21. Το φως του Θεού με καθοδηγεί μέσα από τις δυσκολίες

Από τη Ζάο Τσιν, επαρχία Σιτσουάν

Όταν ήμουν παιδί, ζούσα στα βουνά. Δεν είχα δει ποτέ μεγάλο μέρος του κόσμου και, πραγματικά, δεν είχα μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Παντρεύτηκα και απέκτησα παιδιά, οι δύο γιοι μου μεγάλωσαν και έγιναν λογικοί και υπάκουοι, κι ο σύζυγός μου εργαζόταν σκληρά. Μολονότι δεν είχαμε ποτέ πολλά χρήματα, ζούσαμε μαζί αρμονικά ως οικογένεια, κι εγώ αισθανόμουν πολύ χαρούμενη και ικανοποιημένη. Το 1996, παρουσίασα ξαφνικά μια σοβαρή ασθένεια που με οδήγησε στην πίστη στον Κύριο Ιησού. Από τότε, διάβαζα συχνά τη Βίβλο και παρευρισκόμουν ενεργά σε εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις. Προς έκπληξή μου, η ασθένειά μου άρχισε σταδιακά να βελτιώνεται και έτσι, η πίστη μου να ακολουθώ τον Κύριο Ιησού έγινε ακόμη ισχυρότερη.

Το 1999, ωστόσο, συνέβη κάτι που πραγματικά δεν μπορούσα να προβλέψω, όταν συνελήφθην από την αστυνομία για την πίστη μου στον Κύριο Ιησού. Ήμουν έγκλειστη για μια ολόκληρη ημέρα και μου επιβλήθηκε πρόστιμο 240 γιουάν. Αν και μπορεί να μην ακούγεται πολύ, για μας τους φτωχούς αγρότες που ζούμε σε μια εξαθλιωμένη ορεινή περιοχή, το ποσό δεν είναι μικρό! Για να μαζέψω αρκετά χρήματα, πούλησα όλα τα φιστίκια που είχα φυτέψει προσεκτικά στο χωράφι μου. Αυτό που πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω ήταν γιατί η κυβέρνηση του ΚΚΚ με χαρακτήριζε εγκληματία που «συμμετέχει σε αντεπαναστατικές οργανώσεις». Απειλούσαν, επίσης, ολόκληρη την οικογένειά μου λέγοντας ότι, ακόμη κι αν οι γιοι μου αποφοιτούσαν από το κολλέγιο, και πάλι δεν θα μπορούσαν να βρουν δουλειά. Ως εκ τούτου, ο σύζυγός μου, οι γονείς μου, οι συγγενείς κι οι φίλοι μου άρχισαν όλοι να μου ασκούν πιέσεις και προσπάθησαν να καταπνίξουν και να σταθούν εμπόδιο στην πίστη μου. Με ανάγκαζαν να κάνω όλη τη σκληρή, κουραστική δουλειά και το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν να την υπομένω σιωπηλά.

Το 2003, ήμουν αρκετά τυχερή να αποδεχτώ το έργο του Παντοδύναμου Θεού των εσχάτων ημερών. Διαβάζοντας τον λόγο του Θεού, βεβαιώθηκα ότι ο Παντοδύναμος Θεός είναι ο Κύριος Ιησούς που επέστρεψε. Ήμουν άκρως ενθουσιασμένη και ένιωθα ότι το να μπορώ να επανενωθώ με τον Θεό στη διάρκεια της ζωής μου είναι, πράγματι, η μεγαλύτερη ευλογία που υπάρχει! Έκτοτε, όμως, η πίεση που μου ασκούσαν τόσο η κυβέρνηση του ΚΚΚ όσο και η δική μου οικογένεια έγιναν ακόμη μεγαλύτερες. Αντιμέτωπη με αυτό το είδος περιβάλλοντος, πήρα την εξής απόφαση απέναντι στον Θεό: «Όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, ή όσο κι αν υποφέρω, θα Σε ακολουθήσω μέχρι τέλους!» Η αστυνομία του ΚΚΚ ήλθε αργότερα στο σπίτι μου και με απείλησε λέγοντας: «Το ήξερες ότι η πίστη σου στον Θεό είναι παράνομη, ότι δεν επιτρέπεται σε αυτήν τη χώρα; Αν διατηρήσεις την πίστη σου, θα καταλήξεις να εκτίεις ποινή!» Όταν το άκουσε αυτό ο σύζυγός μου, άρχισε να μου ασκεί όλο και μεγαλύτερη πίεση. Συχνά με χτυπούσε και με κατσάδιαζε και δεν με άφηνε καν να μένω στο σπίτι μας. Χωρίς άλλη επιλογή, το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν να καταπνίξω τον πόνο που ένιωθα μέσα μου και να φύγω από το σπίτι για να αποφύγω τη δίωξη και τη σύλληψη από την κυβέρνηση του ΚΚΚ. Εκείνη την εποχή, μολονότι είχα εξαναγκαστεί να φύγω από τη γενέτειρά μου και να διάγω βίο περιπλανώμενης λόγω της δίωξης του ΚΚΚ, και πάλι, δεν μπορούσα καθόλου να διακρίνω το δόλιο χέρι πίσω από τα πράγματα που είχε προκαλέσει τη διάλυση της οικογένειάς μου. Μόνον όταν βίωσα προσωπικά τη ζωή στη φυλακή και τις αχαλίνωτες επιθέσεις και τις ψευδείς κατηγορίες εναντίον μου από την κυβέρνηση του ΚΚΚ, κατέληξα κάπως να κατανοήσω πραγματικά τη διεστραμμένη και αντιδραστική ουσία του ΚΚΚ και συνειδητοποίησα ότι είναι ο κύριος ένοχος που καταστρέφει τις ευτυχισμένες οικογένειες των ανθρώπων και τους προκαλεί τρομερές καταστροφές!

Στις 16 Δεκεμβρίου 2012, πέντε αδελφοί και αδελφές κι εγώ κηρύτταμε το ευαγγέλιο όταν, ξαφνικά, έτρεξαν προς το μέρος μας τέσσερις αστυνομικοί σε ένα αυτοκίνητο και μας συνέλαβαν. Μας πήγαν στο αστυνομικό τμήμα και, αφού μου πέρασαν χειροπέδες, ένας από αυτούς φώναξε: «Να σας πω κάτι θέλω, μπορείτε να πάτε να κλέβετε και να ληστεύετε πράγματα, μπορείτε να διαπράττετε φόνους και εμπρησμούς, μπορείτε να πάτε να πουλήσετε το κορμί σας, δεν μας νοιάζει. Το να πιστεύετε, όμως, στον Θεό είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορείτε να κάνετε! Πιστεύοντας στον Θεό, τοποθετείστε εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος και πρέπει να τιμωρηθείτε!» Ενώ μιλούσε, με χαστούκιζε άγρια και με κλωτσούσε βάναυσα. Ένιωθα ότι δεν θα μπορούσα να αντέξω πολύ περισσότερο μετά από αυτόν τον ξυλοδαρμό, έκανα, λοιπόν, εκκλήσεις στον Θεό ξανά και ξανά μέσα μου: «Θεέ μου! Δεν έχω ιδέα πόση ώρα αυτοί οι κακοί αστυνομικοί θα με βασανίζουν και νιώθω σαν να μη μπορώ να αντέξω άλλο. Όμως, θα προτιμούσα να πεθάνω, παρά να γίνω Ιούδας —δεν θα Σε προδώσω. Σε παρακαλώ να με προσέχεις, να με προστατέψεις και να με καθοδηγήσεις». Αφού προσευχήθηκα, αποφάσισα σιωπηλά μέσα μου: «Θα μείνω πιστή στον Θεό ως την τελευταία μου ανάσα, θα πολεμήσω με τον Σατανά μέχρι τέλους και θα καταθέσω μαρτυρία για να Τον ικανοποιήσω!» Στη συνέχεια, ένας αστυνομικός με έψαξε και βρήκε 230 γιουάν που είχα σε μετρητά. Χαμογελώντας μοχθηρά, είπε: «Αυτά τα χρήματα είναι κλεμμένα αγαθά και πρέπει να κατασχεθούν». Καθώς μιλούσε, παράχωνε τα χρήματα στην τσέπη του και τα κρατούσε για τον εαυτό του. Άρχισαν, έπειτα, να μας ανακρίνουν. «Από πού είστε; Ποιο είναι τ’ όνομά σας; Ποιος σας έστειλε εδώ;» Αφού τους είπα το όνομα και τη διεύθυνσή μου, βρήκαν γρήγορα τα στοιχεία ολόκληρης της οικογένειάς μου στον υπολογιστή τους. Τους έδωσα απλώς τα βασικά προσωπικά μου στοιχεία, αρνήθηκα, όμως, να απαντήσω έστω και σε μία ερώτηση σχετικά με την εκκλησία.

Η αστυνομία έκανε, στη συνέχεια, ένα από τα κόλπα της. Βρήκαν πάνω από δέκα ανθρώπους στον δρόμο που δεν πίστευαν στον Θεό και τους έβαλαν να καταθέσουν ότι κήρυττα το ευαγγέλιο της βασιλείας του Παντοδύναμου Θεού. Έπειτα, είπαν στους ανθρώπους αυτούς ένα κάρο ψέματα και ψευδείς κατηγορίες εις βάρος μου. Όλοι αυτοί με χλεύαζαν, με κακολογούσαν και με προσέβαλλαν· αισθανόμουν πραγματικά αδικημένη. Δεν είχα ιδέα πώς υποτίθεται ότι έπρεπε να χειριστώ την κατάσταση αυτή. Συνέχισα, λοιπόν, να επικαλούμαι τον Θεό μέσα μου να μου δώσει πίστη και δύναμη. Τότε ακριβώς, από το μυαλό μου πέρασε κάποιο απόσπασμα ενός ύμνου του λόγου του Θεού: «Ο ενσαρκωμένος Θεός κρίνεται, καταδικάζεται, χλευάζεται. Διώκεται από τους διαβόλους. Απαξιώνεται απ’ τον κόσμο τον θρησκευτικό. Κανείς δεν μπορεί για την οδύνη Του να επανορθώσει. Τους διεφθαρμένους σώζει υπομονετικά, τους αγαπά με μια καρδιά πληγωμένη. Αυτό είναι το έργο απ’ όλα το πιο επώδυνο. Η λυσσαλέα αντίσταση της ανθρωπότητας, οι συκοφαντίες, οι διωγμοί, οι ψευδείς κατηγορίες, τη σάρκα του Θεού σε κίνδυνο μεγάλο βάζουν. Ποιος μπορεί τον πόνο Του να καταλάβει, ν’ απαλύνει;» («Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο με πληγές» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Στο παρελθόν, καταλάβαινα μόνο θεωρητικά τον πόνο που υφίσταται ο Θεός για να σώσει την ανθρωπότητα, και μόνο τότε, όταν βρέθηκα η ίδια σε μια πραγματική κατάσταση όπως αυτή, άρχισα τελικά να εκτιμώ πόσο μεγάλα είναι τα δεινά του Θεού! Ο Θεός, δίκαιος και άγιος, ενσαρκώθηκε για να ζήσει μαζί με μας, τους βρώμικους και διεφθαρμένους ανθρώπους. Υπέμεινε κάθε είδους γελοιοποίηση και προσβολές, καταδίκη και συκοφαντία, δίωξη και διωγμό για να μας σώσει. Ακόμη και κάποιοι από εμάς, που όντως πιστεύουμε στον Θεό, συχνά δεν Τον καταλαβαίνουμε, ή ακόμη και Τον παρεξηγούμε και Τον κατηγορούμε. Όλα αυτά τα χτυπήματα είναι πολύ οδυνηρά για τον Θεό, και όμως, εξακολουθεί να υπομένει τον πόνο και να αγαπά την ανθρωπότητα —η διάθεσή Του είναι τόσο μεγαλειώδης, τόσο αξιοσέβαστη! Αν και είχα διαβάσει το εξής στη Βίβλο στο παρελθόν: «Διότι ως η αστραπή η αστράπτουσα εκ της υπ' ουρανόν λάμπει εις την υπ' ουρανόν, ούτω θέλει είσθαι και ο Υιός του ανθρώπου εν τη ημέρα αυτού. Πρώτον όμως πρέπει αυτός να πάθη πολλά και να καταφρονηθή από της γενεάς ταύτης» (Κατά Λουκάν 17:24-25), σήμερα μόλις διαπίστωνα ότι τα λόγια αυτά είχαν όντως γίνει πραγματικότητα! Αυτό με λύπησε πραγματικά και ένιωσα τύψεις που δεν είχα δώσει ποτέ σημασία στο θέλημα του Θεού στο παρελθόν... Προτού προλάβω να ανακτήσω την ψυχραιμία μου, η αστυνομία κρέμασε στον λαιμό μου μια πινακίδα που έλεγε «μέλος της Σιε Τζιάο» και με έβγαλε φωτογραφία. Στη συνέχεια, με διέταξαν να καθίσω οκλαδόν και να δείχνω κάποιο υλικό του ευαγγελίου ενώ έπαιρναν αρκετές ακόμη φωτογραφίες. Τα πόδια μου πονούσαν τόσο πολύ, που με δυσκολία μπορούσα να μείνω οκλαδόν. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, το κινητό μου άρχισε να χτυπάει και, έκπληκτη σκέφτηκα: «Πρέπει να είναι κάποιος αδελφός ή αδελφή από την εκκλησία που καλεί. Δεν μπορώ με τίποτα να τους εμπλέξω!» Άρπαξα γρήγορα το κινητό μου και το πέταξα με δύναμη στο πάτωμα, κάνοντάς το κομμάτια. Αυτό εξαγρίωσε αμέσως την αστυνομία. Έμοιαζαν να έχουν χάσει το μυαλό τους —με σήκωσαν από το κολάρο κι έπειτα, με χτύπησαν δυνατά αρκετές φορές στο πρόσωπο. Το πρόσωπό μου άρχισε αμέσως να καίει σαν φωτιά και τα αυτιά μου βούιζαν τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να ακούσω τίποτε. Στη συνέχεια, άρχισαν να με κλωτσάνε στα πόδια με όλη τους τη δύναμη και, μην έχοντας ακόμη εκτονώσει την οργή τους, οι κακοί αυτοί αστυνομικοί με έσυραν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και με έβαλαν να σταθώ με την πλάτη στον τοίχο καθώς με χτυπούσαν στο πρόσωπο. Έπειτα, με έδειραν και πάλι για τα καλά. Κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου ενώ συνέβαινε αυτό και σιωπηλά προσευχόμουν στον Θεό: «Παντοδύναμε Θεέ, πιστεύω ότι πίσω από όλα όσα μου συμβαίνουν τώρα, βρίσκεται η αγαθή Σου βούληση. Ανεξάρτητα από το πώς θα με βασανίσουν οι κακοί αυτοί αστυνομικοί, πάντοτε θα καταθέτω μαρτυρία για Σένα και δεν θα παραδοθώ στον Σατανά!» Προς έκπληξή μου, όταν είπα αυτήν την προσευχή, ξαναβρήκα ξαφνικά την ακοή μου και το μόνο που μπόρεσα να ακούσω, ήταν έναν από τους κακούς αστυνομικούς να λέει: «Αυτή η γυναίκα είναι πραγματικά πεισματάρα. Δεν έχει καν δακρύσει, ούτε έχει βγάλει κιχ. Ίσως δεν τη στριμώξαμε αρκετά. Πάρτε το τέιζερ και θα δούμε μετά αν θα κάνει κάποιο θόρυβο!» Ένας άλλος αστυνομικός άρπαξε ένα ηλεκτρικό κλομπ και το κάρφωσε δυνατά στον μηρό μου. Αμέσως με διαπέρασε έντονος πόνος, τόσο δυνατός, που έπεσα αμέσως στο πάτωμα. Το κεφάλι μου χτύπησε στον τοίχο και άρχισε να τρέχει αίμα. Οι αστυνομικοί με έδειχναν και ωρύονταν: «Σταμάτα να προσποιείσαι. Σήκω! Θα σου δώσουμε τρία λεπτά. Αν δεν σηκωθείς, θα σε χτυπήσουμε ξανά. Ούτε καν να το σκέφτεσαι να κάνεις την πεθαμένη!» Όσο, όμως, κι αν φώναζαν, πραγματικά, δεν μπορούσα να κουνηθώ, και έτσι, στο τέλος, μου έδωσαν κι άλλες άγριες κλωτσιές προτού σταματήσουν.

Πραγματικά, δεν μπορούσα να αντέξω άλλο τα βάναυσα και απάνθρωπα βασανιστήρια που επέβαλλαν αυτοί οι αστυνομικοί. Προσευχήθηκα στον Θεό με ειλικρίνεια: «Παντοδύναμε Θεέ! Δεν μπορώ να αντέξω πολύ περισσότερο. Δώσε μου, σε παρακαλώ, πίστη και δύναμη!» Μέσα στον μεγάλο πόνο μου, μου ήρθε στο μυαλό ένας ύμνος του λόγου του Θεού: «Εφόσον πιστεύεις στον Θεό, πρέπει να παραδώσεις την καρδιά σου σε Αυτόν. Εάν προσφέρεις και αποθέσεις την καρδιά σου στον Θεό, τότε κατά τον εξευγενισμό θα είναι αδύνατο να αρνηθείς ή να αφήσεις τον Θεό. […] Όταν έρθει η μέρα και οι δοκιμασίες του Θεού σού χτυπήσουν ξαφνικά την πόρτα, όχι μόνο θα είσαι ικανός να σταθείς στο πλευρό του Θεού, αλλά θα μπορείς και να γίνεις μάρτυρας για τον Θεό. Τότε θα είσαι σαν τον Ιώβ ή τον Πέτρο. Εάν γίνεις μάρτυρας για τον Θεό, θα τον αγαπάς πραγματικά και θα έδινες τη ζωή σου γι' Αυτόν με προθυμία. Θα γίνεις μάρτυρας του Θεού και κάποιος που αγαπά ο Θεός. Η αγάπη που έχει την εμπειρία του εξευγενισμού είναι δυνατή, όχι αδύναμη. Ανεξάρτητα από το πού και το πώς σε υποβάλλει ο Θεός στις δοκιμασίες Του, είσαι ικανός να μη νοιάζεσαι για το αν θα ζήσεις ή αν θα πεθάνεις, όπως και ικανός να παραμερίζεις τα πάντα για τον Θεό με προθυμία και να τα υπομένεις όλα για τον Θεό με ευχαρίστηση. Έτσι η αγάπη σου θα είναι αγνή και η πίστη σου αληθινή. Μόνο τότε θα γίνεις κάποιος τον οποίο αγαπά πραγματικά ο Θεός και ο οποίος έχει πραγματικά οδηγηθεί στην τελείωση από τον Θεό» («Εάν πιστεύεις στον Θεό, δώσε την καρδιά σου ενώπιόν Του» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Η διαφώτιση του Θεού μού επέτρεψε να κατανοήσω το θέλημά Του, αλλά και μου έδωσε ανεξάντλητη πίστη και δύναμη. Προσευχήθηκα ξανά στον Θεό: «Θεέ μου! Πιστεύω ότι όλα όσα μου συμβαίνουν σήμερα, συμβαίνουν με τη συγκατάθεσή Σου, και ότι πίσω από όλα βρίσκεται η αγαθή Σου βούληση. Μέσα από την παράσταση που έστησαν αυτοί οι διάβολοι, βλέπω τελικά ότι οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου που εργάζονται υπό το ΚΚΚ είναι βίαιοι φορείς και δεν μπορώ να παραδοθώ σ’ αυτούς. Θέλω μόνο να Σου δώσω την καρδιά μου και να σταθώ στο πλευρό Σου. Θεέ μου! Γνωρίζω ότι μόνο βιώνοντας τέτοιες δοκιμασίες και εξευγενισμό μπορεί να δυναμώσει η αγάπη μου για Σένα. Εάν ο Σατανάς πάρει σήμερα τη ζωή μου, και πάλι, δεν θα παραπονεθώ στο ελάχιστο. Το να μπορώ να γίνω μάρτυρας για Σένα είναι τιμή μου ως δημιούργημα. Στο παρελθόν, δεν εκπλήρωνα καλά το καθήκον μου και Σου οφείλω τόσα πολλά. Το να έχω την ευκαιρία να πεθάνω για Σένα σήμερα είναι το σημαντικότερο πράγμα. Επιθυμώ να Σε υπακούσω». Ένιωσα πολύ συγκινημένη μετά από αυτήν την προσευχή και αισθάνθηκα ότι το να υποφέρω αυτόν τον πόνο για να μπορώ να ακολουθώ τον Θεό ήταν εξαιρετικά σημαντικό και ότι άξιζε τον κόπο, ακόμη κι αν επρόκειτο να πεθάνω!

Ήταν ίσως περισσότερο από 10 λεπτά αργότερα, όταν ήλθε μια γυναίκα αστυνομικός και με βοήθησε να σηκωθώ και, υποκρινόμενη την καλή, είπε: «Κοίτα τι παθαίνεις στην ηλικία σου, με τα δυο παιδιά σου στο κολλέγιο. Αξίζει, πραγματικά, να τα υποφέρεις όλα αυτά; Απλώς πες μας ό,τι θέλουμε να μάθουμε και μετά μπορείς να φύγεις αμέσως». Είδε ότι δεν έδινα απάντηση, κι έτσι, συνέχισε: «Είσαι μητέρα· θα πρέπει, λοιπόν, να σκεφτείς τους γιους σου. Ζούμε πλέον στη σφαίρα επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος και η κυβέρνηση του ΚΚΚ αντιτίθεται και καταστέλλει κάθε θρησκευτική πίστη. Μισεί ιδιαίτερα όσους από εσάς πιστεύετε στον Παντοδύναμο Θεό. Επιμένοντας να εναντιώνεσαι στην κυβέρνηση, δεν ανησυχείς μήπως ενοχοποιήσεις ολόκληρη την οικογένειά σου; Κάποια στιγμή, οι γονείς κι ο άντρας σου θα εμπλακούν κι αυτοί, και οι γιοι και τα εγγόνια σου μπορούν να ξεχάσουν ότι θα καταταγούν ποτέ στον στρατό, θα ανήκουν στο επιτελείο ή θα γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι. Κανένας δεν θα τους προσλαμβάνει ούτε καν για φύλακες ασφαλείας. Θέλεις οι γιοι σου να είναι απλώς εργάτες όταν μεγαλώσουν, και να κάνουν απλώς δουλειές του ποδαριού, όπως εσύ, και να είναι φτωχοί όλη τους τη ζωή;» Τη στιγμή ακριβώς που ο Σατανάς εκτελούσε το πονηρό του σχέδιο εναντίον μου, ο λόγος του Θεού άστραψε στο μυαλό μου: «Από όσα συμβαίνουν στο σύμπαν, δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο δεν έχω τον τελικό λόγο. Υπάρχει κάτι που δεν βρίσκεται στα χέρια Μου; Ό,τι λέω γίνεται και, μεταξύ των ανθρώπων, υπάρχει κάποιος που μπορεί να Μου αλλάξει την άποψη;» («Κεφάλαιο 1» του «Τα λόγια του Θεού προς ολόκληρο το σύμπαν» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ο λόγος του Θεού μού επέτρεψε να διακρίνω το πονηρό σχέδιο του Σατανά και συνειδητοποίησα ότι προσπαθούσαν να με εξαναγκάσουν να μιλήσω χρησιμοποιώντας ως μοχλό το μέλλον των παιδιών μου. Ήξερα, ωστόσο, ότι η μοίρα μας ως ανθρώπινα όντα δεν είναι στα χέρια μας, ούτε στα χέρια της αστυνομίας, αλλά την κρατάει ο Θεός στα χέρια Του. Το τι είδους δουλειά θα έχουν τα παιδιά μου στο μέλλον και το αν θα είναι πλούσιοι ή φτωχοί εξαρτάται από τον Θεό. Όσο το καλοσκεφτόμουν, δεν ένιωθα τον παραμικρό περιορισμό από την αστυνομία. Η καθοδήγηση του λόγου του Θεού μού έδωσε την ευκαιρία να αντιληφθώ αληθινά ότι ο Θεός ήταν πλάι μου, προστατεύοντάς με, και άρχισα να Τον εμπιστεύομαι ακόμη σταθερότερα. Έτσι λοιπόν, γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη και παρέμεινα σιωπηλή. Η αστυνομικός με κατσάδιασε για τα καλά κι έπειτα έφυγε θυμωμένη.

Πλησίαζε το βράδυ. Βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να βγάλουν τίποτε από μένα ή από τις αδελφές μου στην εκκλησία, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν, ήταν να μας στείλουν στο Κομητειακό Κέντρο Κράτησης. Όμως, η αστυνομία εκεί είπε ότι η περίπτωσή μας ήταν πολύ σοβαρή και έπρεπε να πάμε στο Δημοτικό Κρατητήριο. Όταν πια φτάσαμε εκεί, ήταν ήδη περασμένες 1 το πρωί και το μόνο που μπορούσα να δω, ήταν αλλεπάλληλες σειρές από μεγάλες πύλες φτιαγμένες με μεταλλικά κάγκελα —όλα φαίνονταν τόσο ζοφερά και τρομακτικά. Στην πρώτη πύλη, έπρεπε να αφαιρέσουμε όλα μας τα ρούχα και να υποβληθούμε σε σωματική έρευνα. Έπειτα, έκοψαν όλα τα κουμπιά και τα φερμουάρ μου κι αναγκάστηκα να φορέσω τα κουρελιασμένα ρούχα: ένιωθα σαν ζητιάνα. Στη δεύτερη πύλη, έπρεπε να υποβληθούμε σε σωματική εξέταση. Είδαν τους μώλωπες στα πόδια μου από τα χτυπήματα της αστυνομίας και ότι δυσκολευόμουν να περπατήσω, όμως απλώς τα κοίταξαν και κατέφυγαν σε ψέματα, λέγοντας: «Αυτά όλα είναι απολύτως φυσιολογικά. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας». Αναφέρεται σαφώς στους κανονισμούς της φυλακής ότι πρέπει να συνταγογραφείται θεραπεία εφόσον ανακαλυφθεί οιαδήποτε ασθένεια ή τραυματισμός κατά τη διάρκεια της σωματικής εξέτασης, όμως, στην πραγματικότητα, δεν ενδιαφέρονται για το αν οι κρατούμενες θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Μου είπαν σαρκαστικά: «Εσείς οι πιστοί του Παντοδύναμου Θεού έχετε τον Θεό να σας προστατεύει. Μπορείς να το χειριστείς». Με πήγαν σε ένα κελί και μια κρατούμενη πρόβαλε το κεφάλι της από τα σεντόνια και μου φώναξε: «Βγάλε όλα τα ρούχα σου!» Την ικέτευσα να μη με κάνει να βγάλω και τα εσώρουχά μου, όμως απλώς μου χαμογέλασε με κακία και είπε: «Αν έρθεις σ’ αυτό το μέρος, τότε πρέπει να ακολουθείς τους κανόνες». Όλες οι άλλες κρατούμενες έβγαλαν τότε το κεφάλι τους από τα σκεπάσματα και άρχισαν να κάνουν κάθε λογής τρομερούς θορύβους. Υπήρχαν 18 κρατούμενες κλεισμένες σε αυτό το κελί που ήταν μόλις πάνω από 20 τετραγωνικά μέτρα: ήταν έμποροι ναρκωτικών, δολοφόνοι, καταχράστριες και κλέφτρες. Έργο του «αφεντικού» του τόπου, της «εκτελέστριας», ήταν να τιμωρεί καθημερινά με κάθε είδους τρόπο —απλώς βασάνιζε ανθρώπους για πλάκα. Το πρωί, η υπαρχηγός της με έμαθε τους κανόνες και μου είπε ότι έπρεπε να σφουγγαρίζω το πάτωμα δύο φορές τη μέρα. Συνεχώς, μου έβρισκε πράγματα να κάνω και μου έλεγε ότι έπρεπε πάντοτε να επιτυγχάνω το μερίδιο παραγωγής μου και ότι έπρεπε να επιταχύνω, αλλιώς θα με τιμωρούσαν. Οι δεσμοφύλακες ενεργούσαν σαν άγρια θηρία και συχνά τιμωρούσαν τις κρατούμενες χωρίς λόγο. Ένας από αυτούς με απείλησε λέγοντας: «Ό,τι λέω εγώ γίνεται. Δεν με νοιάζει εάν με αναφέρεις. Άντε κάνε αναφορά αν θες, και θα δεις τι θα πάθεις!...» Οι κακοί αυτοί δεσμοφύλακες δεν είχαν κανέναν απολύτως περιορισμό και ήταν εντελώς αχαλίνωτοι. Μέσα εκεί, τα χρήματα κάνουν τον κόσμο να γυρίζει, και όσο έδινε κανείς χρήματα στους δεσμοφύλακες, δεν υπόκειτο στον «νόμο». Μία κρατούμενη ήταν σύζυγος επισήμου που είχε καταχραστεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Έδινε συχνά χρήματα στους δεσμοφύλακες και κάθε μέρα, αγόραζε στο «αφεντικό» μερικά μικρά τηγανητά σνακ. Με τον τρόπο αυτό, δεν ήταν ανάγκη να κάνει καμία δουλειά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και έβαζε άλλες να πλένουν τα πιάτα της και να διπλώνουν τα σκεπάσματά της. Μολονότι ζούσα σε αυτό το απαίσιο κελί φυλακής, χωρίς χρήματα και χωρίς δικαιώματα, και έπρεπε να τα βγάζω πέρα με κάθε είδους εκφοβισμό και ταλαιπωρίες κάθε μέρα, το μόνο που με παρηγορούσε ήταν ότι εκεί μαζί μου ήταν δύο αδελφές της εκκλησίας. Ήμασταν σαν οικογένεια. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, συναναστρεφόμασταν η μία την άλλη κάθε φορά που είχαμε την ευκαιρία, και υποστηρίζαμε και βοηθούσαμε η μία την άλλη. Βασιζόμασταν διαρκώς στον Θεό, ζητώντας Του να μας δώσει πίστη και δύναμη. Βοηθούσαμε και υποστηρίζαμε τις άλλες, και περάσαμε μαζί αυτήν τη φοβερή περίοδο.

Η αστυνομία με ανέκρινε τέσσερις ακόμη φορές ενώ ήμουν στο κρατητήριο. Μία από αυτές τις φορές, οι άνδρες που ήλθαν να με ανακρίνουν, μου συστήθηκαν ότι είναι από το Δημοτικό Γραφείο Δημόσιας Ασφάλειας και από την Ομάδα Εθνικής Ασφάλειας. Σκέφτηκα από μέσα μου: «Κάποιος από το Δημοτικό Γραφείο Δημόσιας Ασφάλειας θα είναι σίγουρα υψηλότερου διαμετρήματος και πιο μορφωμένος από τους αστυνομικούς στο τμήμα της περιοχής μου. Πρέπει να επιβάλλουν τον νόμο με δίκαιο τρόπο». Όμως, η πραγματικότητα δεν ήταν όπως την είχα φανταστεί. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο ο άνδρας από το Δημοτικό Γραφείο Δημόσιας Ασφάλειας, ξαπλώθηκε σε μια καρέκλα με τα πόδια στο τραπέζι. Ολόκληρο το σώμα του ανέδυε υπερηφάνεια, και έριξε τα μάτια του επάνω μου με μια περιφρονητική ματιά. Έπειτα, σηκώθηκε και περπάτησε προς το μέρος μου. Ρούφηξε βαθιά το τσιγάρο του και, στη συνέχεια, φύσηξε τον καπνό στο πρόσωπο. Βλέποντάς το αυτό, συνειδητοποίησα, τελικά, ότι οι αστυνομικοί του ΚΚΚ ήταν όλοι ίδιοι και δεν μπορούσα παρά να γελάσω μέσα μου που σκέφτηκα ότι ο άνθρωπος αυτός θα ήταν διαφορετικός. Δεν ήξερα τι τεχνάσματα θα δοκίμαζαν σε μένα στη συνέχεια, γι’ αυτό είπα σιωπηλά μια προσευχή στον Θεό: «Παντοδύναμε Θεέ. Δώσε μου, σε παρακαλώ, τη σοφία να νικήσω τον Σατανά και επίτρεψέ μου να Σε δοξάσω και να καταθέσω μαρτυρία για Σένα!» Τότε ακριβώς, ο αστυνομικός της Ομάδας Εθνικής Ασφάλειας είπε: «Γνωρίζουμε ήδη τα πάντα για σένα. Συνεργάσου μαζί μας και θα σε αφήσουμε να φύγεις». Τον κοίταξα και γέλασα προσποιητά. Σκεπτόμενοι ότι ήμουν πρόθυμη να έλθω σε συμβιβασμό, είπαν: «Είσαι πρόθυμη να συνεργαστείς τώρα;» Απάντησα: «Είπα όλα όσα χρειαζόταν να πω πριν από πολύ καιρό». Αυτό έκανε τους κακούς αστυνομικούς να φρενιάσουν αμέσως από οργή, και άρχισαν να μου φωνάζουν χυδαιότητες. «Εμείς προσπαθούμε να σου δώσουμε μια αξιοπρεπή διέξοδο κι εσύ αρνείσαι! Αν δεν πρόκειται να μιλήσεις σήμερα, έχω όσο χρόνο απαιτείται να δαπανήσω μαζί σου. Θα βγάλω τους γιους σου από το σχολείο και θα φροντίσω να μη μπορέσουν να τελειώσουν τις σπουδές τους». Έπειτα, έβγαλαν το κινητό μου τηλέφωνο και με απείλησαν λέγοντας: «Ποιων είναι τα νούμερα στην κάρτα SIM σου; Εάν δεν μας πεις σήμερα, θα καταδικαστείς σε ποινή φυλάκισης επτά ή οκτώ ετών. Θα βάλουμε τις άλλες κρατούμενες να σε ταλαιπωρούν συνεχώς και θα εύχεσαι να είχες πεθάνει!» Όσο και αν με πίεσε για απαντήσεις, δεν έδωσα καμία απόκριση. Δεν ένιωθα καν φόβο, διότι ο λόγος του Θεού με διαφώτιζε βαθιά μέσα μου: «Επειδή πρέπει να αντέξεις αυτά τα βάσανα προκειμένου να σωθείς και να επιβιώσεις· επιπλέον, αυτό το προκαθορίζει ο Θεός. Συνεπώς, το να σου τύχουν τέτοια βάσανα είναι ευλογία. […] Το νόημα πίσω απ’ αυτό είναι πολύ βαθύ και εξαιρετικά σημαντικό» («Όσοι έχουν χάσει το έργο του Αγίου Πνεύματος αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο» στο βιβλίο «Αρχεία των Συνομιλιών του Χριστού»). Αυτός ο κύκλος ανάκρισης διήρκεσε δυόμισι ώρες. Βλέποντας ότι δεν είχαν βγάλει τίποτε από μένα, εκτόξευσαν περισσότερες απειλές εναντίον μου και, στη συνέχεια, έφυγαν μοιάζοντας αποκαρδιωμένοι.

Στις 6 Ιανουαρίου 2013, η αστυνομία έπαιξε ένα άλλο χαρτί και είπαν ότι θα με πάνε σπίτι μου. Μου φόρεσαν στολή κρατουμένης και χειροπέδες και με πήγαν με κλούβα πίσω στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μου. Όταν έφτασα εκεί, μου είπαν ότι οι κακοί εκείνοι αστυνομικοί είχαν βρει τους γιους και τους πεθερούς μου, είχαν ψάξει το σπίτι μας, είχαν ρωτήσει στα πέριξ και είχαν καταλάβει καλά τι έκανα τα τελευταία χρόνια. Ένας από τους αστυνομικούς εκεί είπε: «Κυνηγούσαμε για χρόνια αυτήν τη γυναίκα και ποτέ δεν την πιάναμε. Όταν πέθανε ο άντρας της, έμεινε μόνο μία νύχτα στο σπίτι. Σπαταλούσαμε μέρες στο σπίτι της περιμένοντάς την. Όταν χειρουργήθηκε ο γιος της στην καρδιά, πήγαμε στο νοσοκομείο να την πιάσουμε, όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ. Πιστεύει τόσο δυνατά στον Θεό, που εγκατέλειψε ολόκληρη την οικογένειά της. Τώρα που την έχουμε, πρέπει να την τακτοποιήσουμε μια για πάντα!» Όταν τον άκουσα να το λέει αυτό, η καρδιά μου άρχισε να φωνάζει: «Πότε, άραγε, δεν ήθελα να πάω σπίτι; Ο θάνατος του συζύγου μου ήταν ολέθριος, και ανησυχούσα τρομερά όταν χειρουργήθηκε ο γιος μου στην καρδιά. Ήθελα τόσο πολύ να είμαι στο πλευρό του γιου μου. Δεν ήταν ότι τους είχα εγκαταλείψει, ήταν ότι η κυβέρνηση του ΚΚΚ με καταδίωκε αδιάκοπα και με κυνηγούσε, κάνοντάς το αδύνατο για μένα να πάω σπίτι!» Η κλούβα έτρεχε στον αυτοκινητόδρομο προς το σπίτι μου κι εγώ έκλαιγα σιωπηλά μέσα μου. Προσευχόμουν στον Θεό ασταμάτητα: «Θεέ μου! Λείπω από το σπίτι εδώ και χρόνια εξαιτίας της δίωξης του ΚΚΚ. Σύντομα θα δω την οικογένειά μου και φοβάμαι ότι δεν θα παραμείνω δυνατή όταν τους δω και ότι θα πέσω θύμα του πονηρού σχεδίου του Σατανά. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με και επίτρεψέ μου να ζήσω με την αξιοπρέπεια και το τσαγανό ενός πιστού του Θεού, ακόμη και απέναντι στον Σατανά. Ας μη με ξεγελάσουν. Ζητώ απλώς να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου για Σένα για να Σε ικανοποιήσω!» Όταν τελείωσε η προσευχή μου, αισθάνθηκα πολύ πιο χαλαρή και ένιωσα μια αίσθηση απελευθέρωσης. Ήξερα ότι ήταν ο Θεός που με συνόδευε και μου έδινε δύναμη. Όταν ήμασταν σχεδόν στο σπίτι μου, οι αστυνομικοί σταμάτησαν στο πλάι του αυτοκινητόδρομου. Φορώντας τη στολή της κρατουμένης και χειροπέδες, αναγκάστηκα να τους οδηγήσω με τα πόδια στο σπίτι μου. Όλοι οι γείτονές μου στέκονταν σε απόσταση κοιτάζοντάς με και χειρονομώντας προς την κατεύθυνσή μου. Τους άκουγα να με προσβάλλουν και να με χλευάζουν πίσω από την πλάτη μου. Όταν περάσαμε την πύλη που οδηγούσε στην αυλή, είδα αμέσως τον γιο μου εκεί να πλένει ρούχα. Με άκουσε να μπαίνω, αλλά δεν σήκωσε το κεφάλι του, και κατάλαβα τότε ότι με μισούσε. Τα μαλλιά των πεθερών μου είχαν ασπρίσει. Η πεθερά μου βγήκε και χαιρέτησε τους κακούς εκείνους αστυνομικούς, όμως, στη συνέχεια, παρέμεινε σιωπηλή. Ένας κακός αστυνομικός ρώτησε: «Αυτή η γυναίκα είναι νύφη σας;» Ένευσε ελαφρά καταφατικά. Έπειτα, άρχισε να απειλεί τους πεθερούς μου λέγοντας: «Εάν δεν συνεργαστεί μαζί μας, θα πρέπει να καλέσουμε το σχολείο και, πολύ σύντομα, οι γιοί της θα πάρουν πόδι. Θα ακυρώσουμε ακόμη και τις παροχές της κοινωνικής σας ασφάλισης, μαζί με κάθε άλλη παροχή που λαμβάνετε». Τα πρόσωπα των δύο ηλικιωμένων πεθερών μου χλόμιασαν καθώς τους απειλούσε, και η φωνή τους έτρεμε ενώ μιλούσαν. Παραδέχτηκαν βιαστικά ότι έλειπα για έξι ή επτά χρόνια και ότι ασκούσα την πίστη μου αλλού. Η αστυνομία, τότε, μούγκρισε σ’ αυτούς: «Το Κόμμα κι ο λαός σάς φροντίζουν πολύ καλά όλα αυτά τα χρόνια. Πείτε μας, είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα καλό;» Η πεθερά μου ήταν τόσο φοβισμένη, που απάντησε αμέσως: «Ναι, είναι καλό». Η αστυνομία τότε ρώτησε: «Και οι τρέχουσες πολιτικές της είναι καλές;» «Ναι, είναι καλές», απάντησε. «Και όλες τις καταστροφές που συνέβησαν στην οικογένειά σας», συνέχισε ο αστυνομικός, «και τον θάνατο του γιου σας, δεν τα προκάλεσε όλα η νύφη σας; Δεν έφερε κακοτυχία στην οικογένειά σας;» Η πεθερά μου χαμήλωσε το κεφάλι και ένευσε ελαφρά καταφατικά. Βλέποντας ότι το σχέδιό τους είχε δουλέψει, οι αστυνομικοί με έσυραν μέσα και με έβαλαν να δω όλα τα βραβεία που είχε κερδίσει ο γιος μου και ήταν τοποθετημένα στον τοίχο. Ένας από αυτούς πήρε στη συνέχεια ύφος και με έδειξε, επιπλήττοντάς με λέγοντας: «Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω συναντήσει κάποιον με τόσο λίγη ανθρωπιά όσο εσύ. Ένας τόσο καλός γιος και εσύ απλώς τον εγκαταλείπεις και τρέχεις να πιστεύεις τον Θεό! Τι κερδίζεις κάνοντάς το αυτό;» Κοιτάζοντας όλα τα βραβεία που είχε κερδίσει ο γιος μου να καλύπτουν τον τοίχο, σκέφτηκα πώς η πίστη μου επηρέαζε πλέον τις σπουδές του και πώς οι πεθεροί μου εκφοβίζονταν και απειλούνταν —η οικογένειά μου είχε διαλυθεί! Ποια, όμως, ήταν η αιτία για όλα αυτά; Οφείλονταν μόνο στην πίστη μου; Η πίστη μου στον Θεό σημαίνει να επιδιώκω την αλήθεια και να βαδίζω στο σωστό μονοπάτι στη ζωή. Τι κακό έχει αυτό; Αν το ΚΚΚ δεν με κυνηγούσε και δεν με καταδίωκε, θα έπρεπε να μένω μακριά από το ίδιο μου το σπίτι και να κρύβομαι όλα αυτά τα χρόνια; Και όμως, με κατηγορούσαν ψευδώς ότι δεν φροντίζω την οικογένειά μου και δεν ζω τη ζωή μου. Με αυτόν τον τρόπο, δεν διαστρέβλωναν ξεκάθαρα τα γεγονότα και δεν ανέστρεφαν την αλήθεια; Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το μίσος που ένιωθα μέσα μου για αυτούς τους δαίμονες του Σατανά φούσκωσε και ήταν έτοιμο να εκραγεί από μέσα μου σαν ηφαίστειο που ξεσπά —ήθελα να φωνάξω: «Δαίμονες του Σατανά! Σας μισώ! Σας μισώ ως το μεδούλι! Η δίωξη της κυβέρνησης του ΚΚΚ δεν ήταν αυτή που με κρατούσε μακριά από το ίδιο μου το σπίτι όλα αυτά τα χρόνια; Μήπως δεν ήθελα να είμαι στο πλευρό του γιου μου για να του προσφέρω τη μητρική αγάπη και θαλπωρή; Μήπως δεν ήθελα να ζω γαλήνια και ευτυχισμένα με την οικογένειά μου; Και όμως, εσείς, οι διάβολοι του Σατανά, ξαφνικά τώρα μεταμορφώνεστε και προσποιείστε ότι είστε καλοί, και με διαμαρτυρίες αποδίδετε την ευθύνη για όλα τα κακά που συνέβησαν στην οικογένειά μας στον Θεό και ρίχνετε την ευθύνη για όλα αυτά στους ώμους μου. Πραγματικά, φέρνετε τούμπα την αλήθεια και όλα όσα ξεστομίζετε είναι ανοησίες! Εσείς, τα κακά πνεύματα, είστε πολύ διεστραμμένοι, και παριστάνετε τους αθώους, ενώ είστε οι χειρότεροι εγκληματίες όλων. Εσείς είστε τα πραγματικά σύνεργα της μαγγανείας, οι κακοί οιωνοί, οι φορείς της κακοτυχίας! Η κυβέρνηση του ΚΚΚ είναι ο κύριος υπαίτιος της καταστροφής της οικογένειάς μου! Για ποια ευτυχία μπορεί κανείς να μιλήσει για τους ανθρώπους που ζουν σε αυτήν τη χώρα;» Μόλις τελείωσαν τα παραμύθια τους, μου φώναξαν: «Κουνήσου» και με διέταξαν να βγω από το σπίτι. Αναπέμπω ευχαριστίες στον Παντοδύναμο Θεό που με προστάτευσε και μου επέτρεψε να διακρίνω τα πονηρά σχέδια του Σατανά, να δω ξεκάθαρα την αντιδραστική μοχθηρία του κακού ΚΚΚ και να σταθώ ακλόνητη στη μαρτυρία μου!

Στις 12 Ιανουαρίου, η αστυνομία με ανέκρινε για τελευταία φορά. Δύο αστυνομικοί προσπάθησαν για άλλη μια φορά να με αναγκάσουν να πουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου, αλλά, ανεξάρτητα από το πόσο με απείλησαν και με πίεσαν, εγώ είπα απλώς ότι δεν ξέρω. Όταν με άκουσαν να λέω ότι δεν ξέρω τίποτα, αμέσως εξοργίστηκαν και άρχισαν να με χαστουκίζουν δυνατά και να τραβούν τα μαλλιά μου σαν να είχαν τρελαθεί. Στέκονταν αριστερά και δεξιά μου, σπρώχνοντάς με εδώ κι εκεί και κλωτσώντας με στα πόδια όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Έπειτα, με χτύπησαν στο κεφάλι με έναν χάλκινο σωλήνα φωνάζοντας: «Νομίζεις ότι δεν θα σε χτυπήσω; Τι θα κάνεις, λοιπόν, γι’ αυτό; Για να δούμε πόσο σκληρή είσαι!» Ευχαριστώ τον Παντοδύναμο Θεό που με προστάτευσε. Μολονότι με υπέβαλαν σε τέτοιους βασανισμούς, το μόνο που ένιωθα, ήταν το σώμα μου να μουδιάζει. Ένιωσα πολύ λίγο πόνο. Αυτοί οι δύο κακοί αστυνομικοί με βασάνιζαν για τέσσερις ώρες, μέχρι που εξαντλήθηκαν τελείως και ήταν κάθιδροι, και μόνο τότε σταμάτησαν. Κάθισαν σε έναν καναπέ προσπαθώντας να πάρουν ανάσα και λέγοντας: «Ωραία, περίμενε και θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου στη φυλακή. Τότε, δεν θα είσαι ελεύθερη ποτέ ξανά, ακόμη κι αν πεθάνεις!» Δεν ένιωσα τίποτα όταν τους άκουσα να το λένε αυτό, καθώς είχα ήδη σκληρύνει την καρδιά μου και ορκίστηκα να μην παραδοθώ ποτέ σε αυτούς τους διάβολους, ακόμη και με τίμημα τη ζωή μου. Είπα μια σιωπηρή προσευχή στον Θεό: «Θεέ μου, επιθυμώ να αφεθώ σ’ Εσένα. Ακόμη και αν η κακή αστυνομία με κλείσει μέσα για το υπόλοιπο της ζωής μου, θα συνεχίσω να Σε ακολουθώ μέχρι τέλους. Θα Σε αινώ ακόμη κι αν με ρίξουν στην κόλαση!» Όταν επέστρεψα στο κελί μου, ήμουν σίγουρη ότι θα με στείλουν στη φυλακή για την υπόλοιπη ζωή μου, οπότε εξεπλάγην όταν ο Θεός άνοιξε μια διέξοδο για μένα. Το απόγευμα της 16ης Ιανουαρίου, η αστυνομία με άφησε απροσδόκητα να φύγω χωρίς κατηγορίες.

Αυτή η σπαρακτική εμπειρία ήταν σαν ένα κακό όνειρο που δεν αντέχω να θυμάμαι. Ποτέ, ούτε και στα πιο τρελά μου όνειρα, δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι μια τόσο συνηθισμένη γυναίκα όπως εγώ θα γινόταν «αντικείμενο ενδιαφέροντος» για την αστυνομία απλά και μόνο επειδή πιστεύει στον Θεό, ή ότι η κυβέρνηση του ΚΚΚ θα με θεωρούσε εχθρό και αυτό θα με εξέθετε σε τέτοιο θανάσιμο κίνδυνο. Κάποτε, κατά τη διάρκεια μιας ανάκρισης, τους ρώτησα: «Τι έκανα λάθος; Ποιον νόμο έχω παραβεί; Τι πράγματα είπα ενάντια στο Κόμμα ή εναντίον του λαού; Γιατί με συλλάβατε;» Η αστυνομία δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στις ερωτήσεις μου και, γι’ αυτό, απλώς μου φώναξαν: «Μπορείς να πας να κλέβεις και να ληστεύεις πράγματα, μπορείς να διαπράττεις φόνους και εμπρησμούς, μπορείς να πας να πουλήσεις το κορμί σου, δεν μας νοιάζει. Πιστεύοντας στον Θεό, τοποθετείσαι εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος και πρέπει να τιμωρηθείς!» Τέτοια άδικα και τυραννικά λόγια που παραμόρφωναν την αλήθεια έβγαιναν κατευθείαν από το στόμα του διαβόλου! Η πίστη στον Θεό και η λατρεία Του είναι μια αναλλοίωτη αρχή· συνάδουν με το θέλημα του Ουρανού και συμφωνούν με την καρδιά του ανθρώπου. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ αντιστέκεται στον Θεό και απαγορεύει στους ανθρώπους να ακολουθούν το σωστό μονοπάτι. Αντ’ αυτού, ρίχνει την ευθύνη στα θύματά της και ισχυρίζεται ξεδιάντροπα ότι είμαστε εχθροί της, εκθέτοντας έτσι εντελώς τη δαιμονική της ουσία! Η κυβέρνηση του ΚΚΚ όχι μόνο αντιστέκεται φρενιασμένα στο έργο του Θεού και συλλαμβάνει τους πιστούς, αλλά, επιπλέον, κατασκευάζει φήμες για να εξαπατά τον λαό, έτσι ώστε όλοι να πιστεύουν τα ψέματά της και να αρνούνται τον Θεό και να Του αντιστέκονται. Καταστρέφει, επίσης, τις πιθανότητες των ανθρώπων να επιτύχουν την πραγματική σωτηρία. Τα κακά που έχει κάνει το ΚΚΚ είναι, πραγματικά, πάρα πολλά για να τα απαριθμήσω, και έχει προκαλέσει την οργή τόσο του ανθρώπου όσο και του Θεού! Αφού υπέστην τα δεινά που προκάλεσαν αυτοί οι δαίμονες, είδα τελικά με απόλυτη σαφήνεια την αντιτιθέμενη στον Θεό αντιδραστική ουσία του ΚΚΚ, που έρχεται σε αντίθεση με το θέλημα του Ουρανού, και εκτίμησα πραγματικά την αγάπη και τη φροντίδα του Θεού. Είδα ότι η ουσία του Θεού είναι ομορφιά και καλοσύνη. Κάθε φορά που πονούσα υπερβολικά ή που έβρισκα τα δεινά μου πιο δυσβάστακτα, ο λόγος του Θεού ήταν μέσα μου, καθοδηγώντας με και διαφωτίζοντάς με, χαρίζοντάς μου δύναμη και δίνοντάς μου πίστη· μου έδωσε, δε, την ευκαιρία να διακρίνω τα πονηρά σχέδια του Σατανά και να μείνω ακλόνητη. Ένιωσα αληθινά την παρουσία και την καθοδήγηση του Θεού, και μόνο τότε μπόρεσα να νικήσω κάθε δυσκολία και να παραμείνω σταθερή στη μαρτυρία μου —η αγάπη του Θεού είναι πολύ μεγάλη! Από σήμερα, θα αφιερώσω τα πάντα για να ξεπληρώσω την αγάπη του Θεού και θα προσπαθήσω να κερδίσω την αλήθεια και να ζήσω μια ουσιαστική ζωή.

Προηγούμενο: 20. Το βίωμα μιας βάναυσης δίωξης έχει ενδυναμώσει την πίστη μου στον Θεό

Επόμενο: 22. Ο λόγος του Θεού είναι η δύναμή μου στη ζωή

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο