31. Στο χείλος του θανάτου, ο Παντοδύναμος Θεός ήλθε προς ενίσχυσή μου

Από τον Βανγκ Τσενγκ, επαρχία Χεμπέι

Όταν ήμουν πιστός του Κυρίου Ιησού Χριστού, διώχθηκα από την κυβέρνηση του ΚΚΚ. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το «έγκλημα» της πίστης μου στον Κύριο Ιησού ως αιτιολογία για να με κάνει συχνά να κακοπερνάω και να με καταπιέζει. Μάλιστα, διέταξε τα στελέχη του χωριού να κάνουν συχνές επισκέψεις στο σπίτι μου για να διερευνούν την άσκηση της πίστης μου. Το 1998, αποδέχτηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες. Όταν άκουσα τα λόγια που είχε προφέρει προσωπικά ο Δημιουργός, ενθουσιάστηκα και συγκινήθηκα κατά τρόπο που δεν μπορώ καν να περιγράψω. Με την ενθάρρυνση της αγάπης του Θεού, πήρα την εξής απόφαση: θα ακολουθούσα τον Παντοδύναμο Θεό ως το τέλος, ό,τι κι αν συνέβαινε. Εκείνη την περίοδο, παρευρισκόμουν με ενθουσιασμό σε συναντήσεις και διέδιδα το ευαγγέλιο, κάτι το οποίο προσέλκυσε για άλλη μια φορά την προσοχή της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Αυτήν τη φορά, η εκ μέρους τους δίωξή μου ήταν χειρότερη από ποτέ. Έγινε τόσο άγρια, που δεν μπορούσα να ασκήσω την πίστη μου κανονικά στο ίδιο μου το σπίτι και αναγκάστηκα να φύγω για να εκπληρώνω τα καθήκοντά μου.

Το 2006, ήμουν υπεύθυνος για τις εργασίες εκτύπωσης βιβλίων του λόγου του Θεού. Μία φορά κατά τη μεταφορά βιβλίων, λίγοι αδελφοί και αδελφές και ο οδηγός της εταιρείας εκτύπωσης συνελήφθησαν, δυστυχώς, από την αστυνομία του ΚΚΚ. Και τα δέκα χιλιάδες αντίτυπα του βιβλίου «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται» που βρίσκονταν στο φορτηγό κατασχέθηκαν. Αργότερα, ο οδηγός κάρφωσε περισσότερους από δέκα άλλους αδελφούς και αδελφές και όλοι τους ετέθησαν υπό κράτηση, ο ένας μετά τον άλλον. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλη αναταραχή σε δύο επαρχίες και η υπόθεση παρακολουθείτο άμεσα από τις κεντρικές αρχές. Όταν η κυβέρνηση του ΚΚΚ ανακάλυψε ότι ήμουν ο επικεφαλής, δεν εφείσθησαν εξόδων, αναπτύσσοντας ένοπλες αστυνομικές δυνάμεις για να διερευνήσουν όλους τους τομείς δραστηριότητας που σχετίζονταν με την εργασία μου. Κατάσχεσαν δύο αυτοκίνητα και ένα φορτηγάκι από την εταιρεία εκτύπωσης με την οποία συνεργαζόμασταν και επίσης ιδιοποιήθηκαν 65.500 γιουάν από την εταιρεία, εκτός από πάνω από 3.000 γιουάν που έκλεψαν από τις αδελφές και τους αδελφούς που ήταν στο φορτηγό εκείνη την ημέρα. Επιπλέον, η αστυνομία ήλθε και έψαξε το σπίτι μου δύο φορές. Κάθε φορά που έρχονταν, γκρέμιζαν με κλοτσιές την μπροστινή πόρτα, διέλυαν και έσπαγαν τα υπάρχοντά μου και έκαναν ολόκληρο το σπίτι άνω-κάτω. Ήταν χειρότεροι κι από συμμορία περιπλανώμενων ληστών! Στη συνέχεια, επειδή η κυβέρνηση του ΚΚΚ δεν μπόρεσε να με βρει, συγκέντρωσαν όλους μου τους γείτονες, φίλους και συγγενείς και τους ανέκριναν ως προς τις κινήσεις μου.

Αναγκάστηκα να το σκάσω στο απομακρυσμένο σπίτι ενός συγγενή για να αποφύγω τη σύλληψη και τη δίωξη από την κυβέρνηση του ΚΚΚ. Δεν μπορούσα καν να διανοηθώ ότι η αστυνομία του ΚΚΚ θα συνέχιζε να με εντοπίζει σε τόσο μεγάλη απόσταση για να κάνει τη σύλληψή μου. Κι όμως, τη νύχτα της τρίτης ημέρας μετά την άφιξή μου στο σπίτι του συγγενή μου, ένα απόσπασμα περίπου 100 αστυνομικών που απαρτίζετο από μια αστυνομική μονάδα από τη γενέτειρά μου σε συνεργασία με την τοπική αστυνομία δίωξης εγκλήματος και την ένοπλη αστυνομία, περικύκλωσε εντελώς το σπίτι του συγγενή μου και στη συνέχεια προέβη στη σύλληψη όλων των συγγενών μου. Ήμουν περικυκλωμένος από περισσότερους από δέκα ένοπλους αστυνομικούς, όλοι τους με όπλα που σημάδευαν το κεφάλι μου και οι οποίοι φώναζαν θυμωμένοι: «Μία κίνηση και είσαι νεκρός!» Κατόπιν, μερικοί από τους αστυνομικούς πήδηξαν επάνω μου και άρχισαν όλοι να προσπαθούν να δέσουν με χειροπέδες τα χέρια μου πίσω από την πλάτη. Τράβηξαν το δεξί μου χέρι πάνω από τον ώμο μου και στη συνέχεια έφεραν τον αριστερό μου βραχίονα πίσω από την πλάτη μου και μου τράβηξαν άγρια το χέρι προς τα πάνω. Όταν δεν μπόρεσαν να μου δέσουν μαζί τα χέρια με χειροπέδες, ποδοπάτησαν την πλάτη μου και τραβούσαν ακόμη πιο άγρια, μέχρι που τα χέρια μου τελικά ήλθαν δια της βίας κοντά. Ο οξύς, έντονος πόνος ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο μπορούσα ν’ αντέξω, όσο όμως κι αν φώναζα: «Δεν μπορώ άλλο τον πόνο», οι αστυνομικοί δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να προσευχηθώ στον Θεό να μου δώσει δύναμη. Μου κατάσχεσαν 650 γιουάν κι έπειτα με ανέκριναν ως προς το πού φυλάει η εκκλησία τα χρήματά της, ζητώντας να τους παραδώσω όλα τα κονδύλια. Ήμουν πραγματικά εξοργισμένος και σκέφτηκα περιφρονητικά μέσα μου: «Αποκαλούνται “Λαϊκή Αστυνομία” και “προστάτες της ζωής και της περιουσίας των ανθρώπων”, και όμως ο λόγος που έχουν αναπτύξει ένα απόσπασμα αυτού του μεγέθους σε ένα τέτοιο μακρινό ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψή μου δεν είναι μόνο να παρεμποδίσουν το έργο του Θεού, αλλά και να λεηλατήσουν και να τσεπώσουν κεφάλαια της εκκλησίας! Αυτοί οι κακοί αστυνομικοί έχουν μια ακόρεστη δίψα για χρήματα. Στύβουν το μυαλό τους και δεν σταματούν μπροστά σε τίποτα για να γεμίσουν τον κορβανά τους. Ποιος ξέρει πόσες ασυνείδητες πράξεις έχουν διαπράξει κυνηγώντας τον πλούτο ή πόσες αθώες ανθρώπινες ζωές έχουν καταστρέψει για να πλουτίσουν οι ίδιοι;» Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ εξοργιζόμουν, και ορκίστηκα μέσα μου ότι ήταν καλύτερο να πεθάνω παρά να προδώσω τον Θεό. Ορκίστηκα μέσα μου να πολεμήσω αυτούς τους δαίμονες μέχρι τέλους. Όταν ένας από τους αστυνομικούς είδε πώς τους κοιτούσα θυμωμένος και σιωπηλός, ήλθε και με χτύπησε δυο φορές στο πρόσωπο, κάνοντας τα χείλη μου να πρηστούν και να τρέξει άφθονο αίμα. Επειδή δεν ικανοποιήθηκαν με αυτό, ωστόσο, οι κακοί αστυνομικοί συνέχισαν κλοτσώντας με άγρια ​​στα πόδια και βρίζοντάς με μέχρι που έπεσα στο έδαφος. Συνέχισαν να με κλοτσούν σαν μπάλα ποδοσφαίρου ενόσω βρισκόμουν στο έδαφος μέχρι που, μετά από κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, τελικά λιποθύμησα. Όταν ξύπνησα, βρισκόμουν ήδη σε ένα αυτοκίνητο με κατεύθυνση τη γενέτειρά μου. Μου είχαν περάσει μια τεράστια χαλύβδινη αλυσίδα που έδενε τον λαιμό με τους αστραγάλους μου, έτσι ώστε δεν μπορούσα να κάθομαι ίσια, αλλά αναγκαζόμουν να κοιτάω προς τα κάτω, διπλωμένος σε εμβρυϊκή στάση και μετά βίας στηριζόμενος από το στήθος και το κεφάλι μου. Όταν οι αστυνομικοί είδαν ότι προφανώς πονούσα, απλώς γέλασαν κακαρίζοντας και παρατήρησαν σαρκαστικά: «Για να δούμε αν ο Θεός σου μπορεί να σε σώσει τώρα!», μαζί με κάποιες άλλες ταπεινωτικές παρατηρήσεις. Κατάλαβα ξεκάθαρα ότι ο λόγος που με μεταχειρίζονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν επειδή ήμουν πιστός του Παντοδύναμου Θεού. Ήταν ακριβώς όπως είχε πει κι ο Θεός την Εποχή της Χάριτος: «Εάν ο κόσμος σας μισή, εξεύρετε ότι εμέ πρότερον υμών εμίσησεν» (Κατά Ιωάννην 15:18). Όσο περισσότερο με ταπείνωναν, τόσο πιο ξεκάθαρα διαπίστωνα τη δαιμονική τους ουσία ως εχθρών του Θεού και την κακή τους φύση που Τον μισεί, κάτι το οποίο με έκανε να τους σιχαθώ ακόμη περισσότερο. Την ίδια στιγμή, έκανα συνεχώς εκκλήσεις στον Θεό, προσευχόμενος: «Αγαπημένε μου Παντοδύναμε Θεέ! Το ότι επέτρεψες να συλληφθώ από την αστυνομία οφείλεται σίγουρα στις καλές Σου προθέσεις και είμαι πρόθυμος να υποταχθώ σ’ Εσένα. Σήμερα, αν και το σαρκικό σώμα μου πονάει, είμαι πρόθυμος να παραμείνω σταθερός στη μαρτυρία μου για Σένα για να ντροπιάσω τον παλαιό διάβολο. Δεν θα υποταχθώ σ’ αυτόν σε καμία περίπτωση. Ελπίζω να μου δώσεις πίστη και σοφία». Όταν τελείωσα την προσευχή μου, σκέφτηκα το εξής χωρίο του λόγου του Θεού: «Να είσαι ήσυχος μέσα Μου, διότι Εγώ είμαι ο Θεός σου, ο μόνος Λυτρωτής σας. Πρέπει να ησυχάζετε την καρδιά σας την κάθε στιγμή και να ζείτε μέσα Μου· είμαι ο βράχος σου, Αυτός που σας υποστηρίζει» («Κεφάλαιο 26» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ο λόγος του Θεού μού έδωσε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη και αποφασιστικότητα. Ο Θεός κυβερνά κυρίαρχος τα πάντα, και η ζωή κι ο θάνατος του ανθρώπου βρίσκονται στα χέρια Του. Με τον Παντοδύναμο Θεό σταθερό στήριγμά μου, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ! Μετά από αυτό, είχα ανανεωμένη πίστη κι ένα μονοπάτι να κάνω πράξη και ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω τα σκληρά βασανιστήρια που με περίμεναν.

Κατά τη μακρά εκείνη 18ωρη διαδρομή επιστροφής στη γενέτειρά μου με τη συνοδεία τους, έχασα το μέτρημα πόσες φορές λιποθύμησα από τον πόνο, όμως κανένας από αυτούς τους αγροίκους της αστυνομίας δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον. Όταν τελικά φτάσαμε, ήταν περασμένες δύο το πρωί. Ένιωθα σαν να είχε πήξει όλο το αίμα στο σώμα μου —τα χέρια και τα πόδια μου ήταν πρησμένα και μουδιασμένα και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Άκουσα έναν από τους αστυνομικούς να λέει: «Νομίζω ότι πέθανε». Ένας από αυτούς άρπαξε τη χαλύβδινη αλυσίδα και την τράβηξε κάτω με κτηνώδη δύναμη, κάνοντας τις οδοντωτές άκρες να χωθούν μες στη σάρκα μου. Σωριάστηκα έξω από το αυτοκίνητο και λιποθύμησα για μία ακόμη φορά από τον πόνο. Οι αστυνομικοί με κλότσαγαν μέχρι να ξυπνήσω και στη συνέχεια ούρλιαζαν: «Να πάρει! Προσπαθείς να κάνεις τον πεθαμένο, ε; Μόλις ξεκουραστούμε, θα το πληρώσεις αυτό!» Έπειτα, με έσυραν βίαια σε ένα κελί στην πτέρυγα των θανατοποινιτών και, καθώς έφευγαν, είπαν: «Κανονίσαμε αυτό το κελί ειδικά για σένα». Αρκετοί κρατούμενοι ενοχλήθηκαν στον ύπνο τους καθώς με έσερναν μέσα και το μοχθηρό βλέμμα τους με τρόμαξε τόσο που ζάρωσα σε μια γωνιά, φοβούμενος να κουνηθώ. Έμοιαζε σαν να είχα μπει σε κάποιου είδους επίγεια κόλαση. Όταν ξημέρωσε, οι άλλοι κρατούμενοι μαζεύτηκαν όλοι γύρω μου, κοιτάζοντάς με σαν να ήμουν κάποιο είδος εξωγήινου. Όλοι χύμηξαν επάνω μου, τρομάζοντάς με τόσο πολύ που αμέσως έκατσα στο πάτωμα. Η αναταραχή ξύπνησε τον αρχικρατούμενο —μου έριξε μια ματιά και είπε ψυχρά: «Κάντε ό,τι θέλετε μαζί του, απλώς μην τον δείρετε μέχρι θανάτου». Οι κρατούμενοι ανταποκρίθηκαν στα λόγια του αρχικρατούμενου σαν να είχε εκδώσει αυτοκρατορικό διάταγμα. Έσπευσαν, έτοιμοι να με δείρουν. Σκέφτηκα μέσα μου: «Τώρα την πάτησες. Οι μπάτσοι με παρέδωσαν σε αυτούς τους θανατοποινίτες για να κάνουν τη βρόμικη δουλειά τους —με στέλνουν εσκεμμένα στον θάνατο». Ένιωσα τελείως τρομαγμένος και αβοήθητος, και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να εμπιστευτώ τη ζωή μου στον Θεό και να αποδεχτώ τις ενορχηστρώσεις Του. Ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόμουν για τον ξυλοδαρμό, συνέβη κάτι απίστευτο· άκουσα κάποιον να φωνάζει επιτακτικά: «Μια στιγμή!» Ο αρχικρατούμενος ήρθε τρέχοντας, με ανασήκωσε και με κοίταζε για μερικά λεπτά, όπως μου φάνηκε. Ήμουν τόσο φοβισμένος που δεν τολμούσα καν να τον κοιτάξω κι εγώ. «Πώς ένα καλό παιδί όπως εσύ βρίσκεται σε ένα τέτοιο μέρος;» ρώτησε. Όταν τον άκουσα να μιλάει σε εμένα, τον κοίταξα καλύτερα και συνειδητοποίησα ότι ήταν φίλος ενός φίλου που είχα συναντήσει μία φορά στο παρελθόν. Στη συνέχεια, απευθύνθηκε στους άλλους κρατούμενους, λέγοντας: «Αυτός ο άνθρωπος είναι φίλος μου. Αν τον αγγίξει κανείς, θα έχει να κάνει μαζί μου!» Έπειτα, έσπευσε να μου αγοράσει ένα γεύμα και με βοήθησε να βρω διάφορα είδη περιποίησης και καθημερινά αντικείμενα που χρειαζόμουν στη φυλακή. Μετά από αυτό, κανένας από τους άλλους κρατούμενους δεν τόλμησε να με πειράξει. Ήξερα ότι όλα όσα είχαν συμβεί ήταν αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού και ότι επρόκειτο για σοφή ρύθμισή Του. Η αστυνομία θέλησε αρχικά να χρησιμοποιήσει τους άλλους κρατούμενους για να με βασανίσουν ανελέητα, όμως δεν φαντάστηκαν ποτέ ότι ο Θεός θα κινείτο μέσω του αρχικρατούμενου για να με βοηθήσει να αποφύγω αυτήν τη σφαίρα. Συγκινήθηκα τόσο που δάκρυσα και άθελά μου απηύθυνα αίνους προς τον Θεό μέσα από την καρδιά μου, λέγοντας: «Αγαπημένε μου Θεέ! Σε ευχαριστώ που μου έδειξες το έλεός Σου! Εσύ ήλθες σε βοήθειά μου μέσω αυτού του φίλου όταν ήμουν όσο δεν πάει φοβισμένος, αβοήθητος και αδύναμος, επιτρέποντάς μου να γίνω μάρτυρας των πράξεών Σου. Εσύ κινητοποιείς τα πάντα ώστε να Σου παρέχουν υπηρεσίες προς όφελος όσων πιστεύουν σε Εσένα». Εκείνη τη στιγμή, η πίστη μου στον Θεό μεγάλωσε ακόμη περισσότερο επειδή είχα βιώσει προσωπικά την αγάπη Του. Αν και με είχαν ρίξει στην κοιλιά του θηρίου, ο Θεός δεν με εγκατέλειψε. Με τον Θεό στο πλευρό μου, τι είχα να φοβηθώ; Ο φίλος μου με παρηγόρησε λέγοντας: «Μην είσαι στενοχωρημένος. Ό,τι κι αν έκανες, μην τους πεις λέξη, ακόμη κι αν αυτό σε σκοτώσει. Όμως πρέπει να προετοιμαστείς ψυχολογικά και να γνωρίζεις ότι, εφόσον σε έβαλαν εδώ με ένα μάτσο θανατοποινίτες, δεν θα σ’ αφήσουν εύκολα». Από τα λόγια του φίλου μου ένιωσα ακόμη περισσότερο ότι ο Θεός με καθοδηγούσε ανά πάσα στιγμή και ότι είχε μιλήσει μέσω του συγκρατούμενού μου για να με προειδοποιήσει για το τι επρόκειτο να συμβεί. Προετοιμάστηκα πλήρως ψυχολογικά και ορκίστηκα σιωπηλά μέσα μου: ανεξάρτητα από το πώς θα με βασανίσουν οι δαίμονες αυτοί, ποτέ δεν θα προδώσω τον Θεό!

Τη δεύτερη μέρα, έφθασαν πάνω από δέκα ένοπλοι αστυνομικοί και με συνόδευσαν από το κατάστημα κράτησης σαν να ήμουν θανατοποινίτης σε μια απομακρυσμένη τοποθεσία στην ύπαιθρο. Η εγκατάσταση που με πήγαν ήταν ένα ψηλότειχο συγκρότημα με μεγάλη αυλή που φυλάσσονταν καλά από ένοπλους αστυνομικούς. Μια πινακίδα στην κύρια θύρα έλεγε: «Βάση εκπαίδευσης αστυνομικών σκύλων». Κάθε αίθουσα ήταν γεμάτη με κάθε είδους όργανα βασανιστηρίων. Φαινόταν ότι με είχαν φέρει σε μία από τις μυστικές εγκαταστάσεις ανάκρισης και βασανιστηρίων της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Καθώς κοίταζα γύρω μου, τα μαλλιά μου σηκώθηκαν όρθια και έτρεμα από φόβο. Οι κακοί αστυνομικοί με έβαλαν να σταθώ ακίνητος στη μέση της αυλής και έπειτα άφησαν ελεύθερα από ένα χαλύβδινο κλουβί τέσσερα αφύσικα μεγάλα κυνηγόσκυλα με άγρια όψη, με έδειξαν και διέταξαν τα άρτια εκπαιδευμένα αστυνομικά σκυλιά, λέγοντας: «Πηγαίνετε να σκοτώσετε!» Αμέσως, τα σκυλιά όρμησαν επάνω μου σαν αγέλη λύκων. Τρομοκρατήθηκα τόσο ώστε σφάλισα τα μάτια μου. Τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν και το μυαλό μου άδειασε —η μόνη σκέψη στο κεφάλι μου ήταν: «Θεέ μου! Σώσε με Σε παρακαλώ!» Απηύθυνα συνεχώς εκκλήσεις στον Θεό για βοήθεια και, μετά από δέκα περίπου λεπτά, μπορούσα να αισθανθώ τα σκυλιά να δαγκώνουν μόνο τα ρούχα μου. Ένα ιδιαίτερα μεγάλο κυνηγόσκυλο πάτησε πάνω στους ώμους μου, με μύρισε και στη συνέχεια έγλειψε το πρόσωπό μου, όμως ποτέ δεν με δάγκωσε. Θυμήθηκα ξαφνικά μια αφήγηση της Βίβλου στην οποία ο προφήτης Δανιήλ ρίχτηκε σε έναν λάκκο με πεινασμένα λιοντάρια επειδή λάτρευε τον Θεό, όμως τα λιοντάρια δεν του έκαναν κακό. Επειδή ο Θεός ήταν μαζί του, έστειλε έναν άγγελο να κλείσει τα σαγόνια των λιονταριών. Ξαφνικά, μια βαθιά αίσθηση πίστης με πλημμύρισε μέσα μου και διέλυσε όλο τον φόβο στην καρδιά μου. Είχα τη βαθιά πεποίθηση ότι όλα ενορχηστρώνονται από τον Θεό και ότι η ζωή κι ο θάνατος του ανθρώπου βρίσκονται στα χέρια Του. Εξάλλου, εάν επρόκειτο να με φάνε άγρια σκυλιά λόγω της πίστης μου στον Θεό και να πεθάνω μαρτυρικά, αυτό θα ήταν μεγάλη τιμή και δεν θα είχα κανένα απολύτως παράπονο. Όταν δεν με περιόριζε πλέον ο φόβος του θανάτου και ήμουν πρόθυμος να δώσω τη ζωή μου για να γίνω μάρτυρας του Θεού, βίωσα και πάλι την παντοδυναμία και τα θαυμαστά έργα Του. Εκείνη τη στιγμή, οι αστυνομικοί έφταναν τρέχοντας κοντά στα σκυλιά σε απόλυτη υστερία, ουρλιάζοντας: «Σκοτώστε! Σκοτώστε!» Ωστόσο, ξαφνικά, ήταν λες και τα άρτια αυτά εκπαιδευμένα κυνηγόσκυλα δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις εντολές των αφεντικών τους. Το μόνο που έκαναν ήταν να μου σχίζουν λίγο τα ρούχα, να γλείφουν το πρόσωπό μου και έπειτα να σκορπίζουν. Κάποιοι από τους κακούς αστυνομικούς προσπάθησαν να σταματήσουν τα σκυλιά και να τα στείλουν να μου επιτεθούν ξανά, όμως τα σκυλιά ξαφνικά φοβήθηκαν και διασκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Όταν οι αστυνομικοί είδαν τι είχε συμβεί, εξεπλάγησαν όλοι και είπαν: «Παράξενο, κανένα από τα σκυλιά δεν τον δαγκώνει». Θυμήθηκα ξαφνικά τα εξής λόγια του Θεού: «Η καρδιά και το πνεύμα του ανθρώπου κρατιούνται από το χέρι του Θεού και όλη η ζωή του ανθρώπου γίνεται αντιληπτή στα μάτια του Θεού. Ανεξάρτητα από το αν το πιστεύεις ή όχι αυτό, ο καθένας και όλα τα πράγματα, ζωντανά ή νεκρά, θα αλλάξουν, θα μετατραπούν, θα ανανεωθούν και θα εξαφανιστούν σύμφωνα με τις σκέψεις του Θεού. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός κυβερνάει τα πάντα» («Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής του ανθρώπου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα και έτσι φέρει όλη τη δημιουργία στο κράτος Του και την υποτάσσει στο κράτος Του· θα ελέγχει όλα τα πράγματα, έτσι ώστε να βρίσκονται στα χέρια Του. Όλη η δημιουργία του Θεού, συμπεριλαμβανομένων των ζώων, των φυτών, της ανθρωπότητας, των βουνών, των ποταμών, και των λιμνών - όλα πρέπει να βρεθούν υπό το κράτος Του. Όλα τα πράγματα στον ουρανό και στο έδαφος πρέπει να βρεθούν υπό το κράτος Του» («Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από το μονοπάτι που βαδίζει ο άνθρωπος» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Από τη δική μου εμπειρία, είχα διαπιστώσει με ποιον τρόπο τα πάντα στην πραγματική ζωή —ανεξάρτητα από το αν είναι ζωντανά ή νεκρά— υπόκεινται όλα στις ενορχηστρώσεις του Θεού και όλα κινούνται και αλλάζουν με τις σκέψεις Του. Ήμουν σε θέση να επιβιώσω αλώβητος μετά την επίθεση των κυνηγόσκυλων της αστυνομίας επειδή ο Παντοδύναμος Θεός είχε σφραγίσει τα στόματά τους και είχε κανονίσει να μην τολμήσουν να με δαγκώσουν. Γνώριζα πολύ καλά ότι αυτό είχε συμβεί μέσω της τεράστιας δύναμης του Θεού και ότι Εκείνος είχε αποκαλύψει ένα από τα θαυμαστά έργα Του. Είτε επρόκειτο για αυτούς τους αγροίκους της αστυνομίας, είτε για τα εκπαιδευμένα αστυνομικά σκυλιά, τα πάντα έπρεπε να υποτάσσονται στην εξουσία του Θεού. Κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κυριαρχία Του. Το ότι είχα πέσει στα διαβολικά χέρια της κυβέρνησης του ΚΚΚ και είχα βιώσει δοκιμασία παρόμοια με του προφήτη Δανιήλ οφείλετο χωρίς αμφιβολία στο ότι ο Θεός είχε κάνει μια εξαίρεση για να με εξυψώσει και να μου προσφέρει τη χάρη Του. Βιώνοντας τα παντοδύναμα έργα του Θεού, απέκτησα τελικά ακόμη μεγαλύτερη πίστη σ’ Αυτόν και ορκίστηκα να πολεμήσω τον διάβολο μέχρι το τέλος, αλλά και να πιστεύω και να λατρεύω τον Θεό για πάντα και να Του προσδώσω δόξα και τιμή!

Όταν οι αστυνομικοί δεν κατάφεραν να επιτύχουν τον επιθυμητό τους στόχο χρησιμοποιώντας τα σκυλιά επίθεσης, με έφεραν στην αίθουσα ανακρίσεων. Με κρέμασαν από τις χειροπέδες μου στον τοίχο και αμέσως ένιωσα έναν δριμύτατο πόνο στους καρπούς μου, σαν να επρόκειτο να μου κοπούν εντελώς τα χέρια. Μεγάλες στάλες ιδρώτα άρχισαν να τρέχουν στο πρόσωπό μου. Ωστόσο, οι αγροίκοι εκείνοι της αστυνομίας δεν είχαν τελειώσει ακόμη, και άρχισαν να μου ρίχνουν άγριες κλοτσιές και γροθιές με καταιγιστικούς ρυθμούς. Ενώ με χτυπούσαν, γάβγιζαν θυμωμένα: «Για να δούμε αν ο Θεός σου μπορεί να σε σώσει τώρα!» Με χτυπούσαν εναλλάξ —όταν ένας απ’ αυτούς κουραζόταν, ένας άλλος έπαιρνε τη θέση του. Με έδειραν μέχρι που γέμισα πληγές και μώλωπες από την κορυφή μέχρι τα νύχια και έτρεχε άφθονο αίμα. Εκείνη τη νύχτα, και πάλι δεν με κατέβασαν από τον τοίχο, ούτε μου επέτρεψαν να κλείσω τα μάτια μου. Είχαν αναθέσει σε δύο υφισταμένους με τέιζερ να με προσέχουν. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, με χτυπούσαν με ρεύμα για να μη με αφήσουν να κοιμηθώ. Με βασάνιζαν ολόκληρη τη νύχτα κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ενώ ένας από τους υφισταμένους με χτυπούσε, με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια και φώναξε: «Όταν σε δείρουν μέχρι να λιποθυμήσεις, εγώ θα σε δείρω μέχρι να ξυπνήσεις ξανά!» Λόγω της διαφώτισης του Θεού, ήξερα πολύ καλά τι συνέβαινε: ο Σατανάς προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει κάθε είδους τεχνικές βασανισμού για να με κάνει να συμβιβαστώ. Το σκεπτικό ήταν να με βασανίσει μέχρι να λυγίσει το πνεύμα μου και να χάσω τον έλεγχο των διανοητικών μου ικανοτήτων, οπότε ενδεχομένως να αποκάλυπτα τις πληροφορίες που αναζητούσαν. Θα μπορούσαν τότε να συλλάβουν τον εκλεκτό λαό του Θεού, να διαταράξουν το έργο Του τις έσχατες ημέρες και να λεηλατήσουν και να κατασχέσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Εκκλησίας του Παντοδύναμου Θεού για να γεμίσουν τον δικό τους κορβανά —αυτές ήταν οι ανεξέλεγκτες φιλοδοξίες της κτηνώδους φύσης τους. Έτριξα τα δόντια μου και άντεξα τον πόνο. Ορκίστηκα μέσα μου ότι δεν θα συμβιβαζόμουν μαζί τους, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα με απαγχόνιζαν. Το επόμενο πρωί, χαράματα, εξακολουθούσαν να μη δείχνουν σημάδια ότι θα με άφηναν κάτω και ήμουν ήδη εξαντλημένος· ένιωθα σαν να ήταν καλύτερα να είχα πεθάνει, και δεν είχα πια τη θέληση να συνεχίσω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να επικαλεστώ τον Θεό για βοήθεια, προσευχόμενος: «Θεέ μου! Ξέρω ότι μου αξίζει να υποφέρω, όμως το σώμα μου είναι πολύ αδύναμο και πραγματικά δεν μπορώ να αντέξω πολύ περισσότερο. Ενόσω αναπνέω ακόμη και έχω τις αισθήσεις μου, θέλω να Σου ζητήσω να πάρεις την ψυχή μου από αυτόν τον κόσμο. Δεν θέλω να γίνω Ιούδας και να Σε προδώσω». Ακριβώς τη στιγμή που ήμουν στα πρόθυρα να καταρρεύσω, ο λόγος του Θεού με διαφώτισε για μία ακόμη φορά και με καθοδήγησε: «“Το να ενσαρκώνομαι αυτήν τη φορά είναι σαν να πέφτω στο στόμα του λύκου”. Αυτό που θέλει να πει είναι ότι αυτήν τη φορά το έργο του Θεού Τον θέλει να ενσαρκώνεται και να γεννιέται στον τόπο όπου κατοικεί ο μεγάλος κόκκινος δράκος· η έλευσή του στη γη αυτήν τη φορά συνοδεύεται από ακόμα πιο ακραίους κινδύνους. Αυτό που Εκείνος αντιμετωπίζει είναι μαχαίρια, όπλα και γκλοπ· αυτό που Εκείνος αντιμετωπίζει είναι ο πειρασμός· αυτό που Εκείνος αντιμετωπίζει είναι πλήθη με δολοφονικά βλέμματα. Ριψοκινδυνεύει να σκοτωθεί ανά πάσα στιγμή» («Έργο και είσοδος (4)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Ο Θεός είναι ο υπέρτατος κυρίαρχος όλης της δημιουργίας —η κάθοδός Του ανάμεσα στους βαθύτερα διεφθαρμένους από όλους τους ανθρώπους για να μας σώσει αποτέλεσε ήδη απίστευτη ταπείνωση, έπρεπε όμως και να υπομείνει κάθε είδους διωγμό στα χέρια της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Η ταλαιπωρία που υπέστη ο Θεός είναι πραγματικά τεράστια. Εάν ο Θεός έχει υπομείνει όλον αυτόν τον πόνο και την ταλαιπωρία, γιατί να μην μπορώ να θυσιαστώ γι’ Αυτόν; Ο μόνος λόγος για τον οποίο ήμουν ακόμη ζωντανός ήταν χάρη στην προστασία και τη φροντίδα του Θεού, χωρίς την οποία η δαιμονική αυτή συμμορία θα με είχε βασανίσει εδώ και πολύ καιρό μέχρι θανάτου. Στο άντρο εκείνο του δαίμονα, αν και οι αχρείοι αυτοί χρησιμοποίησαν κάθε μέθοδο που είχαν στη διάθεσή τους για να με υποβάλουν σε σκληρά βασανιστήρια, όμως ο Θεός ήταν μαζί μου και, κάθε φορά που τα κατάφερνα σε κάποιο βασανιστήριο, γινόμουν μάρτυρας των θαυμαστών έργων Του, αλλά και της σωτηρίας και προστασίας Του. Σκέφτηκα μέσα μου: «Ο Θεός έχει κάνει τόσα πολλά για μένα, πώς πρέπει να παρηγορήσω την καρδιά Του; Δεδομένου ότι μου προσέφερε σήμερα αυτήν την ευκαιρία, θα πρέπει να συνεχίσω να ζω για Αυτόν!» Εκείνη τη στιγμή, η αγάπη του Θεού αφύπνισε εκ νέου τη συνείδησή μου και ένιωσα βαθιά ότι πρέπει οπωσδήποτε να Τον ικανοποιήσω. Επιβεβαίωσα μέσα μου το εξής: «Είναι τιμή μου να υποφέρω παράλληλα με τον Χριστό σήμερα!» Βλέποντας ότι και πάλι δεν μιλούσα και δεν είχα ζητήσει έλεος, αλλά και φοβούμενοι ότι μπορεί να πέθαινα σε αυτό το μέρος χωρίς να αποκαλύψω οιαδήποτε πληροφορία και τότε να είχαν μπλεξίματα με τους προϊσταμένους τους, οι κακοί αστυνομικοί σταμάτησαν να με χτυπούν. Μετά από αυτό, με κρέμασαν σε έναν τοίχο από τις χειροπέδες μου και με άφησαν εκεί για δύο ακόμη μέρες και δύο νύχτες.

Εκείνο το διάστημα έκανε πολύ κρύο, ήμουν μούσκεμα ως το κόκκαλο, τα ρούχα μου ήταν πολύ λεπτά για να παρέχουν οιαδήποτε προφύλαξη, δεν είχα φάει για αρκετές ημέρες και πείναγα και κρύωνα —πραγματικά δεν μπορούσα να αντέξω άλλο. Τη στιγμή ακριβώς που βρισκόμουν στα πρόθυρα κατάρρευσης, αυτή η συμμορία αγροίκων της αστυνομίας εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία μου για να εξυφάνει ένα ακόμη ύπουλο τέχνασμα: έφεραν ψυχολόγο να προσπαθήσει να μου κάνει πλύση εγκεφάλου. Είπε: «Είσαι ακόμη νέος και έχεις τους γονείς και τα παιδιά σου να στηρίξεις. Από τότε που ήλθες εδώ, οι ομόπιστοί σου, και ιδιαίτερα οι επικεφαλής της εκκλησίας σας, δεν έδειξαν την παραμικρή ανησυχία, κι όμως εσύ εδώ υποφέρεις γι’ αυτούς. Δεν νομίζεις ότι είσαι λίγο ανόητος; Οι αστυνομικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να σε βασανίσουν...» Ακούγοντας τα ψέματά του, σκέφτηκα μέσα μου: «Αν οι αδελφοί και οι αδελφές μου έρχονταν να με δουν εδώ, αυτό δεν θα ισοδυναμούσε με παράδοσή τους; Το λες αυτό απλώς και μόνο για να με εξαπατήσεις, να σπείρεις διχόνοια μεταξύ εμένα και των αδελφών μου και να με κάνεις να παρανοήσω, να κατηγορήσω και να εγκαταλείψω τον Θεό. Δεν πρόκειται να την πατήσω!» Μετά από αυτό, μου έφεραν να φάω και να πιώ, προσπαθώντας να με καλοπιάσουν με την υποτιθέμενη γενναιοδωρία τους. Απέναντι στην ξαφνική «καλοσύνη» αυτών των αγροίκων της αστυνομίας, η καρδιά μου προσκολλήθηκε ακόμη περισσότερο στον Θεό, επειδή ήξερα ότι ήμουν αδύναμος όσο δεν έπαιρνε εκείνη τη στιγμή και ο Σατανάς ήταν έτοιμος να χτυπήσει όποτε παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Οι εμπειρίες μου εκείνες τις μέρες μού επέτρεψαν να διακρίνω την ουσία της κυβέρνησης του ΚΚΚ. Ανεξάρτητα από το πώς υποκρινόταν ότι ήταν ευγενής και στοργική, η κακή, αντιδραστική και δαιμονική της ουσία ήταν αμετάβλητη. Η στρατηγική του διαβόλου για «μεταστροφή μέσω της τρυφερής συμπόνιας» απλώς εξέθετε περαιτέρω τα βάθη της προδοσίας και της δολιότητάς της. Ευχαριστώ τον Θεό που με καθοδήγησε να διακρίνω το πανούργο σχέδιο του Σατανά. Τελικά, ο ψυχολόγος απέτυχε να κάνει κάποια πρόοδο και κούνησε το κεφάλι του, λέγοντας: «Δεν μπορώ να βγάλω τίποτα απ’ αυτόν. Είναι πεισματάρης σαν μουλάρι, δεν υπάρχει ελπίδα!» Λέγοντάς το αυτό, έφυγε κατηφής. Βλέποντας τον Σατανά να φεύγει ηττημένος, η καρδιά μου γέμισε απερίγραπτη χαρά!

Όταν οι κακοί εκείνοι αστυνομικοί είδαν ότι οι ήπιες τακτικές τους είχαν αποτύχει, αποκάλυψαν αμέσως το αληθινό τους πρόσωπο, κρεμώντας με για μια ακόμη φορά από τον τοίχο για μια ολόκληρη ημέρα. Εκείνη τη νύχτα, ενώ κρεμόμουν εκεί, τρέμοντας από το κρύο, με τα χέρια μου τόσο πονεμένα που αισθανόμουν λες και θα έσπαγαν, αναλογίστηκα μέσα στο παραλήρημά μου ότι πραγματικά ενδέχεται να μην τα κατάφερνα. Ακριβώς τότε, μπήκαν αρκετοί αστυνομικοί και άρχισα ξανά να αναρωτιέμαι τι είδους μαρτύριο μού ετοίμαζαν. Στην αδυναμία μου, προσευχήθηκα και πάλι στον Θεό λέγοντας: «Θεέ μου, ξέρεις ότι είμαι αδύναμος και πραγματικά δεν μπορώ να αντέξω άλλο. Σε παρακαλώ, πάρε τη ζωή μου αυτήν τη στιγμή. Προτιμώ να πεθάνω παρά να γίνω Ιούδας και να Σε προδώσω. Δεν θα επιτρέψω να πετύχει το πανούργο σχέδιο αυτών των δαιμόνων!» Οι αστυνομικοί κράδαιναν τα ρόπαλά τους που είχαν μήκος λίγο μικρότερο από ένα μέτρο και άρχισαν να χτυπούν τις αρθρώσεις των ποδιών μου. Μερικοί από αυτούς γέλαγαν σαν μανιακοί καθώς με χτυπούσαν, άλλοι προσπαθούσαν να με δελεάσουν λέγοντας: «Μην είσαι απλώς ένας λάτρης της τιμωρίας. Δεν έχεις διαπράξει κανένα σοβαρό έγκλημα, δεν έχεις δολοφονήσει κανέναν, ούτε έχεις διαπράξει εμπρησμό. Απλώς πες μας ό,τι ξέρεις και θα σε αφήσουμε ήσυχο». Όταν και πάλι δεν μιλούσα, τους ήρθε αποπληξία και φώναζαν: «Νομίζεις ότι οι δεκάδες αστυνομικοί που στέκονται τώρα μπροστά σου είναι όλοι ανίκανοι; Έχουμε ανακρίνει αμέτρητους θανατοποινίτες εδώ και πάντα τους αποσπούμε ομολογία, ακόμη κι αν δεν έχουν κάνει τίποτα κακό. Όταν τους λέμε να μιλήσουν, μιλάνε. Τι σε κάνει να νομίζεις ότι είσαι διαφορετικός;» Μερικοί από αυτούς ήλθαν στη συνέχεια προς το μέρος μου και άρχισαν να τσιμπάνε και να στραμπουλάνε τα πόδια και τη μέση μου μέχρι που γέμισα μώλωπες. Σε μερικά σημεία με τσιμπούσαν τόσο δυνατά που έβγαινε αίμα. Κρεμασμένος από τον τοίχο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ήμουν ήδη εξαιρετικά αδύναμος, γεγονός το οποίο επιδείνωσε τον πόνο από τους αναίτιους ξυλοδαρμούς τους, μέχρι του σημείου να λαχταρώ να πεθάνω. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν εντελώς τσακισμένος —δεν μπορούσα να αντέξω άλλο και τελικά ξέσπασα σε δάκρυα. Ενώ έτρεχαν τα δάκρυα, στο μυαλό μου ξεπήδησαν σκέψεις προδοσίας: «Ίσως θα έπρεπε απλώς να τους πω κάτι. Εφόσον δεν βάζει κανέναν από τους αδελφούς και τις αδελφές μου σε μπελάδες, ακόμη κι αν με κατηγορήσουν ή με εκτελέσουν, ας γίνει έτσι!» Όταν εκείνη η συμμορία των κακών αστυνομικών με είδε να κλαίω, έσκασαν στα γέλια και, άκρως ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους, είπαν: «Εάν είχες πει κάτι νωρίτερα, δεν θα αναγκαζόμασταν να σε χτυπήσουμε έτσι». Με κατέβασαν από τον τοίχο και με έβαλαν να ξαπλώσω στο έδαφος. Μου έδωσαν λίγο νερό και μου επέτρεψαν να ξεκουραστώ για μια στιγμή. Στη συνέχεια, πήραν το χαρτί και το μολύβι που είχαν ετοιμάσει από πριν και ετοιμάστηκαν να καταγράψουν τη δήλωσή μου. Τη στιγμή ακριβώς που έπεφτα θύμα του πειρασμού του Σατανά και ήμουν στα πρόθυρα να προδώσω τον Θεό, ο λόγος του Θεού εμφανίστηκε για μία ακόμη φορά ξεκάθαρα στο μυαλό μου: «Δεν θα δώσω περισσότερο έλεος σε όσους δεν έδειξαν την παραμικρή πίστη σ’ Εμένα κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών, γιατί το έλεός Μου φτάνει μόνο μέχρι εκεί. Επιπλέον, δεν Μου αρέσουν εκείνοι που κάποτε Mε πρόδωσαν, πολύ λιγότερο δε, Μ’ αρέσει να συναναστρέφομαι όσους ξεπουλούν τα συμφέροντα των φίλων τους. Αυτή είναι η διάθεσή Μου, ανεξαρτήτως ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί. Πρέπει να σας πω το εξής: Όποιος ραγίζει την καρδιά Μου δεν θα λάβει επιείκεια από Εμένα για δεύτερη φορά και όποιος υπήρξε πιστός σ’ Εμένα θα παραμείνει για πάντα στην καρδιά Μου» («Προετοίμασε αρκετές καλές πράξεις για τον προορισμό σου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Στον λόγο του Θεού, είδα τη διάθεσή Του που δεν ανέχεται προσβολές και τις συνέπειες τού να Τον προδώσω. Συνειδητοποίησα επίσης την παρακοή μου. Η πίστη μου στον Θεό ήταν πάρα πολύ αδύναμη και δεν Τον κατανοούσα πραγματικά καθόλου, πόσω μάλλον δεν ήμουν πραγματικά καθόλου υπάκουος σ’ Αυτόν. Ως εκ τούτου, ήταν σίγουρο ότι θα πρόδιδα τον Θεό. Σκέφτηκα με ποιον τρόπο ο Ιούδας είχε ξεπουλήσει τον Ιησού για τριάκοντα μόλις αργύρια και πώς, τώρα ακριβώς, ήμουν έτοιμος να Τον προδώσω εγώ μόνο για μια στιγμή άνεσης και ευκολίας. Χωρίς την έγκαιρη διαφώτιση του λόγου του Θεού, θα είχα γίνει ένας από τους αιώνια καταδικασμένους προδότες του Θεού! Αφού κατανόησα το θέλημά Του, διαπίστωσα τελικά ότι ο Θεός είχε κάνει τις καλύτερες δυνατές διευθετήσεις. Σκέφτηκα μέσα μου: «Εάν ο Θεός επιτρέπει να υποφέρω ή να πεθάνω, είμαι πρόθυμος να υποταχθώ και να εναποθέσω τη ζωή και τον θάνατό μου στα χέρια Του. Δεν μου πέφτει λόγος ως προς αυτό. Ακόμη κι αν μου μένει μία μόνο αναπνοή, πρέπει να προσπαθήσω να ικανοποιήσω τον Θεό και να παραμείνω σταθερός στη μαρτυρία μου γι’ Αυτόν». Εκείνη τη στιγμή, μου ήλθε στον νου ένας ύμνος της εκκλησίας: «Κι αν σπάσει το κεφάλι μου, κι αν κυλήσει αίμα, το θάρρος του λαού του Θεού δεν θα χαθεί. Του Θεού η αποστολή βασίζεται στην καρδιά· είμαι αποφασισμένος τον διάβολο, τον Σατανά να εξευτελίσω» («Θέλω να δω την ημέρα της δόξας του Θεού» στο βιβλίο «Ακολουθήστε τον Αμνό και τραγουδήστε νέα τραγούδια»). Καθώς σιγομουρμούριζα τον ύμνο μέσα στο μυαλό μου, η πίστη μου αναζωογονήθηκε και αποφάσισα ότι αν επρόκειτο να πεθάνω, αυτό θα ήταν για τον Θεό. Ό,τι και να συνέβαινε, δεν μπορούσα να ενδώσω σ’ αυτόν τον παλαιό διάβολο, την κυβέρνηση του ΚΚΚ. Βλέποντας ότι ήμουν απλώς εκεί ξαπλωμένος στο πάτωμα χωρίς να κουνιέμαι, οι κακοί αστυνομικοί άρχισαν να με δελεάζουν λέγοντας: «Αξίζουν τον κόπο όλα αυτά τα βάσανα; Σου δίνουμε την ευκαιρία να κάνεις μια καλή πράξη εδώ. Πες μας όλα όσα ξέρεις. Ακόμη κι αν δεν πεις τίποτα, έχουμε όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία που χρειαζόμαστε για να σε καταδικάσουμε». Βλέποντας με ποιον τρόπο αυτοί οι ανθρωποφάγοι δαίμονες προσπαθούσαν να με κάνουν να προδώσω τον Θεό και να ξεπουλήσω τους αδελφούς και τις αδελφές μου για να καταστρέψω το έργο Του, δεν μπόρεσα πλέον να συγκρατήσω την οργή που έβραζε μέσα μου και τους φώναξα απαντώντας τους: «Αν τα γνωρίζετε ήδη όλα, τότε υποθέτω ότι δεν υπάρχει λόγος να με ανακρίνετε. Ακόμη κι αν ήξερα τα πάντα, δεν θα σας έλεγα ποτέ!» Οι αστυνομικοί ανταπάντησαν οργισμένοι, φωνάζοντας: «Αν δεν τα ξεράσεις όλα, θα σε βασανίσουμε μέχρι θανάτου! Μη νομίζεις ότι θα βγεις από δω ζωντανός! Κάνουμε όλους αυτούς τους θανατοποινίτες να μιλήσουν, νομίζεις ότι είσαι σκληρότερος απ’ αυτούς;» Απάντησα λέγοντας: «Τώρα που με έχετε αιχμάλωτο, δεν σχεδιάζω να φύγω ζωντανός!» Χωρίς άλλα λόγια, ο αστυνομικός μού επιτέθηκε και με κλότσησε ακριβώς στο στομάχι. Πόνεσε τόσο πολύ που έμοιαζε τα άντερά μου να έχουν κοπεί στα δύο. Κατόπιν, οι υπόλοιποι αστυνομικοί όρμησαν όλοι επάνω ​​μου και με χτυπούσαν μέχρι που λιποθύμησα ξανά… Όταν συνήλθα, διαπίστωσα ότι με είχαν κρεμάσει όπως πριν, αλλά ακόμη πιο ψηλά αυτήν τη φορά. Όλο μου το σώμα ήταν πρησμένο και δεν μπορούσα να μιλήσω, όμως λόγω της προστασίας του Θεού δεν ένιωθα τον παραμικρό πόνο. Εκείνο το βράδυ, οι περισσότεροι από τους αστυνομικούς έφυγαν και οι τέσσερις που είχαν αναλάβει να με προσέχουν γρήγορα αποκοιμήθηκαν. Ξαφνικά, οι χειροπέδες μου ως εκ θαύματος άνοιξαν κι έπεσα μαλακά στο πάτωμα. Εκείνη τη στιγμή, ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου και ξαφνικά σκέφτηκα με ποιον τρόπο είχε σωθεί ο Πέτρος από τον άγγελο του Κυρίου κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. Οι αλυσίδες έπεσαν από τα χέρια του Πέτρου και η σιδερένια πύλη του κελιού του άνοιξε μόνη της. Με τη μεγάλη ανάταση και χάρη του Θεού μπορούσα να βιώσω τα θαυμαστά Του έργα, όπως ο Πέτρος. Αμέσως γονάτισα στο πάτωμα και ευχαρίστησα τον Θεό με μια προσευχή: «Αγαπημένε μου Θεέ! Σε ευχαριστώ για το έλεος και την τρυφερή φροντίδα Σου. Σε ευχαριστώ για την αδιάλειπτη επαγρύπνησή Σου για χάρη μου. Όταν η ζωή μου κινδύνευε και ο θάνατος ήταν κοντά, Εσύ με διαφύλαξες μυστικά. Η μεγάλη Σου δύναμη με προστάτεψε και μου επέτρεψε να βιώσω και πάλι τα θαυμαστά Σου έργα και την παντοδύναμη κυριαρχία Σου. Αν δεν το είχα βιώσει αυτό ο ίδιος, ποτέ δεν θα πίστευα ότι είναι αληθινό!» Μέσα από τα δεινά μου, είχα και πάλι βιώσει τη σωτηρία του Θεού και ήμουν βαθιά συγκινημένος και γεμάτος απεριόριστη θαλπωρή. Ήθελα να φύγω από αυτό το μέρος, ήμουν όμως τόσο πονεμένος που δεν μπορούσα να κουνηθώ κι έτσι απλώς αποκοιμήθηκα εκεί ακριβώς στο πάτωμα, και κοιμόμουν μέχρι που με ξύπνησαν με κλοτσιές τα χαράματα. Όταν οι κακοί αστυνομικοί με είδαν ξαπλωμένο στο πάτωμα, άρχισαν να διαπληκτίζονται μεταξύ τους, προσπαθώντας να εξακριβώσουν ποιος με είχε κατεβάσει. Οι τέσσερις αστυνομικοί που ήταν υπεύθυνοι να με φυλάνε τη νύχτα δήλωσαν όλοι ότι δεν είχαν τα κλειδιά για τις χειροπέδες μου. Όλοι στέκονταν γύρω από τις χειροπέδες με απλανές βλέμμα —όλοι εξέτασαν ένας προς έναν τις χειροπέδες, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν κανένα ίχνος ότι είχαν ραγίσει. Με ρώτησαν πώς άνοιξαν οι χειροπέδες και είπα: «Άνοιξαν μόνες τους!» Δεν με πίστεψαν, όμως εγώ μέσα στην καρδιά μου ήξερα: ήταν η μεγάλη δύναμη του Θεού και ένα από τα θαυμαστά Του έργα.

Αργότερα, βλέποντας ότι είμαι τόσο αδύναμος που θα μπορούσα να πεθάνω ανά πάσα στιγμή, οι κακοί αστυνομικοί δεν τόλμησαν να με κρεμάσουν άλλο, κι έτσι στράφηκαν σε μια διαφορετική μορφή βασανισμού. Με έσυραν σε ένα δωμάτιο και με έκαναν να καθίσω σε μια καρέκλα βασανιστηρίων. Ένας μεταλλικός σφιγκτήρας συγκρατούσε κάτω το κεφάλι και τον λαιμό μου, ενώ τα χέρια και τα πόδια μου ήταν δεμένα ώστε να μην μπορώ να κουνήσω ούτε το δαχτυλάκι μου. Προσευχήθηκα μέσα από την καρδιά μου στον Θεό λέγοντας: «Θεέ μου! Όλα βρίσκονται υπό τον έλεγχό Σου. Έχω ήδη περάσει αρκετές δοκιμασίες ζωής ή θανάτου και τώρα Σου εμπιστεύομαι για άλλη μια φορά τη ζωή μου. Είμαι πρόθυμος να συνεργαστώ μαζί Σου για να παραμείνω αμετακίνητος στη μαρτυρία μου και να ταπεινώσω τον Σατανά». Όταν ολοκλήρωσα την προσευχή μου, ένιωσα ήρεμος, συγκροτημένος και χωρίς την παραμικρή υπόνοια φόβου. Εκείνη τη στιγμή, ένας από τους αστυνομικούς άνοιξε τον διακόπτη του ρεύματος και όλοι οι υφιστάμενοι κοίταξαν με κομμένη την ανάσα να δουν πώς θα πάθω ηλεκτροπληξία. Όταν δεν έδειξα την παραμικρή αντίδραση, πήγαν να ελέγξουν τη σύνδεση. Όταν και πάλι δεν αντέδρασα, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με δυσπιστία, ανίκανοι να πιστέψουν στα μάτια τους. Τέλος, ένας από τους υφισταμένους είπε: «Ίσως υπάρχει κάποια ελαττωματική σύνδεση στην καρέκλα βασανιστηρίων». Αφού το είπε αυτό, περπάτησε προς το μέρος μου και μόλις με άγγιξε το χέρι του, άφησε μια κραυγή —η ηλεκτροπληξία τον πέταξε ένα ολόκληρο μέτρο πίσω και έπεσε στο έδαφος, φωνάζοντας από πόνο. Όταν τα άλλα δέκα-δώδεκα περίπου τσιράκια είδαν τι είχε συμβεί, έτρεξαν όλα έξω από το δωμάτιο, μισοπεθαμένα από τον φόβο. Ένας από αυτούς ήταν τόσο τρομαγμένος που γλίστρησε και έπεσε άγαρμπα στο έδαφος. Πέρασε πολλή ώρα μέχρις ότου μπήκαν να με λύσουν δύο από τους υφισταμένους, τρέμοντας από φόβο μη χτυπήσει κι αυτούς το ρεύμα. Και τη μισή ώρα που πέρασα δεμένος στην καρέκλα βασανιστηρίων, ποτέ δεν ένιωσα έστω και μία φορά το ηλεκτρικό ρεύμα. Ήταν σαν να κάθομαι απλώς σε μια κανονική καρέκλα. Είχα βιώσει και πάλι τη μεγάλη δύναμη του Θεού και απέκτησα βαθιά αίσθηση του κάλλους και της καλοσύνης Του. Ακόμη κι αν έχανα όλα όσα είχα, μεταξύ αυτών και τη ζωή μου, εφόσον είχα τον Θεό μαζί μου, είχα όλα όσα χρειαζόμουν.

Μετά από αυτό, η κακή αστυνομία με πήγε στη συνέχεια πίσω στο κατάστημα κράτησης. Ήμουν γεμάτος κοψίματα, μώλωπες και τραύματα από την κορφή μέχρι τα νύχια, και τα χέρια και τα πόδια μου ήταν τρομερά πρησμένα —ήμουν εντελώς εξασθενημένος και δεν μπορούσα καν να σταθώ όρθιος, να καθίσω ή ακόμη και να φάω. Ήμουν στα πρόθυρα πλήρους κατάρρευσης. Όταν οι άλλοι θανατοποινίτες στο κελί έμαθαν ότι δεν είχα καρφώσει κανέναν, με κοίταξαν με άλλο μάτι και είπαν επιδοκιμαστικά: «Εσύ είσαι ο πραγματικός ήρωας, εμείς είμαστε ψεύτικοι!» Συναγωνίζονταν μάλιστα μεταξύ τους ποιος θα μου δώσει φαγητό και ρούχα να φορέσω... Όταν οι κακοί αστυνομικοί είδαν με ποιον τρόπο ο Θεός είχε εργαστεί μέσα μου, δεν τολμούσαν πλέον να με βασανίσουν και μάλιστα μού έβγαλαν τις χειροπέδες και τα δεσμά. Από εκείνη την ώρα και μετά, κανείς δεν τόλμησε να με ανακρίνει ξανά. Παρά ταύτα, η αστυνομία δεν είχε παραιτηθεί και έτσι, για να μου αποσπάσουν πληροφορίες σχετικά με την εκκλησία, προσπάθησαν να υποκινήσουν τους άλλους κρατούμενους ώστε να με κάνουν να ενδώσω. Προσπάθησαν να τους υποκινήσουν λέγοντας: «Όσοι πιστεύουν στον Παντοδύναμο Θεό πρέπει να τρώνε ξύλο!» Ωστόσο, προς έκπληξή τους, ένας από τους κρατούμενους που ήταν δολοφόνος είπε: «Ποτέ δεν θα κάνω αυτό που λες. Όχι μόνο δεν θα τον χτυπήσω εγώ, κανείς σε αυτό το κελί δεν θα τον χτυπήσει! Είμαστε όλοι μέσα εδώ επειδή κάποιος άλλος μάς κάρφωσε. Αν ήταν όλοι τόσο πιστοί όσο αυτός ο τύπος, κανένας μας δεν θα είχε καταδικαστεί σε θάνατο». Ένας άλλος από τους θανατοποινίτες είπε: «Όλοι συλληφθήκαμε επειδή κάναμε κάποια πραγματικά άσχημα πράγματα κι έτσι μας αξίζει να υποφέρουμε. Όμως αυτός ο τύπος είναι πιστός του Θεού και δεν έχει διαπράξει κανένα έγκλημα, κι όμως εσείς τον κάνατε σχεδόν αγνώριστο απ’ τα βασανιστήρια!» Ένας προς έναν, οι κρατούμενοι μίλησαν όλοι εναντίον των αδικιών που είχα υποστεί. Βλέποντας τι συνέβαινε, οι αστυνομικοί δεν θέλησαν να ξεφύγουν τα πράγματα κι έτσι δεν είπαν τίποτε άλλο, απλώς κρέμασαν το κεφάλι κι έφυγαν απελπισμένοι. Εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα ένα χωρίο από τη Βίβλο, το οποίο αναφέρει: «Η καρδία του βασιλέως είναι εν τη χειρί του Ιεχωβά ως ρεύματα υδάτων· όπου θέλει στρέφει αυτήν» (Παροιμίες 21:1). Βιώνοντας με ποιον τρόπο ο Θεός είχε συγκινήσει τους άλλους κρατούμενους ώστε να έλθουν σε βοήθειά μου, ήμουν βαθιά πεπεισμένος ότι αυτά ήταν όλα έργα του Θεού κι η πίστη μου σ’ Αυτόν ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο!

Όταν μία στρατηγική δεν έπιασε, οι κακοί εκείνοι αστυνομικοί εξύφαναν ένα άλλο σχέδιο. Αυτήν τη φορά, έβαλαν τον δεσμοφύλακα του καταστήματος κράτησης να μου αναθέτει τις πιο εξοντωτικές εργασίες: με ανάγκασαν να φτιάχνω δύο ολόκληρα ρολά χαρτονομίσματα ημερησίως (τα χαρτονομίσματα αποτελούν μέρος μιας κινεζικής παράδοσης, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι καίνε τα χρήματα για να τα δώσουν στους νεκρούς προγόνους τους. Ένα ρολό χαρτονομίσματα αποτελείται από 1.600 φύλλα αλουμινόχαρτο και 1.600 φύλλα εύφλεκτο χαρτί κολλημένα μαζί). Ο φόρτος εργασίας μου ήταν διπλάσιος από των άλλων κρατουμένων και, εκείνη την εποχή, τα χέρια και τα πόδια μου πονούσαν αφόρητα, τόσο ώστε μετά βίας μπορούσα να σηκώσω ή να κρατήσω κάτι. Ακόμη, λοιπόν, κι αν ήμουν στη δουλειά όλη τη νύχτα, δεν υπήρχε τρόπος να ολοκληρώσω την εργασία μου. Η αστυνομία χρησιμοποίησε την αδυναμία να ολοκληρώνω το έργο μου ως δικαιολογία για να μου επιβάλλει σωματικές τιμωρίες με κάθε είδους τρόπους. Με ανάγκαζαν να κάνω κρύα ντους όταν η θερμοκρασία ήταν στους -20 βαθμούς Κελσίου, με έβαζαν να δουλεύω αργά τη νύχτα ή να στέκομαι σκοπός και, ως αποτέλεσμα αυτών, ποτέ δεν είχα περισσότερες από τρεις ώρες ύπνο τη νύχτα. Εάν δεν μπορούσα επανειλημμένα να ολοκληρώσω το έργο μου, συγκέντρωναν όλους τους κρατούμενους από το κελί μου, μας οδηγούσαν έξω, μας περικύκλωναν με τα όπλα στο χέρι και μας έβαζαν σε βαθύ κάθισμα με τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Εάν κάποιος δεν μπορούσε να κρατηθεί σ’ αυτήν τη στάση, τον χτυπούσαν με το κλομπ για το ηλεκτροσόκ. Οι κακοί αυτοί μπάτσοι χρησιμοποίησαν κάθε μέθοδο που είχαν στη διάθεσή τους για να κάνουν τους άλλους κρατούμενους να με μισήσουν και να με κακοποιούν. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να έλθω προσευχόμενος ενώπιον του Θεού: «Αγαπημένε μου Θεέ, ξέρω ότι οι κακοί αυτοί αστυνομικοί προκαλούν τους άλλους κρατούμενους με σκοπό να τους κάνουν να με μισήσουν και να με βασανίσουν ώστε να Σε προδώσω. Πρόκειται για πνευματικό πόλεμο! Θεέ μου! Ανεξάρτητα από το πώς θα μου φερθούν οι άλλοι κρατούμενοι, είμαι πρόθυμος να υποταχθώ στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις Σου και ελπίζω να μου δώσεις την αποφασιστικότητα να υπομείνω αυτόν τον πόνο. Επιθυμώ να μείνω σταθερός στη μαρτυρία μου για Σένα!» Μετά από αυτό, βίωσα και πάλι τα έργα του Θεού. Όχι μόνον οι θανατοποινίτες εκείνοι δεν με μίσησαν, αλλά διοργάνωσαν μάλιστα και απεργία για λογαριασμό μου και απαίτησαν από τους αστυνομικούς να μειώσουν κατά το ήμισυ τον φόρτο εργασίας μου. Τελικά, η αστυνομία δεν είχε άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσει στις απαιτήσεις των κρατουμένων.

Μολονότι αναγκάστηκε να μειώσει κατά το ήμισυ τον φόρτο εργασίας μου, η αστυνομία είχε κι άλλους άσους στο μανίκι της. Λίγες μέρες αργότερα, έφτασε στο κελί ένας νέος «κρατούμενος». Ήταν πολύ ευγενικός μαζί μου, μου αγόραζε ό,τι χρειαζόμουν, μου έφερνε φαγητό, ζητούσε να μάθει αν τα πάω καλά, αλλά και ρωτούσε γιατί είχα συλληφθεί. Αρχικά, δεν το σκέφτηκα καθόλου και του είπα ότι ήμουν πιστός του Θεού και είχα συλληφθεί για την εκτύπωση θρησκευτικού υλικού. Συνέχισε να με ρωτάει λεπτομέρειες για την επιχείρηση εκτύπωσης βιβλίων και, όταν είδα το πώς με πίεζε συνεχώς με ερωτήσεις, άρχισα να νιώθω άβολα και προσευχήθηκα στον Θεό λέγοντας: «Αγαπημένε μου Θεέ, όλοι οι άνθρωποι, τα πράγματα και οι καταστάσεις που μας περιβάλλουν έχουν τη δική Σου άδεια. Αν αυτός ο άνθρωπος είναι πληροφοριοδότης που έστειλε η αστυνομία, ελπίζω να μου αποκαλύψεις την αληθινή του ταυτότητα». Αφού τελείωσα την προσευχή μου, ησύχασα την καρδιά μου ενώπιον του Θεού κι ένα χωρίο του λόγου Του ήλθε στο μυαλό μου: «Να παραμένετε σιωπηλοί υπό την παρουσία Μου και να ζείτε σύμφωνα με τον λόγο Μου, και θα παραμένετε πράγματι σε επαγρύπνηση και το πνεύμα σας θα διακρίνεται από οξυδέρκεια. Όταν φθάσει ο Σατανάς, θα είστε ικανοί να προφυλαχθείτε αμέσως από αυτόν, καθώς και να αισθανθείτε την άφιξή του· θα αισθανθείτε πραγματική ανησυχία στο πνεύμα σας» («Κεφάλαιο 19» του «Ομιλίες του Χριστού στην αρχή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Στάθμισα ξανά και ξανά τις ερωτήσεις που μου είχε κάνει ο υποτιθέμενος «νέος κρατούμενος» και συνειδητοποίησα ότι όλες αφορούσαν ακριβώς αυτά που ήθελε να μάθει η αστυνομία από μένα. Εκείνη τη στιγμή, ήταν σαν να είχα ξυπνήσει από όνειρο: όλα αυτά ήταν ένα ακόμη από τις σκευωρίες της κακής αστυνομίας και ο άνθρωπος αυτός ήταν πληροφοριοδότης. Ο «κρατούμενος» είδε ότι είχα ξαφνικά μείνει σιωπηλός και με ρώτησε αν ένιωθα καλά. Είπα ότι αισθάνομαι μια χαρά και έπειτα, αυστηρά αλλά και με το δίκιο μου, του είπα: «Για να μην μπαίνεις στον κόπο, να σε ενημερώσω ότι χάνεις τον χρόνο σου. Ακόμη κι αν ήξερα τα πάντα, δεν θα σου έλεγα!» Οι άλλοι κρατούμενοι επαίνεσαν όλοι τη συμπεριφορά μου, λέγοντας: «Όλοι μπορούμε να πάρουμε μαθήματα από εσάς τους πιστούς. Έχετε πραγματικά κότσια!» Ο πληροφοριοδότης δεν μπόρεσε να σκεφτεί καμία απάντηση και, δύο μέρες αργότερα, το έσκασε.

Επέζησα έναν χρόνο και οκτώ μήνες σε αυτό το κατάστημα κράτησης. Αν και οι αγροίκοι εκείνοι της αστυνομίας μηχανεύονταν κάθε δυνατό τρόπο για να μου κάνουν τη ζωή δύσκολη, ο Θεός παρακίνησε τους θανατοποινίτες να με φροντίζουν. Αργότερα, ο αρχικρατούμενος μεταφέρθηκε αλλού και οι κρατούμενοι εξέλεξαν εμένα ως νέο αρχικρατούμενο. Κάθε φορά που κάποιοι από τους κρατούμενους μπλέκονταν σε φασαρίες, έκανα ό,τι μπορούσα για να τους βοηθήσω. Τους έλεγα: «Είμαι ένας από τους πιστούς του Θεού. Ο Θεός απαιτεί να ζούμε με βάση την ανθρώπινη φύση. Μολονότι είμαστε φυλακισμένοι, όσο είμαστε ζωντανοί, πρέπει να βιώνουμε την ομοιότητα της ανθρώπινης φύσης». Αφού έκανα αυτήν τη δήλωση, οι θανατοποινίτες σταμάτησαν να εκφοβίζουν τους νέους κρατούμενους. Το όνομα «κελί υπ’ αριθμόν 7» έσπερνε κάποτε τον φόβο στις καρδιές των κρατουμένων, όμως, κατά τη διάρκεια της θητείας μου, είχε γίνει ένα πολιτισμένο κελί. Οι τρόφιμοι όλοι έλεγαν: «Αυτοί οι άνθρωποι από την Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού είναι από καλή πάστα. Αν βγούμε ποτέ από δω, σίγουρα θα εναποθέσουμε την πίστη μας στον Παντοδύναμο Θεό!» Η εμπειρία μου στο κατάστημα κράτησης μού θύμισε την ιστορία του Ιωσήφ. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του στην Αίγυπτο, ο Θεός ήταν μαζί του, του πρόσφερε χάρη και όλα εξελίχθηκαν πολύ ομαλά για τον Ιωσήφ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το μόνο που είχα κάνει ήταν να ενεργώ σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Θεού και να υποτάσσομαι στις ενορχηστρώσεις και τις ρυθμίσεις Του. Ο Θεός ήταν, επομένως, μαζί μου και μου επέτρεπε σε κάθε περίπτωση να προλαμβάνω την καταστροφή. Ευχαρίστησα τον Θεό από τα βάθη της καρδιάς μου για τη χάρη που μου είχε προσφέρει!

Αργότερα, χωρίς την παραμικρή υποψία αποδεικτικών στοιχείων, η κυβέρνηση του ΚΚΚ μαγείρεψε ψευδείς κατηγορίες και με καταδίκασε σε τριετή φυλάκιση χωρίς αναστολή, αφήνοντάς με τελικά ελεύθερο μόλις το 2009. Αφού βγήκα από τη φυλακή, η τοπική αστυνομία με παρακολουθούσε πολύ στενά και απαιτούσε να είμαι στη διάθεσή της ανά πάσα στιγμή. Η κάθε κίνησή μου υπόκειτο στον έλεγχο της κυβέρνησης του ΚΚΚ και δεν είχα καμία απολύτως προσωπική ελευθερία. Αναγκάστηκα να φύγω από τη γενέτειρά μου και να εκπληρώνω τα καθήκοντά μου αλλού. Επιπλέον, επειδή ήμουν ένας από τους πιστούς του Θεού, η κυβέρνηση του ΚΚΚ αρνήθηκε να επεξεργαστεί τα αρχεία εγγραφής της οικογένειάς μου (μέχρι σήμερα, τα αρχεία εγγραφής των δύο γιων μου εξακολουθούν να τελούν υπό επεξεργασία). Αυτό μου κατέστησε ακόμη πιο σαφές ότι η ζωή υπό την κυριαρχία της κυβέρνησης του ΚΚΚ είναι μια ζωντανή κόλαση. Ποτέ μα ποτέ δεν θα ξεχάσω τα σκληρά βασανιστήρια στα οποία με υπέβαλε η κυβέρνηση του ΚΚΚ. Την περιφρονώ με όλο μου το είναι και προτιμώ να πεθάνω παρά να με κρατά δέσμιο. Την αποποιούμαι εντελώς!

Με αυτήν την εμπειρία κατανόησα πολύ καλύτερα τον Θεό. Βίωσα την παντοδυναμία και τη σοφία Του, αλλά και την ουσία της καλοσύνης Του. Διαπίστωσα επίσης ότι, όσο και αν διώκει η δαιμονική κυβέρνηση του ΚΚΚ τον εκλεκτό λαό του Θεού, δεν παραμένει τίποτε περισσότερο από ένα αντικείμενο υπηρεσίας και αντιθετικό στοιχείο στο έργο του Θεού. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ είναι και θα είναι πάντοτε ο ηττημένος εχθρός του Θεού. Πάρα πολλές φορές η θαυματουργή προστασία Του με έσωσε σε ώρες απελπισίας, επιτρέποντάς μου να ξεφύγω από τις αρπάγες των νυχιών του Σατανά και να ξανακερδίσω τη ζωή στο χείλος του θανάτου· πάρα πολλές φορές ο λόγος Του με παρηγόρησε και με αναζωογόνησε κι έγινε η ενίσχυση και το στήριγμά μου όταν ήμουν όσο δεν παίρνει αδύναμος και απελπισμένος, επιτρέποντάς μου να υπερβώ τη σάρκα μου και να απομακρυνθώ από τα νύχια του θανάτου, αλλά και πάρα πολλές φορές, όταν ήμουν στην τελευταία μου πνοή, η ζωτικότητά Του με στήριξε και μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω να ζω. Όπως ακριβώς λέει κι ο λόγος του Θεού: «Η ζωτική δύναμη του Θεού υπερνικά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Επιπλέον, ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Η ζωή Του είναι αιώνια, η δύναμή Του είναι εκπληκτική, και η ζωτική Του δύναμη δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί από οποιοδήποτε δημιουργημένο ον ή εχθρική δύναμη. Η ζωτική δύναμη του Θεού υφίσταται και εκπέμπει την εκπληκτική της λάμψη, ανεξαρτήτως χρόνου ή χώρου. Ο ουρανός και η γη μπορεί να υποστούν μεγάλες αλλαγές, όμως η ζωή του Θεού είναι πάντοτε η ίδια. Όλα τα πράγματα κάποτε πεθαίνουν, αλλά η ζωή του Θεού παραμένει, γιατί ο Θεός είναι η πηγή ύπαρξης των πάντων και η ρίζα της ύπαρξής τους» («Μόνο ο Χριστός των εσχάτων ημερών μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την οδό για την αιώνια ζωή» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Δόξα στον παντοδύναμο, αληθινό Θεό!

Προηγούμενο: 30. Μέσα στις κακουχίες, η αγάπη του Θεού είναι μαζί μου

Επόμενο: 32. Η Αγάπη του Θεού δεν έχει όρια

Οι καταστροφές αποτελούν συχνό φαινόμενο, κι έχουν εμφανιστεί τα σημεία της επιστροφής του Κυρίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να υποδεχθούμε τον Κύριο; Σας προσκαλούμε εγκάρδια να επικοινωνήσετε μαζί μας για να βρείτε τον τρόπο.
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Viber
Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω Messenger

Σχετικό περιεχόμενο

32. Η Αγάπη του Θεού δεν έχει όρια

Από την Τσόου Τσινγκ, επαρχία Σανντόνγκ Έχω υπομείνει στο έπακρο τις δυστυχίες ετούτης της ζωής. Δεν ήμουν πολλά χρόνια παντρεμένη όταν...

Ρυθμίσεις

  • Κείμενο
  • Θέματα

Συμπαγή χρώματα

Θέματα

Γραμματοσειρά

Μέγεθος γραμματοσειράς

Διάστημα γραμμής

Διάστημα γραμμής

Πλάτος σελίδας

Περιεχόμενα

Αναζήτηση

  • Αναζήτηση σε αυτό το κείμενο
  • Αναζήτηση σε αυτό το βιβλίο