρατήσουν την αλαζονεία με την οποία επέκριναν τον Κύριο Ιησού. Η φρενήρης ενέργεια του μίσους τους για τον Κύριο Ιησού, φανέρωσε τις ίδιες τους τις τρελές φιλοδοξίες, τις κακές και σατανικές τους όψεις, και τη μοχθηρή φύση της αντίστασής τους στον Θεό. Τα πράγματα που είπαν όταν επέκριναν τον Κύριο Ιησού, υποκινούνταν από τις τρελές τους φιλοδοξίες, τη ζήλια, και την άσχημη και μοχθηρή φύση της εχθρότητάς τους προς τον Θεό και την αλήθεια. Δεν ερεύνησαν την πηγή των ενεργειών του Κυρίου Ιησού, ούτε ερεύνησαν την ουσία όσων Αυτός είπε ή έκανε. Αντιθέτως, επιτέθηκαν και δυσφήμησαν στα τυφλά, με ανυπομονησία, με παλαβό τρόπο και σκόπιμη κακεντρέχεια, αυτά που Αυτός είχε κάνει. Έφτασαν, μάλιστα, στο σημείο να δυσφημίσουν αδιακρίτως το Πνεύμα Του, δηλαδή, το Άγιο Πνεύμα, το Πνεύμα του Θεού. Αυτό εννοούσαν όταν είπαν «είναι έξω εαυτού», «ο Βεελζεβούλ και ο άρχοντας των δαιμονίων». Με άλλα λόγια, είπαν πως το Πνεύμα του Θεού ήταν ο Βεελζεβούλ και ο άρχοντας των δαιμονίων. Χαρακτήρισαν ως τρέλα το έργο της σάρκας με την οποία ήταν ντυμένο το Πνεύμα του Θεού. Όχι μόνο βλασφήμησαν το Πνεύμα του Θεού, αποκαλώντας Το Βεελζεβούλ και άρχοντα των δαιμονίων, αλλά καταδίκασαν και το έργο του Θεού. Καταδίκασαν και βλασφήμησαν τον Κύριο Ιησού Χριστό. Η ουσία της αντίστασής τους προς τον Θεό και της βλασφημίας τους κατά του Θεού, ήταν ολόιδια με την ουσία της αντίστασης και της βλασφημίας του Σατανά και του διαβόλου κατά του Θεού. Όχι μόνο αντιπροσώπευαν διεφθαρμένους ανθρώπους, αλλά, πολύ περισσότερο, ήταν η προσωποποίηση του Σατανά. Ήταν ένα κανάλι για τον Σατανά ανάμεσα στην ανθρωπότητα, όπως και συνεργοί και αγγελιαφόροι του Σατανά. Η ουσία της βλασφημίας και της σπίλωσής τους κατά του Κυρίου Ιησού Χριστού, ήταν ο αγώνας τους με τον Θεό για κύρος, η αναμέτρησή τους με τον Θεό και η ατέρμονη υποβολή του Θεού σε δοκιμασίες. Η ουσία της αντίστασής τους στον Θεό, η στάση εχθρότητας τους προς Αυτόν, και τα λόγια και οι σκέψεις τους, βλασφημούσαν άμεσα και εξόργιζαν το Πνεύμα του Θεού. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Θεός όρισε μια λογική κρίση για όσα είχαν πει και κάνει και αποφάσισε πως οι πράξεις τους είναι η αμαρτία της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος. Η αμαρτία αυτή είναι ασυγχώρητη σ’ αυτήν, αλλά και στη μετά θάνατον ζωή, όπως αναφέρει και η ακόλουθη Γραφική περικοπή: «η κατά του Πνεύματος βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους» και «όστις είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Σήμερα, ας μιλήσουμε για το πραγματικό νόημα αυτού του λόγου του Θεού: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Αυτό αποσαφηνίζει πώς εκπληρώνει ο Θεός τον λόγο: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι».

Όλα όσα συζητήσαμε σχετίζονται με τη διάθεση του Θεού, καθώς και με τη στάση Του προς τους ανθρώπους, τα ζητήματα και τα πράγματα. Φυσικά, οι δύο παραπάνω περικοπές, δεν αποτελούν εξαίρεση. Παρατηρήσατε τίποτα στις δυο αυτές Γραφικές περικοπές; Μερικοί λένε πως βλέπουν τον θυμό του Θεού. Μερικοί λένε πως βλέπουν την πλευρά της διάθεσης του Θεού που δεν ανέχεται την ύβρη της ανθρωπότητας και πως, αν οι άνθρωποι κάνουν κάτι βλάσφημο προς τον Θεό, τότε δε θα λάβουν τη συγχώρεσή Του. Παρά το γεγονός πως, σ’ αυτές τις δυο περικοπές, οι άνθρωποι βλέπουν και αντιλαμβάνονται τον θυμό και τη μη ανεκτικότητα του Θεού προς την ύβρη της ανθρωπότητας, εξακολουθούν να μην κατανοούν πραγματικά τη στάση Του. Οι δύο αυτές περικοπές περιέχουν έναν υπαινιγμό για την πραγματική στάση και την προσέγγιση του Θεού προς εκείνους που Τον βλασφημούν και Τον εξοργίζουν. Η Γραφική αυτή περικοπή περιέχει το πραγματικό νόημα της στάσης και της προσέγγισής Του: «όστις είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Όταν οι άνθρωποι βλασφημούν τον Θεό, όταν Τον εξοργίζουν, Αυτός εκδίδει ετυμηγορία και η ετυμηγορία αυτή είναι το τελικό Του αποτέλεσμα. Στη Βίβλο, περιγράφεται ως εξής: «Διά τούτο σας λέγω, Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους, η κατά του Πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους» (Μτ. 12, 31) και «Αλλ’ ουαί εις εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί», (Μτ. 23, 13). Ωστόσο, καταγράφεται στη Βίβλο ποιο ήταν το αποτέλεσμα με εκείνους τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, καθώς και με εκείνους που Τον είπαν τρελό, αφού ο Κύριος Ιησούς είπε τα πράγματα αυτά; Καταγράφεται να υπέστησαν κάποια τιμωρία; Είναι βέβαιο πως δεν υπήρχε. Λέγοντας εδώ πως «δεν υπήρχε», δε σημαίνει πως δεν είχε καταγραφεί, αλλά πως πράγματι δεν υπήρχε κάποιο αποτέλεσμα ορατό στο ανθρώπινο μάτι. Αυτό το «δεν υπήρχε» διασαφηνίζει ένα θέμα, δηλαδή, τη στάση και τις αρχές που έχει ο Θεός για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων πραγμάτων. Η αντιμετώπιση του Θεού προς τους ανθρώπους που Τον βλασφημούν ή Του αντιστέκονται ή ακόμα και προς εκείνους που Τον κακολογούν, προς τους ανθρώπους που σκοπίμως Του επιτίθενται, Τον κακολογούν και Τον καταριούνται, δεν είναι να κάνει τα στραβά μάτια ή να προσποιηθεί πως δεν ακούει. Έχει ξεκάθαρη στάση προς αυτούς. Απεχθάνεται τους ανθρώπους αυτούς και, στην καρδιά Του, τους καταδικάζει. Επιπλέον, ανακοινώνει ανοιχτά το αποτέλεσμα που θα έχουν, ώστε οι άνθρωποι να γνωρίζουν πως έχει ξεκάθαρη στάση προς εκείνους που Τον βλασφημούν, όπως και να γνωρίζουν τον τρόπο που θα καθορίσει το αποτέλεσμά τους. Ωστόσο, αφού τα είπε αυτά ο Θεός, οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να βλέπουν μόνο σπάνια την αλήθεια για το πώς ο Θεός θα αντιμετώπιζε τους ανθρώπους εκείνους και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις αρχές πίσω από το αποτέλεσμα του Θεού, την ετυμηγορία Του για εκείνους. Με άλλα λόγια, η ανθρωπότητα δεν μπορεί να δει τη συγκεκριμένη στάση και τις μεθόδους που έχει ο Θεός για την αντιμετώπισή τους. Αυτό έχει να κάνει με τις αρχές που έχει ο Θεός όταν κάνει πράγματα. Ο Θεός χρησιμοποιεί την έλευση των γεγονότων για να αντιμετωπίσει την κακή συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων. Δηλαδή, δεν ανακοινώνει την αμαρτία τους και δεν καθορίζει το αποτέλεσμά τους, αλλά χρησιμοποιεί απευθείας την έλευση των γεγονότων για να τους επιτρέψει να τιμωρηθούν και να λάβουν τα προβλεπόμενα αντίποινά τους. Όταν λάβουν χώρα τα γεγονότα αυτά, η σάρκα των ανθρώπων είναι αυτή που τιμωρείται· είναι όλα κάτι το ορατό στο ανθρώπινο μάτι. Όταν αντιμετωπίζει την κακή συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων, ο Θεός τους καταριέται απλώς με λόγια, ωστόσο, την ίδια ώρα, τους πλήττει ο θυμός του Θεού, και ενώ η τιμωρία που εισπράττουν μπορεί να είναι κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν, αυτού του είδους το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακόμα πιο σοβαρό από τα αποτελέσματα του να τιμωρείσαι ή να πεθαίνεις, τα οποία μπορούν να δουν οι άνθρωποι. Αυτό συμβαίνει γιατί, υπό τις συνθήκες που ο Θεός έχει καθορίσει να μη σώζει τέτοιου είδους ανθρώπους, να μην τους δείχνει πια έλεος ή να έχει μακροθυμία προς αυτούς και να μην τους προσφέρει άλλες ευκαιρίες, η στάση που Αυτός υιοθετεί απέναντί τους είναι να τους παραμερίζει. Ποια είναι η σημασία του «παραμερίζω;» Η σημασία του όρου είναι να αφήνεις κάτι στην άκρη, να μη του δίνεις πια σημασία. Εδώ, όταν ο Θεός «παραμερίζει», υπάρχουν δύο διαφορετικές εξηγήσεις για τη σημασία του: Η πρώτη είναι πως Αυτός έχει παραδώσει τη ζωή και τα πάντα του ανθρώπου εκείνου στον Σατανά, ώστε να τα αντιμετωπίσει εκείνος. Ο Θεός δε θα ήταν πια υπεύθυνος γι’ αυτά και δε θα τα διαχειριζόταν πια. Ανεξάρτητα απ’ το αν ο άνθρωπος εκείνος ήταν τρελός ή χαζός, αν ήταν στη ζωή ή στον θάνατο, ή αν είχε πέσει στην κόλαση ως τιμωρία, δε θα είχε καμία σχέση με τον Θεό. Αυτό θα σήμαινε πως το πλάσμα εκείνο δε θα είχε καμία σχέση με τον Δημιουργό. Η δεύτερη εξήγηση είναι πως ο Θεός έχει αποφασίσει πως Αυτός ο ίδιος θέλει να κάνει κάτι με τον άνθρωπο αυτό, με τα ίδια Του τα χέρια. Είναι πιθανό πως θα αξιοποιήσει την υπηρεσία αυτού του είδους ανθρώπου ή πως θα αξιοποιήσει αυτό το είδος ανθρώπου ως αντιθετικό στοιχείο. Είναι πιθανό πως θα έχει ειδικό τρόπο για να αντιμετωπίζει αυτό το είδος ανθρώπου, ειδικό τρόπο να του φέρεται — όπως ακριβώς τον Παύλο. Αυτή είναι η αρχή και η στάση στην καρδιά του Θεού για το πώς έχει αποφασίσει να αντιμετωπίζει αυτό το είδος ανθρώπου. Επομένως, όταν οι άνθρωποι αντιστέκονται στον Θεό και όταν Τον κακολογούν και Τον βλασφημούν, αν επιβαρύνουν τη διάθεσή Του ή Τον φέρουν στο απροχώρητο, τότε οι συνέπειες είναι αδιανόητες. Η πιο σοβαρή συνέπεια είναι πως ο Θεός παραδίδει τις ζωές τους και τα πάντα τους στον Σατανά, μια για πάντα. Δε θα συγχωρεθούν σε όλη την αιωνιότητα. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει τροφή στο στόμα του Σατανά, ένα παιχνίδι στο χέρι του και, από εκεί και πέρα, ο Θεός δεν έχει καμία σχέση μαζί του. Φαντάζεστε πόση δυστυχία υπήρχε όταν ο Σατανάς έβαζε τον Ιώβ σε πειρασμό; Υπό τον όρο πως ο Σατανάς δεν επιτρεπόταν να βλάψει τη ζωή του Ιώβ, ο Ιώβ και πάλι υπέφερε πολύ. Επιπλέον, δεν είναι ακόμα πιο δύσκολο να φανταστείς τα δεινά του Σατανά στα οποία θα υποβαλλόταν ένας άνθρωπος που έχει παραδοθεί εξ ολοκλήρου στον Σατανά, που είναι εξ ολοκλήρου στον έλεγχο του Σατανά, που έχει χάσει ολοκληρωτικά τη φροντίδα και το έλεος του Θεού, που δε βρίσκεται πια υπό τη διακυβέρνηση του Δημιουργού, που του έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα να Τον λατρεύει και το δικαίωμα να είναι πλάσμα υπό τη διακυβέρνηση του Δημιουργού, του οποίου η σχέση με τον Κύριο της κτίσης έχει διακοπεί ολοκληρωτικά; Η δίωξη του Ιώβ από τον Σατανά ήταν κάτι το ορατό στο ανθρώπινο μάτι, αλλά, αν ο Θεός παραδώσει τη ζωή κάποιου στον Σατανά, η συνέπειά του θα είναι κάτι που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Είναι ακριβώς όπως με τους ανθρώπους που ξαναγεννιούνται ως αγελάδες ή γαϊδούρια, ή με τους ανθρώπους που καταλαμβάνονται ή κατέχονται από ακάθαρτα, κακά πνεύματα, και ούτω καθεξής. Αυτό είναι το αποτέλεσμα, το τέλος κάποιων ανθρώπων που παραδίδονται από τον Θεό στον Σατανά. Απ’ έξω, φαίνεται πως οι άνθρωποι εκείνοι που γελοιοποίησαν, κακολόγησαν, καταδίκασαν και βλασφήμησαν τον Κύριο Ιησού, δεν υπέστησαν καμία συνέπεια. Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως ο Θεός έχει μια στάση για να αντιμετωπίζει τα πάντα. Μπορεί να μη χρησιμοποιεί σαφή γλώσσα για να πει στους ανθρώπους το αποτέλεσμα του πώς αντιμετωπίζει το κάθε είδος ανθρώπου. Μερικές φορές, δε μιλάει ευθέως, αλλά ενεργεί ευθέως. Το γεγονός πως δε μιλάει γι’ αυτό, δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα· είναι πιθανό το αποτέλεσμα να είναι ακόμα πιο σοβαρό. Κατά τα φαινόμενα, ο Θεός δε μιλάει σε κάποιους ανθρώπους για να αποκαλύψει τη στάση Του· μάλιστα, ο Θεός δε θέλει να τους δίνει καμία σημασία εδώ και πολύ καιρό. Δε θέλει να τους βλέπει πια. Λόγω των πραγμάτων που έχουν κάνει, της συμπεριφοράς τους, της φύσης και της ουσίας τους, το μόνο που θέλει ο Θεός είναι να εξαφανιστούν από μπροστά Του, να τους παραδώσει απευθείας στον Σατανά, να δώσει το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα τους στον Σατανά, επιτρέποντας στον Σατανά να κάνει ό,τι θέλει. Είναι ξεκάθαρος ο βαθμός στον οποίο τους μισεί ο Θεός, ο βαθμός στον οποίο Τον αηδιάζουν. Αν ένας άνθρωπος εξαγριώσει τον Θεό σε βαθμό που ο Θεός δε θέλει πια ούτε να τον ξαναδεί, σε βαθμό που θα τον εγκαταλείψει ολοκληρωτικά, σε βαθμό που ο Θεός δε θέλει καν να τον αντιμετωπίσει ο ίδιος, αν φτάσει στο σημείο που Αυτός θα τον παραδώσει στον Σατανά για να τον κάνει ό,τι θέλει, που θα επιτρέψει στον Σατανά να τον ελέγχει, να τον καταστρέψει και να τον μεταχειριστεί με οποιονδήποτε τρόπο, τότε ο άνθρωπος αυτός έχει τελειώσει ολοκληρωτικά. Το δικαίωμά του να είναι άνθρωπος έχει ανακληθεί οριστικά και το δικαίωμά του ως πλάσμα έχει πάψει να υφίσταται. Δεν είναι αυτή η πιο σοβαρή τιμωρία;

Όλα τα παραπάνω είναι πλήρης επεξήγηση του λόγου: «δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι», όπως και ένας απλός σχολιασμός πάνω σ’ αυτές τις Γραφικές περικοπές. Πιστεύω πως πλέον το κατανοείτε!

Στη συνέχεια, ας διαβάσουμε τις ακόλουθες Γραφικές περικοπές.

12. Ο λόγος του Ιησού στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του

(Ιω. 20, 26-29) Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν. Έπειτα λέγει προς τον Θωμάν· Φέρε τον δάκτυλόν σου εδώ και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός. Και απεκρίθη ο Θωμάς και είπε προς αυτόν· Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Επειδή με είδες, Θωμά, επίστευσας· μακάριοι όσοι δεν είδον και επίστευσαν.

(Ιω. 21, 16-17) Λέγει προς αυτόν πάλιν δευτέραν φοράν· Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; Λέγει προς αυτόν· Ναι, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν· Ποίμαινε τα πρόβατά μου. Λέγει προς αυτόν την τρίτην φοράν· Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; Ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπε προς αυτόν την τρίτην φοράν· Αγαπάς με; και είπε προς αυτόν· Κύριε, συ εξεύρεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Βόσκε τα πρόβατά μου.

Αυτό που εξιστορούν οι περικοπές αυτές είναι κάποια πράγματα που έκανε και είπε ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές Του μετά την ανάστασή Του. Πρώτα, ας ρίξουμε μια ματιά σε τυχόν διαφορές του Κυρίου Ιησού πριν και μετά την ανάσταση. Ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς των τελευταίων ημερών; Οι Γραφές περιέχουν το ακόλουθο εδάφιο που περιγράφει τον Κύριο Ιησού μετά την ανάσταση: «Έρχεται ο Ιησούς, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν». Είναι ξεκάθαρο πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς δεν ήταν πια μια σάρκα, αλλά ένα πνευματικό σώμα. Αυτό οφειλόταν στο ότι είχε υπερέβη τους περιορισμούς της σάρκας, έτσι, όταν η πόρτα ήταν κλειστή, μπορούσε ακόμα να βρεθεί ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους επιτρέψει να Τον δούνε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του Κυρίου Ιησού μετά την ανάσταση και του Κυρίου Ιησού που ζει στη σάρκα, πριν την ανάσταση. Παρόλο που δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ της εμφάνισης του πνευματικού σώματος εκείνης της στιγμής και της προηγούμενης εμφάνισης του Κυρίου Ιησού, ο Ιησούς, εκείνη τη στιγμή, είχε γίνει ένας Ιησούς που οι άνθρωποι ένιωθαν σαν ξένο, γιατί είχε γίνει πνευματικό σώμα αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και, σε σύγκριση με την προηγούμενη σάρκα Του, το πνευματικό αυτό σώμα ήταν πιο ακατάληπτο και δυσνόητο στους ανθρώπους. Δημιούργησε επίσης μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον Κύριο Ιησού και στους ανθρώπους, ενώ οι άνθρωποι ένιωθαν στις καρδιές τους πως, εκείνη τη στιγμή, ο Κύριος Ιησούς είχε γίνει πιο μυστηριώδης. Αυτές οι αντιλήψεις και τα συναισθήματα από πλευράς των ανθρώπων, τους επανέφεραν ξαφνικά σε μια εποχή πίστης σε έναν Θεό που δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του ήταν να επιτρέψει σε όλους να Τον δουν, να επιβεβαιώσει πως Αυτός υπάρχει και να επιβεβαιώσει το γεγονός της ανάστασής Του. Επιπλέον, αυτό επανέφερε τη σχέση Του με τους ανθρώπους στα επίπεδα που ήταν όταν Αυτός εργαζόταν στη σάρκα, όταν ήταν ο Χριστός που μπορούσαν να δουν και ν’ αγγίξουν. Με τον τρόπο αυτό, ένα από τα αποτελέσματα είναι πως οι άνθρωποι δεν είχαν καμία αμφιβολία πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί από τους νεκρούς αφού είχε καρφωθεί στον σταυρό, όπως και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για το έργο του Κυρίου Ιησού για τη λύτρωση της ανθρωπότητας. Ένα άλλο αποτέλεσμα είναι πως, το γεγονός ότι ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στους ανθρώπους μετά την ανάστασή Του και τους επέτρεψε να Τον δουν και να Τον αγγίξουν, εδραίωσε σταθερά την ανθρωπότητα στην Εποχή της Χάριτος. Από εκεί και πέρα, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην προηγούμενη εποχή, την Εποχή του Νόμου, λόγω της «εξαφάνισης» ή της «εγκατάλειψης» του Κυρίου Ιησού, αλλά θα συνέχιζαν εμπρός, ακολουθώντας τις διδαχές του Κυρίου Ιησού και το έργο που Αυτός είχε εκτελέσει. Κατά συνέπεια, άνοιξε επίσημα μια νέα φάση στο έργο της Εποχής της Χάριτος, ενώ, από εκεί και έπειτα, οι άνθρωποι που βρίσκονταν υπό τον νόμο, εξήλθαν επίσημα από τον νόμο και εισήλθαν σε μια νέα περίοδο, με μια νέα αρχή. Αυτές είναι οι πολλαπλές εξηγήσεις της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα μετά την ανάσταση.

Εφόσον ήταν πνευματικό σώμα, πώς μπορούσαν οι άνθρωποι να Τον αγγίξουν και να Τον δουν; Αυτό έχει να κάνει με τη σημασία της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού στην ανθρωπότητα. Παρατηρήσατε τίποτα σ’ αυτές τις Γραφικές περικοπές; Γενικά, δεν μπορούμε να δούμε ή ν’ αγγίξουμε τα πνευματικά σώματα, ενώ, μετά την ανάσταση, το έργο που είχε αναλάβει ο Κύριος Ιησούς είχε ήδη ολοκληρωθεί. Επομένως, στη θεωρία, δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να επιστρέψει ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους συναντήσει με την αρχική Του μορφή, ωστόσο, η εμφάνιση του πνευματικού σώματος του Κυρίου Ιησού σε ανθρώπους όπως ο Θωμάς, έκανε τη σημασία του ποιο απτή και διείσδυσε βαθύτερα στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν εμφανίστηκε στον Θωμά, άφησε τον δύσπιστο Θωμά να αγγίξει το χέρι Του, λέγοντάς του: «φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Τα λόγια αυτά, οι ενέργειες αυτές, δεν ήταν πράγματα που ήθελε να πει και να κάνει ο Κύριος Ιησούς μόνο αφότου είχε αναστηθεί, αλλά ήταν πράγματα που ήθελε να κάνει πριν καρφωθεί στον σταυρό. Είναι εμφανές πως ο Κύριος Ιησούς που δεν είχε καρφωθεί ακόμα στον σταυρό, είχε ήδη μια κατανόηση για τους ανθρώπους όπως τον Θωμά. Επομένως, τι μπορούμε να δούμε από αυτό; Παρέμενε ο ίδιος Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του. Η ουσία Του δεν είχε αλλάξει. Οι αμφιβολίες του Θωμά δεν είχαν μόλις δημιουργηθεί, αλλά υπήρχαν καθ’ όλο το διάστημα που ακολουθούσε τον Κύριο Ιησού, αλλά Αυτός ήταν ο Κύριος Ιησούς που είχε αναστηθεί από τους νεκρούς και είχε επιστρέψει από τον πνευματικό κόσμο με την αρχική Του μορφή, με την αρχική Του διάθεση και με την κατανόηση που είχε για την ανθρωπότητα από τον χρόνο Του στη σάρκα, επομένως, πήγε να βρει πρώτα τον Θωμά για να τον αφήσει να αγγίξει το πλευρό Του, να τον αφήσει, όχι μόνο να δει το πνευματικό Του σώμα μετά την ανάσταση, αλλά και να αγγίξει και να νιώσει την ύπαρξη του πνευματικού Του σώματος και να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά τις αμφιβολίες του. Πριν καρφωθεί στον σταυρό ο Κύριος Ιησούς, ο Θωμάς πάντοτε αμφέβαλε πως Αυτός είναι ο Χριστός και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η πίστη του στον Θεό είχε οικοδομηθεί μόνο πάνω σ’ αυτά που έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια, πάνω σ’ αυτά που μπορούσε να αγγίξει με τα ίδια του τα χέρια. Ο Κύριος Ιησούς κατανοούσε καλά την πίστη αυτού του είδους ανθρώπων. Πίστευαν μόνο στον Θεό στον ουρανό, ενώ δεν πίστευαν καθόλου και δε δέχονταν τον Απεσταλμένο του Θεού ή τον Χριστό στη σάρκα. Για να τον κάνει να ομολογήσει και να πιστέψει στην ύπαρξη του Κυρίου Ιησού, όπως και να πιστέψει πως Αυτός ήταν πραγματικά ο Θεός ενσαρκωμένος, επέτρεψε στον Θωμά να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει το πλευρό Του. Οι αμφιβολίες του Θωμά, είχαν καμιά διαφορά πριν και μετά την ανάσταση του Κυρίου Ιησού; Πάντοτε αμφέβαλλε και, με εξαίρεση το πνευματικό σώμα του Κυρίου Ιησού που του εμφανίστηκε προσωπικά, επιτρέποντας στον Θωμά να αγγίξει τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα Του, κανείς δεν μπορούσε να εξαλείψει τις αμφιβολίες του και κανείς δεν μπορούσε να τον κάνει να τις αποχωριστεί. Έτσι, από τη στιγμή που ο Κύριος Ιησούς του επέτρεψε να αγγίξει το πλευρό Του και να αισθανθεί πραγματικά την ύπαρξη των σημαδιών από τα καρφιά, οι αμφιβολίες του Θωμά εξαφανίστηκαν, κατάλαβε πραγματικά πως ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί, και ομολόγησε και πίστεψε πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο πραγματικός Χριστός και ο Θεός ενσαρκωμένος. Παρόλο που την ώρα εκείνη ο Θωμάς δεν αμφέβαλλε πια, είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να συναντηθεί με τον Χριστό. Είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να είναι μαζί Του, να Τον ακολουθεί, να Τον γνωρίσει. Είχε χάσει την ευκαιρία να οδηγηθεί στην τελείωση από τον Χριστό. Η εμφάνιση και ο λόγος του Κυρίου Ιησού παρείχαν ένα συμπέρασμα και μια ετυμηγορία για την πίστη εκείνων που ήταν γεμάτοι αμφιβολίες. Χρησιμοποίησε τον πραγματικό Του λόγο και τις ενέργειές Του για να πει στους αμφισβητίες, να πει σε εκείνους που πίστευαν μόνο στον Θεό στον ουρανό, αλλά όχι στον Χριστό, το εξής: ο Θεός δεν επιδοκίμαζε την πίστη τους, ούτε επιδοκίμαζε τον τρόπο που Τον ακολουθούσαν, που ήταν γεμάτος αμφιβολίες. Η μέρα που πίστεψαν πλήρως στον Θεό και στον Χριστό, μπορούσε να είναι μόνο η μέρα που ο Θεός ολοκλήρωσε το μέγα Του έργο. Φυσικά, η μέρα εκείνη ήταν επίσης η μέρα που οι αμφιβολίες τους έλαβαν ετυμηγορία. Η στάση τους προς τον Χριστό καθόρισε τη μοίρα τους, οι επίμονες αμφιβολίες τους σήμαιναν πως η πίστη τους δεν τους απέφερε κανένα αποτέλεσμα, ενώ η σκληρότητά τους σήμαινε πως οι ελπίδες τους ήταν μάταιες. Επειδή η πίστη τους στον Θεό στον ουρανό τρεφόταν με ψευδαισθήσεις και οι αμφιβολίες τους προς τον Χριστό ήταν στην πραγματικότητα η αληθινή τους στάση προς τον Θεό, παρόλο που άγγιξαν τα σημάδια από τα καρφιά στο σώμα του Κυρίου Ιησού, η πίστη τους παρέμενε ανώφελη και το αποτέλεσμά τους θα μπορούσε να περιγραφεί μόνο ως μια τρύπα στο νερό — ήταν μάταιο. Με αυτό που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά, έλεγε επίσης πολύ ξεκάθαρα σε κάθε άνθρωπο: Ο αναστημένος Κύριος Ιησούς είναι ο Κύριος Ιησούς που είχε περάσει αρχικά τριάντα τρία και μισό χρόνια εκτελώντας έργο ανάμεσα στην ανθρωπότητα. Παρόλο που είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε βιώσει την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, όπως και είχε βιώσει την ανάσταση, η κάθε πτυχή Του δεν είχε υποστεί καμία αλλαγή. Παρόλο που τώρα είχε σημάδια από καρφιά στο σώμα Του και παρόλο που είχε αναστηθεί και είχε βγει από τον τάφο, η διάθεση Του, η κατανόηση Του για την ανθρωπότητα και οι προθέσεις Του προς την ανθρωπότητα δεν είχαν υποστεί την παραμικρή αλλαγή. Επίσης, έλεγε στους ανθρώπους πως είχε κατέβει από τον σταυρό, είχε θριαμβεύσει επί της αμαρτίας, είχε θριαμβεύσει επί των κακουχιών και είχε θριαμβεύσει επί του θανάτου. Τα σημάδια από τα καρφιά ήταν απλώς οι αποδείξεις της νίκης Του επί του Σατανά, οι αποδείξεις πως έγινε θυσία υπέρ αμαρτίας για να λυτρώσει επιτυχώς όλη την ανθρωπότητα. Έλεγε στους ανθρώπους πως Αυτός είχε ήδη επωμιστεί τις αμαρτίες της ανθρωπότητας και είχε ολοκληρώσει το έργο της λύτρωσης. Όταν επέστρεψε για να δει τους μαθητές Του, με την εμφάνιση Του τους είπε: «Είμαι ακόμα ζωντανός, υπάρχω ακόμα· σήμερα, στέκομαι πραγματικά μπροστά σας για να Με δείτε και να Με αγγίξετε. Θα είμαι πάντοτε μαζί σας». Ο Κύριος Ιησούς ήθελε επίσης να χρησιμοποιήσει την περίπτωση του Θωμά ως προειδοποίηση για τους ανθρώπους στο μέλλον: Παρόλο που πιστεύεις στον Κύριο Ιησού, δεν μπορείς μήτε να Τον δεις, μήτε να Τον αγγίξεις, ωστόσο, μπορείς να ευλογηθείς από την αληθινή σου πίστη, όπως και μπορείς να δεις τον Κύριο Ιησού μέσω της αληθινής σου πίστης· αυτό το είδος ανθρώπου είναι ευλογημένο.

Ο λόγος αυτός που καταγράφεται στη Βίβλο και που εξέφερε ο Κύριος Ιησούς όταν εμφανίστηκε στον Θωμά, είναι μεγάλη βοήθεια σε όλους τους ανθρώπους στην Εποχή της Χάριτος. Η εμφάνιση και ο λόγος Του στον Θωμά έχουν επηρεάσει σημαντικά τις μελλοντικές γενιές και έχουν παντοτινή σημασία. Ο Θωμάς αντιπροσωπεύει ένα είδος ανθρώπου που πιστεύει στον Θεό, ωστόσο αμφιβάλλει για τον Θεό. Αυτοί είναι ύποπτης φύσεως, έχουν μοχθηρές καρδιές, είναι επίβουλοι και δεν πιστεύουν στα πράγματα που μπορεί να ολοκληρώσει ο Θεός. Δεν πιστεύουν στην παντοδυναμία και τη διακυβέρνηση του Θεού, όπως και δεν πιστεύουν στον Θεό ενσαρκωμένο. Ωστόσο, η ανάσταση του Κυρίου Ιησού ήταν χαστούκι στο πρόσωπό τους και τους παρείχε την ευκαιρία να ανακαλύψουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες, να αναγνωρίσουν τις ίδιες τους τις αμφιβολίες και να ομολογήσουν την ίδια τους την επιβουλή, πιστεύοντας, έτσι, πραγματικά στην ύπαρξη και στην ανάσταση του Κυρίου Ιησού. Αυτό που συνέβη με τον Θωμά, προειδοποίησε και επέστησε την προσοχή στις μελλοντικές γενιές, έτσι ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορούσαν να προειδοποιήσουν τους εαυτούς τους να μην αμφιβάλλουν σαν τον Θωμά, ενώ, αν το έκαναν, θα βυθίζονταν στο σκότος. Αν ακολουθείς τον Θεό, αλλά, όπως ακριβώς ο Θωμάς, θέλεις πάντα να αγγίζεις το πλευρό του Κυρίου και να νιώθεις τα σημάδια Του από τα καρφιά για να επιβεβαιώσεις, να επαληθεύσεις και να κάνεις εικασίες σχετικά με το αν υπάρχει Θεός ή όχι, τότε ο Θεός θα σε απαρνηθεί. Επομένως, ο Κύριος Ιησούς απαιτεί από τους ανθρώπους να μην είναι σαν τον Θωμά, πιστεύοντας μόνο στα όσα μπορούν να δουν με τα μάτια τους, αλλά να είναι ένας αγνοί, ειλικρινείς άνθρωποι και να μην τρέφουν αμφιβολίες για τον Θεό, αλλά μόνο να πιστεύουν σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθούν. Αυτό το είδος ανθρώπου είναι ευλογημένο. Αυτή είναι μια πολύ μικρή απαίτηση που έχει ο Κύριος Ιησούς από τους ανθρώπους, καθώς και μια προειδοποίηση προς τους ακόλουθούς Του.

Αυτή είναι η στάση του Κυρίου Ιησού προς εκείνους που είναι γεμάτοι αμφιβολίες. Επομένως, τι είπε ο Κύριος Ιησούς και τι έκανε για εκείνους που είναι ικανοί να πιστεύουν ειλικρινά σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθούν; Αυτό θα μελετήσουμε στη συνέχεια, αναφορικά με κάτι που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Πέτρο.

Στη συζήτηση αυτή, ο Κύριος Ιησούς ρώτησε επανειλημμένως τον Πέτρο ένα πράγμα: «Πέτρο, αγαπάς με;» Αυτό αποτελεί ένα υψηλότερο πρότυπο που ο Κύριος Ιησούς απαίτησε μετά την ανάστασή Του από τους ανθρώπους όπως τον Πέτρο, που πιστεύουν πραγματικά στον Χριστό και αγωνίζονται για να αγαπούν τον Κύριο. Η ερώτηση αυτή ήταν κάτι σαν έρευνα και κάτι σαν ανάκριση, αλλά, ακόμη περισσότερο, ήταν μια απαίτηση και μια προσδοκία από τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο. Χρησιμοποίησε αυτήν την ερωτηματική μέθοδο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να συλλογιστούν και να κοιτάξουν μέσα τους: Ποιες είναι οι απαιτήσεις του Κυρίου Ιησού από τους ανθρώπους; Αγαπώ τον Κύριο; Είμαι άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό; Πώς πρέπει να αγαπώ τον Θεό; Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς έκανε μόνο αυτήν την ερώτηση στον Πέτρο, η αλήθεια είναι πως, στην καρδιά Του, ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτή την ευκαιρία για να απευθύνει αυτό το είδος ερώτησης σε περισσότερους ανθρώπους που αναζητούν να αγαπούν τον Θεό. Απλώς, ο Πέτρος είχε την ευλογία να ενεργεί ως ο εκπρόσωπος αυτού του είδους ανθρώπου, να δέχεται ερωτήσεις από το στόμα του ίδιου του Κυρίου Ιησού.

Σε σύγκριση με το «φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός» που είπε ο Κύριος Ιησούς στον Θωμά μετά την ανάστασή Του, οι τρεις φορές που ρώτησε τον Πέτρο: «Σίμων Ιωνά, αγαπάς με;» επιτρέπουν στους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα την αυστηρότητα της στάσης του Κυρίου Ιησού, όπως και το αίσθημα του επείγοντος που ένιωθε όταν τον ρωτούσε. Όσο για τον δύσπιστο Θωμά, με την δόλια φύση του, ο Κύριος Ιησούς του επέτρεψε να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια Του από τα καρφιά, γεγονός που τον έκανε να πιστέψει πως ο Κύριος Ιησούς ήταν ο αναστημένος Υιός του ανθρώπου και να ομολογήσει την ταυτότητα του Κυρίου Ιησού ως Χριστό. Επιπλέον, παρόλο που ο Κύριος Ιησούς δεν επέπληξε τον Θωμά με αυστηρότητα, ούτε και εξέφρασε λεκτικά κάποια σαφή κρίση γι’ αυτόν, μέσα από πρακτικές ενέργειες, τον έκανε να καταλάβει πως τον κατανοούσε, ενώ, ταυτόχρονα, επέδειχνε τη στάση και την αποφασιστικότητά Του προς αυτό το είδος ανθρώπου. Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες του Κυρίου Ιησού από αυτό το είδος ανθρώπου, δε φαίνονται από αυτά που είπε. Επειδή οι άνθρωποι σαν τον Θωμά απλούστατα δεν έχουν ίχνος αληθινής πίστης. Οι απαιτήσεις που έχει ο Κύριος Ιησούς από αυτούς είναι μόνο σ’ αυτό, αλλά η στάση που Αυτός αποκάλυψε προς τους ανθρώπους σαν τον Πέτρο είναι τελείως διαφορετική. Δεν απαίτησε από τον Πέτρο να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα σημάδια Του από τα καρφιά, ούτε είπε στον Πέτρο: «μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Αντιθέτως, έκανε στον Πέτρο την ίδια ερώτηση επανειλημμένα. Αυτή ήταν μια ερώτηση που υποκινεί σε σκέψεις, είναι γεμάτη νόημα και δεν μπορεί παρά να κάνει κάθε ακόλουθο του Χριστού να νιώσει μετάνοια και σεβασμό, αλλά και να νιώσει την ανήσυχη και λυπημένη διάθεση του Κυρίου Ιησού. Επιπλέον, όταν πονούν πολύ και υποφέρουν, είναι πιο ικανοί να κατανοήσουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα του Κυρίου Ιησού Χριστού· συνειδητοποιούν τις ειλικρινείς Του διδαχές και τις αυστηρές Του απαιτήσεις για αγνούς και έντιμους ανθρώπους. Η ερώτηση του Κυρίου Ιησού επιτρέπει στους ανθρώπους να νιώσουν πως οι προσδοκίες που έχει ο Κύριος από τους ανθρώπους και που αποκαλύπτονται σ’ αυτόν τον απλό λόγο, δεν είναι απλώς να πιστεύεις σ’ Αυτόν και να Τον ακολουθείς, αλλά να επιτύχεις να έχεις αγάπη, να αγαπάς τον Κύριό σου και να αγαπάς τον Θεό σου. Αυτό το είδος αγάπης είναι στοργικό και υπάκουο. Είναι οι άνθρωποι που ζουν για τον Θεό, πεθαίνουν για τον Θεό, αφιερώνουν τα πάντα στον Θεό, και δαπανούν και δίνουν τα πάντα για τον Θεό. Αυτό το είδος αγάπης σημαίνει επίσης να δίνεις στον Θεό παρηγοριά, επιτρέποντάς Του να απολαμβάνει τη μαρτυρία, επιτρέποντάς Του να αναπαυθεί. Είναι η ανταπόδοση της ανθρωπότητας στον Θεό, η ευθύνη, η υποχρέωση και το καθήκον τους, όπως και είναι μία οδός που πρέπει να ακολουθούν οι άνθρωποι καθ’ όλη τη ζωή τους. Οι τρεις αυτές ερωτήσεις ήταν μια απαίτηση και μια προτροπή του Κυρίου Ιησού προς τον Πέτρο και προς όλους τους ανθρώπους που θα οδηγούνταν στην τελείωση. Ήταν οι τρεις αυτές ερωτήσεις που οδήγησαν και παρακίνησαν τον Πέτρο να ολοκληρώσει το μονοπάτι του στη ζωή, ενώ ήταν οι ερωτήσεις κατά την αναχώρηση του Κυρίου Ιησού που οδήγησαν τον Πέτρο να ξεκινήσει στο μονοπάτι του προς την τελείωση, που τον οδήγησαν, χάρη στην αγάπη του για τον Κύριο, να φροντίζει την καρδιά του Κυρίου, να υπακούει στον Κύριο, να προσφέρει παρηγοριά στον Κύριο και να προσφέρει ολόκληρη τη ζωή του και όλο του το είναι χάρη στην αγάπη του.

Κατά την Εποχή της Χάριτος, το έργο του Θεού αφορούσε κυρίως δύο είδη ανθρώπων. Το πρώτο ήταν το είδος του ανθρώπου που πίστευε σ’ Αυτόν και Τον ακολουθούσε, που μπορούσε να τηρεί τις εντολές Του, μπορούσε να σηκώσει τον σταυρό και να μείνει πιστός στην οδό της Εποχή της Χάριτος. Αυτό το είδος ανθρώπου θα λάμβανε την ευλογία του Θεού και θα απολάμβανε τη χάρη του Θεού. Το δεύτερο είδος ανθρώπου ήταν σαν τον Πέτρο· κάποιος που επρόκειτο να οδηγηθεί στην τελείωση. Έτσι, αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, έκανε πρώτα τα δύο αυτά πολύ σημαντικά πράγματα. Το ένα ήταν στον Θωμά, το άλλο στον Πέτρο. Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα δυο πράγματα; Αντιπροσωπεύουν τις πραγματικές προθέσεις του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας; Αντιπροσωπεύουν την ειλικρίνεια του Θεού προς την ανθρωπότητα; Το έργο που Αυτός έκανε με τον Θωμά ήταν για να προειδοποιήσει τους ανθρώπους να μην αμφιβάλλουν, απλώς να πιστεύουν. Το έργο που έκανε με τον Πέτρο ήταν για να ενδυναμώσει την πίστη των ανθρώπων σαν τον Πέτρο και για να διατυπώσει ξεκάθαρες απαιτήσεις από αυτό το είδος ανθρώπου, να δείξει ποιους στόχους θα έπρεπε να επιδιώκουν.

Αφού αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς, εμφανίστηκε στους ανθρώπους που Αυτός θεώρησε απαραίτητο, μίλησε μαζί τους, διατύπωσε τις απαιτήσεις Του από αυτούς, αφήνοντας πίσω τις προθέσεις και τις προσδοκίες Του για τους ανθρώπους. Με άλλα λόγια, ως ο Θεός ενσαρκωμένος, δεν έχει σημασία αν ήταν κατά τον χρόνο Του στη σάρκα ή στο πνευματικό σώμα αφού είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε αναστηθεί· το ενδιαφέρον Του για την ανθρωπότητα και οι απαιτήσεις Του από τους ανθρώπους δεν είχαν αλλάξει. Ενδιαφερόταν για τους μαθητές αυτούς πριν βρεθεί πάνω στον σταυρό· στην καρδιά Του, ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά την κατάσταση του κάθε ανθρώπου, κατανοούσε το ελάττωμα κάθε ανθρώπου και, φυσικά, η κατανόηση Του για κάθε άνθρωπο αφότου πέθανε, αναστήθηκε και έγινε πνευματικό σώμα, ήταν η ίδια όπως ήταν όταν Αυτός ήταν στη σάρκα. Γνώριζε πως οι άνθρωποι δεν ήταν απολύτως βέβαιοι για την ταυτότητά Του ως Χριστός, αλλά, κατά το διάστημά Του στη σάρκα, δε διατύπωσε αυστηρά αιτήματα από τους ανθρώπους. Ωστόσο, αφού είχε αναστηθεί, εμφανίστηκε σ’ αυτούς και φρόντισε να βεβαιωθούν απολύτως για το γεγονός πως ο Κύριος Ιησούς είχε έλθει από τον Θεό, πως ήταν ο Θεός ενσαρκωμένος, ενώ χρησιμοποίησε το γεγονός της εμφάνισης και της ανάστασής Του ως το μεγαλύτερο όραμα και το κίνητρο της δια βίου επιδίωξης της ανθρωπότητας. Η ανάστασή Του από τον θάνατο, όχι μόνο ενδυνάμωσε όλους όσοι Τον ακολουθούσαν, αλλά έθεσε σε πλήρη εφαρμογή, ανάμεσα στην ανθρωπότητα, το έργο Του της Εποχής της Χάριτος, με αποτέλεσμα το ευαγγέλιο της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού στην Εποχή της Χάριτος να αρχίσει να διαδίδεται σταδιακά σε κάθε γωνιά της ανθρωπότητας. Θα έλεγες πως η εμφάνιση του Κυρίου Ιησού μετά την ανάστασή Του είχε καμιά σημασία; Αν, εκείνη την περίοδο, ήσουν ο Θωμάς ή ο Πέτρος και συναντούσες αυτό το τόσο βαρυσήμαντο πράγμα στη ζωή σου, τι είδους επίπτωση θα είχε πάνω σου; Θα το έβλεπες σαν το καλύτερο και το σπουδαιότερο όραμα στη ζωή της πίστης σου στον Θεό; Θα το έβλεπες σαν κινητήρια δύναμη για να ακολουθείς τον Θεό, να αγωνίζεσαι για να Τον ικανοποιείς και να επιδιώκεις την αγάπη του Θεού στη ζωή σου; Θα δαπανούσες μια ζωή προσπαθειών για να διαδόσεις αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα οράματα; Θα έκανες τη διάδοση της σωτηρίας του Κυρίου Ιησού, την αποστολή που λαμβάνεις από τον Θεό; Παρόλο που δεν το έχετε βιώσει αυτό, οι δύο περιπτώσεις του Θωμά και του Πέτρου ήδη αρκούν για να έχουν οι σύγχρονοι άνθρωποι μια σαφή κατανόηση του θελήματος του Θεού, αλλά και του Θεού. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως, αφού ο Θεός ενσαρκώθηκε, αφού βίωσε προσωπικά τη ζωή ανάμεσα στην ανθρωπότητα, καθώς και μια ανθρώπινη ζωή και, αφού είδε την εξαχρείωση της ανθρωπότητας και την κατάσταση της ανθρώπινης ζωής, ο Θεός στη σάρκα ένιωσε πιο βαθιά την ανημποριά, τη θλίψη και την ελεεινότητα της ανθρωπότητας. Ο Θεός απέκτησε περισσότερη συμπόνια για την ανθρώπινη κατάσταση, λόγω της ανθρώπινης φύσης Του όταν ζούσε στη σάρκα και λόγω των ενστίκτων Του στη σάρκα. Αυτό Τον οδήγησε να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους ακόλουθούς Του. Αυτά είναι πιθανόν πράγματα που δεν κατανοείτε, αλλά μπορώ να περιγράψω την ανησυχία και τη φροντίδα του Θεού στη σάρκα προς κάθε έναν από τους ακόλουθούς Του, με αυτή τη φράση: έντονο ενδιαφέρον. Παρόλο που ο όρος αυτός προέρχεται από τη γλώσσα των ανθρώπων και παρόλο που είναι μια άκρως ανθρώπινη φράση, πραγματικά εκφράζει και περιγράφει τα συναισθήματα του Θεού για τους ακόλουθούς Του. Όσο για το έντονο ενδιαφέρον του Θεού για τους ανθρώπους, κατά τη διάρκεια των εμπειριών σας, σταδιακά θα το νιώσετε και θα πάρετε μια γεύση απ’ αυτό. Ωστόσο, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατανοώντας σταδιακά τη διάθεση του Θεού, με βάση την επιδίωξη μιας αλλαγής στην ίδια σας τη διάθεση. Η εμφάνιση του Κυρίου Ιησού πραγμάτωσε το έντονο ενδιαφέρον Του για τους ακόλουθούς Του στην ανθρώπινη φύση και το παρέδωσε στο πνευματικό Του σώμα ή, μπορείς να πεις, στη θεϊκή Του φύση. Η εμφάνισή Του επέτρεψε στους ανθρώπους να αποκτήσουν μια άλλη εμπειρία και ένα άλλο αίσθημα του ενδιαφέροντος και της φροντίδας του Θεού, αποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, δυναμικά πως ο Θεός είναι Αυτός που ανοίγει μια εποχή, που αναπτύσσει μια εποχή και Αυτός που τελειώνει μια εποχή. Μέσω της εμφάνισής Του, ενδυνάμωσε την πίστη όλων των ανθρώπων και, μέσω της εμφάνισής Του, απέδειξε στον κόσμο το γεγονός πως είναι ο Θεός ο ίδιος. Αυτό έδωσε στους ακόλουθούς Του αιώνια επιβεβαίωση, ενώ, μέσω της εμφάνισής Του, άνοιξε επίσης μια φάση του έργου Του στη νέα εποχή.

13. Ο Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του

(Λκ. 24, 30-32) Και αφού εκάθησε μετ’ αυτών εις την τράπεζαν, λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς. Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και εγνώρισαν αυτόν. Και αυτός έγεινεν άφαντος απ’ αυτών. Και είπον προς αλλήλους· Δεν εκαίετο εν υμίν η καρδία ημών, ότε ελάλει προς ημάς καθ’ οδόν και μας εξήγει τας γραφάς;

14. Οι μαθητές δίνουν στον Ιησού να φάει ψητό ψάρι

(Λκ. 24, 36-43) Ενώ δε ελάλουν ταύτα, αυτός ο Ιησούς εστάθη εν μέσω αυτών και λέγει προς αυτούς· Ειρήνη υμίν. Εκείνοι δε εκπλαγέντες και έμφοβοι γενόμενοι ενόμιζον ότι έβλεπον πνεύμα. Και είπε προς αυτούς· Διά τι είσθε τεταραγμένοι; και διά τι αναβαίνουσιν εις τας καρδίας σας διαλογισμοί; ίδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου, ότι αυτός εγώ είμαι· ψηλαφήσατέ με και ίδετε, διότι πνεύμα σάρκα και οστέα δεν έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα. Και τούτο ειπών, έδειξεν εις αυτούς τας χείρας και τους πόδας. Ενώ δε αυτοί ηπίστουν έτι από της χαράς και εθαύμαζον, είπε προς αυτούς· Έχετε τι φαγώσιμον ενταύθα; Οι δε έδωκαν εις αυτόν μέρος οπτού ιχθύος και από κηρήθραν μέλιτος. Και λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν.

Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε τις παραπάνω Γραφικές περικοπές. Η πρώτη περικοπή εξιστορεί πως ο Κύριος Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές μετά την ανάστασή Του, ενώ η δεύτερη περικοπή εξιστορεί πως ο Κύριος Ιησούς τρώει ψητό ψάρι. Πώς βοηθούν οι δύο αυτές περικοπές στο να γνωρίσεις τη διάθεση του Θεού; Μπορείτε να φανταστείτε την εικόνα που σχηματίζεται από τις περιγραφές του Κυρίου Ιησού που τρώει ψωμί και μετά ψητό ψάρι; Μπορείτε να φανταστείτε πώς μπορεί να νιώθατε αν ο Κύριος Ιησούς στεκόταν μπροστά σας τρώγοντας ψωμί; Ή αν έτρωγε μαζί σας στο ίδιο τραπέζι, αν έτρωγε ψάρι και ψωμί με τους ανθρώπους, τι είδους συναίσθημα θα είχες εκείνη τη στιγμή; Αν νιώθεις πως θα ήσουν πολύ κοντά με τον Κύριο, πως Αυτός είναι πολύ οικείος με εσένα, τότε το συναίσθημα αυτό είναι σωστό. Αυτόν ακριβώς τον καρπό ήθελε να αποφέρει ο Κύριος Ιησούς τρώγοντας ψωμί και ψάρι μπροστά στο πλήθος μετά την ανάστασή Του. Αν ο Κύριος Ιησούς είχε μόνο μιλήσει με τους ανθρώπους μετά την ανάστασή Του, αν αυτοί δεν μπορούσαν να νιώσουν τη σάρκα και τα οστά Του και ένιωθαν πως ήταν ένα απρόσιτο Πνεύμα, πώς θα αισθάνονταν; Δε θα απογοητεύονταν; Όταν οι άνθρωποι απογοητεύονταν, δεν θα ένιωθαν εγκαταλελειμμένοι; Δε θα ένιωθαν μια απόσταση με τον Κύριο Ιησού Χριστό; Τι είδους αρνητικό αντίκτυπο θα δημιουργούσε αυτή η απόσταση στη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό; Σίγουρα οι άνθρωποι θα ένιωθαν φοβισμένοι και δε θα τολμούσαν να έλθουν κοντά Του, ενώ η στάση που θα υιοθετούσαν μετά θα ήταν να Τον κρατούν σε μια σεβαστή απόσταση. Από εκεί και πέρα, θα απέκοπταν τη στενή τους σχέση με τον Κύριο Ιησού Χριστό και θα επέστρεφαν στη σχέση που είχε η ανθρωπότητα με τον Θεό στον ουρανό πριν την Εποχή της Χάριτος. Το πνευματικό σώμα που δεν μπορούσαν να αγγίξουν ή να αισθανθούν οι άνθρωποι, θα οδηγούσε στην εκρίζωση της οικειότητάς τους με τον Θεό, όπως και θα έκανε τη στενή εκείνη σχέση — η οποία αναπτύχθηκε κατά τον χρόνο του Κυρίου Ιησού Χριστού στη σάρκα, χωρίς να υπάρχει απόσταση μεταξύ Αυτού και των ανθρώπων — να πάψει να υφίσταται. Τα συναισθήματα των ανθρώπων προς το πνευματικό σώμα είναι μόνο σεβασμός, αποφυγή και ένα βλέμμα δίχως λόγια. Δεν τολμούν να Τον πλησιάσουν ή να κάνουν διάλογο μαζί Του, πόσο μάλλον να Τον ακολουθήσουν, να Τον εμπιστευτούν ή να ελπίζουν σ’ Αυτόν. Ο Θεός ήταν απρόθυμος να δει αυτό το είδος συναισθήματος που είχαν οι άνθρωποι γι’ Αυτόν. Δεν ήθελε να δει τους ανθρώπους να Τον αποφεύγουν ή να απομακρύνονται απ’ Αυτόν· το μόνο που ήθελε ήταν να Τον κατανοούν οι άνθρωποι, να έλθουν κοντά Του και να γίνουν η οικογένειά Του. Αν η ίδια σου η οικογένεια, τα παιδιά σου, σε έβλεπαν και δε σε αναγνώριζαν, δεν τολμούσαν να έλθουν κοντά σου και πάντα σε απέφευγαν, αν δεν μπορούσες να αποκτήσεις την κατανόησή τους για όλα όσα είχες κάνει γι’ αυτούς, πώς θα αισθανόσουν; Δε θα ήταν επώδυνο; Δε θα ήσουν συντετριμμένος; Έτσι ακριβώς αισθάνεται ο Θεός όταν Τον αποφεύγουν οι άνθρωποι. Έτσι, μετά την ανάστασή Του, ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στους ανθρώπους πάλι με τη μορφή σάρκας και αίματος, και έφαγε και ήπιε με αυτούς. Ο Θεός βλέπει τους ανθρώπους σαν οικογένεια και θέλει να κάνει την ανθρωπότητα να Τον βλέπει επίσης κατ’ αυτόν τον τρόπο· μόνο έτσι μπορεί ο Θεός να αποκτήσει πραγματικά ανθρώπους και οι άνθρωποι μπορούν να αγαπούν και να λατρεύουν πραγματικά τον Θεό. Τώρα μπορείτε να κατανοήσετε την πρόθεσή Μου όταν διάλεξα αυτές τις δύο Γραφικές περικοπές, στις οποίες ο Κύριος Ιησούς τρώει ψωμί και εξηγεί τις Γραφές και οι μαθητές Τού δίνουν ψητό ψάρι για να φάει μετά την ανάστασή Του;

Μπορεί να ειπωθεί πως η σειρά των πραγμάτων που είπε και έκανε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του, ήταν ευγενικά και έγιναν καλοπροαίρετα. Ήταν γεμάτα με την καλοσύνη και τη στοργή που έχει ο Θεός προς την ανθρωπότητα, όπως και γεμάτα με την εκτίμηση και τη σχολαστική φροντίδα που Αυτός είχε για τη στενή σχέση που είχε αναπτύξει με την ανθρωπότητα κατά τον χρόνο Του στη σάρκα. Ακόμη περισσότερο, ήταν γεμάτα με τη νοσταλγία και την ελπίδα που Αυτός είχε για τη ζωή στην οποία έτρωγε και ζούσε με τους ακόλουθούς Του κατά τον χρόνο Του στη σάρκα. Έτσι, ο Θεός δεν ήθελε οι άνθρωποι να νιώθουν απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, ούτε ήθελε να απομακρυνθεί η ανθρωπότητα από τον Θεό. Ακόμη περισσότερο, δεν ήθελε να νιώσει η ανθρωπότητα πως ο αναστημένος Κύριος Ιησούς δεν ήταν πια ο Κύριος που ήταν τόσο οικείος με τους ανθρώπους, πως δεν ήταν πια μαζί με την ανθρωπότητα επειδή είχε επιστρέψει στον πνευματικό κόσμο, επειδή είχε επιστρέψει στον Πατέρα που οι άνθρωποι ποτέ δεν μπορούσαν να δουν ή να φτάσουν. Δεν ήθελε οι άνθρωποι να νιώσουν πως υπήρχε καμιά διαφορά θέσης μεταξύ Αυτού και της ανθρωπότητας. Όταν ο Θεός βλέπει ανθρώπους που θέλουν να Τον ακολουθήσουν, αλλά Τον κρατούν σε σεβαστή απόσταση, η καρδιά Του πονά, γιατί αυτό σημαίνει πως οι καρδιές τους είναι πολύ μακριά απ’ Αυτόν, όπως και σημαίνει πως θα Του είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσει τις καρδιές τους. Επομένως, αν Αυτός είχε εμφανιστεί στους ανθρώπους σε ένα πνευματικό σώμα που δεν μπορούσαν να δουν ή ν’ αγγίξουν, αυτό θα είχε απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό για άλλη μια φορά, όπως και θα είχε οδηγήσει την ανθρωπότητα να θεωρήσει εσφαλμένα πως ο Χριστός, μετά την ανάστασή Του, είχε γίνει αλαζονικός, πως ήταν διαφορετικής φύσης από τους ανθρώπους και πως ήταν κάποιος που δεν μπορούσε πια να μοιραστεί το τραπέζι με ανθρώπους και να φάει μαζί τους, επειδή οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, βρόμικοι και ποτέ δεν μπορούν να έλθουν κοντά στον Θεό. Για να απαλείψει αυτές τις παρανοήσεις από την ανθρωπότητα, ο Κύριος Ιησούς έκανε διάφορα από τα πράγματα που έκανε συχνά στη σάρκα, όπως καταγράφεται στη Βίβλο «λαβών τον άρτον ευλόγησε και κόψας έδιδεν εις αυτούς». Τους εξήγησε επίσης τις Γραφές, όπως συνήθιζε να κάνει. Όλα αυτά που έκανε ο Κύριος Ιησούς, έκαναν κάθε άνθρωπο που Τον έβλεπε να νιώθει πως ο Κύριος δεν είχε αλλάξει, πως ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς. Παρόλο που είχε καρφωθεί στον σταυρό και είχε βιώσει τον θάνατο, είχε αναστηθεί και δεν είχε αφήσει την ανθρωπότητα. Είχε επιστρέψει για να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώ τα πάντα Του δεν είχαν αλλάξει. Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν ενώπιον των ανθρώπων, ήταν ακόμα ο ίδιος Κύριος Ιησούς. Η διαγωγή Του και ο διάλογός Του με τους ανθρώπους έμοιαζαν ιδιαίτερα οικεία. Εξακολουθούσε να είναι τόσο γεμάτος στοργική καλοσύνη, χάρη και μακροθυμία· εξακολουθούσε να είναι ο Κύριος Ιησούς που αγαπούσε τους άλλους όπως αγαπούσε τον εαυτό Του, που μπορούσε να συγχωρήσει την ανθρωπότητα εβδομήντα φορές το επτά. Όπως πάντα, Αυτός έφαγε με τους ανθρώπους, συζήτησε μαζί τους τις Γραφές και, το σπουδαιότερο, ήταν πλασμένος από σάρκα και αίμα, και μπορούσαν να Τον δουν και να Τον αγγίξουν, ακριβώς όπως πρότερα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Υιός του ανθρώπου επέτρεψε στους ανθρώπους να νιώσουν εκείνη την οικειότητα, να αισθανθούν άνετα, να νιώσουν τη χαρά του να ανακτάς κάτι που είχε χαθεί, ενώ εκείνοι αισθάνθηκαν αρκετά άνετα ώστε να ξεκινήσουν με θάρρος και σιγουριά να βασίζονται πάνω Του και να θαυμάζουν αυτόν τον Υιό του ανθρώπου που μπορούσε να συγχωρήσει την ανθρωπότητα για τις αμαρτίες της. Ξεκίνησαν επίσης να προσεύχονται στο όνομα του Κυρίου Ιησού δίχως δισταγμό, να προσεύχονται να λάβουν τη χάρη Του, την ευλογία Του και να αποκτήσουν γαλήνη και χαρά από Αυτόν, να λάβουν τη φροντίδα και την προστασία Του, όπως και ξεκίνησαν να κάνουν θεραπείες και να εκβάλλουν τα δαιμόνια στο όνομα του Κυρίου Ιησού.

Κατά το διάστημα που ο Κύριος Ιησούς εργάστηκε στη σάρκα, οι περισσότεροι από τους ακόλουθούς Του δεν μπορούσαν να επαληθεύσουν πλήρως την ταυτότητά Του και τα όσα είπε. Όταν ανέβηκε στον σταυρό, οι ακόλουθοί Του διατηρούσαν μια στάση προσμονής· από τη στιγμή που καρφώθηκε στον σταυρό έως ότου ενταφιάστηκε, οι άνθρωποι διατηρούσαν μια στάση απογοήτευσης προς Αυτόν. Κατά το διάστημα αυτό, οι άνθρωποι είχαν ήδη περάσει, στις καρδιές τους, από την αμφιβολία στην άρνηση των πραγμάτων που είχε πει ο Κύριος Ιησούς κατά τον χρόνο Του στη σάρκα. Επιπλέον, όταν εξήλθε από τον τάφο και εμφανίστηκε σ’ έναν-έναν στους ανθρώπους, η πλειοψηφία των ανθρώπων που Τον είχαν δει με ίδια τους τα μάτια ή είχαν ακούσει τα νέα της ανάστασής Του, έκαναν σταδιακή στροφή από την άρνηση στον σκεπτικισμό. Μόνο αφότου ο Κύριος Ιησούς ζήτησε από τον Θωμά να αγγίξει το πλευρό Του με το χέρι του και μόνο αφότου ο Κύριος Ιησούς έκοψε το ψωμί και το έφαγε μπροστά στο πλήθος μετά την ανάστασή Του και, κατόπιν, έφαγε ψητό ψάρι μπροστά τους, δέχτηκαν αυτοί πραγματικά το γεγονός πως ο Κύριος Ιησούς είναι ο Χριστός στη σάρκα. Μπορείτε να πείτε πως ήταν λες και το πνευματικό αυτό σώμα με τη σάρκα και το αίμα, που στεκόταν τότε ενώπιον εκείνων των ανθρώπων, αφύπνιζε τον καθένα τους από κάποιο όνειρο: Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν μπροστά τους ήταν Εκείνος που υπήρχε από αμνημονεύτων χρόνων. Είχε μορφή, σάρκα και οστά, και είχε ήδη ζήσει και φάει με την ανθρωπότητα για μεγάλο διάστημα... Τη στιγμή εκείνη, οι άνθρωποι αισθάνθηκαν πως η ύπαρξή Του ήταν τόσο αληθινή, τόσο υπέροχη· ήταν επίσης τόσο περιχαρείς και ευτυχισμένοι και, ταυτόχρονα, κατακλυσμένοι από συναισθήματα. Επιπλέον, η επανεμφάνισή Του επέτρεψε στους ανθρώπους να δουν πραγματικά την ταπεινότητά Του και να νιώσουν την εγγύτητά Του, τη λαχτάρα Του και την προσήλωσή Του στην ανθρωπότητα. Η σύντομη αυτή επανασύνδεση, έκανε τους ανθρώπους που είδαν τον Κύριο Ιησού να νιώσουν σαν να είχε περάσει μια ζωή. Οι χαμένες, μπερδεμένες, φοβισμένες, ανήσυχες, γεμάτες λαχτάρα και μουδιασμένες τους καρδιές βρήκαν παρηγοριά. Δεν είχαν πια αμφιβολίες και δεν ήταν πια απογοητευμένοι, γιατί ένιωθαν πως πλέον υπήρχε ελπίδα και κάτι στο οποίο μπορούσαν να στηριχτούν. Ο Υιός του ανθρώπου που στεκόταν μπροστά τους θα τους υποστήριζε για όλη την αιωνιότητα, θα ήταν ο ισχυρός τους πύργος και το παντοτινό τους καταφύγιο.

Παρόλο που ο Κύριος Ιησούς είχε αναστηθεί, η καρδιά και το έργο Του δεν είχαν αφήσει την ανθρωπότητα. Με την εμφάνισή Του, είπε στους ανθρώπους πως σε όποια μορφή κι αν Αυτός υπήρχε, θα συνόδευε τους ανθρώπους, θα βάδιζε μαζί τους και θα ήταν μαζί τους παντού και πάντα. Επιπλέον, παντού και πάντα, θα φρόντιζε την ανθρωπότητα και θα την καθοδηγούσε, θα τους επέτρεπε να Τον βλέπουν και να Τον αγγίζουν, και θα φρόντιζε να μη νιώσουν ποτέ ξανά αβοήθητοι. Ο Κύριος Ιησούς ήθελε να μάθουν οι άνθρωποι και το εξής: Οι ζωές τους σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είναι μόνες τους. Η ανθρωπότητα έχει τη φροντίδα του Θεού και ο Θεός είναι μαζί της· οι άνθρωποι μπορούν πάντοτε να στηρίζονται στον Θεό και Αυτός είναι η οικογένεια του κάθε ακόλουθού Του. Με στήριγμα τον Θεό, η ανθρωπότητα δε θα νιώθει πια μόνη ή αβοήθητη, ενώ εκείνοι που Τον δέχονται ως την θυσία υπέρ αμαρτίας τους, δε θα είναι πια δέσμιοι της αμαρτίας. Στα μάτια των ανθρώπων, αυτά τα τμήματα του έργου Του που εκτέλεσε ο Κύριος Ιησούς μετά την ανάστασή Του, ήταν πολύ μικρά πράγματα, αλλά, όπως το βλέπω Εγώ, το κάθε ένα ήταν τόσο γεμάτο νόημα, τόσο πολύτιμο, ενώ όλα τους ήταν τόσο σημαντικά και βαρυσήμαντα.

Παρόλο που ο χρόνος που πέρασε ο Κύριος Ιησούς εκτελώντας έργο στη σάρκα ήταν γεμάτος κακουχίες και βάσανα, μέσω της εμφάνισής Του στο πνευματικό Του σώμα από σάρκα και αίμα, εκπλήρωσε ολοκληρωτικά και απόλυτα το έργο της εποχής εκείνης στη σάρκα, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα. Ξεκίνησε τη διακονία Του με την ενσάρκωσή Του και ολοκλήρωσε τη διακονία Του με την εμφάνισή Του στην ανθρωπότητα στη σαρκική Του μορφή. Προανήγγειλε την Εποχή της Χάριτος και ξεκίνησε την Εποχή της Χάριτος μέσω της ταυτότητάς Του ως Χριστός. Μέσω της ταυτότητάς Του ως Χριστός, έφερε εις πέρας το έργο στην Εποχή της Χάριτος, ενώ ενδυνάμωσε και οδήγησε όλους τους ακόλουθούς Του στην Εποχή της Χάριτος. Για το έργο του Θεού, μπορεί να ειπωθεί πως Αυτός πραγματικά ολοκληρώνει αυτό που αρχίζει. Υπάρχουν βήματα και σχέδιο, και είναι γεμάτο με τη σοφία του Θεού, την παντοδυναμία Του και τις θαυμαστές Του πράξεις. Είναι επίσης γεμάτο με την αγάπη και το έλεος του Θεού. Φυσικά, ο κύριος άξονας που διέρχεται από όλο το έργο του Θεού, είναι η φροντίδα Του για την ανθρωπότητα· είναι διαποτισμένος με το ενδιαφέρον που Αυτός νιώθει και που ποτέ δεν μπορεί να παραμερίσει. Σε αυτά τα εδάφια της Βίβλου, σε καθετί που ο Κύριος Ιησούς έκανε μετά την ανάστασή Του, αυτό που αποκαλυπτόταν ήταν οι αμετάβλητες ελπίδες και το ενδιαφέρον του Θεού για την ανθρωπότητα, όπως και η σχολαστική φροντίδα του Θεού και η αγάπη Του για τους ανθρώπους. Μέχρι τώρα, τίποτε από αυτά δεν έχει αλλάξει — το βλέπετε; Όταν το βλέπετε αυτό, η καρδιά σας δεν έρχεται αυτομάτως κοντά στον Θεό; Αν ζούσατε σ’ εκείνη την εποχή και σας εμφανιζόταν ο Κύριος Ιησούς, μετά την ανάστασή Του, σε μια υλική μορφή για να Τον δείτε και, αν καθόταν μπροστά σας, έτρωγε ψωμί και ψάρι, σας εξηγούσε τις γραφές και μιλούσε μαζί σας, τότε πώς θα αισθανόσασταν; Θα αισθανόσασταν ευτυχισμένοι; Μήπως ένοχοι; Οι πρότερες παρανοήσεις και η αποφυγή του Θεού, οι διαμάχες με τον Θεό και οι αμφιβολίες γι’ Αυτόν, δε θα εξαφανίζονταν όλες έτσι απλά; Η σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, δε θα γινόταν πιο πρέπουσα;

Μέσα από την ερμηνεία των περιορισμένων αυτών κεφαλαίων της Βίβλου, ανακαλύψατε καμιά ατέλεια στη διάθεση του Θεού; Ανακαλύψατε καμιά νόθευση στην αγάπη του Θεού; Είδατε καθόλου δόλο ή κακό στην παντοδυναμία ή στη σοφία του Θεού; Σίγουρα όχι! Τώρα, μπορείτε να πείτε με σιγουριά πως ο Θεός είναι άγιος; Μπορείτε να πείτε με σιγουριά πως τα συναισθήματα του Θεού είναι όλα μια αποκάλυψη της ουσίας και της διάθεσής Του; Ελπίζω πως αφού διαβάσατε τον λόγο αυτό, αυτό που κατανοήσατε από αυτόν θα σας βοηθήσει και θα σας αποφέρει οφέλη στην επιδίωξή σας για αλλαγή διάθεσης και σεβασμό στον Θεό. Ελπίζω επίσης πως ο λόγος αυτός θα σας αποφέρει καρπούς που θα αυξάνονται μέρα με τη μέρα, φέρνοντάς σας, μ’ αυτόν τον τρόπο, όλο και πιο κοντά στον Θεό κατά τη διαδικασία αυτής της επιδίωξης, φέρνοντάς σας όλο και πιο κοντά στα πρότυπα που απαιτεί ο Θεός, ώστε να μη βαριέστε πια την επιδίωξη της αλήθειας και να μη νιώθετε πια πως η επιδίωξη της αλήθειας και η αλλαγή της διάθεσης είναι κάτι το φορτικό και το περιττό. Αντιθέτως, είναι η έκφραση της πραγματικής διάθεσης του Θεού και η αγία ουσία του Θεού που σας παρακινούν να λαχταράτε το φως, να λαχταράτε τη δικαιοσύνη και να αγωνίζεστε για να επιδιώκετε την αλήθεια, να επιδιώκετε την ικανοποίηση του θελήματος του Θεού και να γίνετε ένας άνθρωπος που έχει αποκτηθεί από τον Θεό· να γίνετε ένας πραγματικός άνθρωπος.

Σήμερα, μιλήσαμε για κάποια πράγματα που έκανε ο Θεός στην Εποχή της Χάριτος, όταν ενσαρκώθηκε για πρώτη φορά. Από τα πράγματα αυτά, είδαμε τη διάθεση που Αυτός εξέφρασε και αποκάλυψε στη σάρκα, καθώς και την κάθε πτυχή αυτού που Αυτός έχει και είναι. Όλες αυτές οι πτυχές αυτού που Αυτός έχει και είναι, μοιάζουν ιδιαίτερα εξανθρωπισμένες, αλλά η πραγματικότητα είναι πως η ουσία όλων όσα έχει αποκαλύψει και εκφράσει είναι αναπόσπαστη από την ίδια Του τη διάθεση. Κάθε μέθοδος και κάθε πτυχή του Θεού ενσαρκωμένου που εκφράζει τη διάθεσή Του στην ανθρώπινη φύση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια Του την ουσία. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό που ο Θεός ήλθε στην ανθρωπότητα με τον τρόπο της ενσάρκωσης, ενώ το έργο που εκτέλεσε στη σάρκα είναι επίσης πολύ σημαντικό. Επίσης, η διάθεση που αποκάλυψε και το θέλημα που εξέφρασε, είναι ακόμη πιο σημαντικά για κάθε άνθρωπο που ζει στη σάρκα, για κάθε άνθρωπο που ζει στη διαφθορά. Είναι αυτό κάτι που μπορείτε να κατανοήσετε; Αφού κατανοήσατε τη διάθεση του Θεού και αυτό που Αυτός έχει και είναι, βγάλατε κάποιο συμπέρασμα για το πώς πρέπει να φέρεστε στον Θεό; Τέλος, σε απάντηση στην ερώτηση αυτή, θα ήθελα να σας δώσω τρεις νουθεσίες: Πρώτον, μη δοκιμάζεις τον Θεό. Όσα κι αν κατανοείς για τον Θεό και όσα κι αν γνωρίζεις για τη διάθεσή Του, σε καμία περίπτωση μην Τον δοκιμάζεις. Δεύτερον, μην αναμετριέσαι με τον Θεό για κύρος. Όποιου είδους κύρος κι αν σου δίνει ο Θεός, όποιου είδους έργο κι αν σου εμπιστεύεται, όποιου είδους καθήκον κι αν σε καλεί να εκτελέσεις και όσο κι αν έχεις δαπανήσει και θυσιάσει για τον Θεό, σε καμία περίπτωση μην αναμετριέσαι μαζί Του για κύρος. Τρίτον, μην ανταγωνίζεσαι τον Θεό. Ανεξάρτητα από το εάν μπορείς να κατανοήσεις ή αν μπορείς να υπακούσεις σ’ αυτά που κάνει μαζί σου ο Θεός, σ’ αυτά που κανονίζει για εσένα και στα πράγματα που σου προσφέρει, σε καμία περίπτωση μην ανταγωνίζεσαι τον Θεό. Αν μπορείς να ακολουθήσεις αυτές τις τρεις νουθεσίες, τότε θα είσαι σχετικά ασφαλής και δε θα εξαγριώνεις εύκολα τον Θεό. Αυτά ήταν όσα είχαμε να μοιραστούμε σήμερα!

Υποσημειώσεις:

α. Το πρωτότυπο κείμενο λέει «... σαφή ιδέα από αυτό που Αυτός έχει και είναι...».

Προηγούμενο:Το έργο του Θεού, η διάθεση του Θεού και ο ίδιος ο Θεός Ι

Επόμενο:Ο Θεός ο ίδιος, ο μοναδικός ΙΙ

Δείτε επίσης